Αύγουστος 1916. Η Σέριφος ζει το δικό της “σύντομο καλοκαίρι αναρχίας”

serifos-caving-4.jpg

Στο μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου υπάρχουν εγκαταλειμμένα τα απομεινάρια των
μεταλλείων: στοές, βαγονέτα και κομμάτια της γέφυρας φόρτωση

.
Οι Γρόμαν, η  εξέγερση των μεταλλωρύχων  και ο ηγέτης της

.

Πρώιμα ελληνικά σοβιέτ ή απλώς μία εξέγερση απελπισμένων;

Ακόμη και για απεργία που υποκινήθηκε από την Αντάντ (1) για να πληγεί η τροφοδοσία του Γερμανικού στρατού μίλησαν κάποιοι. Δύσκολες πλέον οι κατηγορηματικές απαντήσεις μιας και γνωρίζουμε μόνο το σκελετό των γεγονότων, κυρίως την αρχή και το τέλος τους. Ο μήνας της απεργίας, που σίγουρα είχε χαρακτηριστικά εξέγερσης του νησιού, καλύπτεται από αντιφατικές πληροφορίες και δημοσιεύσεις. Έτσι ηπραγματικότητα και οι μύθοι θα μπερδεύονται στην προφορική παράδοση που συντηρούν με τις διηγήσεις τους οι γέροντες στα καφενεία της Σερίφου και η απεργία των μεταλλωρύχων θα παραμένει μια άγνωστη και αδικημένη σελίδα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Οι μόνες γραπτές πηγές είναι το ημιτελές βιβλίο του ηγέτη της απεργίας Κ. Σπέρα: “Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου”(*), και τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής που μάζεψε σε μία έκδοση η Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων, με επιμέλεια του Ν. Σκόνη (**). Συστηματική έρευνα έχει κάνει ο φιλόλογος Λίνος Κόττης, που επιμελήθηκε και προλογίζει την έκδοση του βιβλίου του Σπέρα. Παραμένει και μια σεμνή τελετή μεταξύ “συγγενών και φίλων” στο χώρο της μάχης κάθε Αύγουστο, για να παραξενεύει τους ευτυχείς λουόμενους. Μία ιδιωτική εταιρεία, με το αζημίωτο βέβαια,  διοργανώνει περιήγηση στις στοές που καταλήγει σε γειτονικό κόλπο, και αυτά είναι το όλον…
Όμως μια απεργία με νεκρούς, και χωροφύλακες λιθοβολισμένους
και πεταγμένους στη θάλασσα, κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη και ένα αιώνα μετά.

.
Η δυναστεία Γρόμαν

H σύγχρονη εκμετάλλευση των πλούσιων μεταλλευμάτων του νησιού έγινε αποδοτική και κερδοφόρα για τον ίδιο, το 1885 από τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν. Φάτσα ο μεταλλειολόγος από αυτές που ευδοκιμούν μέχρι σήμερα στη χώρα μας και καταχωρούνται στον ασαφή κωδικό λαμόγια. Βέβαια απλά ακολούθησε κλασσικούς νόμους της καπιταλιστικής αγοράς και πλούτισε  με μηδέν κεφάλαιο με τον εξής απλό τρόπο:

Ίδρυσε μια μικρή εταιρία και τη συνένωσε με τη φαληρισμένη “Σέριφος Σπηλιαζέζα” που είχε ήδη εγκαταστάσεις εξόρυξης στη Σέριφο. Απαλλοτρίωσε γη με μόνο αντάλλαγμα το μεροκάματο στους ιδιοκτήτες και με ένα συμβολικό ποσό προς το ελληνικό κράτος εμπορευόταν τον πλούτο του νησιού. Για την άγονη Σέριφο που ποτέ δεν ήταν νησί ψαράδων ή ναυτικών, ο Γερμανός ήταν μια κάποια λύσις-και όχι μόνο για αυτή. Από τα γύρω νησιά και την Πελοπόννησο έφταναν αναζητώντας δουλειά και το νησί των 2.000 κατοίκων στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασε τις 4.000 το 1910. Ο Γερμανός , που είχε να λέει πως εκτός από δουλειά πρόσφερε και μόρφωση (τα χαλάσματα της Γραμονίου (2) σχολής υπάρχουν ακόμη) και περίθαλψη, ήταν ουσιαστικά ένα είδος διοίκησης.

Για το αν ήταν δουλειά ή δουλεία, ας τα πει καλύτερα ένας παθών. Στην έκδοση της Ο.Μ.Ε. για την απεργία δημοσιεύτηκε η περιγραφή των συνθηκών απ’ τον παλαίμαχο μεταλλωρύχο Γ. Λιβάνιο, όπως την άκουσε από παλιότερους.
.

“Οι συνθήκες για τους μεταλλωρύχους την εποχή εκείνη ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες. Δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο, με το χάραμα της ημέρας έπρεπε να βρίσκονται στην είσοδο της κάθε στοάς και με τη δύση του ηλίου να σχολάνε. Τον ήλιο τον βλέπανε μόνο κάθε Κυριακή και όλα αυτά για ένα μεροκάματο που έφτανε ίσα – ίσα για να ζουν”

.
εργάτες στα μεταλλεία Σερίφου το 1906

 .

Επειδή όμως για κάθε κακό υπάρχουν πάντα και χειρότερα, αυτά ήρθαν αργότερα με το Γρόμαν το Β, τον υιό Γεώργιο, που ανέλαβε τις τύχες της εταιρείας το 1906. Εντατικοποίησε την παραγωγή περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα “ακριβά” αλλά ελλιπή μέτρα ασφαλείας-ενώ συνέχισε να αποσπά γη προσθέτοντας στις μεθόδους του μπαμπά και τη βία.  Μόνο τη διετία ’14-’16 εξήντα εργάτες βρήκαν το θάνατο στις στοές. Ο διάδοχος Γρόμαν έφτιαξε ένα δουλικό “σωματείο”, εξαγόραζε τοπικούς παράγοντες, πολιτικούς, αλλά και τη σιωπή των ενοχλητικών φωνών και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό χρησιμοποιούσε το στρατό μαγκουροφόρων υποστηρικτών του.

Η δυναστεία του Αιμίλιου Γρόμαν τελειώνει το 1963, όταν ο ομώνυμος εγγονός (αφού πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη διάρκεια του πολέμου στα Ες Ες) εγκαταλείπει την Ελλάδα για τη Ν. Αφρική επειδή τα αποθέματα έχουν λιγοστεύσει. Ο Γ. Λιβάνιος περιγράφει (στο ίδιο βιβλίο):
.

“Μας χρωστάγανε έξι – επτά μήνες μισθούς και λέγανε πως σύντομα θα μας πληρώσουν. Μέχρι τελευταία στιγμή δε μας είχαν πει τίποτα. Στις 20 Ιούλη του 1963. Μόλις το μάθαμε 300 άτομα τουλάχιστον κάναμε πορεία, με τη σημαία του συνδικάτου, απ’ τη Χώρα μέχρι το Μεγάλο Λιβάδι (3 ώρες δρόμος) στα γραφεία της εταιρίας. Ο διευθυντής που ψάχναμε να μιλήσουμε είχε φύγει με το τελευταίο βαπόρι που φόρτωσε”.

.
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα…. (είπε κάποτε ο “ξεπερασμένος”)

.

Η απεργία

Παρόλο που από το Φλεβάρη του ’11 οι μεταλλωρύχοι με νόμο έπρεπε να δουλεύουν 8ωρο, αυτοί της Σερίφου συνέχιζαν την ποντικίσια τους ζωή. Όμως οι επαναστατικές ιδέες που ταξίδευαν τότε σε όλη την Ευρώπη ξεσηκώνοντας τους εργάτες, έπιασαν λιμάνι και στη Σέριφο. Καταλύτης για τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν η ίδρυση ταξικού σωματείου (πρωτοποριακό το καταστατικό του για την εποχή) (3) τον Ιούνιο του 1916, με εμπνευστή και ψυχή του τον Κ.Σπέρα. “Με ένα μουλάρι θα γύριζε από καλύβα σε καλύβα και από στοά σε στοά…” (εφημερίδα Φως του Πειραιά 8/’16)

Στις 2 Αυγούστου του’16, μετά από ενέργειες του σωματείου (4) και δημοσιεύματα στον τύπο για τις άθλιες συνθήκες, φτάνει στη Σέριφο ειδικός υπάλληλος του υπουργείου οικονομίας-μηχανικός ονόματι Γεωργιάδης-και αφού διαπιστώνει πως η κατάσταση είναι πραγματικά χάλια τους προτρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται σε αναμονή των αποφάσεών του.

Αυτή πρέπει να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Στις 7 Αυγούστου οι εργάτες αρνούνται να φορτώσουν το πλοίο “Μαννούσι” με προορισμό τη Γλασκώβη, σύμφωνα με την εταιρεία-τη Γερμανία έλεγαν οι εργάτες. (αυτή η διχογνωμία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους θιασώτες της θεωρίας εμπλοκής της Αντάντ)

Αποφασίζουν να σταματήσουν κάθε εργασία σε στοές και έδαφος απαιτώντας 8 ώρες δουλειά, μέτρα ασφαλείας και μεγαλύτερη αμοιβή. Η εταιρεία το μόνο που δέχεται να συζητήσει είναι 8 ώρες στις στοές και τις υπόλοιπες στο έδαφος, ενώ με κάποιους από τους πιστούς στους Γρόμαν υπαλλήλους των γραφείων προσπαθεί , χωρίς επιτυχία, να συνεχίσει την παραγωγή. Τότε ο διευθυντής της Π. Βάσσος σε συνεργασία με τον πρόεδρο της κοινότητας και τον τοπικό ανθυπασπιστή χωροφυλακής έστειλαν τηλεγράφημα στο υπουργείο εσωτερικών, γράφοντας για στάση των εργατών και πυρπόληση της αποθήκης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τότε Ειρηνοδίκης Σερίφου Δ. Κοντός αρνήθηκε να το υπογράψει. Το τηλεγράφημα αυτό πάντως είναι η αφορμή να φτάσει στο νησί απόσπασμα τριάντα χωροφυλάκων από την Κέα με την εντολή να εξασφαλίσει, με κάθε τρόπο, τη φόρτωση και τον απόπλου του πλοίου. 

.

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από τη γέφυρα
φόρτωσης-θέατρο των συγκρούσεων 

.

Επικεφαλής ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου (ημιπαράφρων χαρακτηρίστηκε απο τον Σπέρα). Το πρωί της 21ης Αυγούστου ζήτησε συνάντηση με τη διοίκηση του σωματείου, με πρόσχημα τη συζήτηση μαζί τους, αλλά ο σκοπός του ήταν να τους φυλακίσει στο σταθμό χωροφυλακής πιστεύοντας πως έτσι όλα θα γίνουν ευκολότερα. Αφού διαβεβαίωσε τον Ειρηνοδίκη ότι το πολύ θα έριχναν
πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό, κατευθύνθηκε με όλη τη δύναμη στο λιμάνι του Μεγάλου Λιβαδιού. Έδωσε 5 λεπτά προθεσμία στους συγκεντρωμένους να διαλυθούν και να φορτώσουν το πλοίο αλλά πριν καλά καλά περάσει το 5λεπτο, πυροβολεί, εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως όπως κραύγασε,και σκοτώνει το Θεμιστοκλή Κουζούπη. Διατάζει και τους χωροφύλακες να πυροβολήσουν αλλά οι πάνω από πεντακόσιοι συγκεντρωμένοι θα αντιδράσουν με πέτρες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα για να βρουν καταφύγιο στις στοές. Με την παρέμβαση και του ιερέα Γιάννη Ρώτα η σύγκρουση σταματά εκεί με τραγικό όμως απολογισμό. Τέσσερις εργάτες νεκροί και δεκάδες οι τραυματίες. Ο υπομοίραρχος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου και το πτώμα του πετάχτηκε στη θάλασσα. Άλλοι δύο από τους χωροφύλακες νεκροί και σχεδόν όλη η δύναμη τραυματισμένη και άοπλη. Μετά την απελευθέρωση της διοίκησης του σωματείου γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ηρεμήσει το οπλισμένο πλέον πλήθος και να σταματήσει το κυνηγητό των χωροφυλάκων. Κάπου εκεί εμφανίζεται για πρώτη φορά η περιβόητη γαλλική σημαία: 
.

“Αίφνης ακούω ζητωκραυγάς και εν μέσω του πλήθους βλέπω μίαν γυναίκα και εκράτη Γαλλικήν σημαίαν. Δεν έχασα καιρόν και αρπάσας εκ των χειρών της την σημαίαν εφώναζα με όλη μου τη δύναμην : εν ονόματι της Γαλλικής Δημοκρατίας κάτω τα όπλα !!”

.
Γράφει στο βιβλίο του ο Σπέρας. Αυτό το γεγονός, όπως και το τηλεγράφημα προς το Γαλλικό στόλο που ναυλοχούσε στη Μήλο, (5) απομονώθηκαν από κάποιους για να στηρίξουν εμπλοκή της Αντάντ. Καλό είναι να υπενθυμίσουμε πως μιλάμε για το 1916. Δηλαδή για μία Ελλάδα διχασμένη πολιτικά και ουσιαστικά ακυβέρνητη και για ένα πρώιμο αυθόρμητο εργατικό κίνημα που δεν είναι παράξενο πριν την Οχτωβριανή επανάσταση να βλέπει τη Γαλλία σαν προστάτιδα των καταπιεσμένων.

Τις επόμενες μέρες οι εξεγερμένοι ελέγχουν τα πάντα στο νησί.(6) Δυστυχώς οι πληροφορίες που έχουμε για αυτές είναι ελάχιστες. Υπάρχει μία επιτροπή και γίνονται συνελεύσεις των κατοίκων. Η πρώτη πάντως παρουσία επίσημης αρχής θα είναι Γαλλική. Στις 26 Αυγούστου θα φτάσει το Γαλλικό πολεμικό Henri Quatre. To πλήρωμα του θα υποστείλει τις Γαλλικές σημαίες που έχουν υψωθεί και ο κυβερνήτης του θα δηλώσει συμπαράσταση στα αιτήματα. Επιπλέον οι εξεγερμένοι έχουν την υπόσχεση πως θα έρθει Γάλλος εκπρόσωπος της εταιρείας (επίσημη έδρα των Γρόμαν ήταν η Γαλλία).

Στις αρχές Σεπτεμβρίου φτάνει και το ελληνικό πολεμικό “Αυλίς” με 250 στρατιώτες και δικαστικούς από τη Σύρο. Έτσι τελειώνει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας στη Σέριφο. Η διοίκηση του σωματείου και μερικοί ακόμα εργάτες θα φυλακισθούν στη Σύρο. Ο δρόμος όμως για την ουσιαστική κατοχύρωση του 8ώρου είχε ανοίξει.

.

Κώστας Σπέρας(1893-1943)

Ο ηγέτης της απεργίας και της εξέγερσης.

Γεννήθηκε στη Σέριφο αλλά έχοντας ναυτικό πατέρα ταξίδευε μαζί του, έμαθε αραβικά και γαλλικά και ενστερνίστηκε στην εφηβική του ηλικία αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα έγινε μέλος της ομάδας του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) που συμμετέχει στο Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών. Δούλευε κυρίως σαν “τσιγαράς” και ήταν μέλος της διοίκησης του εργατικού κέντρου Πειραιά. Το Μάρτιο του ’14 βρίσκεται στην Καβάλα στη μεγάλη καπνεργατική απεργία όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί για πρώτη φορά. Το 1915 θα γυρίσει στην πατρίδα του τη Σέριφο ή καλεσμένος από τους συμπατριώτες του ή απεσταλμένος της σοσιαλιστικής ομάδας. Σε κάθε περίπτωση ο σκοπός του είναι η οργάνωση ταξικού σωματείου. Συμμετέχει στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918, διαγράφεται το ’20, αλλά παραμένει στην 3η διεθνή. Υποστηρίζει την παρουσία της ΓΣΕΕ σαν πολιτική οργάνωση των εργατών, όμως διαγράφεται και από αυτή το ’26 ομόφωνα (7).

Από το 1921 εκδίδει την εφημερίδα “νέα ζωή” με τον Φανουράκη και συμμετέχει στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα που θα διαλύσει η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Από το ’30 εργάζεται στους σιδηροδρόμους και την ίδια περίοδο γράφει ένα βιβλίο για το εργατικό κίνημα, που δεν θα εκδοθεί ποτέ αφού ο Λ. Στρατής-κατηγορήθηκε από τον Σπέρα για υπεξαίρεση του ταμείου των σιδηροδρομικών -άρπαξε από την κόρη του τις ιδιόχειρες σημειώσεις. Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας φυλακίζεται για τελευταία φορά στις φυλακές Σκοπέλου, από όπου αποφυλακίζεται σχεδόν ημιθανής λίγο πριν την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου. Αποσύρεται πλέον από κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα, ζώντας στο Μεταξουργείο με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες. Το Σεπτέμβριο του 1943 όμως δολοφονείται από την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) στη Μάνδρα, δια χειρός Χ. Μούντριχα (καπετάν Ορέστης-απλή συνωνυμία με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ). “πιάσαμε το κάθαρμα τον Σπέρα” θριαμβολογεί ο παράνομος Ριζοσπάστης τον Οκτώβρη του ’43 για να μην έχουμε αμφιβολίες.

Το ΚΚΕ δεν περιορίστηκε στην φυσική του εξόντωση. Από το ’24 είχε ξεκινήσει μία συστηματική προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης του. Στην αρχή προσπάθησε να τον παρουσιάσει σαν όργανο των συμφερόντων της Αντάντ (8) και επειδή ο 1ος παγκόσμιος κάποτε τελείωσε, το παιγνίδι χόντρυνε. Ο Σπέρας κατηγορήθηκε σαν τυχοδιώκτης στην καλύτερη περίπτωση, αλλά και όργανο της εργοδοσίας, συνεργάτης της αστυνομίας (9) και των κατακτητών αργότερα. Επισήμως η δολοφονία του “δικαιολογήθηκε” με τα αρχεία του ΕΔΕΣ που εμφάνιζαν τον Σπέρα συνεργάτη του! Σήμερα θα ήταν μάλλον εύκολο για το ΚΚΕ να ζητήσει μία ακόμη συγνώμη επικαλούμενο την τραχύτητα της εποχής αλλά φευ! Μια αναζήτηση στο δίκτυο θα σας εμφανίσει απίστευτες κατηγορίες να έρπουν για ένα άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του με αγώνες και φυλακίστηκε πάνω από 100 φορές. 

.
“Working class hero” για  soundtrack . To αριστούργημα του John Lennon σε μία όμορφη διασκευή από τους “Noir Desir”.

.

πηγές

(*) Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου” (του Κ. Σπέρα)

(**) H αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου (του Ν. Σκόνη έκδοση της Ο.Μ.Ε)

 (1) Αντάντ:  από το γαλλικό Entente που σημαίνει συμφωνία. Με τη λέξη αυτή χαρακτηρίστηκαν διάφορες διπλωματικές συμφωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση αφορά την “Τριπλή Συνεννόηση” του Α Παγκοσμίου ανάμεσα σε Αγγλία-Ρωσία-Γαλλία. Ήταν η αντίπαλη παράταξη στη Τριπλή Συμμαχία.

(2) Η “Γραμόνιος σχολή” ήταν ένα σχολείο για τα παιδιά των εργατών και ένα βραδινό για όσους εργάτες ήθελαν να παρακολουθήσουν. Με διευθυντή τον Σιφνιό υμνητή των Γρόμαν Ανδρόνικο, ήταν ένας καλοστημένος μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης.

(3) Το καταστατικό ήταν πρωτοποριακό για την εποχή. Χαρακτηριστικά στους σκοπούς διαβάζουμε: “Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτες όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, δια την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικών σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του”.

(4) Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από έγγραφο του σωματείου προς το υπουργείο οικονομίας: “… εις το βασίλειον , Σερίφου αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 – 12″. Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (…) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε”.

(5) “Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(6) “Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ.. δημόσια ιδρύματα”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(7) “Το Γ’ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπ’ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα δια την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε δι’ ανατάσεως των χειρών όλων.Ομόφωνα.”

(8) “Η πολιτική καθοδήγηση όμως της απεργίας αυτής ήταν όχι μόνο λειψή αλλά, κατά τη γνώμη μας, και ύποπτη. Με την επίκληση της προστασίας των δυνάμεων της Αντάντ, ο Σπέρας, που καθοδήγησε την εξέγερση, προσπάθησε, πρακτικά, να θέσει το εργατικό κίνημα του νησιού, στο πλευρό, αν όχι στην υπηρεσία, του ενός από τους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που έσερναν τους λαούς στο σφαγείο του Α` Παγκοσμίου Πολέμου, της μιας από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης.”

                                                                                     Ριζοσπάστης 13 Αυγούστου 2003

(9) “Αργότερα ο Κώστας Σπέρας έγινε όργανο της Αστυνομίας. Ο Παπαναστασίου όμως ήταν όργανο μυστικό από το 1918, από τότε που μπήκε στο κόμμα.”

(Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμος Εʼ 1900-1924, σελίδα 614)

.

.

.

Π Η Γ Η
.

.

Advertisements

One comment on “Αύγουστος 1916. Η Σέριφος ζει το δικό της “σύντομο καλοκαίρι αναρχίας”

  1. Ένα βιογραφικό του Σπέρα από έναν ιστορικό του εργατικού κινήματος. Δεν υπάρχει αναφορά στη συνεργασία του Σπέρα με το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Μερκούρη τη δεκαετία του ’30.

    Ο Κωνσταντίνος Σπέρας (Σέριφος 1893 – Αθήνα 1943) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς εκφραστές του αναρχοσυνδικαλιστικού χώρου στην Ελλάδα την περίοδο 1910-1925. Γεννήθηκε το 1893 στη Δυτική Λότζια της Σερίφου. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν ναυτικός και η μητέρα του ονομαζόταν Πολυξένη. Οι συγγενείς και οι φίλοι του το φώναζαν Κώστα ή Κωνσταντή.
    Στα 1907, σε ηλικία 14 ετών, βρέθηκε στην Αίγυπτο. Εκεί φοίτησε στη Γαλλική Σχολή των Φρέρηδων. Στην Αίγυπτο εργάστηκε ως τσιγαράς και ήρθε σε επαφή με αναρχικούς και αναρχοσυνδικαλιστές, Έλληνες και Ιταλούς μετανάστες. Εκείνη την περίοδο το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα έβρισκε ιδιαίτερη ανάπτυξη στους καπνεργάτες της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου.
    Ο Σπέρας στη συνέχεια ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια των οποίων γνώρισε καλύτερα τα ιδεολογικά κέντρα του επαναστατικού κινήματος της εποχής. Ο ίδιος μιλούσε καλά γαλλικά και αραβικά. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα και στη Σέριφο αναγκάστηκε να πουλήσει τα κτήματα της μητέρας του λόγω οικονομικών προβλημάτων. Έκτοτε θα πρωταγωνιστήσει στα πιο σημαντικά εργατικά γεγονότα. Ο ίδιος εργάζεται κυρίως ως τσιγαράς. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (ΕΚΑ) τον Μάρτιο του 1910. Την ίδια περίοδο συμμετέχει στο Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών του Νικόλαου Γιαννιού. Ταυτόχρονα ανήκει σε μια ιδιαίτερη αναρχοσυνδικαλιστική τάση με αρχηγό το λόγιο και δημοσιογράφο Μήτσο Χατζόπουλο (Μποέμ).
    Οι αναρχοσυνδικαλιστές δε θέλανε πολιτική δράση και προπαγάνδιζαν μόνο την επαγγελματική οργάνωση. Το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου στην Ισπανία, την Γαλλία, την Ιταλία και όλα τα δυτικά κράτη. Στη Γαλλία συνυπήρχε μάλιστα μαζί με το ρεύμα του Σορέλ στην Γαλλική Γενική Συνομοσπονδία της Εργασίας (Confιdιration gιnιrale du Travail, CGT).
    Ο αναρχοσυνδικαλισμός προσαρμόζει την γιακωβίνικη παράδοση της άρνησης των κομμάτων που διαχωρίζουν τους πολίτες, την αμεσοδημοκρατία, την έννοια της γενικής βούλησης, των αυτό-μορφωτικών λεσχών, την επαναστατική δράση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Έτσι, εάν ο γιακωβινισμός της εποχής της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση εκφράζει τα ταξικά συμφέροντα των υπο-προλεταρίων ειδικευμένων τεχνιτών των συντεχνιών, ο αναρχοσυνδικαλισμός εκφράζει την ταξική άρνηση των στρωμάτων αυτών να αποδεχτούν την κοινωνική αλλαγή, χρησιμοποιώντας ακριβώς το λόγο και τις αξίες αυτής της παράδοσης. Αντιδρούν, στη μετατροπή τους, δηλαδή, σε μισθωτούς, στην ανάδυση ενός άναρχου καπιταλιστικού στη θέση ενός κοινοτιστικού συλλογικού παραγωγικού μοντέλου. Ο κοινοβουλευτισμός και η αστική δημοκρατία θα κηρυχθούν ως ο μεγάλος εχθρός της εργατικής τάξης.
    Ο ίδιος ο Σορέλ θα διακηρύξει την ηθική του συντεχνιακού μοντέλου, μπροστά στην ανηθικότητα του καπιταλισμού και την αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός ηθικού ανθρώπου που θα απαντά σε αυτήν την καταστροφή. Με τον ίδιο τρόπο οι Έλληνες αναρχοσυνδικαλιστές εμφανίζονταν ως απλοί και τίμιοι εργάτες που ενδιαφέρονταν για το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων, σε αντίθεση με τους εργατοπατέρες του εργοδοτικού συνδικαλισμού και τους ανήθικους κεφαλαιοκράτες, το ανήθικο κράτος, τους προδότες και χαφιέδες της αστυνομίας.
    Εμπνεόμενος από αυτές τις αρχές ο Σπέρας εκφράζει πολιτικά και ιδεολογικά την αντίδραση των συντεχνιαζόντων μισθωτών στρωμάτων στην κατάρρευση του παλιού παρτεναλιστικού μοντέλου οργάνωσης της εργασίας και γι’ αυτό βρίσκεται στο κέντρο των εξεγέρσεων.
    Το Μάρτιο του 1914 θα βρεθεί στην Καβάλα και θα πρωταγωνιστήσει στη μεγάλη καπνεργατική απεργία, κατά τη διάρκεια της οποίας θα συλληφθεί και θα μεταφερθεί στις φυλακές της Τρίπολης. Στα 1916 καλείται από τους συμπατριώτες του Σεριφιώτες να οργανώσει το σωματείο και τη δράση των μεταλλωρύχων. Με την ιδιότητα του προέδρου θα ξεκινήσει έναν αγώνα, υπερασπίζοντας τα δικαιώματα των εργατών απέναντι στη διοίκηση των μεταλλείων. Οι συνεχείς καταγγελίες του σωματείου δημοσιεύονται σε τοπικές εφημερίδες της Ερμούπολης και της Αθήνας, χωρίς να επιφέρουν κανένα αποτέλεσμα. Αυτό είχε ως συνέπεια να ξεσπάσει μαζική και δυναμική γενική απεργία τον Αύγουστο του 1916. Για 15 μέρες οι εργάτες επικρατούν σε όλο το νησί και αναρτούν την γαλλική σημαία. Κατάργησαν τις τοπικές κυβερνητικές εξουσίες και οργάνωσαν αυθόρμητα ένα πρωτότυπο εργατικό σοβιέτ. Η κυβέρνηση απάντησε με βία, αποστέλλοντας ισχυρές δυνάμεις της χωροφυλακής, ενώ γαλλικό πλοίο κατέφθασε για να υποστείλει τη σημαία. Η σύγκρουση χωροφυλακής και εργατών έφερε νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές.
    Ο Σπέρας μετά το τέλος της απεργίας θα φυλακιστεί μαζί με άλλους απεργούς στις φυλακές της Σύρου. Εκεί θα γράψει ένα χρονικό των γεγονότων, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1919. Το 1917 βρίσκεται φυλακισμένος στις φυλακές Φιρκά στα Χανιά. Από εκεί απευθύνεται στο Εργατικό Κέντρο Χανίων και ζητά τη συμπαράστασή του. Με την απελευθέρωσή του θα επιστρέψει στις Κυκλάδες, στην Ερμούπολη. Εκεί θα συνεργαστεί με τον μετριοπαθή σοσιαλιστή Κώστα Μπαστουνόπουλο, για να ιδρυθεί Αύγουστο του 1918 ο Μορφωτικός Εργατικός Όμιλος, ο οποίος θα συνδράμει στην έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», όργανο του Εργατικού Κέντρου Κυκλάδων.
    Το 1918, ο Σπέρας συμμετέχει στην ίδρυση της ΓΣΕΕ και εκφράζει με τους Φανουράκη και Κουχτσόγλου την αναρχοσυνδικαλιστική τάση. Σ’ αυτό το συνέδριο ο Σπέρας θα υπεραμυνθεί της «πάλης των τάξεων» και θα υποστηρίξει ότι η ΓΣΕΕ θα πρέπει να μείνει ανεξάρτητη από την επιρροή κάθε πολιτικού κόμματος και θα στηρίξει την αντικοινοβουλευτική δράση των μελών της. Αντίθετες απόψεις από τον Σπέρα θα διατυπώσουν οι σοσιαλιστές, υποστηρίζοντας τη σύνδεση της ΓΣΕΕ με το ΣΕΚΕ. Παρά το γεγονός ότι θα επικρατήσουν οι δεύτεροι, ο Σπέρας θα εκλεγεί μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της ΓΣΕΕ. Η εκλογή του αυτή θα επιβεβαιώσει τη δυναμική της τάσης των αναρχοσυνδικαλιστών εκείνη την εποχή.
    Η αναρχοσυνδικαλιστική τάση συμμετέχει στο ΣΕΚΕ, χωρίς να του προσδίδουν όμως καθοδηγητικό ρόλο και πατερναλιστική σχέση με το εργατικό κίνημα. Ακόμα ο Σπέρας συμμετέχει το 1920 ως ειδικός γραμματέας στη συνδιάσκεψη των μεταλλωρύχων και ανθρακωρύχων για την ίδρυση κοινής ομοσπονδίας.
    Στο Β΄ Συνέδριο του ΣΕΚΕ, το 1920, η τάση του Σπέρα θα διαγραφεί. Στο Β’ Συνέδριο της ΓΣΕΕ η τάση του όμως θα εμφανιστεί ισχυροποιημένη, κατέχοντας το 1/3 των αντιπροσώπων.
    Ο Σπέρας, σε μια εποχή που οι αναρχοσυνδικαλιστές συμμετέχουν διεθνώς στη Γ΄Διεθνή, προτείνει να ενταχθεί σε αυτή η ΓΣΕΕ, αλλά να αποδεσμευθεί από το ΣΕΚΕ. Στις ομιλίες του θα στηρίξει την αμεσοδημοκρατική λειτουργία των σωματείων, με κυρίαρχο σύνθημα την άμεση συμμετοχή των εργατών στη λήψη των αποφάσεων μέσα από τις συνελεύσεις βάσης των σωματείων ειδικευμένων τεχνιτών, σε αντίθεση με την ηγετική ομάδα του ΣΕΚΕ, η οποία θεωρούσε ότι το δικαίωμα αυτό ανήκει μόνο στους βιομηχανικούς εργάτες. Το 1921 οι Σπέρας και Φανουράκης εκδίδουν τη δεκαπενθήμερη εφημερίδα «Νέα Ζωή», ενώ θα βρεθούν για αρκετό διάστημα στη διοίκηση του ΕΚΑ. Το 1922 ιδρύουν το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα. Η πλειοψηφία του κόμματος αποτελείται από εργάτες που προσχωρούν κατά ομάδες από πολλά μέρη της Ελλάδας. Ανάλογες κινήσεις θα γίνουν από αναρχοσυνδικαλιστές και στον ευρωπαϊκό χώρο.
    Το ΑΕΚ θα διαλυθεί το 1925 μέσα στη δικτατορία του Παγκάλου. Στο Γ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ στις 28 Μαρτίου 1926 οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές θα επιτεθούν εναντίον του Σπέρα, εξαπολύοντας κατηγορίες για συνεργασία με την αστυνομία. Τελικά, διαγράφεται. Ο Σπέρας συνεχίζει να συμμετέχει στο εργατικό κίνημα, κυρίως στους σιδηροδρομικούς, καθώς από το 1930 εργάζεται στα εκδοτήρια εισιτηρίων των τρένων. Έρχεται πολλές φορές σε σύγκρουση με την ηγεσία των σιδηροδρομικών, αλλά δε συγκροτεί πλέον κάποια ιδιαίτερη ομάδα. Συνολικά θα φυλακιστεί και θα εκτοπιστεί 109 φορές. Η τελευταία φορά θα είναι στις φυλακές της Σκοπέλου από το μεταξικό καθεστώς, απ’ όπου θα αποφυλακιστεί σχεδόν ημιθανής, λίγο μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
    Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, το ΚΚΕ και ο ΕΛΑΣ θα θυμηθούν τον Σπέρα και θα τον καλέσουν σε συνάντηση… Σε αυτή τη συνάντηση θα τον εκτελέσουν και θα τον αποκεφαλίσουν. Η εκτέλεση αυτή αποτελεί μια από τις πιο μαύρες και ανατριχιαστικές ιστορίες της ελληνικής αριστεράς.

    Κώστας Παλούκης

Σχόλια και κριτική επιβάλλεται!

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s