Ενα άσχημο ταξίδι – Τσάρλς Μπουκόφσκι

charles-bukowski55
.

Από το βιβλίο “Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας”
.

.
Καθίσατε να σκεφτείτε ποτέ στα σοβαρά ότι το LSD και η έγχρωμη τηλεόραση εμφανίστηκαν στην αγορά σχεδόν ταυτόχρονα; Καταφθάνει αυτός ο εκρηκτικός βομβαρδισμός χρωμάτων, κι εμείς τι να κάνουμε; Κηρύττουμε παράνομο το ένα και γαμούμε τελείως το άλλο. Φυσικά, η τηλεόραση – με τους ανθρώπους που τη διαχειρίζονται σήμερα είναι άχρηστη, αυτό δε σηκώνει κουβέντα. Διάβασα ότι σε μια πρόσφατη επιδρομή της αστυνομίας, ένας πράκτορας δέχτηκε στο πρόσωπο ένα δοχείο με οξύ που του το πέταξε ο φερόμενος ως κατασκευαστής των παραισθησιογόνων. Κι αυτό είναι ένα είδος σπατάλης. Υπάρχουν ορισμένοι σοβαροί λόγοι για το διωγμό του LSD, DMT,STR – μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο να χάσει για πάντα τα λογικά του – αλλά το ίδιο μπορεί να καταφέρει και το πλύσιμο των πιάτων, το μάζεμα των παντζαριών και η διδασκαλία των αγγλικών στα τοπικά πανεπιστήμια. Αν διώκαμε οτιδήποτε μπορούσε να τρελάνει έναν άνθρωπο, ολόκληρη η κοινωνική δομή θα κατέρρεε – γάμος, πόλεμοι, αστικές συγκοινωνίες, σφαγεία, χειρουργεία ότι θέλετε. Τα πάντα μπορούν να μας μουρλάνουν γιατί η κοινωνία είναι χτισμένη σε λάθος στηρίγματα. Μέχρι να ξηλώσουμε τον πάτο και να την ξαναχτίσουμε, τα τρελοκομεία θα είναι υπερπλήρη. Προσωπικά, πιστεύω πως οι περικοπές στον προϋπολογισμό των ψυχιατρείων που έχουν προταθεί από τον καλό μας κυβερνήτη, έμμεσα σημαίνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν οδηγηθεί στην τρέλα από την κοινωνία δε θεωρούνται άξιοι να συντηρηθούν και να γιατρευτούν με έξοδα της ίδιας της κοινωνίας. Ιδίως σ’αυτόν τον αιώνα του πληθωρισμού και της βαρύτατης φορολογίας. Τα χρήματα αυτά θα έπιαναν περισσότερο τόπο στην κατασκευή δρόμων, ή, άν πασπαλίζονταν – ω, μα τόσο ανάλαφρα – στα κεφάλια των νέγρων για να τους εμποδίσουν να κάψουν τις πολιτείες μας. Τώρα, μου ήρθε μια υπέροχη ιδέα: γιατί να μη δολοφονούμε τους τρελούς; Σκεφτείτε πόσα λεφτά θα γλιτώναμε. Ακόμα κι ένας παλαβός έχει ανάγκη από τροφή και κάποιο χώρο να κοιμάται, κι είναι τόσο αηδιαστικοί οι μπάσταρδοι – έτσι όπως ουρλιάζουν και πασαλείβουν τους τοίχους με σκατά, κλπ., κλπ. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια μικρή ιατρική ομάδα που θα αποφασίζει και κάνα δυο νοστιμούλές νοσοκόμες (ή νοσοκόμοι) που θα συντηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο τη σεξουαλική δραστηριότητα των ψυχιάτρων.
Ας ξαναγυρίσουμε στο LSD. Όπως είναι αλήθεια ότι όσο λιγότερα παίρνεις τόσο περισσότερο τολμάς – ας πούμε το μάζεμα των παντζαριών – είναι επίσης αληθινό ότι όσο περισσότερα παίρνεις τόσο περισσότερο τολμάς. Κάθε ερευνητική δραστηριότητα – ζωγραφική, ποίηση, ληστείες τραπεζών, το να’σαι δικτάτορας κλπ. – σε στέλνει σ’εκείνον τον τόπο όπου ο κίνδυνος και το θαύμα προχωρούν χεράκι χεράκι. Είναι ενδιαφέρουσα εμπειρία. Σου αρέσει – ας πούμε – να κοιμάσαι με τη γυναίκα του γείτονα, αλλά ξέρεις ότι κάποια μέρα θα σε πιάσουν με τα βρακιά κατεβασμένα. Αυτός ο κίνδυνος κάνει την πράξη ακόμα πιο ευχάριστη. Οι αμαρτίες μας κατασκευάζονται στον ουρανό για να δημιουργούν την κόλασή μας στη γη. Κόλαση που, προφανώς, χρειαζόμαστε. Κάνε πως γίνεσαι πολύ καλός σε κάτι, κι έχεις ήδη τους εχθρούς σου. Οι πρωταθλητές την έχουν πιο άσχημα απ’όλους! Το πλήθος ψοφάει να τους δει να τσακίζονται για να μπορέσει να τους κατεβάσει στο ίδιο βαρέλι με σκατά. Οι ηλίθιοι τη γλιτώνουν φτηνά ενώ ο νικητής μπορεί να σκοτωθεί μ’ένα τουφέκι που έχει παραγγελθεί ταχυδρομικώς (έτσι τουλάχιστον λέει ο μύθος) ή με το ίδιο του το κυνηγετικό όπλο σε κάποια μικρή πόλη όπως το Κέτσαμ. Ή σαν τον Αδόλφο και την πουτάνα του, καθώς το Βερολίνο κόβεται στα δυο, στην τελευταία σελίδα της ιστορίας τους.
Το LSD μπορεί να σε τσακίσει γιατί δεν είναι κατάλληλο για πιστούς δημοσίους υπαλλήλους. Ωραία, σύμφωνοι, το κακό οξύ όπως και η κακή πουτάνα μπορεί να σε διαλύσει. Όπως συνέβαινε άλλοτε και με τα λαθραία ποτά. Ο νόμος αναπτύσσει τη δικιά του αρρώστια σε φαρμακερές μαύρες αγορές . αυτό που θέλω να πω είναι πως, βασικά, τα περισσότερα άσχημα ταξίδια οφείλονται στο ότι το άτομο έχει ήδη ντρεσαριστεί και δηλητηριαστεί από την ίδια την κοινωνία. Αν ένας άνθρωπος ανησυχεί για το νοίκι, τις δόσεις του αυτοκινήτου, την πανεπιστημιακή μόρφωση του γιου του, το δείπνο των δώδεκα δολαρίων με την γκόμενα, για τη γνώμη του γείτονα του, την τιμή της σημαίας ή για το τι θα συμβεί στην Μπρέντα Στάρ, τότε ένα χάπι LSD μπορεί να τον τρελάνει γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι ήδη τρελός κι αν μπορεί και σέρνεται ακόμα στην κοινωνική παλίρροια, είναι επειδή υπάρχουν τα μπάρ. Για ένα ταξίδι, χρειάζεται κάποιος που δεν έχει ακόμα παγιδευτεί, που δεν έχει ακόμα ισοπεδωθεί απ’το Μεγάλο Φόβο που κινεί την κοινωνία. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι υπερτιμούν την αξία τους σαν ελεύθερα άτομα, και είναι τεράστιο λάθος της γενιάς των Χίπις να μην εμπιστεύονται κανέναν πάνω από τα τριάντα.τριάντα, δε σημαίνει τίποτα. Οι περισσότεροι από μας μαντρώνονται κι εκπαιδεύονται στα εφτά ή στα οχτώ τους. Πολλοί νέοι ΜΟΙΑΖΟΥΝ ελεύθεροι, αλλά αυτό οφείλεται μόνο σε μια χημική αντίδραση κορμιού και ενέργειας, δεν έχει καμιά πνευματική βάση. Συνάντησα ελεύθερους άντρες στα πιο παράξενα μέρη και σ’όλες τις ηλικίες – θυρωρούς, κλέφτες αυτοκινήτων, γκαραζόπαιδα, κι ακόμη μερικές ελεύθερες γυναίκες – ιδίως νοσοκόμες ή σερβιτόρες ΚΑΘΕ ηλικίας. Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της.
Ένα ταξίδι με το LSD θα σου δείξει πράγματα πέρα από κάθε κανόνα. Θα σου δείξει πράγματα που δεν είναι γραμμένα στα βιβλία και που δεν μπορείς να παραπονεθείς γι’αυτά στο δημοτικό σου σύμβουλο. Το χασίσι κάνει λίγο πιο υποφερτή την ανθρώπινη κοινωνία κι αυτό είναι όλο. Το LSD είναι μια άλλη κοινωνία. Αν έχεις κοινωνική συνείδηση, μπορείς να διαγράψεις το LSD σαν παραισθησιογόνο. Εύκολος τρόπος για να ξεφορτωθείς το πρόβλημα και να ξεχάσεις την όλη ιστορία. Αλλά, ο ορισμός της παραίσθησης εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς που έχεις διαλέξει. Ότι και να σου συμβαίνει, τη στιγμή που σου συμβαίνει γίνεται πραγματικότητα – μπορεί να είναι μια ταινία, ένα όνειρο, ερωτική πράξη, δολοφονία, το να σε δολοφονούν, το να τρως παγωτό. Μόνο τα ψέμματα επιβάλλονται αργότερα. Παραίσθηση: είναι μονάχα μια λέξη στα λεξικά και κοινωνικό ξυλοπόδαρο. Για κάποιον που πεθαίνει, ο θάνατος είναι πραγματικότητα, για τους άλλους είναι απλώς κακή τύχη, ή κάτι που πρέπει να ξεφορτωθείς. Όταν ο κόσμος αρχίσει να παραδέχεται ότι ΟΛΑ τα κομμάτια ταιριάζουν στο σύνολο, τότε ίσως υπάρχει μια πιθανότητα. Ότι βλέπει ένας άνθρωπος είναι αληθινό. Δεν το’φερε κάποια ξένη δύναμη, υπήρχε πριν γεννηθεί. Μη τον κατηγορείτε επειδή τρελαίνεται γιατί οι εκπαιδευτικές και πνευματικές δυνάμεις της κοινωνίας δεν ήξεραν να του πουν ότι η εξερεύνηση ποτέ δεν τελειώνει, κι ότι πρέπει όλοι μας να είμαστε μικρές κουράδες, περιορισμένες στο α,β,γ, και τίποτα παραπέρα. Δεν είναι το LSD που φταίει για το άσχημο ταξίδι, είναι η μάνα σου, ο πρόεδρός σου, το κοριτσόπουλο στο διπλανό σπίτι, ο παγωτατζής με τα βρώμικα χέρια, ένα μάθημα άλγεβρας, η αναγκαστική μάθηση των ισπανικών, η βρώμα από μια χέστρα το 1926, ένας άντρας με μεγάλη μύτη τότε που οι μεγάλες μύτες δεν ήταν της μόδας. Είναι τα καθαρτικά, η Ταξιαρχία του Αβραάμ Λίνκολν, το πρόσωπο του Φραγκλίνου Ντ. Ρούζβελτ, οι καραμέλες από λεμόνι, το ότι δούλευες στη φάμπρικα για δέκα χρόνια κι απολύθηκες γιατί άργησες 5 λεπτά, η γριά καρακάξα στο μάθημα της αμερικάνικης ιστορίας, το σκυλί σου που το πάτησε ένα αυτοκίνητο – ένας κατάλογος τιών σελίδων και ύψους πέντε χιλιομέτρων.
Άσχημο ταξίδι; Όλος ο κόσμος ταξιδεύει άσχημα, φίλε.Αλλά θα συλλάβουν εσένα γιατί κατάπιες ένα χάπι.
Εγώ συνεχίζω μόνο με μπύρα γιατί σα σαράντα εφτά μου είμαι στριμωγμένος από πάρα πολλές μεριές. Θα ήμουν ηλίθιος αν πίστευα ότι ξέφυγα από τα δικά τους δίχτυα. Νομίζω ότι ο Τζέφερς είχε δίκιο όταν έλεγε – πάνω κάτω – πρόσεχε τα δίχτυα αδελφέ μου, κι υπάρχουν κάμποσα, λένε ότι ο ίδιος ο θεός πιάστηκε κάποτε που περπάτησε στη γη. Τώρα βέβαια, κάμποσοι από μας δεν είμαστε και τόσο σίγουροι ότι ήταν θεός, αλλά όποιος και να’ταν ήξερε από κόλπα. Μόνο που μίλαγε πολύ. Ακόμα κι ο Λήρυ. Ακόμα κι εγώ.
Είναι Σάββατο, κάνει κρύο, πέφτει ο ήλιος. Τι μπορείς να κάνεις το απόγευμα; Αν ήμουν η Λίζα θα χτένιζα τα μαλλιά μου, αλλά δεν είμαι η Λίζα. Να, έχω αυτό το παλιό τέυχος της Εθνικής Γεωγραφίας και οι σελίδες του λαμποκοπάν σαν κάτι να συμβαίνει στ’αλήθεια. Φυσικά, τίποτα δε συμβαίνει. Όλοι σ’αυτό το μέγαρο μεθοκοπάνε. Μια κυψέλη αλκοολικών. Βλέπω τις κυρίες απ’το παράθυρό μου. Εκπέμπω, μουρμουρίζω μια μάλλον κουρασμένη κι ευγενική λέξη όπως «σκατά» και τραβάω αυτή τη σελίδα από τη γραφομηχανή μου. Είναι δικιά σας.

Παναγιώτης Λιβερέτος. Ηγήθηκε της εξέγερσης στο ελληνικό Ποτέμκιν (Aeolian Wind), διώχθηκε και αυτοπυρπολήθηκε στην ταράτσα του σπιτιού του το 1977.

.

«Και τη στιγμή που η δομή, η ύπαρξη της εξουσίας των εκμεταλλευτών στηρίζεται καθαρά πάνω στη βία δεν αναγνωρίζουν σε μας ούτε τη στοιχειώδη αυτοάμυνα. Θέλουν να μας επιβάλουν έναν τρόπο ύπαρξης που αν τον δεχτούμε πιστεύω ότι δεν θα έχουμε κανένα δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι. Στη συνέχεια, όποιος αμφισβητεί αυτό το καλούπι κινδυνεύει να βρεθεί στη φυλακή. Χειρότερο πάντως από τη γυμνή βία της εξουσίας είναι η προπαγάνδα της, η ψυχολογική βία, αυτή που θέλει να σε πείσει εσένα τον ίδιο ότι είσαι κατηγορούμενος».

Παναγιώτης Λιβερέτος

.

.

Στις 29 Γενάρη του 1977, στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, το πλήρωμα του φορτηγού πλοίου M/V AEOLIAN WIND κήρυξε το πλοίο κοινωνική περιουσία των εργαζομένων. Οι ναυτικοί που συμμετέχουν στην εξέγερση παίρνουν τον έλεγχο του πλοίου, αρνούνται την εξουσία του πλοιάρχου και των αρχών, αναλαμβάνουν την διαχείριση της τροφοδοσίας τους και αρχίζουν να αυτοοργανώνονται. Κατεβάζουν την ελληνική σημαία που, ποδοπατημένη και κουρελιασμένη περιέρχεται στα χέρια του πλοιάρχου και στις 31 Γενάρη υψώνουν πανό με το οποίο μετονομάζουν το πλοίο σε M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΪΝΧΟΦ.

Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος που πήραν μέρος στην κατάληψη ναυτολογήθηκαν στον Πειραιά. Το πλοίο, παρά το ότι είχε τα κύρια χαρακτηριστικά του “σκυλοπνίχτη”, πήρε το ο.κ. του λιμεναρχείου Πειραιά και απέπλευσε με μόνη φροντίδα το να λειτουργήσουν οι μηχανές του.

Όμως οι συνθήκες διαβίωσης σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού (Πειραιάς-Ταραγκόνα-Λάγος-Σάντος-Ρίο ντε Τζανέιρο) μέχρι τη Βραζιλία διατηρήθηκαν στο επίπεδο της εξαθλίωσης, ξεκινώντας από τις τροφές και φτάνοντας στο νερό και την καθαριότητα.

Η εξέγερση του πληρώματος αντιμετωπίστηκε με τη βίαιη επίθεση της στρατιωτικής αστυνομίας της Βραζιλιανής χούντας ενάντια στους εξεγερμένους. Μία επίθεση που πραγματοποιήθηκε μετά από την άδεια που δόθηκε από το κράτος της Ελλάδας μέσω του προξένου Ευστρατίου Δούκα. Για μια ολόκληρη νύχτα τα επίλεκτα σώματα βίας του Βραζιλιανού κράτους επιτίθενται στους εξεγερμένους. Οι εξεγερμένοι ναυτικοί αιχμαλωτίζονται την 1η Φλεβάρη 1977 και οδηγούνται στα κρατητήρια της Federal Police όπου για έξη ολόκληρες μέρες ανακρίνονται και βασανίζονται από τα κρατικά κτήνη.

Στις 7 Φλεβάρη οι κρατούμενοι αρχίζουν απεργία πείνας.

Παρά τους πολλαπλούς εκβιασμούς και απειλές σε βάρος των κρατουμένων ο πρόξενος αναγκάζεται να υποχωρήσει αποδεχόμενος να τους στείλει στην Ελλάδα. Τότε μόνο (στις 10 Φλεβάρη 1977) οι αιχμάλωτοι διακόπτουν την απεργία πείνας.

Από τις 11 Φλεβάρη ο β’ μηχανικός Παναγιώτης Λιβερέτος δυσπιστώντας απέναντι στις προθέσεις των αρχών, προετοιμάζει σχέδιο για την απόδραση του προς την κατεύθυνση των απελευθερωμένων περιοχών της Βραζιλίας, προς τους μπαντονέρος.

Αλλά, στις 12 Φλεβάρη, οι συλληφθέντες της εξέγερσης, οδηγούνται στο αεροδρόμιο για να αναχωρήσουν στην Ελλάδα.

Ο Λιβερέτος μετά από τις στάσεις στη Μαδρίτη και τη Γενεύη παραμένει μία νύκτα στην πόλη και από κεί πηγαίνει στην Γερμανία. Αργότερα επιστρέφει στην Ελλάδα.

Η εξέγερση στο Aeolian Wind αποτελεί συστατικό του συνολικότερου κοινωνικού αγώνα.

Οι 14 ναυτικοί οι οποίοι συμμετείχαν στην εξέγερση παραπέμφθηκαν σε δίκη.

.

.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, η παρουσία και η συμμετοχή του οποίου σημάδεψε αυτήν την εξέγερση, γεννήθηκε το 1947 στην Κεφαλονιά από μια φτωχή οικογένεια. Φοιτά στην Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στην Κεφαλονιά και οργανώνεται στη «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη».

Στο στρατό αρνείται να συμμετάσχει στην πατριωτική παρέλαση της 21ης και γι’ αυτό το λόγο καταδικάζεται σε τρίμηνη φυλάκιση. Κλείνεται στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης.

Έρχεται σε επαφή με τις αναρχικές απόψεις και πρακτικές τον Ιούλιο του 1976, μέσω της «Επιτροπής για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε».

Μια ομάδα μελών της επιτροπής αυτής, συγκροτημένη πάνω στη βάση μιας κατ’ εξοχήν νομικίστικης υπεράσπισης και κατα συνέπεια τρομοκρατημένη μπροστά στις δραστηριότητες που αναπτύσσονταν (διαδηλώσεις, κλείσιμο της οδού Πατησίων, επίθεση στους φασίστες στα Εξάρχεια, σύγκρουση με τα ΜΑΤ), υπέσκαψε με πλήρη συνείδηση την ίδια την ύπαρξη της Επιτροπής. Με μια σειρά αθέμιτων και ανεπίτρεπτων ενεργειών που κορυφώθηκαν με την αυθαίρετη συνέντευξη τύπου, όπου εν ονόματι της και ενάντια σ’ όλες τις αποφάσεις «καταδικάζεται» η πρακτική του Ρόλφ Πόλε, επήλθε η αυτοδιάλυση της Επιτροπής.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, θα συνεχίσει να συμμετάσχει στις πενιχρές πλέον δραστηριότητες της «Ομάδας για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε», η οποία οργανώνει την τελευταία συγκέντρωση στα Προπύλαια.

Ο Λιβερέτος, πριν μπαρκάρει στο Aeolian Wind επεδίωκε την έκδοση μιας αναρχικής ναυτεργατικής εφημερίδας.

Έχοντας επιστρέψει πλέον στην Ελλάδα (Φλεβάρης του 1977), συμμετέχει στις δύο οργανωτικές συναντήσεις των «ομάδων αναρχικών εργαζομένων» για την «Πρωτομαγιά Ενάντια στη Μισθωτή Εργασία» και στα επεισόδια με στόχο την εκτροπή της «Πρώτης Εθνικής Ενωτικής πρωτομαγιάς».

Σχετικά με τα γεγονότα το «Βήμα» έγραψε στις 3 Μαΐου 1977:

«Τα επεισόδια τα δημιούργησε μια εκατοντάδα αναρχικών, που κατηγορούσαν τα κόμματα, και ειδικά την αριστερά, σαν… εκμεταλλευτές του λαού – για να μην επαναλάβουμε εδώ τη χυδαία λέξη που χρησιμοποιούσαν στις προκηρύξεις τους. (Σημ. ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ: Η ακριβής διατύπωση ήταν κόμματα νταβάδες της εργατιάς»). Η κυβέρνηση δια του κ. υπουργού Εργασίας και με τη σύμφωνη γνώμη του κ. υπουργού δημοσίας Τάξεως, μίλησε για «εξτρεμιστές της αριστεράς» κάνοντας μάλιστα αναφορά σε συγκεκριμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μαοϊκών αποχρώσεων. Αλλά, στην πραγματικότητα, τα μέλη των οργανώσεων αυτών, ήταν εκείνα που πριν από την αστυνομία, (υπογράμμιση του «Βήματος») πριν ακόμη εμφανισθούν στο χώρο των επεισοδίων τα ειδικά σώματα για τη διάλυση των, επετέθησαν (υπογράμμιση του «Βήματος») κατά των αναρχικών και τους απώθησαν από το χώρο του πολυτεχνείου».

Στις 4 Μαΐου 1977, σε συνέντευξη του στην «Καθημερινή» ο Χρ. Μπίστης, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΕΚΚΕ ομολογεί απροκάλυπτα ότι: « (Οι αναρχικοί) υποχώρησαν στη Στουρνάρα. Εκεί προσπάθησαν να στήσουν οδοφράγματα και να κάψουν ιδιωτικά αυτοκίνητα. Τους επιτεθήκαμε και εμποδίσαμε την πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Θέλω να τονίσω, ότι, όλες οι ενέργειες των «αναρχικών» ήταν άσκοπες και αδικαιολόγητες. Στις 1 και 30 το μεσημέρι σταμάτησαν όλα και διαλυθήκαμε ήσυχα».

Στις 8 Μαΐου 1977, στη δίκη για τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς, ο σκηνοθέτης Θ.Μαραγκός με εντολή της ηγεσίας της Μαρξιστικής Λενινιστικής οργάνωσης ΕΚΚΕ, καταθέτει ότι είναι αποφασισμένος να συμβάλει στην αποκάλυψη της ταυτότητας και στη σύλληψη των προβοκατόρων, προσφέροντας στη δικαιοσύνη το φίλμ που κινηματογράφησε όπου «φαίνεται καθαρά (με ακάλυπτο πρόσωπο) κάποιος «αναρχικός», που πετά εναντίον του Μπλοκ του ΕΚΚΕ στο Πολυτεχνείο, μια βόμβα Μολότωφ και οι αστυνομικοί που τον βλέπουν αδρανούν» («Νέα», 9 Μαΐου 1977).

Το πρόσωπο, για το οποίο γίνεται η αναφορά αυτή, δεν είναι άλλος από τον Παναγιώτη Λιβερέτο.

Οι απανταχού Μαρξιστές και οι κάθε λογής κομμουνιστές, δεν χάνουν ευκαιρία να εκδηλώνουν το μίσος τους απέναντι στους αγωνιζόμενους ανθρώπους, εκτοξεύοντας λασπολογίες και καταφεύγοντας σε χαφιεδολογίες. Στρέφονται μάλιστα με ιδιαίτερη μανία εναντίον εκείνων των ανθρώπων, που τους έχουν γνωρίσει πολύ καλά «από κοντά», «από τα μέσα» κι «από τα έξω».

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, ήταν ένας από αυτούς που ήξερε πολύ καλά αυτούς τους άσπονδους εχθρούς της Ελευθερίας και τους πολέμησε χωρίς δισταγμό.

Δεν είναι τυχαίο πώς το κράτος δίστασε πρωτόδικα να επιβάλει ποινές στους εξεγερμένους του Aeolian Wind που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της στάσης. Στη συνέχεια μετά από έφεση του υπουργού Ναυτιλίας Παπαδόγγονα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς καταδικάζονται σε στέρηση του ναυτικού τους φυλλαδίου από 12 έως 30 μήνες. Φυσικά, στο Λιβερέτο επιβάλλεται η μεγαλύτερη ποινή (30μήνες στέρηση).

Ό,τι δε μπόρεσε να πετύχει με άμεσο τρόπο το κράτος, ήρθαν τα συνήθη υποστυλώματα του να διεκπεραιώσουν.

Στις 10 Μαΐου 1977 γίνεται η δίκη με κατηγορούμενο τον Λιβερέτο για ξυλοδαρμό του Μαρξιστή δικηγόρου των εφοπλιστών Παναγιώτη Βρεττού. Ο ξυλοδαρμός έγινε στις 21 Μάρτη 1977 μετά την έξοδο του Βρεττού από το δικαστήριο.

Σ’ αυτή τη δίκη είναι παρόντα έξι μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ο δε αντιπρόεδρος Κυρ. Ρεσβάνης, που είχε ορισθεί από το Δ.Σ. σαν υπερασπιστής του Βρεττού, διάβασε απόφαση του Δ.Σ., με την οποία ζητούσε την «παραδειγματική τιμωρία του Παν. Λιβερέτου». Ας σημειωθεί πως το Δ.Σ. του Δικηγορικού αυτού Συλλόγου αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από μέλη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή «δι’ απρόκλητον και εν ψυχρώ επίθεσιν» και οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη διάρκεια της φυλάκισης του, κάνει 15 μέρες απεργία πείνας. Στο Εφετείο που γίνεται στις 29 Ιουλίου 1977, ο Βρεττός έρχεται σε συμβιβασμό και ο Λιβερέτος αποφυλακίζεται από τον Κορυδαλλό.

Στις 22 Αυγούστου 1977, στις 4 το πρωί, ο Παναγιώτης Λιβερέτος αυτοπυρπολείται στην ταράτσα του σπιτιού του στο Μπραχάμι σε ηλικία 30 ετών.

Οι εχθροί της ελευθερίας, δεν τον άφησαν ήσυχο, ούτε και στο τάφο του. Προσπάθησαν, με διάφορα δημοσιεύματα να τον ταπεινώσουν. Όμως οι αγωνιστές της ελευθερίας, με την ανιδιοτέλεια που τους διακατέχει, αποδείχνουν πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν την ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν τον αυτοσεβασμό τους.

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του αναρχικού Παναγιώτη Λιβερέτου, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε.

Να μην ξεχνάμε τον αγωνιστή, αλλά και τους κοινωνικούς αγώνες, στους οποίους η παρουσία του ήταν καταλυτική.

.

.

Αναδημοσίευση από “ΕΞΕΓΕΡΣΗ #10″ (1997)

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Παναγιώτη Λιβερέτο μπορούν να βρεθούν στο έντυπο ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ #11-Παναγιώτης Λιβερέτος -Η  ζωή και ο θάνατος ενός Αναρχικού.

Διευκρίνηση από Π.ΑΝ.Κ: Ο Παναγιώτης Λιβερέτος σπούδασε στην Βαλλιάνειο Επαγγελματική Σχολή Ληξουρίου και όχι στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων στο Αργοστόλι όπως λανθασμένα έγραψαν οι σύντροφοι της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ. Στην συνέχεια παρακολούθησε κάποια μαθήματα στην σχολή εμπορικού ναυτικού στο Αργοστόλι.

Εμείς οι λίγοι. (1950)

.
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
Κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
Κι σ’ όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμαστε τίποτα απ
Αυτόν τον κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους
.

.
Γιώργος Μακρής (1923-1968)

Αύγουστος 1916. Η Σέριφος ζει το δικό της “σύντομο καλοκαίρι αναρχίας”

serifos-caving-4.jpg

Στο μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου υπάρχουν εγκαταλειμμένα τα απομεινάρια των
μεταλλείων: στοές, βαγονέτα και κομμάτια της γέφυρας φόρτωση

.
Οι Γρόμαν, η  εξέγερση των μεταλλωρύχων  και ο ηγέτης της

.

Πρώιμα ελληνικά σοβιέτ ή απλώς μία εξέγερση απελπισμένων;

Ακόμη και για απεργία που υποκινήθηκε από την Αντάντ (1) για να πληγεί η τροφοδοσία του Γερμανικού στρατού μίλησαν κάποιοι. Δύσκολες πλέον οι κατηγορηματικές απαντήσεις μιας και γνωρίζουμε μόνο το σκελετό των γεγονότων, κυρίως την αρχή και το τέλος τους. Ο μήνας της απεργίας, που σίγουρα είχε χαρακτηριστικά εξέγερσης του νησιού, καλύπτεται από αντιφατικές πληροφορίες και δημοσιεύσεις. Έτσι ηπραγματικότητα και οι μύθοι θα μπερδεύονται στην προφορική παράδοση που συντηρούν με τις διηγήσεις τους οι γέροντες στα καφενεία της Σερίφου και η απεργία των μεταλλωρύχων θα παραμένει μια άγνωστη και αδικημένη σελίδα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Οι μόνες γραπτές πηγές είναι το ημιτελές βιβλίο του ηγέτη της απεργίας Κ. Σπέρα: “Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου”(*), και τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής που μάζεψε σε μία έκδοση η Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων, με επιμέλεια του Ν. Σκόνη (**). Συστηματική έρευνα έχει κάνει ο φιλόλογος Λίνος Κόττης, που επιμελήθηκε και προλογίζει την έκδοση του βιβλίου του Σπέρα. Παραμένει και μια σεμνή τελετή μεταξύ “συγγενών και φίλων” στο χώρο της μάχης κάθε Αύγουστο, για να παραξενεύει τους ευτυχείς λουόμενους. Μία ιδιωτική εταιρεία, με το αζημίωτο βέβαια,  διοργανώνει περιήγηση στις στοές που καταλήγει σε γειτονικό κόλπο, και αυτά είναι το όλον…
Όμως μια απεργία με νεκρούς, και χωροφύλακες λιθοβολισμένους
και πεταγμένους στη θάλασσα, κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη και ένα αιώνα μετά.

.
Η δυναστεία Γρόμαν

H σύγχρονη εκμετάλλευση των πλούσιων μεταλλευμάτων του νησιού έγινε αποδοτική και κερδοφόρα για τον ίδιο, το 1885 από τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν. Φάτσα ο μεταλλειολόγος από αυτές που ευδοκιμούν μέχρι σήμερα στη χώρα μας και καταχωρούνται στον ασαφή κωδικό λαμόγια. Βέβαια απλά ακολούθησε κλασσικούς νόμους της καπιταλιστικής αγοράς και πλούτισε  με μηδέν κεφάλαιο με τον εξής απλό τρόπο:

Ίδρυσε μια μικρή εταιρία και τη συνένωσε με τη φαληρισμένη “Σέριφος Σπηλιαζέζα” που είχε ήδη εγκαταστάσεις εξόρυξης στη Σέριφο. Απαλλοτρίωσε γη με μόνο αντάλλαγμα το μεροκάματο στους ιδιοκτήτες και με ένα συμβολικό ποσό προς το ελληνικό κράτος εμπορευόταν τον πλούτο του νησιού. Για την άγονη Σέριφο που ποτέ δεν ήταν νησί ψαράδων ή ναυτικών, ο Γερμανός ήταν μια κάποια λύσις-και όχι μόνο για αυτή. Από τα γύρω νησιά και την Πελοπόννησο έφταναν αναζητώντας δουλειά και το νησί των 2.000 κατοίκων στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασε τις 4.000 το 1910. Ο Γερμανός , που είχε να λέει πως εκτός από δουλειά πρόσφερε και μόρφωση (τα χαλάσματα της Γραμονίου (2) σχολής υπάρχουν ακόμη) και περίθαλψη, ήταν ουσιαστικά ένα είδος διοίκησης.

Για το αν ήταν δουλειά ή δουλεία, ας τα πει καλύτερα ένας παθών. Στην έκδοση της Ο.Μ.Ε. για την απεργία δημοσιεύτηκε η περιγραφή των συνθηκών απ’ τον παλαίμαχο μεταλλωρύχο Γ. Λιβάνιο, όπως την άκουσε από παλιότερους.
.

“Οι συνθήκες για τους μεταλλωρύχους την εποχή εκείνη ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες. Δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο, με το χάραμα της ημέρας έπρεπε να βρίσκονται στην είσοδο της κάθε στοάς και με τη δύση του ηλίου να σχολάνε. Τον ήλιο τον βλέπανε μόνο κάθε Κυριακή και όλα αυτά για ένα μεροκάματο που έφτανε ίσα – ίσα για να ζουν”

.
εργάτες στα μεταλλεία Σερίφου το 1906

 .

Επειδή όμως για κάθε κακό υπάρχουν πάντα και χειρότερα, αυτά ήρθαν αργότερα με το Γρόμαν το Β, τον υιό Γεώργιο, που ανέλαβε τις τύχες της εταιρείας το 1906. Εντατικοποίησε την παραγωγή περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα “ακριβά” αλλά ελλιπή μέτρα ασφαλείας-ενώ συνέχισε να αποσπά γη προσθέτοντας στις μεθόδους του μπαμπά και τη βία.  Μόνο τη διετία ’14-’16 εξήντα εργάτες βρήκαν το θάνατο στις στοές. Ο διάδοχος Γρόμαν έφτιαξε ένα δουλικό “σωματείο”, εξαγόραζε τοπικούς παράγοντες, πολιτικούς, αλλά και τη σιωπή των ενοχλητικών φωνών και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό χρησιμοποιούσε το στρατό μαγκουροφόρων υποστηρικτών του.

Η δυναστεία του Αιμίλιου Γρόμαν τελειώνει το 1963, όταν ο ομώνυμος εγγονός (αφού πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη διάρκεια του πολέμου στα Ες Ες) εγκαταλείπει την Ελλάδα για τη Ν. Αφρική επειδή τα αποθέματα έχουν λιγοστεύσει. Ο Γ. Λιβάνιος περιγράφει (στο ίδιο βιβλίο):
.

“Μας χρωστάγανε έξι – επτά μήνες μισθούς και λέγανε πως σύντομα θα μας πληρώσουν. Μέχρι τελευταία στιγμή δε μας είχαν πει τίποτα. Στις 20 Ιούλη του 1963. Μόλις το μάθαμε 300 άτομα τουλάχιστον κάναμε πορεία, με τη σημαία του συνδικάτου, απ’ τη Χώρα μέχρι το Μεγάλο Λιβάδι (3 ώρες δρόμος) στα γραφεία της εταιρίας. Ο διευθυντής που ψάχναμε να μιλήσουμε είχε φύγει με το τελευταίο βαπόρι που φόρτωσε”.

.
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα…. (είπε κάποτε ο “ξεπερασμένος”)

.

Η απεργία

Παρόλο που από το Φλεβάρη του ’11 οι μεταλλωρύχοι με νόμο έπρεπε να δουλεύουν 8ωρο, αυτοί της Σερίφου συνέχιζαν την ποντικίσια τους ζωή. Όμως οι επαναστατικές ιδέες που ταξίδευαν τότε σε όλη την Ευρώπη ξεσηκώνοντας τους εργάτες, έπιασαν λιμάνι και στη Σέριφο. Καταλύτης για τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν η ίδρυση ταξικού σωματείου (πρωτοποριακό το καταστατικό του για την εποχή) (3) τον Ιούνιο του 1916, με εμπνευστή και ψυχή του τον Κ.Σπέρα. “Με ένα μουλάρι θα γύριζε από καλύβα σε καλύβα και από στοά σε στοά…” (εφημερίδα Φως του Πειραιά 8/’16)

Στις 2 Αυγούστου του’16, μετά από ενέργειες του σωματείου (4) και δημοσιεύματα στον τύπο για τις άθλιες συνθήκες, φτάνει στη Σέριφο ειδικός υπάλληλος του υπουργείου οικονομίας-μηχανικός ονόματι Γεωργιάδης-και αφού διαπιστώνει πως η κατάσταση είναι πραγματικά χάλια τους προτρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται σε αναμονή των αποφάσεών του.

Αυτή πρέπει να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Στις 7 Αυγούστου οι εργάτες αρνούνται να φορτώσουν το πλοίο “Μαννούσι” με προορισμό τη Γλασκώβη, σύμφωνα με την εταιρεία-τη Γερμανία έλεγαν οι εργάτες. (αυτή η διχογνωμία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους θιασώτες της θεωρίας εμπλοκής της Αντάντ)

Αποφασίζουν να σταματήσουν κάθε εργασία σε στοές και έδαφος απαιτώντας 8 ώρες δουλειά, μέτρα ασφαλείας και μεγαλύτερη αμοιβή. Η εταιρεία το μόνο που δέχεται να συζητήσει είναι 8 ώρες στις στοές και τις υπόλοιπες στο έδαφος, ενώ με κάποιους από τους πιστούς στους Γρόμαν υπαλλήλους των γραφείων προσπαθεί , χωρίς επιτυχία, να συνεχίσει την παραγωγή. Τότε ο διευθυντής της Π. Βάσσος σε συνεργασία με τον πρόεδρο της κοινότητας και τον τοπικό ανθυπασπιστή χωροφυλακής έστειλαν τηλεγράφημα στο υπουργείο εσωτερικών, γράφοντας για στάση των εργατών και πυρπόληση της αποθήκης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τότε Ειρηνοδίκης Σερίφου Δ. Κοντός αρνήθηκε να το υπογράψει. Το τηλεγράφημα αυτό πάντως είναι η αφορμή να φτάσει στο νησί απόσπασμα τριάντα χωροφυλάκων από την Κέα με την εντολή να εξασφαλίσει, με κάθε τρόπο, τη φόρτωση και τον απόπλου του πλοίου. 

.

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από τη γέφυρα
φόρτωσης-θέατρο των συγκρούσεων 

.

Επικεφαλής ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου (ημιπαράφρων χαρακτηρίστηκε απο τον Σπέρα). Το πρωί της 21ης Αυγούστου ζήτησε συνάντηση με τη διοίκηση του σωματείου, με πρόσχημα τη συζήτηση μαζί τους, αλλά ο σκοπός του ήταν να τους φυλακίσει στο σταθμό χωροφυλακής πιστεύοντας πως έτσι όλα θα γίνουν ευκολότερα. Αφού διαβεβαίωσε τον Ειρηνοδίκη ότι το πολύ θα έριχναν
πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό, κατευθύνθηκε με όλη τη δύναμη στο λιμάνι του Μεγάλου Λιβαδιού. Έδωσε 5 λεπτά προθεσμία στους συγκεντρωμένους να διαλυθούν και να φορτώσουν το πλοίο αλλά πριν καλά καλά περάσει το 5λεπτο, πυροβολεί, εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως όπως κραύγασε,και σκοτώνει το Θεμιστοκλή Κουζούπη. Διατάζει και τους χωροφύλακες να πυροβολήσουν αλλά οι πάνω από πεντακόσιοι συγκεντρωμένοι θα αντιδράσουν με πέτρες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα για να βρουν καταφύγιο στις στοές. Με την παρέμβαση και του ιερέα Γιάννη Ρώτα η σύγκρουση σταματά εκεί με τραγικό όμως απολογισμό. Τέσσερις εργάτες νεκροί και δεκάδες οι τραυματίες. Ο υπομοίραρχος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου και το πτώμα του πετάχτηκε στη θάλασσα. Άλλοι δύο από τους χωροφύλακες νεκροί και σχεδόν όλη η δύναμη τραυματισμένη και άοπλη. Μετά την απελευθέρωση της διοίκησης του σωματείου γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ηρεμήσει το οπλισμένο πλέον πλήθος και να σταματήσει το κυνηγητό των χωροφυλάκων. Κάπου εκεί εμφανίζεται για πρώτη φορά η περιβόητη γαλλική σημαία: 
.

“Αίφνης ακούω ζητωκραυγάς και εν μέσω του πλήθους βλέπω μίαν γυναίκα και εκράτη Γαλλικήν σημαίαν. Δεν έχασα καιρόν και αρπάσας εκ των χειρών της την σημαίαν εφώναζα με όλη μου τη δύναμην : εν ονόματι της Γαλλικής Δημοκρατίας κάτω τα όπλα !!”

.
Γράφει στο βιβλίο του ο Σπέρας. Αυτό το γεγονός, όπως και το τηλεγράφημα προς το Γαλλικό στόλο που ναυλοχούσε στη Μήλο, (5) απομονώθηκαν από κάποιους για να στηρίξουν εμπλοκή της Αντάντ. Καλό είναι να υπενθυμίσουμε πως μιλάμε για το 1916. Δηλαδή για μία Ελλάδα διχασμένη πολιτικά και ουσιαστικά ακυβέρνητη και για ένα πρώιμο αυθόρμητο εργατικό κίνημα που δεν είναι παράξενο πριν την Οχτωβριανή επανάσταση να βλέπει τη Γαλλία σαν προστάτιδα των καταπιεσμένων.

Τις επόμενες μέρες οι εξεγερμένοι ελέγχουν τα πάντα στο νησί.(6) Δυστυχώς οι πληροφορίες που έχουμε για αυτές είναι ελάχιστες. Υπάρχει μία επιτροπή και γίνονται συνελεύσεις των κατοίκων. Η πρώτη πάντως παρουσία επίσημης αρχής θα είναι Γαλλική. Στις 26 Αυγούστου θα φτάσει το Γαλλικό πολεμικό Henri Quatre. To πλήρωμα του θα υποστείλει τις Γαλλικές σημαίες που έχουν υψωθεί και ο κυβερνήτης του θα δηλώσει συμπαράσταση στα αιτήματα. Επιπλέον οι εξεγερμένοι έχουν την υπόσχεση πως θα έρθει Γάλλος εκπρόσωπος της εταιρείας (επίσημη έδρα των Γρόμαν ήταν η Γαλλία).

Στις αρχές Σεπτεμβρίου φτάνει και το ελληνικό πολεμικό “Αυλίς” με 250 στρατιώτες και δικαστικούς από τη Σύρο. Έτσι τελειώνει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας στη Σέριφο. Η διοίκηση του σωματείου και μερικοί ακόμα εργάτες θα φυλακισθούν στη Σύρο. Ο δρόμος όμως για την ουσιαστική κατοχύρωση του 8ώρου είχε ανοίξει.

.

Κώστας Σπέρας(1893-1943)

Ο ηγέτης της απεργίας και της εξέγερσης.

Γεννήθηκε στη Σέριφο αλλά έχοντας ναυτικό πατέρα ταξίδευε μαζί του, έμαθε αραβικά και γαλλικά και ενστερνίστηκε στην εφηβική του ηλικία αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα έγινε μέλος της ομάδας του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) που συμμετέχει στο Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών. Δούλευε κυρίως σαν “τσιγαράς” και ήταν μέλος της διοίκησης του εργατικού κέντρου Πειραιά. Το Μάρτιο του ’14 βρίσκεται στην Καβάλα στη μεγάλη καπνεργατική απεργία όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί για πρώτη φορά. Το 1915 θα γυρίσει στην πατρίδα του τη Σέριφο ή καλεσμένος από τους συμπατριώτες του ή απεσταλμένος της σοσιαλιστικής ομάδας. Σε κάθε περίπτωση ο σκοπός του είναι η οργάνωση ταξικού σωματείου. Συμμετέχει στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918, διαγράφεται το ’20, αλλά παραμένει στην 3η διεθνή. Υποστηρίζει την παρουσία της ΓΣΕΕ σαν πολιτική οργάνωση των εργατών, όμως διαγράφεται και από αυτή το ’26 ομόφωνα (7).

Από το 1921 εκδίδει την εφημερίδα “νέα ζωή” με τον Φανουράκη και συμμετέχει στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα που θα διαλύσει η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Από το ’30 εργάζεται στους σιδηροδρόμους και την ίδια περίοδο γράφει ένα βιβλίο για το εργατικό κίνημα, που δεν θα εκδοθεί ποτέ αφού ο Λ. Στρατής-κατηγορήθηκε από τον Σπέρα για υπεξαίρεση του ταμείου των σιδηροδρομικών -άρπαξε από την κόρη του τις ιδιόχειρες σημειώσεις. Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας φυλακίζεται για τελευταία φορά στις φυλακές Σκοπέλου, από όπου αποφυλακίζεται σχεδόν ημιθανής λίγο πριν την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου. Αποσύρεται πλέον από κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα, ζώντας στο Μεταξουργείο με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες. Το Σεπτέμβριο του 1943 όμως δολοφονείται από την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) στη Μάνδρα, δια χειρός Χ. Μούντριχα (καπετάν Ορέστης-απλή συνωνυμία με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ). “πιάσαμε το κάθαρμα τον Σπέρα” θριαμβολογεί ο παράνομος Ριζοσπάστης τον Οκτώβρη του ’43 για να μην έχουμε αμφιβολίες.

Το ΚΚΕ δεν περιορίστηκε στην φυσική του εξόντωση. Από το ’24 είχε ξεκινήσει μία συστηματική προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης του. Στην αρχή προσπάθησε να τον παρουσιάσει σαν όργανο των συμφερόντων της Αντάντ (8) και επειδή ο 1ος παγκόσμιος κάποτε τελείωσε, το παιγνίδι χόντρυνε. Ο Σπέρας κατηγορήθηκε σαν τυχοδιώκτης στην καλύτερη περίπτωση, αλλά και όργανο της εργοδοσίας, συνεργάτης της αστυνομίας (9) και των κατακτητών αργότερα. Επισήμως η δολοφονία του “δικαιολογήθηκε” με τα αρχεία του ΕΔΕΣ που εμφάνιζαν τον Σπέρα συνεργάτη του! Σήμερα θα ήταν μάλλον εύκολο για το ΚΚΕ να ζητήσει μία ακόμη συγνώμη επικαλούμενο την τραχύτητα της εποχής αλλά φευ! Μια αναζήτηση στο δίκτυο θα σας εμφανίσει απίστευτες κατηγορίες να έρπουν για ένα άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του με αγώνες και φυλακίστηκε πάνω από 100 φορές. 

.
“Working class hero” για  soundtrack . To αριστούργημα του John Lennon σε μία όμορφη διασκευή από τους “Noir Desir”.

.

πηγές

(*) Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου” (του Κ. Σπέρα)

(**) H αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου (του Ν. Σκόνη έκδοση της Ο.Μ.Ε)

 (1) Αντάντ:  από το γαλλικό Entente που σημαίνει συμφωνία. Με τη λέξη αυτή χαρακτηρίστηκαν διάφορες διπλωματικές συμφωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση αφορά την “Τριπλή Συνεννόηση” του Α Παγκοσμίου ανάμεσα σε Αγγλία-Ρωσία-Γαλλία. Ήταν η αντίπαλη παράταξη στη Τριπλή Συμμαχία.

(2) Η “Γραμόνιος σχολή” ήταν ένα σχολείο για τα παιδιά των εργατών και ένα βραδινό για όσους εργάτες ήθελαν να παρακολουθήσουν. Με διευθυντή τον Σιφνιό υμνητή των Γρόμαν Ανδρόνικο, ήταν ένας καλοστημένος μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης.

(3) Το καταστατικό ήταν πρωτοποριακό για την εποχή. Χαρακτηριστικά στους σκοπούς διαβάζουμε: “Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτες όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, δια την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικών σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του”.

(4) Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από έγγραφο του σωματείου προς το υπουργείο οικονομίας: “… εις το βασίλειον , Σερίφου αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 – 12″. Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (…) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε”.

(5) “Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(6) “Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ.. δημόσια ιδρύματα”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(7) “Το Γ’ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπ’ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα δια την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε δι’ ανατάσεως των χειρών όλων.Ομόφωνα.”

(8) “Η πολιτική καθοδήγηση όμως της απεργίας αυτής ήταν όχι μόνο λειψή αλλά, κατά τη γνώμη μας, και ύποπτη. Με την επίκληση της προστασίας των δυνάμεων της Αντάντ, ο Σπέρας, που καθοδήγησε την εξέγερση, προσπάθησε, πρακτικά, να θέσει το εργατικό κίνημα του νησιού, στο πλευρό, αν όχι στην υπηρεσία, του ενός από τους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που έσερναν τους λαούς στο σφαγείο του Α` Παγκοσμίου Πολέμου, της μιας από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης.”

                                                                                     Ριζοσπάστης 13 Αυγούστου 2003

(9) “Αργότερα ο Κώστας Σπέρας έγινε όργανο της Αστυνομίας. Ο Παπαναστασίου όμως ήταν όργανο μυστικό από το 1918, από τότε που μπήκε στο κόμμα.”

(Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμος Εʼ 1900-1924, σελίδα 614)

.

.

.

Π Η Γ Η
.

.

μια οικογενειακή ιστορία καπιταλιστικής βίας- και αντίστροφα

.
.
.
Ήμουν δώδεκα χρονών όταν υπέστη για πρώτη φορά ψυχολογική βία.
.

Ήμασταν με την οικογένειά μου στην Λαπωνία για Χριστούγεννα. Ήταν η τελευταία μέρα των διακοπών όταν με έπιασαν τα κλάματα στην ιδέα ότι θα φεύγαμε. Δεν ήταν ότι περνούσα υπέροχα. Αλλά είχα αναστατωθεί με την εκμετάλλευση ταράνδων και χάσκι να σέρνουν έλκηθρα στα χιόνια, προσφέροντας αναψυχή σε πλούσιους τουρίστες. Αισθανόμουν ότι κάτι πρέπει να κάνω να τα βοηθήσω να ξεφύγουν απ’ την κατάσταση ακούσιας δουλείας που τα είχαν υποχρεώσει.
Το τελευταίο απόγευμα έκλαιγα πολύ. Οι γονείς μου αρχικά με πέρασαν για τρελή και δεν μου έδωσαν σημασία.
Εγώ δεν σταματούσα.
Επίμονη καθώς είμαι, αναζητούσα κάποιον να μου αποκαταστήσει αυτήν την φρικιαστική και βίαιη εικόνα της εκμετάλλευσης των ζώων, που προοιώνιζε μια άλλη γενικευμένη κοινωνική βία, την οποία αναπόφευκτα θα συνειδητοποιούσα λίγα χρόνια αργότερα. Αναζητούσα κάποιον να με καθησυχάσει, να μου κλείσει τα μάτια μπροστά στην σαδιστική διασκέδαση, σ’ αυτήν την χυδαία μεσοαστική απόλαυση, που εκπληρώνει τα κόμπλεξ ανωτερότητας του τουρισμού σε “εξωτικούς” πολιτισμούς.

Αναζητούσα κάποιον να μου δώσει μια εξήγηση. Η δομή της σύγχρονης ζωής ακολουθεί τους νόμους της ζούγκλας και “το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό”. Γι’ αυτό παιδί μου κοίτα κι εσύ να γίνεις μεγάλο ψάρι, σαν εμάς τους γονείς σου, γιατί αλλιώς θα σέρνεις έλκηθρα. 

Αναζητούσα κάποιον να μου δώσει μια εξήγηση. Μπορεί τα σκυλάκια και τα ταρανδάκια να σέρνουν έλκηθρα, αλλά κατά βάθος τους αρέσει πολύ. Χαίρονται που μας πηγαίνουν βόλτα, άλλωστε το αφεντικό τους πάντα τους έχει έτοιμο νόστιμο φαγάκι. Γι’ αυτό παιδί μου κοίτα κι εσύ να σέρνεις καλά το έλκηθρο και το αφεντικό σου θα σου δίνει πάντα νόστιμο φαγάκι.

Η εξήγηση αυτή ήρθε αρχικά από το στόμα της μητέρας μου. Ευαίσθητη και ευάλωτη η μητρική φιγούρα έπαιξε ρόλο συμβιβαστικό, προσπαθώντας να με κάνει να συναινέσω, να αποδεχτώ ότι “έτσι είναι τα πράγματα” και να πορευτώ ανάλογα στη ζωή μου.

Η εξήγηση δεν μου έφτασε, και τα δάκρυα συνέχισαν να κυλάνε. Ο δεύτερος οικογενειακός μηχανισμός που επιστρατεύτηκε ήταν ο Πατέρας. Ο πατέρας μου, εφευρετικός άνθρωπος καθώς είναι, απάντησε στο σοκ που είχα υποστεί συνειδητοποιώντας την άδικη αυτή κοινωνική βία, με τον πλέον πραγματικό τρόπο: με αντίστοιχη κι ακόμα περισσότερη βία.

Παρ’ ότι ο πατέρας μου συνήθιζε να μας δέρνει με τη λουρίδα αρκετά, ως παιδιά, εμένα και τον αδερφό μου, οι δημοκρατικές παραινέσεις της μητέρας μου εκείνη την ημέρα, τον έκαναν να επιστρατεύσει την επινοητικότητά του ώστε να μου ασκήσει βία μεν, χωρίς ωστόσο αυτή να σωματικοποιηθεί δε.

Η ιδέα του απλή: ως άνθρωπος της τεχνολογίας της επιτήρησης αποφάσισε να πάρει μια κάμερα και να με καταγράψει. Ξεκίνησε να με τραβάει βίντεο ενώ εγώ έκλαιγα γυρισμένη στο μαξιλάρι μου. Επέμενε να τραβήξει το πρόσωπό μου, τα δάκρυά μου που έτρεχαν. Εγώ αρνιόμουν να γυρίσω, κι όσο αρνιόμουν τόσο γέλαγε. Επίμονος εκείνος, επίμονη κι εγώ. Η κάμερα έγραφε.

Αισθανόμουν να ασφυκτιώ μέσα στο μαξιλάρι μου και γυρίζω λίγο το κεφάλι να πάρω αέρα, και τσουπ, νά’ τος, έτοιμος να προλάβει το γκρο πλαν.

Με κορόιδευε.

Με κορόιδευε και γελούσε δυνατά.

Στο γέλιο του άκουγα τα γέλια απόλαυσης των πλούσιων τουριστών στα έλκηθρα.

Δεν θυμάμαι πως τελείωσε εκείνη η ιστορία.
Ίσως γιατί δεν τελείωσε εκείνη η ιστορία.
Για πολλά χρόνια μπορούσα να ερωτευτώ μόνο σε συναισθηματικά χειριστικές και κακοποιητικές σχέσεις. Σε σχέσεις που τα δάκρυα, η θλίψη, ο πόνος, η απόγνωση είναι το θέαμα που τρέφει την απόλαυση του άλλου. Του δίνουν την επιβεβαίωση της ανωτερότητάς του, την χαρά του ελέγχου του πάνω μου.
Αισθανόμουν ότι την αξίζω αυτήν την κοροϊδία, αυτήν την ταπείνωση, αυτόν τον εξευτελισμό,γιατί είχα μάθει ότι έτσι κάνουν οι άνθρωποι όταν αγαπούν τους άλλους– όπως μ’ αγαπούσε και ο πατέρας μου.

Η ιστορία εκείνη δεν τελείωσε. Η βίαιη συμπεριφορά του πατέρα μου έρχεται στο μυαλό σε κάθε μιντιακή αναπαράσταση δυστυχίας- δημεύσεις σπιτιών, θύματα βιασμών, σεισμών και πολέμων, θύματα αστυνομικής καταστολής. Το ίδιο χαιρέκακο γέλιο αντηχεί εκκωφαντικά σε κάθε υποκριτική συμπαράσταση στους αδικημένους, σε κάθε μίζερη επιβεβαίωση ότι φορέας της δυστυχίας είναι πάντα ο Άλλος.

Η ιστορία εκείνη δεν τελείωσε πολύ απλά γιατί έχει έρθει η ώρα “όλες αυτές οι φρίκες να αποκτήσουν πρόσωπο”. Και ο δικός μου πατέρας είναι ένας απ’ αυτούς. Η οικογένεια είναι το πρώτο και το τελευταίο προπύργιο συντήρησης των σχέσεων εξουσίας. Η δική μου οικογένεια δεν μου έκρυψε ποτέ τίποτε από την κοινωνική πραγματικότητα που αντιμετώπισα αργότερα, δεν μου χάρισε την παραμικρή στιγμή συναισθηματικής ασφάλειας, τρυφερότητας, μόνο εξωτικές ψευδαισθήσεις ευημερίας.

Η οικογένειά μου είναι η ιδανική συνθήκη να αντιληφθεί κανείς την συνεργασία των μηχανισμών παραγωγής αλήθειας, συναίνεσης και κομφορμισμού. Όταν η συναίνεση και η δημοκρατία δεν φτάνουν, το θέαμα είναι εκείνο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυριαρχίας: γελοιοποίηση και εξευτελισμός όλων εκείνων που σοκάρονται από την εγγενή βιαιότητα του συστήματος.

Αυτή η πολεμική βία, στην πιο γυμνή της μορφή, η χυδαία επιβολή του ισχυρού στον αδύναμο και η κατάπνιξη κάθε ευαισθησίας του, είναι η πεμπτουσία της σύγχρονης κοινωνικής, έμφυλης και ταξικής οργάνωσης. Με την πρώτη ευκαιρία, τα δεινά, τα παρακάλια, οι δημοκρατικές αντεγκλήσεις των καταπιεσμένων, προκαλούν στους κυρίαρχους γέλια, πολλά χαιρέκακα εκκωφαντικά γέλια επιβεβαίωσης. Κι έτσι, μ’ αυτό το αστείο, με όλη αυτήν την απόλαυση διαιωνίζουν τον εαυτό τους.

Η παραπάνω ιστορία δεν αφορά κάποια φροϋδική ονείρωξη. Είναι όσο αληθινή όσο η διάχυτη κοινωνική εκμετάλλευση, ο ρατσιστικός και σεξιστικός εξευτελισμός ανθρώπων, η λεκτική και ψυχολογική βία στις προσωπικές σχέσεις. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια επικοινωνίας σε όσους αγωνίζονται να τελειώνουν με τα δάκρυα, και τις ικεσίες. Να τελειώνουν με τις ελπίδες σε ηγέτες, αρχηγούς, αφεντικά, πατεράδες. Αντίσταση είναι δημιουργία ισότιμων σχέσεων αξιοπρέπειας.
.
.
.

Ευχαριστώ τον πατέρα μου που μου το δίδαξε αυτό.
Και τον μισώ γιατί μου το δίδαξε με τον χειρότερο τρόπο.

.

.

.
.
.
Michael Andrews, Melanie and me swimming
(1978)
.
.
.
.
.

Η εξουσία και ο φόβος μπροστά στην ηδονή

Το κείμενο που ακολουθεί συνοψίζει μία σειρά από απόψεις που ωστόσο όλες τους έχουν βασιστεί στις κεντρικές ιδέες που παράγει ο πυρήνας του σχήματος που ονομάζεται T.O.P.Y. (The Temple ov Psychic Youth). Ελπίζουμε ότι σε αυτά που ακολουθούν θα δοθούν έμμεσα πολλές απαντήσεις σχετικά με το T.O.P.Y., καθώς σε εμάς δεν υπάρχουν ορισμοί.

Τόσο στην αρχική του φάση, όσο και στην συνέχειά του, το T.O.P.Y. είναι τέτοιο ώστε να αποφεύγεται κάθε στήριξη σε πρόσκαιρους ορισμούς που χρησιμεύουν μόνο για να καταπιέζουν τους ανθρώπους και να τους κρατούν στο παρελθόν, κάτι που τους αφήνει στο έλεος εκείνων ακριβώς των δυνάμεων ενάντια στις οποίες μάχεται το T.O.P.Y.

Δεν πρόκειται για κάποιο ακαδημαϊκού τύπου σωματείο που αναζητάει την γνώση με την κοινώς αποδεκτή έννοια, αλλά αντίθετα για μία συλλογικότητα της οποίας οι ιδέες, οι σκοποί και οι πρακτικές βρίσκονται σε διαρκή ρευστότητα, έτσι ώστε (όσο αυτό είναι δυνατό) να αντικατοπτρίζει αυτή τις ιδιαίτερες ατομικές σκέψεις των προσώπων που συνθέτουν το ευρύ πληροφοριακό / ερευνητικό δίκτυό της.

Κατ’ αρχάς κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθούμε με την παρούσα χώρο / χρονική πραγματικότητα στην οποία καλούνται τα άτομα να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μία πραγματικότητα άμεσα σχετιζόμενη με την δομή της δυτικού τύπου κοινωνίας, η οποία ελάχιστα μόνο έχει αλλάξει εδώ και αρκετούς αιώνες.

Πρόκειται για μίας φεουδαρχική κοινωνία, όπου η μεγάλη βάση του λαού χρησιμοποιείται ως ενεργειακή φυσική πηγή (πρώτη ύλη) έως την εξάντλησή της. Πηγή μίας Ενέργειας που χρησιμοποιείται και πάλι ενάντια σε εκείνους ακριβώς από τους οποίους αντλείται. Αυτή η διαδικασία αυτο-αναπαράγεται και μεγεθύνεται επίσης από μόνη της προς όφελος των συμφερόντων που διαχειρίζονται εκείνοι που την ελέγχουν. Καθώς μάλιστα αυτές οι προνομιούχες ομάδες κληρονομούν τον ιερατικού τύπου ρόλο τους, καταλήγουν να μην ελέγχουν πια εκείνες τον ίδιο τον Έλεγχο. Ο Έλεγχος απολαμβάνει μία καρκινωματική, παρασιτική ζωή σε βάρος όλων όσων του ανήκουν.

Σε τακτές περιόδους, ο Έλεγχος, όπως και ο καρκίνος, μπαίνει απρόσκλητος μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς, εδώ όμως κατά κανόνα από την βιολογική γέννησή τους, αναπαράγεται σε βάρος τους και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, επηρεάζοντας αρνητικά τα άτομα που χρησιμοποιεί ως ξενιστές του.

Από το ψυχρό νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου αφαιρείται από τα άτομα το μυστήριο της γέννησής τους, μέχρι την εκπαίδευσή τους και την μετατροπή τους σε κωδικούς αριθμούς, κυριαρχεί μία εκ των προτέρων προγραμματισμένη διαδικασία που ακολουθεί τα άτομα σε όλη τους την ζωή. Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς έτσι ώστε να εμφυτεύει την υπακοή σε μία προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων και να καθιστά αποδεκτές τις κληρονομούμενες αξίες και μέτρα, με άλλα λόγια να κάνει τους ανθρώπους να αποδέχονται την αδυναμία τους να καλυτερεύσουν έστω και λίγο την τωρινή κατάστασή τους που είναι η χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια ιδιότητα του υπήκοου.

Αναπόσπαστα δεμένη με αυτό είναι η δύναμη της γλώσσας που δίνει στα πράγματα μία γενικότερη ιδεολογική κατεύθυνση και μας σπρώχνει στο να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα, όπως αυτή μας παρουσιάζεται, σαν τάχα τον μοναδικό δρόμο από το ένα σημείο στο άλλο. Το άτομο έχει αφεθεί χωρίς ελπίδα σε αυτή την κατάσταση και όλος ο μηχανισμός του Ελέγχου είναι εναντίον του:  η προσφερόμενη συνολική εικόνα του παρόντος, η κοινωνική δομή, η πολιτική, η Θρησκεία, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η πυρηνική και μονογαμική οικογένεια.

Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Καθώς το κύκλωμα του Ελέγχου μπορεί να καταλήξει βραχυ-κύκλωμα, ο Έλεγχος χρειάζεται να καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλει συνεχώς χρονικά όρια στους υπηκόους του και το πετυχαίνει αυτό μέσα από την κουλτούρα σε όλες τις μορφές της, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τα παρόμοια, όπου υπάρχει πάντα αρχή, μέση και τέλος και άκαμπτες ακολουθίες χωρίς την ελάχιστη έστω παρεκτροπή. Έτσι ακριβώς θέλει ο Έλεγχος να γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Το άτομο όμως είναι μία πρόσκαιρη και παράλληλα προκαθορισμένη κατάσταση ρευστότητας. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό προκαθορισμένα σημεία και ορισμοί, τελικές απαντήσεις ή εξειδικευμένες φόρμουλες. Η ζωή είναι τελείως απλά ένα ρεύμα, ή, για να το πούμε διαφορετικά, αποτελείται από μικρά – μικρά κομματάκια σε κάθε ελάχιστο επίπεδό της. Τα γεγονότα δεν συμβαίνουν μόνο για να ακολουθηθούν από κάποια επόμενά τους γεγονότα, αλλά ανά πάσα στιγμή μαζί με ένα πλήθος από γεγονότα που ήδη υπάρχουν μέσα στην ύπαρξη αντανακλώνται με πολύ διαφορετικές ερμηνείες στο ανθρώπινο ασυνείδητο.

Τα cut-ups αποτελούν μία αποτελεσματική μέθοδο για να επισημάνει κανείς έγκαιρα και να βραχυκυκλώσει τον Έλεγχο. Η ζωή είναι άθροισμα συνεχών κυμάτων από κατατεμαχισμένα πράγματα ή γεγονότα σε κάθε επίπεδό της. Είναι ένας τρόπος να προσδιοριστεί (περιγραφεί) η αποκάλυψη της πραγματικότητας και η πολυπλοκότητα του ατόμου στο (και από το) οποίο αυτή έχει κληροδοτηθεί .

Ο Έλεγχος αρνείται την διαίσθηση και το ένστικτο ειδικότερα, καθώς και τα όνειρα όλων των ειδών, όπως άλλωστε και την χωρίς συγκεκριμένο σκοπό σκέψη. Αποδεδειγμένα ωστόσο μπορεί κάποιος να πιστεύει στην ύπαρξη πολύ περισσότερων πιθανοτήτων για το κάθε τι, από όσες μας έχει κάνει να δεχόμαστε ο Έλεγχος που κανονίζει προς όφελός του τον κοινωνικό προγραμματισμό.

Οι αντιστασιακοί κανόνες συμπεριφοράς και ψυχολογικές αντιλήψεις έχουν ήδη δημιουργήσει το απαραίτητο κίνητρο για ν’ αρχίσει κανείς να αναρωτιέται για τα δεδομένα που μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτά ή ακόμα και να τα αρνηθεί. Τίποτε δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτό πριν αναλυθεί και δίχως να εκτιμηθεί προηγουμένως εάν οι αξίες που μεταφέρει είναι καλές για τα άτομα. Ο σκεπτικισμός δεν καταστρέφει διαδικασίες, αλλά βοηθάει να αντιληφθεί κανείς τον Έλεγχο και να ερμηνεύσει τις μεθόδους του.

Μία από τις πιο ύπουλες μεθόδους του Ελέγχου είναι ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός στις μυριάδες δογματικές εκδοχές του διδάσκει ότι το σεξ είναι αμαρτωλό, όταν δεν το καταστέλλει μέσα από αμέτρητους κανόνες. Για τους εξουσιαστές και για εκείνους που ασχολούνται με τον νομοθετικό έλεγχο αυτού του ίδιου του Ελέγχου, το σεξ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές και ένα από τα χειρότερα προβλήματα. Οι κλίκες που νομοθετούν ξέρουν πολύ καλά ότι το σεξουαλικό στοιχείο αποτελεί γι’ αυτούς ένα μεγάλο εμπόδιο, αφού συνδέεται με την ικανότητα των ατόμων να δημιουργούν και να παίζουν, άρα με την αυτοσυνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.

Αν το σεξ μπορούσε ποτέ να εκφραστεί με ένα μανιφέστο, αναπόφευκτα θα επιβεβαίωνε την σαφή ανωτερότητά του και θα αρνιόταν να υποτάσσεται στα τεχνητά δεδομένα της ηθικής που έχουν κατασκευαστεί με αποκλειστικό σκοπό να υποδουλώσουν. Σε αυτή την υποδούλωση των ατόμων στην εξουσία, συμπεριλαμβάνονται η επιβολή της μονογαμίας που ενδυναμώνεται περαιτέρω από τον γάμο, και η δημιουργία μίας σειράς από ανασταλτικές παρεκτροπές του ελεύθερου ερωτισμού. Το ερωτικό ένστικτο μπλοκάρεται συστηματικά μέσα από έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό καταπίεσης.

Αυτή η συνεχής καταπίεση δημιουργεί ένα απόθεμα ενέργειας, το οποίο οι νομοθέτες και οι παπάδες είναι κανοί να το διοχετεύουν στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους και στην ισχυροποίηση των θέσεών τους στην κοινωνία και στο κράτος. Ο μηχανισμός αυτοσυντήρησής τους βασίζεται επάνω σε κανόνες και νόμους που αποσκοπούν ανοικτά στην καταπίεση της ελεύθερης εκδήλωσης της σεξουαλικής παρόρμησης, μία καταπίεση που αυτόματα υποστηρίζει την παραπέρα καταπίεση των μαζών. Η κατάρρευση όλου αυτού του πλέγματος κανόνων καταστολής είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μας στόχους, καθώς κάτι τέτοιο αυτόματα θα προκαλέσει γενικευμένη ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές και με ολόκληρο τον παρόντα «πολιτισμό». Μπορεί πολύ εύκολα κάποιος να αναλογιστεί εκείνον τον απέραντο ωκεανό καταπιεσμένης ενέργειας να αρχίσει να ξεχύνεται, να ξεχειλίζει πάνω από τα συμπαγή φράγματα προς κάθε κατεύθυνση.

Οι πολυάριθμες αρρώστιες του πνεύματος, οι νευρικές διαταραχές που προκαλούνται από αυτή την ψεύτικη ζωή κάτω από την κυριαρχία του Ελέγχου έχουν αυξηθεί σε απίθανα μεγάλες αναλογίες. Ζούμε ωστόσο ή μάλλον απλώς υπάρχουμε, μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο στην πραγματικότητα από «παρουσίες» που εμπεριέχουν το «όντως Όλον» δίχως όμως να το δείχνουν ή να το αναπαριστούν. Προέχει συνεπώς ανάμεσα στις προσωπικές μας εμπειρίες, και σε μία μικρότερη έκταση λειτουργώντας επίσης ως «παρουσίες» να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μία στοιχειώδη γνώση του «όντως Όλου». Καθώς όλοι οι τρόποι κατάκτησής ή προσέγγισης της γνώσης και της εμπειρίας είναι σχετικοί και υποθετικοί, ο πιο σίγουρος δρόμος για κάτι τέτοιο είναι η σταθερή επέκταση της γνώσης μας και μία συνεχής αναζήτηση της πλήρους εικόνας και της συνάφειάς της με εμάς τους ίδιους.

Η κατακερματισμένη και επινοημένη «φύση» της συνηθισμένης σκέψης και εμπειρίας που μας επιβάλλεται μέσα από τον κοινωνικό Έλεγχο, θα μπορούσε να θεραπευθεί μόνο εάν την αντικαθιστούσαμε με την αναζήτηση μίας δυναμικής ενότητας που συνεχώς θα αναπτύσσεται.

Ο έσχατος παραλογισμός στον οποίο έχουμε φθάσει σήμερα είναι ότι πιεζόμαστε και αισθανόμαστε ένοχοι ακριβώς επειδή λόγω του Χριστιανισμού έχουμε διδαχθεί να αισθανόμαστε ένοχοι, όταν θα έπρεπε κανονικά να έχουμε απαλλαγεί πρώτα από όλα από αυτή καθεαυτή την ιδέα της «πλάνης», του «λάθους» ή του «αμαρτήματος». Κατά κανόνα, η ενοχή ξεκινάει από μία πηγαία έλλειψη σεβασμού των ατόμων προς τον εαυτό τους ή από την συναναστροφή με άλλους που έχουν έναν τέτοιο (ενοχικό) τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Η αφετηρία αυτών των βασάνων είναι εκείνο που κυνικά παρουσιάζεται σαν ένα τάχα προαιώνιο λάθος («αμάρτημα») στο οποίο έχουμε υποτίθεται όλοι οι άνθρωποι υποπέσει.

Πράττοντας όμως εκείνο που εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε, οπλίζουμε τον εαυτό μας με την πιο δυνατή ικανοποίηση, συνδέοντας την ατομική πράξη με την συλλογική πρακτική  και κατακτώντας μία σπάνια ψυχική δύναμη, η οποία έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσα στο Τ.Ο.Ρ.Υ.

«ΚΑΘΕ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΗΔΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΆ ΑΠΩΛΕΣΘΕΙ».

Μία ηδονή, ευχαρίστηση, ικανοποίηση είναι δημιουργική μόνο εάν δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το βασίλειο του Ελέγχου. Αγαπώντας ό,τι μας ευχαριστεί, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουμε όσο γίνεται περισσότερο ελεύθερο χώρο μέσα στην καθημερινή μας ζωή, χώρο απαλλαγμένο από την μολυσματική παρουσία του Ελέγχου. Διαφορετικά δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε την δύναμη να ανατρέψουμε αυτόν τον γερασμένο κόσμο που η μούχλα του θα μεγαλώνει ολοένα ανάμεσά μας και αργά ή γρήγορα θα σαπίσει τα όνειρά μας.

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΘΑ ΣΗΜΑΝΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ»

Το να πάρουν οι άνθρωποι την ζωή τους στα χέρια τους, θα σημάνει την αρχή μία άλλης εποχής, μίας εποχής αυτοδιαχείρισης η οποία είναι άλλωστε ένας από τους πιο βασικούς μας στόχους. Από όσα ήδη συμπεριλάβαμε σε αυτό κείμενο, τίποτε δεν είναι σκέτη θεωρία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ίδια η ζωή χλευάζει άμεσα ακόμα και τις πιο υπέροχες θεωρίες.

Μόνο από την ηδονή γεννιέται το θάρρος και το γέλιο που γκρεμίζουν κανόνες, νόμους και όρια. Το θάρρος και το γέλιο που θα πέσουν με την αθωότητα ενός παιδιού επάνω σε εκείνους που αντιπροσωπεύουν την καταστολή, τον υπολογισμό, την εξουσία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να ανακαλυφθεί ένα κοινωνικό «νόημα» ακόμα και στις πιο χαρακτηριστικές μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι τρομακτικό, όπως δείχνει από μία πρώτη ματιά, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ύπαρξη πολλών αβύσσων διαφοράς ανάμεσα σε διαφορετικά υποκειμενικά «νοήματα». Στις συλλογικές ανθρώπινες δραστηριότητες υπάρχει «νόημα» μόνο όταν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες σε αυτές πιστεύουν ότι υπάρχει νόημα.

Εκεί οφείλεται η όλη σύγχυση ή οι διάφοροι τεχνητοί μύθοι σχετικά με εμάς, μύθοι που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους που είναι έξω από τους κύκλους μας. Κανένα τυπικό δεν υπάρχει που να πρέπει να προταχθεί στους συμμετέχοντες , καμμία ανάγκη να υπάρξει μία πρόνοια για τήρηση κανόνων από τους συμμετέχοντες και αυ΄το για τον απλό λόγο ότι οι συνηθισμένες, συμβατικές αξίες και η έννοια της πραγματικότητας έχουν απλοποιηθεί με ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα πίστης.

Μία κοινωνία Ελέγχου βασισμένη στην εκμετάλλευση της ζωής, αποκτά την ενέργεια που της είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει από έναν συνεχώς παρόντα φόβο. Αυτός ο φόβος έχεις αρχίσει να μοιράζεται πλέον «δημοκρατικότατα», έτσι ώστε με γραφειοκρατικό τρόπο να καταστεί «φυσική» κατάσταση και να κτυπάει στις καρδιές μας σαν να είναι αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής.

Φαίνεται ότι σε τελική ανάλυση ο μοναδικός φόβος που συνεχώς υπάρχει μέσα μας είναι ο φόβος να νοιώσουμε ηδονή. Η ουσία του Τ.Ο.Ρ.Υ. είναι εκείνη ακριβώς η μαγική ολοκλήρωση στην οποία αποσυντίθεται ο Έλεγχος. Η ιδέα είναι να εφαρμοσθεί η τεχνική των cut-ups (του κατακερματισμού της πολυσύνθετης πραγματικότητας) στην Συμπεριφορά.

Μέθοδός μας είναι μία σύγχρονη, μη μυστικιστική, συμμετοχή στην Μαγεία, σκοπός είναι ένας αυτοπροσδιορισμός του συνειδητού και του ασυνείδητου των ατόμων. Αυτό που τελικά επιδιώκουμε είναι να εξουδετερωθεί και να κτυπηθεί στην καρδιά της η βαθύτερη έννοια του κοινωνικού Ελέγχου.

Για εμάς, το ελεύθερο Άτομο είναι η έσχατη πραγματικότητα και η μεγαλύτερη δύναμή μας.

The Temple ov Psychic Youth.

(Δημοσιεύθηκε στο 23ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη» το καλοκαίρι του 1990)

Κείμενο Α.Δ. Μπουρζούκου – Βασανιστήρια και φυλακές

Βασανιστήρια & φυλακές

«Τώρα πρέπει να μιλήσει

για να σωθεί

πρέπει να πάψει ν αγαπάει

και να ζήσει

Ο λοχαγός λέει: μίλησε

Ο βούρδουλας λέει: μίλησε

η νύχτα του λέει: μίλησε

Μα η νύχτα είναι λίγη

Οι σύντροφοι πολλοί

κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα

όπως θα κάνατε κι εσείς.»

Τ. Λειβαδίτης.

«Κατανόησε τι σημαίνει φρικαλεότητα, μην αρνείσαι την ύπαρξή της, αντιμετώπισε χωρίς προκαταλήψεις την πραγματικότητα.»

Χάνα Αρέντ

Το παρόν κείμενο δεν είναι σε καμία περίπτωση προϊόν καθαρής θεωρητικής προσέγγισης στο ζήτημα των βασανιστηρίων ούτε έχει στόχο να προσφέρει περαιτέρω εγκυκλοπαιδικές γνώσεις επί του θέματος. Είναι περισσότερο μία προσπάθεια αποτύπωσης σκέψεων και συμπερασμάτων που ακολούθησαν τα γεγονότα της σύλληψης, των βασανιστηρίων και του εγκλεισμού μου εν τέλη στα κελιά της δημοκρατίας.

Το κείμενο αυτό δεν θα μπορούσε να απευθύνεται σε «αριστεροευαίσθητους» ή κάθε χροιάς «ευαίσθητους» που αρκούνται σε βαρύγδουπες δηλώσεις καταδίκης από τον αναπαυτικό τους καναπέ και κροκοδείλια δάκρυα για να πνίξουν την σιωπηλή συνενοχή τους στο σαδισμό που γεννάει ο αστισμός τους. Ούτε φυσικά, απ’ την άλλη διεκδικεί την «αναγνώριση», τα «πρωτεία» ή την ηρωοποίηση προσώπων και καταστάσεων. Η αποτύπωση αυτή απευθύνεται περισσότερο σε ανθρώπους που οι επιλογές τους και η συνειδηση τους μπορεί κάποια στιγμή να τους οδηγήσουν σε αντίστοιχη θέση με αυτή που βρέθηκα και εγώ. Κάτι για το οποίο ο καθένας/καθεμία θα πρέπει να είναι έτοιμος/έτοιμη από τη στιγμή που θα επιλέξει να επιτεθεί στο καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο γνωρίζοντας στην ολοτητά της, τη βία και την εξουσία που την παράγει, μόνο τότε μπορείς να βαδίσεις με σιγουριά προς τον στόχο, προς την καταστροφή των σχέσεων εξουσίας και του καπιταλισμού.

Είναι η απόπειρα να λύσω έναν κόμπο που κολλάει στο λαιμό· προτού καταλήξει να πνίξει καθετί που ορθώνεται, που αντιστέκεται, σε έναν κύκλο εναλασσόμενων συναισθημάτων και να εγλωβιστεί σε ένα «αντίστροφο» στερεότυπο άρνησης της ίδιας της ουσίας του βασανισμού, των εκατοντάδων εκφρασεών του στην καθημερινότητα, της ίδιας της κοινωνίας που νωχελικά το δέχεται και το αναπαράγει στις ίδιες τις δομές και τις σχέσεις που εκτρέφονται μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.

Είναι μία φωνή, που αν και με το ζόρι, ηχεί στο μυαλό σου. Θα μπορούσε να έρχεται από κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών ή από τα κρατητήρια κάποιου αστυνομικού τμήματος. Από κάθε μεριά της γης που αυτή τη στγμή κάποιος/α «πληρώνει» γιατί αντιστέκεται στην εξουσία και το κράτος.

Είναι μία προσωπική εμπειρία γύρω από ζητήματα και φαινόμενα που αφορούν το σύνολο των αντιστεκόμενων ανθρώπων.

Ως βασανιστήριο, κατά την εγκυκλοπαίδεια του Louis de Jaucourt, ορίζεται η “σωματική επώδυνη ποινή περισσότερο ή λιγότερο ειδεχθής· ένα ανεξήγητο φαινόμενο που η διόγκωση της ανθρώπινης φαντασίας παράγει από βαρβαρότητα και ωμότητα.”

Η άγρια επιβολή σωματικού ή ψυχολογικού (ή και των δύο μαζί) πόνου με στόχους που ποικίλουν στο πέρασμα των χρόνων. Έχει μία σημασία στην προκείμενη να δούμε και να εντοπίσουμε τους στόχους αυτούς στους οποίους ιστορικά έχει εξυπηρετήσει η χρήση του βασανισμού. Να διακρίνουμε τις ρίζες του και την άμεση συνδεσή εξουσίας και βασανιστηρίου.

Ψάχνοντας λοιπόν την καταγωγή του σαν πρακτική θα φτάσουμε στο Μεσαίωνα, στην Ιερά Εξέταση και ακόμα πιο πίσω στα σκλαβοπάζαρα και τους δούλους-αντικείμενα. Αρχικά σαν μηχανισμός τιμωρητικός-εκδικητικός. Καθαρά σε επίπεδο σωματικό, με το πέρασμα των χρόνων εξελίχθηκε σε μία “επιστήμη” επιβολής-διατήρησης και ανάδειξης της εκάστοτε εξουσίας. Πέρασε από το στάδιο της “μεμονωμένης τιμωρίας” στο σώμα του κατάδικου στο σημείο του εκφοβισμού και του παραδειγματισμού του συνόλου της κοινωνίας. Όπου με την δημόσια διαδικασία του βασανιστηρίου ο καθένας έβλεπε μπροστά στα μάτια του τι θα ακολουθούσε οποιαδήποτε προσπάθειά του να παραβεί τους νόμους των αρχόντων. Μία χυδαία επίδειξη του συσχετισμού δυνάμεων στο οποίο βασίζεται η εξουσία του νόμου. Διαδικασία που ο “άρχων” δεν χρειάζεται να αποδείξει για ποιο λόγο εφαρμόζει τους νόμους, αλλά να καταδείξει ποιοι είναι οι εχθροί του και την μανία με την οποία θα τους τσακίσει.

Παρ’ όλα αυτά η εξουσία σύντομα θα εντοπίσει στην οικονομία των βασανιστηρίων τον κίνδυνο που ελλοχεύει από την ανάδειξη μίας τέτοιας φρικαλεότητας. Όσο η κοινωνία συνηθίζει στην φρίκη της εξουσίας όταν αυτή εκδικείται τόσο και ο ίδιος ο λαός αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιήσει ότι μόνο με την αντίστοιχη βία θα μπορούσε να αντισταθεί. Πέρασαν αρκετα χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία μετατόπισης και επικέντρωσης στο σημείο εφαρμογής των βασανιστηρίων, από μία άμεση απεικόνιση υπερβολικού πόνου, στη θολή (μα συνεχόμενη) αναπαράσταση του βασανισμού. Από το σώμα για αποδέκτη, στο πνεύμα όπου σπέρνουν τον τρόμο.

Παρ’ ότι λοιπόν στον 20ο και τον 21ο αιώνα η πρακτική του βασανιστηρίου υποβιβάστηκε φαινομενικά, κάτω από το δημοκρατικό πέπλο της εξουσίας και “περιορίστηκε” μόνο σε επίπεδο ανακριτικό (και όχι άμεσα τιμωρητικό) η ουσία της “ιδέας” παραμένει η ίδια με του 17ου αιώνα. Πάντα η εφαρμογή του θα εξαρτάται από την κοινωνική θέση του ατόμου και την “φύση” του ίδιου του ατόμου-εγκληματία. Άρρηκτη η σύνδεση του βασανισμού με την δικαστική εξουσία και την τήρηση των νόμων, της “δικαιοσύνης”, ήταν και θα είναι ένα μέσο στα χέρια των εξουσιαστών για να επιβληθούν και να διατηρήσουν την εξουσία τους.

Ακόμα και στην “μεγάλη χώρα”, που κάποτε υπήρξε εστία ελπίδας για κάποιους που αναζητούσαν σ’ αυτήν την πολυπόθητη αλλαγή του κόσμου, δεν μπόρεσε να αποφευχθεί η μοιραία υπερεξουσία -η ίδια χρήση πρακτικών και μεθόδων επιβολής. Βασανιστήρια για να εξοντωθούν αναρχικοί, αντιφρονούντες μέχρι και οι ίδιοι οι αρχικοί πυλώνες του μπολσεβίκικου κόμματος. Και φυσικά προβάλλοντας αυτό το θέατρο τρόμου σε όλη την κοινωνία, εγκαθιδρύοντας το αίσθημα φόβου και αδυναμίας μπροστά στο πανίσχυρο κράτος. Τα παραδείγματα, δυστυχώς, από μόνα τους φτάνουν για να γεμίσουν αρκετές σελίδες στο βιβλίο της παγκόσμιας ιστορίας.

Στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα, όπου το κλίμα στην Ευρώπη γενικά είχε κάτι από τον αέρα της Οκτωβριανής επανάστασης και οι κομμουνιστές τόσο ποσοτικά όσο και αντιληψιακά εδραιώνονταν στο πολιτικό σκηνικό, το καθεστώς, μέτραγε ήδη 8 νεκρούς απεργούς -σε μία από τις πρώτες μεγάλες απεργίες της χώρας- στα μεταλλεία της Σερίφου, αρκετές φυλακίσεις, βασανιστήρια και μόλις λίγα χρόνια αργότερα το 1936 θα έχει και τον πρώτο νεκρό διαδηλωτή.

Και κάπως έτσι (κάπου εκεί) ξεκινάει ένα “κυνήγι μαγισσών” εναντίον της κομμουνιστικής απειλής, κατευθυνόμενο από ντόπιες και ξένες δυνάμεις, όπου μεγάλο μερίδιο της βίας που ασκεί η εξουσία βρίσκει τον στόχο του εκεί. Από τότε και μέχρι την πτώση της χούντας αρκετοί αντάρτες του Δ.Σ.Ε. – ΕΛ.ΑΣ θα σκοτωθούν, τα κεφάλια μερικών θα “κοσμήσουν” φανοστάτες, χιλιάδες κομμουνιστές θα βασανιστούν, ξερονήσια θα γεμίσουν από εξόριστους· το κράτος δολοφονεί και βασανίζει για να κάμψει την άνοδο του κομμουνισμού. Και ενώ από την μεταπολίτευση και μετά παύει να υπάρχει τόσο έντονη η ωμή απεικόνιση της εξουσιαστικής βίας αυξάνεται και ενδυναμώνει ένας πηγαίος σαδισμός για ένα μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας· το κράτος πλέον είναι παντοδύναμο και μη αμφισβητήσιμο.

Η επίθεση πλέον από πλευράς εξουσίας παύει να έχει σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά και η στόχευση διευρύνεται στους απόκληρους του κοινωνικού συνόλου και φυσικά σε όσους αντιστέκονται. Είναι σταθερό “προνόμιο” γι’ αυτούς που αντιστέκονται να δέχονται την πιο “βίαιη” καταστολή του κράτους.Με αυτό δεν εννοώ φυσικά την βία σε ποσοτικό επίπεδο (ούτε ως σωματική βία, ούτε ως δικαστική) η χρήση των εισαγωγικών είναι για να διαχωρίσω την βία σε επίπεδο θεάματος. Τα βασανιστήρια σε μετανάστες, σε πόρνες και σε κάθε (μικρό) εγκληματία μέσα στα τμήματα ή οι πολύχρονες ποινές φυλάκισης σε ανθρώπους που για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έιναι απλά αόρατοι, έρχονται στην επιφάνεια μόνο από “λάθος”. Από κάποια τρύπα στον “μανδύα” που καλύπτει την φρικαλεότητα των εκτελεστικών οργάνων της εξουσίας.

Απ’ την άλλη το κράτος εξαντλεί το σκηνοθετικό του ταλέντο όταν πρόκειται για συλλήψεις πολιτικών του αντιπάλων, στήνοντας υπερπαραγωγές που για μέρες “στολίζουν” τα δελτία των ειδήσεων. Εκεί η φρικαλεότητα της εξουσίας παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα, ως απαραίτητη μέθοδος για την πάταξη του εσωτερικού εχθρού (όπως έχει συμβεί σε περιπτώσεις συλλήψεων αρκετών αναρχικών).

Καλλιεργείται υπογείως και εμμέσως η ανοχή στο σώμα του κοινωνικού συνόλου η οποία μετουσιώνεται σε “ευνουχισμό” σκέψης, κριτικής και επιθετικής διάθεσης απέναντι στην παντοδυναμία του κράτους. Με αποτέλεσμα μία σιωπηλή συνενοχή. Και μπορεί το υπογείως εμμέσως να φαντάζει ταυτολογία αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι, το κράτος επίσημα αρνείται την οποιαδήποτε “εμπλοκή” του σε ξυλοδαρμούς στα τμήματα και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης τονίζοντας, είτε ότι καταστάσεις τέτοιες είναι προϊόντα φαντασίας ή ότι αποτελούν εξαίρεση, διαχωρίζοντας τεχνηέντως τον ρόλο της αστυνομίας απ’ αυτόν της κυβέρνησης. Απ’ την άλλη όμως δίνει το ελεύθερο στα πλήρως ελεγχόμενα Μ.Μ.Ε. να ταυτίζουν εκ νέου την αστυνομία με τον κράτος. Δικαιολογώντας την βία που πηγάζει απ’ την πρώτη ως λογική αντίδραση σε περίπτωση που απειλείται.

Έτσι έμμεσα εδραιώνεται η αντίληψη ότι το κράτος (ως παντοδύναμο) έχει μηχανισμούς και αυτοματισμούς που δεν μπορείς και ούτε πρέπει να πολεμήσεις.

Απ’ το “έκαναν απλώς τη δουλειά τους” μέχρι το “καλά του έκαναν του πούστη” η απόσταση είναι απελπιστικά μικρή. Για την ακρίβεια ο πρώτος σχεδόν πάντα θα συμφωνήσει (με) ή ακόμα και θα ξεπεράσει τον δεύτερο.

Αυτό επιβεβαιώνει το ότι ο σαδισμός που εκφράζεται από την κορυφή της εξουσιαστικής πυραμίδας έχει την βάση του στο κοινωνικό σύνολο (στρώμα) και στις καθημερινές σχέσεις εξουσίας που αναπαράγονται σε αυτό.

Η αστική δημοκρατία γεννάει και εκθρέφει τον υφέρποντα σαδισμό σε επίπεδο καθημερινότητας. Μίας καθημερινότητας που έρχεται να αποκαταστήσει ηθικά την βάναυση επέλαση του καπιταλιστικού συστήματος· ο άνθρωπος του 21ου αιώνα –όλο και πιο πολύ- μένει ασυγκίνητος στη θέα του θανάτου. Μέσα σε αυτό το κλίμα της γενικευμένης απάθειας, εκμεταλλευόμενοι τους νόμους της αδράνειας, οι άρχοντες του “πολιτισμένου” κόσμου φρέναραν απότομα την πρακτική του βασανισμού αλλά η νοοτροπία πίσω από αυτή συνεχίζει να εμποτίζεται στις συνειδήσεις των υπηκόων.

Έτσι ο μύθος του Προμηθέα και το διαρκές βασανιστήριο που ήταν καταδικασμένος να υπομένει βρήκε την κυριολεκτική του μεταφορά στην καταδίκη της φυλάκισης και παρ’ ότι η ιδέα ενός βασανιστηρίου που συνεχίζεται σε βάθος χρόνου ξεπερνάει σε φρικαλεότητα αυτήν του βασανισμού καθ΄εαυτού, νομιμοποιείται. Η ομοιομορφία της “ψυχρής” φυλακής φαντάζει πιο “όμορφη”, πιο ήπια και πιο ηθική για τον “πολιτισμένο κόσμο” απ’ ότι η άγρια επιβολή της εξουσίας μέσω του βασανισμού. Η αποδοχή όμως ενός θεσμού από τη φύση του απάνθρωπου όπως αυτός της φυλάκισης, ως τιμωρητική μέθοδος στο σώμα των εγκληματιών δεν έγινε από τη μία στιγμή στην άλλη.

Η εξουσία ανέκαθεν αναζητούσε τον καταλληλότερο τρόπο να επιβληθεί, να επικρατήσει. Καταληκτικά λοιπόν, είναι πιο εύκολο να εμφυσήσεις το αίσθημα υποταγής και “πειθαρχίας” μακροπρόθεσμα μέσω της καθημερινότητας, παρά να προσπαθείς να επιβληθείς συνεχώς μέσω της βιαιότητας και των βάναυσων θεσμών που συνοδεύουν την εξουσία.

Εκεί οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί εντόπισαν την ουσία της επιβολής, στην “πειθαρχία”. Είναι η καλύτερη βάση για να “χτίσεις” έναν άνθρωπο πειθήνιο. Η φυλάκιση, με τη σειρά της, επιδιώκει την υποταγή του ατόμου στο κράτος, την δημιουργία “λοβοτομημένων” ανθρώπων.

Διαδικασία που ακόμα κι αν εμφανίζεται ως κωδικευμένη σχέση, αναπαράγεται και εξελίσσεται από την πρώτη στιγμή της γέννησης του κάθε ανθρώπου, μέχρι τον θανατό του. Γεννιόμαστε (και πεθαίνουμε) σε χώρους- ακόμα κι αν την στιγμή της γέννησης αδυνατούμε να το συνειδητοποιήσουμε- χτισμένους στα πρότυπα της ομοιομορφίας η οποία λειτουργεί προς την κατεύθυνση της καθυπόταγης του ατόμου.

Το σχολείο είναι η πρώτη άμεση επαφή με την έννοια και νοοτροπία της φυλακής. Οριοθετημένος χώρος, ομοιόμορφος, με συγκεκριμένο χρόνο προαυλισμού όπου πρέπει πάντα να υπακούς τους “ανώτερους” καθηγητές και να μην ξεφεύγεις απ’ το πειθαρχημένο κοπάδι.

Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά θα συνεχίσουν από εκείνη τη στιγμή και έπειτα να εμποτίζουν την “πειθαρχεία” σε κάθε άτομο. στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στο στρατό, στο σύνολο των δομών και των σχέσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Τέλος στα μελομένα άσματα, η πραγματικότητα από δω και πέρα θα είναι αμείλικτη, ο πόλεμος θα μαίνεται μέρα με τη μέρα και ο μόνος τρόπος που θα βρεις για να τον αποφύγεις θα είναι η βουβή απομάκρυνση, το κλείσιμο στον μικρόκοσμο σου και την ύστατη στιγμή που οι καιροί θα απαιτούν την συμμετοχή σου θα αδυνατείς να πάρεις θέση.

Το θέμα είναι μέχρι να κάνεις την βουτιά στην άβυσσο. Η πορεία από ‘κει και πέρα καθορίζεται απο τις μέχρι τότε επιλογες σου.

Ο καθένας για το δικό του ταξίδι φτιάχνει δικιά του πορεία. Παρ’ όλα αυτά όμως -ίσως- είναι υποθεση κάποιου άλλου κειμένου και αν…

Θα κρατήσω για τη στιγμή την νοοτροπία που νομιμοποιεί ηθικά και συνειδησιακά την στέρηση της ελευθερίας. Όσο δεν υπάρχουν κοινωνικές αντιστάσεις και αγωνιστική διάθεση η εξουσία βρίσκει χώρο να αναπτύσσεται, εδραιώνοντας και οξύνοντας τις κατασταλτικές μεθόδους.

Και οι “ουδέτεροι” παρατηρούν νωχελικά την επέλαση της κρατικής βίας αγναντεύοντας τα μακρινά τοπία ελευθερίας μα μην επιδιώκοντας –ή καλύτερα- αρνούμενοι να παλέψουν να φτάσουν εκεί.

Εξάλλου τι θα ήταν μία φυλακή χωρίς ανθρωποφύλακες. Ένας “απλός” άνθρωπος συσσωρεύει μέσα του όλη τη βιαιότητα και τον σαδισμό της κρατικής εξουσίας που εκφράζεται με ένα απλό γύρισμα ενός κλειδιού. Μία κίνηση ενός χεριού και μαζί με τον θόρυβο της κλειδωνιάς αντηχούν αιώνες καταπίεσης και εκμετάλλευσης, χιλιάδες φωνές ανθρώπων που βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εκτελέστηκαν από την ίδια δύναμη που θέτει σε κίνηση το χέρι που κάνει αυτή την τόσο ασήμαντη και ταυτόχρονα τόσο καθοριστική κίνηση για τον ρου της ιστορίας.

Και εκεί είναι το “χείλος του γκρεμού” που ξεκινάει μία άλλη βουτιά, διαφορετική απ’ την προηγούμενη. Μία βουτιά προς τα μέσα προς το πιο απόμακρο σημείο του μυαλού σου, της σκέψης σου, των συναισθημάτων σου.

Ερωτήσεις, απαντήσεις που λίγο–λίγο σε φτάνουν όλο και πιο βαθιά, πιο “πίσω”πιο “μπροστά”.

Εκεί το πίσω και το μπροστά μπορεί να εννοηθεί μόνο με την βήθεια των εισαγωγικών, ο χρόνος, η απόσταση ΟΛΑ έχουν μία μπερδεμένη συνέχεια.

Κι όλο –λες και κάτι έξω από σένα το καθοδηγεί- να καταλήγεις σε ένα τελικό συμπέρασμα (πέρα απ’ όλα τα λάθη και τα στραβά που κι αυτά είναι μέρος του παιχνιδιού) κάθε δευτερόλεπτο, κάθε χτύπος της καρδιάς είναι άλλη μία έκφανση του αγώνα για ελευθερία.

Ακόμα κι έτσι, ακόμα κι απο ‘δω μέσα, ούτε μία στιγμή δεν γίνεται να ξεχάσεις όλα αυτά για τα οποία παλεύεις.

Αλλάζει σίγουρα το “φίλτρο” που βλέπεις τον κόσμο, η ιδέα και μόνο της στέρησης προσώπων, στιγμών, επαφής, ενός ουρανού καθαρού από συρματοπλέγματα και συρματόσκοινα, έχει άμεση επίδραση και στον ίδιο τον αγώνα. Είναι σαν να ξυπνάς και να προσπαθείς να θυμηθείς το όνειρο που έβλεπες, όσες λεπτομέρειες και να ανακαλέσεις το (συν)αίσθημα ποτέ δε θα είναι το ίδιο ακριβώς.

Εκεί είναι και το στοίχημα, να μείνεις όσο το δυνατόν ανέπαφος από τον “σωφρονισμό”, να αντιπαλέψεις το ρόλο που για ακόμη μία φορά σου επιβάλλουν.

Κύριος στόχος του σωφρονιστικού συστήματος, από την απαρχή του, ήταν η “επανένταξη” των περιθωριακών, των “χαλασμένων γραναζιών” στο παραγωγικό σύστημα.

Εκεί εντοπίζεται και η πιο σημαντική μετάλλαξη της κατασταλτικής πολιτικής. Η καταστολή παύει πλέον να περιορίζεται στο τιμωρητικό επίπεδο και επιδιώκει τον “σωφρονισμό”, τον εγκλεισμό και τον πειραματισμό σε πρακτικές και μεθόδους ελέγχου. “Στο μυαλό είναι ο στόχος” όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί. Η εργασία, το σχολείο, η εκκλησία στη φυλακή είναι σημάδια ακριβώς αυτής της μετάλλαξης.

Το έγκλημα (και φυσικά οι εγκληματίες) είναι αποτέλεσμα κάποιας “λάθος ρύθμισης” στο παραγωγικό μοντέλο. Χρήζει επιδιόρθωσης και για να γίνει αυτό πρέπει ο εγκληματίας να μπει ξανά στην παραγωγική νόρμα. Κι ενώ ο στόχος είναι η επανένταξη στο καπιταλιστικό σύστημα, στην πραγματικότητα η φυλακή είναι ένας χώρος που αναπτύσσεται ο ίδιος ο καπιταλισμός, απλώς στην παράνομη εκδοχή του. Άλλωστε το έχουμε ήδη πει, ο εξουσιαστικός μηχανισμός «χτυπάει» το άτομο στις διαπροσωπικές του σχέσεις, επιβάλλεται σαν ανάγκη, δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την ολοκληρωτική του επέλαση. Στον καπιταλισμο ο άνθρωπος (πρέπει να) ενυπάρχει σαν μονάδα στο κοινωνικό σύμπλεγμα, αυτός ο κατακερματισμός και η εσωτερίκευση κάθε αίσθησης «συλλογικού» ενδυναμώνει το σύστημα.

Δεν θα μπορούσε λοιπόν η φυλακή να μην είναι παρά μία μικρογραφία της ίδιας της κοινωνίας που «συντηρεί» την ύπαρξή της. Κι ενώ θεωρητικά θα έλεγε κανείς ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται έγκλειστοι θα δημιουργήσουν (έστω) ένα αίσθημα κοινότητας σαν αντανακλαστική κίνηση στην καταστολή που δέχονται, ο καπιταλισμός, για ακόμη μία φορά επιβάλλει την υπεροχή του «ατομικού» έναντι του «συλλογικού». Με αποτέλεσμα ανθρώπους αποκομμένους ο ένας από τον άλλο που αρκούνται σε φυλετικές συμμαχίες και κλίκες συμφερόντων.

Φυσικά όταν αναφέρομαι στους κρατούμενους δεν τους νοώ ως ένα σύνολο ανθρώπων εν γέννει επαναστατημένο και αγωνιστικό. Μιλάω όμως για ανθρώπους που έχουν βιώσει άμεσα την καταστολή της κρατικής εξουσίας κι αυτό βάζει έναν κοινό παρονομαστή. Παρ’ όλα αυτά το ξέρουμε πολύ καλά ότι ο (οποιοσδήποτε) «κοινός παρονομαστής» δεν υπήρξε ποτέ επαρκής λόγος ενοποίησης και διεύρυνσης του αγώνα.

Άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα με διαφορετικές καταβολές και διαφορετικά βιώματα έχουν μοιραστεί ανά τους αιώνες το όνειρο της επανάστασης.

Κι αν ακόμη η αστική νομιμότητα γεννάει την παρανομία αυτή με την σειρά της δεν γεννάει εξ’ ορισμού την εξέγερση του ίδιου του ατόμου και κατ’ επέκταση την επανάσταση.

Εν ολίγοις το κοινό βίωμα της φυλακής περισσότερο ευνουχίζει παρά γεννά προϋποθέσεις εξέγερσης. Παρά το γεγονός ότι σχεδόν κάθε άνθρωπος, από την πρώτη στιγμή που θα βρεθεί εντός των τειχών, θα σκέφτεται και θα ονειρεύεται την ελευθερία, μόνο μία μικρή μειοψηφία (στις μέρες μας τουλάχιστον) θα επιχειρήσει αυτό το βήμα προς την εκπλήρωση της.

Έτσι η εξουσία κατοχυρώνει την νίκη της, καταφέρνοντας με «καλύτερες σύνθήκες κράτησης», με «προνόμια», με την χορήγηση αδειών και ότι άλλο χαρακτηρίζει το «πιο ανθρώπινο προσωπείο» των φυλακών τις τελευταίες δεκαετίες, να διατηρεί την πολυπόθητη ηρεμία στο εσωτερικό της.

Βλέπεις, σιγά-σιγά συνηθίζεις τις νύχτες, τους ήχους της φυλακής, νύχτες που στερείσαι το φως του φεγγαριού και όσο περνάει ο καιρός σου φαίνεται όλο και πιο ασήμαντο, μέχρι κάποια στιγμή που –ίσως κατά τύχη- θα το αντικρύσεις ξανά και οι μέρες θα αρχίσουν πάλι να αποκτούν το βάρος τους.

Η ιδιαίτερη σημασία του χρόνου, σου υπενθυμίζει πως δεν πρέπει να αφήσεις ούτε μία μέρα χαμένη- ούτε μία νύχτα ξανά ανάμεσα απ’ τα κάγκελα η θέα του φεγγαριού. . .

Και κοιμάσαι σε μία «γωνία» του παρόντος αγωνιώντας οραματιζόμενος το μέλλον. Το μέλλον μίας ελεύθερης ζωης.

Πολύ πιθανόν να έρθουν μέρες που η αφισοκόλληση θα είναι «προτροπή σε εγκληματική πράξη», η συμμετοχή σε πορείες θα αποτελεί «σύσταση εγκληματικής οργάνωσης». Μέρες που κάθε στέκι, κάθε κατάληψη θα βαφτιστεί «γιάφκα».

Αυτές τις μέρες δεν τις φοβόμαστε, τις περιμένουμε! Όσο η κρίση, τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο βαθαίνει, το έργο της καταστολής θα εστιάσει στον μαχόμενο – αγωνιστικό χώρο. Και είναι σίγουρο πως η ανεξέλεγκτη πορεία της καταστολής δεν επιζητά προφάσεις, ούτε αφορμές, δεν τροφοδοτείται από χτυπήματα (ένοπλα ή μη) στην εξουσία αλλά είναι απόρροια της έλλειψης αυτών. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν εννοώ ότι π.χ. ένα ένοπλο χτύπημα θα σηκώσει «τοίχο» μπροστά στην επέλαση του ολοκληρωτισμού, αν και πιστεύω ότι η απουσία επίθεσης κάνει το έργο τους πιο εύκολο. Παρ’ όλα αυτά εννοώ ότι η βία που προέρχεται «από τα κάτω» είναι αποτέλεσμα της βίας που πηγάζει και ασκείται από το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο πόλεμος μαίνεται και απαιτείται η συμμετοχή κάθε αντιστεκόμενου ανθρώπου με κάθε μέσο που διαθέτει. Στόχος σε αυτόν τον πόλεμο δεν ήταν ποτέ η νίκη, η επανάσταση -καλώς ή κακώς- δεν χωράει να ερμηνευτεί και να αναλυθεί στο δίπολο νίκης-ήττας.

Η ζωογόνος πνοή του αγώνα είναι η συμμετοχή και η ανάδειξη κάθε μάχης, σε κάθε χώρο που η εξουσία επιχειρεί να επιβληθεί. Μέσα απο μία ενέργεια άμεσης δράσης, απο τα κρατητήρια κάποιου τμήματος, από τη φυλακή, από ένα δικαστήριο, από το δρόμο, από παντού η κάθε μάχη δίνεται απελευθερωμένη από την αναγκαιότητα της έκβασης.

Και όχι χαμένη στην ανουσιότητα, αλλά συμπληρώνοντας «σημεία» στο χάρτη της επανάστασης. Όχι για την αναρχία -με την αναρχία στις καρδιές μας, στις σχέσεις μας, στα προτάγματα μας.

Ζούμε χαμογελώντας κι αν δακρύζουμε το πνίγουμε τραγουδώντας…

Ακόμα κι έτσι, ακόμα κι αν η ζωή μας είναι μία προκαθορισμένη ευθεία προς το σίγουρο τέλος- τον ένα και μοναδικό «σκοπό»- ακόμα κι αν τα «τραγούδια» μας μιλάνε μόνο για τον θάνατο προχωράμε.

Χαμογελώντας.

Αποσκοπώντας στην αιώνια αμηχανία του θανάτου.

Ανδρέας-Δημήτρης Μπουρζούκος,

Α’ πτέρυγα φυλακών Κορυδαλλού,

Νοέμβρης 2013

Υ.Γ. Αλληλεγγύη και ΔΥΝΑΜΗ στους επαναστάτες κομμουνιστές από την Τουρκία που βρίσκονται σε απεργία πείνας απαιτώντας να μην εκδοθούν στη χώρα τους. Το σθένος τους και η αποφασιστικότητά τους απέναντι στον αργό θάνατο της απεργίας ας ειναι πηγή δύναμης για τη συνέχιση του αγώνα μας για ελευθερία. Κανένας αγωνιστής μόνος του στη μάχη κατά του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού.

Πηγή

Συζήτηση-κουβέντα με τον Χρήστο Τσάκαλο

Συζήτηση-κουβέντα με τον Χρήστο Τσάκαλο

Ο αντίλογος της καρμανιόλας...

Συζήτηση-κουβέντα με τον Χρήστο Τσάκαλο ( μέλος της Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς ).

ΣΠΦ

Κυριακή 18:00, στην εκπομπή << Ο Αντίλογος της Καρμανιόλας >>, στον 105fm.

View original post

α-έρως

Για το γράμμα άλφα 😉

sine_lege

αγαπώ το γράμμα άλφα.

τον τελευταίο καιρό θαρρώ πως έχει καθίσει στο ταβάνι του σπιτιού μου και τις νύχτες με κοιτάζει περιπαιχτικά. όχι, δεν μου στερεί τον ύπνο, ούτε μου προκαλεί εφιάλτες, μόνο τρυπώνει παιχνιδιάρικα στη νόησή μου και κατασκηνώνει παρανόμως και ελευθέρως στα όνειρα του μέλλοντός μου. κι εγώ, που δεν θέλω πολύ για να ενθουσιαστώ με κάθε τι που αντιτίθεται στη δράση και προκαλεί αντίδραση, πετάω τη στολή της αστυνομίας της σκέψης, σβήνω αβλεπεί το πρόστιμο της ελεύθερης κατασκήνωσης και κουλουριάζομαι στη φωτιά πλάι στο άλφα μου, ξεκινώντας το τραγούδι.

το άλφα είναι εύηχο, καλπάζει ελεύθερο μέσα σε λέξεις, σκέψεις και τοπία, για να σου θυμίζει ότι πρώτα από όλα και πριν από όλους όταν βγήκες από κάποια μήτρα εκείνο ήρθε και σε συνάντησε, ψιθυρίζοντάς σου άδολα στ’ αυτί, μην με ξεχάσεις όταν κυλήσουν τα χρόνια, να θυμάσαι πάντα ότι εγώ ήρθα και σε σύστησα με την ελευθερία…

View original post 989 more words