Για το “τρίτο κόμμα”

Λαμβάνοντας υπόψιν το μέγεθος της αποχής συν το ποσοστό που ΕΓΩ θεωρώ τους Έλληνες φασίστες αλλά και το τι επικρατεί γενικότερα κοινωνικοπολιτικά σε όλο τον κόσμο αυτη τη στιγμή, το 9,5% της ΧΑ νομίζω οτι είναι πραγματικά πολύ μικρό. Αυτό επιβεβαιώνεται πανηγυρικά δε, αν το ποσοστό αυτό το πάρεις και το συγκρίνεις με τα υπόλοιπα ποσοστά που συγκέντρωσαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα εκάστοτε εγχώρια φασιστικά μορφώματα.
Πραγματικά είναι μηδαμινό το ποσοστό και θα πρότεινα να το δουλέψετε λίγο στο μυαλό σας κάνοντας αριθμητικές πράξεις πρώτα, αλλά και αξιολογώντας όσο το δυνατών αντικειμενικά και ρεαλιστικά τα αυτή τη στιγμή δεδομένα.

Θεωρώ οτι όλος αυτός ο πανικός που αναπαράγεται εδώ και λίγες ώρες, οτι δεν είναι τίποτα περισσότερο απο τη συνέχεια αυτού του προπαγανδιστικού παραμυθιού που το κοινοβουλευτικό σύστημα παπαγαλίζει εδώ και μέρες με μόνο σκοπό να μεταβιβάσει το φταίξιμο για την άνοδο του ναζισμού στον συνειδητοποιημένο κόσμο που αρνείται συνειδητά να συμμετάσχει στο πανηγυράκι των εκλογών.

Οι ναζί δεν είναι “τρίτο κόμμα” αλλά 300.000-400.000 και θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτό το νούμερο και να παρακολουθούμε την κάθε του διακύμανση και όχι σε έναν απρόσωπο “τίτλο” που ως σκοπό έχει να αποπροσανατολίσει και να παράξει κυνδινολογία. Το “τρίτο κόμμα” ως τίτλος σε ένα πανηγύρι που έλαβε χώρα σε ένα κράτος καρνάβαλο και με συμμετοχή κόσμου το 58,54 %, είναι σαν τον τίτλο του “υπάλληλος του μήνα” σε κάποιο αμερικάνικο εμπορικό κέντρο. Δεν πρόκειται για κάποια διεθνή διάκριση.

Όχι οτι έχει κάποια διαφορά έτσι; Ψηφίζατε, η όχι, ακουμπούσε η συμμετοχή το 100% η όχι, οι ναζί συγκέντρωναν 9,5% η όχι…η λύση θα ήταν και ΕΙΝΑΙ πάντα μία. Όσο και να είναι αυτό το ποσοστό αυτό θα τσακιστεί στους δρόμους, θα κρεμαστεί σε πλατείες, θα μπαζώσει πηγάδια και θα επιστρέψει στην υπάρχουσα ύλη μέσω υπογείων στοών. Αλλά πέραν του οτι θα πρέπει να είμαστε συνεπείς σε αυτό μας το ραντεβού, παίζει σημαντικό ρόλο να ξέρουμε ακριβώς με το τι έχουμε να κάνουμε και ακόμη καλύτερα με ΠΟΣΟΥΣ.

ΥΓ. Θα προτιμούσα να έβλεπα περισσότερα status για την “πατρινή κομμούνα” ;-ρ αλλά και για τα ποσοστά των ναζί στην Κρήτη που είναι σαν το μετρό της Θεσσαλονίκης. Φανταστικά! ;-ρρρ

-Άλφα Στερητικό

Τάσος Θεοφίλου – έψιλον φι

1_300x240-21

.

Ο Στέλιος. Στέλιος ή Στελάρας ή Στελάκης. Καμιά φορά και Στελάκος για κάναν καλό γείτονα. Ο Στέλιος είναι μπάτσος. Όχι σαν αυτούς που διαβάζουμε στα νουάρ. Είναι μπάτσος. Όπως τους ξέρουμε. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν μοιάζει με τον αστυνόμο Πάκο Μαρτίνεθ του Μωρίς Αττιά. Τέτοιοι μπάτσοι δεν υπάρχουν. Ο Πάκο Μαρτίνεθ θα μπορούσε να είναι φίλος μας. Δεν μοιάζει ούτε με μπάτσος του Ελλρόυ. Τέτοιοι μπάτσοι φυσικά και υπάρχουν αλλά η κατάρα που τους περιβάλλει είναι πολύ λυρική για να είναι πραγματική. Δεν είναι ούτε ο αστυνόμος Χαρίτος του Μάρκαρη. Δεν υπάρχει μπάτσος με τέτοιο χιούμορ.


Ο Στέλιος ξυπνάει μέσα στο άγριο χάραμα για να πιάσει δουλειά. Έξι βγαίνει για περιπολία και κάνα μισάωρο πιο πριν για τα διαδικαστικά. Κρυώνει και το στόμα του μυρίζει λες και τον τάιζαν σκατά όλο το βράδυ. Νοιώθει νύστα. Νύστα βαριά. Τον περιμένει δύσκολη μέρα. Πρέπει να οδηγάει την μηχανή για ατελείωτες ώρες κουβαλώντας μαζί με την βαριά του εξάρτηση και τον συνάδελφο του. Ατελείωτες ώρες να οδηγάει και να κυνηγάει το έγκλημα παίζοντας την ζωή του κορώνα γράμματα. Και σαν να μην φτάνει αυτό από μόνο του, έχει και τους φυσιολογικούς να τον αποκαλούν μπάτσο, γουρούνι και δολοφόνο. Γιατί αυτός δεν είναι κανένα πλουσιόπαιδο όπως οι αναρχοσυριζαίοι που τους τα σκάνε οι μπαμπάδες τους για να καίνε τις περιουσίες του κοσμάκη. Αυτός πρέπει να δουλέψει για να τα καταφέρει.


Ξεκινάει για δουλειά. Συναντάει τον Θανάση και τον Στρατή. Τον βλέπουν από μακριά. Του λένε: που είσαι παιχταρά μου. Του είπαν που είσαι παιχταρά μου. ΤΟΥ ΕΙΠΑΝ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΧΤΑΡΑ ΜΟΥ! Ω μον ντιε. Ω μι τζι! Έχουν μάθει να μιλάνε μόνο με ετοιματζίδικους διαλόγους. Από διαφημίσεις. Από αθλητικές εφημερίδες. Από σοφίες κάποιου ανώτερου ή κάποιου μπάρμπα τους. Ο Θανάσης και ο Στρατής είναι συνάδελφοι του. Είναι τα αδέρφια του. Είναι τα παιδιά που δουλεύουν μαζί. Είναι αυτοί που θα φάνε για πάρτη του την σφαίρα. Τους αρέσει η δουλειά τους. Το μόνο τους παράπονο είναι πως ούτε οι μισές συλλήψεις τους δεν μπαίνουν φυλακή. Το παράπονο τους είναι πως δεν είναι αρκετός κόσμος στην φυλακή.


Ξεκινάνε για δουλειά. Βγαίνουν παγανιά. Βγαίνουν να γαμήσουν ζωούλες. Η αίσθηση ότι ανήκουν σε κάποια συντεχνία εξουσίας τους δίνει μια πολύ περίεργη ψυχολογία. Εκρηκτική. Επικίνδυνη. Μισούνε. Μισούν τους πλούσιους επειδή είναι ανάξιοι, μισούν τους φτωχούς επειδή είναι τεμπέληδες, μισούν τους Αλβανούς επειδή πήραν τις δουλειές από τους Έλληνες, μισούν τους Πακιστανούς επειδή αντί να δουλεύουν πλένουν τζάμια, μισούν τους πολίτες επειδή τους μισούν κι αυτοί, μισούν τους Εβραίους επειδή κυβερνούν τον κόσμο, μισούν τους Παλαιστίνιους επειδή είναι τρομοκράτες. Οι ειδικοί φρουροί μισούν τους απόφοιτους των σχολών και αντίστροφα. Οι ΔΙΑΣ την Άμεση Δράση και αντίστροφα. Οι γραφιάδες τις περιπολίες και αντίστροφα. Οι ανώτεροι τους κατώτερους και αντίστροφα. Μισούν τους δικαστές επειδή δεν φυλακίζουν όλες τις συλλήψεις τους. Μισούν τους δικαστές επειδή καταδίκασαν τον Κορκονέα. Μισούν αυτόν που κλέβει τράπεζες. Μισούν τις τράπεζες επειδή κλέβουν. Μισούν αυτόν που γίνεται κλέφτης για λίγα ευρώ. Είναι υπερήφανοι που οι ίδιοι κάνουν κάτι σιχαμερό για λίγα ευρώ.
  
Ξεκινάνε. Οδηγούνε. Επιτηρούνε. Είναι σε εγρήγορση. Ότι δεν ταιριάζει με την εικόνα πρέπει να εξουδετερωθεί. Σκανάρουν πίσω από τα κράνη τους. Δεν βλέπουν ανθρώπους. Βλέπουν στόχους. Ένας Πακιστανός περπατάει. Τον βλέπουν σε τεταρτημόρια. Κοιτιούνται. Αποφασίζουν: ας τον γαμήσουμε. Κατεβαίνουν από τις μηχανές. Τον περικυκλώνουν. Παίρνουν  στάση επιχείρησης. Στάση αν κουνηθείς σε γαμήσαμε. Ελαφρώς ανοιχτά πόδια. Διεκδικούν περισσότερο εκτόπισμα από αυτό που τους αναλογεί.. Του λένε: έχεις χαρτιά ρε; Ο πακιστανός σουφρώνει. Τους τα δείχνει. Βάζουν χειρουργικά γάντια. Τον ψάχνουν. Βρίσκουν μια φωτογραφία της γυναίκας του. Την κοιτάνε. Την δείχνει ο ένας στον άλλον. Ο Πάκης χαμογελάει αμήχανα. Τον ψάχνουν κι άλλο. Βρίσκουν ένα εικοσάευρω. Τον ρωτάνε από πού το έκλεψε. Το τσεπώνουν. Τα κατάσχουν. Του λένε πως είναι τυχερός που έχει χαρτιά. Του λένε να φύγει από την Ελλάδα. Να φύγουν όλοι τους να ξεβρομίσει ο τόπος. Ανεβαίνουν στις μηχανές. Φεύγουν.


Αράζουν στον ήλιο. Καπνίζουν. Μιλάνε για την κατάντια της κοινωνίας και την καταστροφή του κοινωνικού ιστού. Μιλάνε για την αστυνομία παλιά. Για την κοινωνία παλιά. Τότε που η κοινωνία σε έβλεπε αλλιώς. Που δεν ήταν απέναντί σου. Τότε που με τους κύριους ήσουνα κύριος και με τους μάγκες ήσουν μάγκας. Τώρα σε θέλουν φλώρο όπως είναι και αυτοί. Τώρα δεν τολμάς να σταματήσεις να φας και σε βγάζουν στην τηλεόραση. Σε αποτάσσουν και σε διασύρουν για το παραμικρό δήθεν παράπτωμα και οι συνδικαλιστές στον κόσμο τους. Πότε ήταν καλύτερα; Πότε ένιωθαν πιο ασφάλεια; Τότε ή τώρα; Τότε πέθαινε στο καθήκον ένας συνάδελφος και η κοινωνία μιλούσε ένα μήνα. Τώρα στα ψιλά αν το θυμηθούνε. Έχουν κάνει τους πολίτες να ζητάνε το αυτονόητο. Την ασφάλεια…


Μιλάνε για τους μετανάστες. Λένε: Να γίνει δημοψήφισμα, να ψηφίσουμε οι Έλληνες αν θέλουμε τους αλλοδαπούς στην χώρα, όπως τόοοοσα χρόνια ψηφίζουμε και ψηφίζουμε αυτούς τους άχρηστους αλήτες που μας κυβερνούν. Να τους εκβιάσουμε, κανένας Έλληνας να μην πάει να ψηφίσει στις επόμενες εκλογές, αν δεν γίνει πρώτα δημοψήφισμα για τους αλλοδαπούς είτε έχουν πράσινη ή κόκκινη ή μπλε κάρτα! Να φύγουν όλοι άμεσα. Λένε: Ελάχιστοι είναι αυτοί που τους θέλουν στην Ελλάδα μας. Κάποιοι πλούσιοι που τους βάζουν να τους υπηρετούν, κάποιοι ακροαριστεροί, κάποιοι ανθέλληνες. Λένε: Όλοι αυτοί που τους θέλουν εδώ λοιπόν να τους πάρουν στις υπερπολυτελής βίλες τους. Λένε επίσης: Όλοι αυτοί προέρχονται από χώρες όπου η ανθρώπινη ζωή έχει πολύ μικρή αξία και οι δεκάδες θάνατοι από καμικάζι, εκρήξεις παγιδευμένων αυτοκινήτων, αντεκδικήσεων, αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς τους. Αφού δεν αποφασίζουμε να τους τσουβαλιάσουμε σε ένα καράβι και να τους στείλουμε πίσω και να θωρακίσουμε τα σύνορα μας, τέτοια φαινόμενα θα αυξάνονται καθημερινά.


Ανεβαίνουν στις μηχανές. Ξεκινάνε. Δυο νεαροί σε ένα πάρκο. Στην θέα τους κάνουν μια απότομη κίνηση. Συναγερμός. Πλησιάζουν με τις μηχανές. Τους περικυκλώνουν. Τους ζητάνε ταυτότητες. Τους ρωτάνε τι κάνανε εκεί. Τι κρύψανε. Αν πίνανε τσιγάρα. Οι νεαροί τρέμουν. Λένε όχι. Ο ένας πάει να πιει μια γουλιά νερό από το μπουκαλάκι του. Ο Στελάρας κατεβάζει χαστούκι. Παίρνει μπουκάλι, χέρι, μάγουλο. Όλα παραμάζωμα. Γκαρίζει: Όταν σου μιλάει η αστυνομία θα στέκεσαι προσοχή! Οι συνάδελφοι, ο Στρατής και ο Θανάσης ψάχνουν για πειστήρια. Μπίνγκο! Βρίσκουν ένα μπαφάκι. Άσκαστο. Με το φιτιλάκι να χαμογελάει. Χαμογελάνε και αυτοί. Γκαρίζουν: Τι είναι αυτό; Τους παίρνουν τα χέρια και τους τα στρίβουν. Τα χέρια γυρίζουν αυτόματα πίσω από την πλάτη. Τους περνάνε τα βραχιόλια. Είναι η αγαπημένη τους κίνηση. Κάθε φορά την βγάζουν και πιο βελτιωμένα. Φωνάζουν περιπολικό. Τους μαζεύει.


Κάνουν βόλτες. Κάνουν διάλυμα. Καπνίζουν. Τρώνε. Τρώνε πίτα γύρο με κρεμμύδι και τζατζίκι επειδή το σκόρδο κάνει καλό. Κουβεντιάζουν. Αναρωτιούνται για ποιον στον πούτσο λόγο κάποιος πρέπει να είναι σωστός αστυνομικός την σήμερον ημέρα. Αφού κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να τραυματιστεί η να πεθάνει και δεν πληρώνεται ανάλογα. Αν και το επάγγελμα είναι πολύ επικίνδυνο, δεν παίρνει επίδομα για αυτό. Οι συνδικαλιστές του κλάδου είναι πουλημένοι. Θα αποκτήσει τόσα νεύρα που στο τέλος θα την πληρώνει η οικογένεια του. Είναι σάκος του μποξ για πολιτικές σκοπιμότητες. Κινδυνεύει από ληστές τραπεζών επειδή οι τράπεζες δεν φροντίζουν για την ασφάλειά τους. Κινδυνεύει από αναρχικούς που θα είναι πάντα ελεύθεροι με μπαμπάδες βουλευτές και αντιπροέδρους. Αυτός βάζει το τομάρι του στον ντορβά για να συλλάβει και οι δικαστές τους βγάζουν αθώους. Οι δημοσιογράφοι τους τσακίζουν γιατί πουλάει οι πολιτικοί τους τσακίζουν γιατί συμφέρει. Οι πολίτες δεν τους εκτιμούν. Και πόσα μα πόσα άλλα μπορείς να πεις σχετικά.


Δεν ξέρουν. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως ένας αστυνομικός δεν είναι καλός ή κακός. Πως ένας μπάτσος δεν έχει δίκαιο ή άδικο. Δεν μπορεί να είναι τίμιος ή λαμόγιο. Ένας μπάτσος απλά είναι φτιαγμένος από κατώτερης ποιότητας υλικό. Αυτό είναι όλο. 


Κάνουν βόλτες. Βλέπουν έναν παπάκια με το κράνος στο χέρι. Τον σταματάνε. Τον ψάχνουν. Τον ελέγχουν. Τίποτα. Ο Στελάρας του λέει: Γιατί δεν φοράτε κράνος κύριε; Ο παπάκιας λέει: νόμιζα πως πρέπει απλά να το φέρω. Ο Στελάρας λέει: ο νόμος έχει αλλάξει κύριε πρέπει να το φοράτε. Ο παπάκιας λέει: δεν το ήξερα. Ο Στελάρας λέει: η άγνοια του νόμου δεν αναιρεί το άδικο της πράξης. Ο Στελάρας ένοιωσε όπως τότε στο σχολείο. Τότε που είχε πει σωστά το πυθαγόρειο θεώρημα. Τον αφήνει να φύγει φανερά ικανοποιημένος με την μεγαλοψυχία του.


Πριν ξεκινήσει για την τελευταία του βόλτα χτυπάει το τηλέφωνο του. Το σηκώνει. Λέει: έλα μάνα. Ε, τι να κάνω; Στη δουλειά είμαι. Το ψωμί μου προσπαθώ να βγάλω ρε μάνα…   

 

.

ΠΗΓΗ: http://paranoiriko.blogspot.gr/2012/03/blog-post.html

Joshua Bell: Ένας βιολιστής στο μετρό…

08-Bell-Isserlis-Varjon-foto-Zeneakademia-Mohai-Balazs

.

Όπως θα δείτε και στο video που ακολουθεί, ένας άντρας ξεκίνησε να παίζει το βιολί του σε κεντρικό σταθμό του μετρό. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους. Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός.

Περισσότερο από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα αγόρι,περίπου τριών χρονών, το οποίο ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του το τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι,χωρίς καμία εξαίρεση, τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν μόνο 6 άνθρωποι, ενώ περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση.

Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια. Ο Bell αμείβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό!

Το συγκεκριμένο πείραμα, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;» Δείτε το video παρακάτω.. μια και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον..

 

ΠΗΓΗ: http://thevoyager.gr/2009/01/24/joshua-bell-metro/

Τσαρλς Μπουκόφσκι – Για τους μπάτσους

Bukowski-Banner

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Ερωτικές Ιστορίες καθημερινής τρέλας” από την ιστορία με όνομα “Ο μεγάλος γάμος Ζεν” που βρίσκεται στη σελίδα 149 και ο Μπουκόφσκι περιγράφει το γεγονός μιας σύλληψης του από τους μπάτσους. Νομίζω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρων γιατί μέσω της αφήγησης του αφήνει αρκετές και έξυπνες αιχμές κάνοντας ολοφάνερη την απέχθεια που  ο ίδιος ένιωθε για το σύστημα και την εξουσία του.

[…] Και να ‘τοι μπροστά μου. Μέρος της παράλογης οικογενειακής δομής του κόσμου. Στην πραγματικότητα τρελοί, χωρίς ν’ αναρωτιούνται για ποιο λόγο κάνουν αυτά που κάνουν. Άφησαν το διπλό κόκκινο φως ανοιχτό όταν παρκάρισαν. Βγήκαν ο ένας κρατούσε φακό.
«Μπουκόφσκι» είπε αυτός με το φακό «σου είναι αδύνατο να μην μπλέκεις σε φασαρίες, έτσι;»
Ήξερε το όνομά μου από παλιά, από άλλες φορές.
«Κοίταξε» είπα. «Απλώς και μόνο σκόνταψα. Ποτέ δε χάνω τα λογικά μου και τη συνοχή μου. Δεν είμαι επικίνδυνος. Γιατί δε με βοηθάτε να πάω σπίτι μου; Τριάντα γιάρδες από δω. Να πέσω στο κρεβάτι μου, να κοιμηθώ να μου περάσει. Δε νομίζετε κι εσείς ότι αυτό θα ‘ταν το πιο σωστό;»
«Κύριε, δύο κυρίες ανέφεραν οτι προσπαθήσατε να τις βιάσετε».
«Κύριοι, ποτέ δε θα προσπαθούσα να βιάσω δυο κυρίες ταυτόχρονα».
Ο ένας μπάτσος έριχνε συνέχεια στο πρόσωπό μου τον ηλίθιο φακό του. Τον έκανε να αισθάνεται ανώτερος.
«Τριάντα γιάρδες ως την ελευθερία! Δεν το καταλαβαίνετε αυτό;»
«Είσαι το πιο αστείο θέαμα, στην πόλη, Μπουκόφσκι. Δώσε μας ένα καλύτερο άλλοθι».
«Λοιπόν, να δούμε – αυτό το πράγμα που βλέπετε κουλουριασμένο στο πεζοδρόμιο είναι το τελικό προϊόν ενός γάμου, ενός γάμου Ζέν».
«Θες να πεις ότι βρέθηκε γυναίκα που προσπάθησε να παντρευτεί εσένα;»
«Όχι εμένα ρε μαλάκα…»
Ο μπάτσος κατέβασε το φακό στη μύτη μου.
«Απαιτούμε σεβασμό στους εκπροσώπους του νόμου».
«Συγνώμη. Μου διέφυγε προς στιγμήν».
Το αίμα έτρεχε στο λαιμό μου και στο πουκάμισό μου. Ήμουν πολύ κουρασμένος – απο τα πάντα.
«Μπουκόφσκι» είπε ο μπασκίνας με το φακό, «γιατί δεν κόβεις τις φασαρίες;»
«Αφήστε τις μαλακίες» είπα «και πάμε στη φυλακή».
Μου έβαλαν τις χειροπέδες και μ’ έριξαν στην πίσω θέση.
Παλιό, γνωστό, θλιμμένο σκηνικό.

Οδηγούσαν αργά, μιλώντας για διάφορα πιθανά και παρανοϊκά πράγματα – όπως για την επέκταση της μπροστινής βεράντας, για την πισίνα, το δωμάτιο για τη γιαγιά. Κι όταν έφταναν στα σπορ -εκεί φάνηκε πόσο πραγματικοί άντρες ήταν- δώσ’ του να λένε, οι Ντότζερς είχαν ακόμα μια ευκαιρία παρα τις δύο τρεις άλλες ομάδες που τους περνούσαν. Κι ύστερα πάλι για την οικογένεια – ε, αν οι Ντότζερς κέρδιζαν, ήταν σαν να κέρδιζαν αυτοί. Όταν ένας άνθρωπος προσγειωνόταν στο φεγγάρι, ήταν σαν να προσγειώνονταν κι αυτοί μαζί του. Αλλά, όταν ένα μισοπεθαμένο ερείπιο χωρίς ταυτότητα τους ζητάει μια δεκάρα, γαμήσου τσογλάνι. Εννοώ, όταν φορούν τα πολιτικά τους. Δεν υπήρξε ποτέ ερείπιο να ζητήσει βοήθεια από μπασκίνα με στολή. Το μητρώο μας ήταν καθαρό.

Με έσπρωξαν στον αλευρόμυλο. Ενώ βρισκόμουν τριάντα γιάρδες από την πόρτα μου. Ενώ ήμουν ο μόνος άνθρωπος σ’ ένα σπίτι με πενήντα πέντε άτομα.
Και να ‘μαι για μια ακόμη φορά, στη μεγάλη ουρά, των κατά κάποιο τρόπο ενόχων. Οι νεαροί δεν ήξεραν τι τους περίμενε. Τα ‘χαν κάπως μπερδεμένα μ’ εκείνο που ονομάζεται ΣΥΝΤΑΓΜΑ και τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ. Οι νεαροί μπάτσοι στην πόλη και στην κομητεία εκπαιδεύονταν με τους μεθυσμένους. Έπρεπε ν’ αποδείξουν ότι είχαν προσόντα. Τους είδα να βάζουν έναν τύπο στο ασανσέρ και να τον ανεβοκατεβάζουν πάνω κάτω πάνω κάτω – όταν βγήκε δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι η τι ήταν: ένας μαύρος που κραύγαζε για τ’ Ανθρώπινα Δικαιώματα. Μετά καταπιάστηκαν μ’ ένα λευκό που φώναζε για τα ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ τον άρπαξαν τέσσερις πέντε και τον σέρναν τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να περπατήσει, τον έφεραν πίσω, τον ακούμπησαν στον τοίχο, και στεκόταν εκεί τρέμοντας, μ’ εκείνα τα κόκκινα σημάδια σ’ όλο του το κορμί, στεκόταν εκεί τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.
Πάλι με φωτογράφισαν πάλι μου πήραν δακτυλικά αποτυπώματα.

Με κατέβασαν στη χαβούζα των μεθυσμένων, άνοιξαν την πόρτα. Και μετά απ’ όλα αυτά, το μόνο πρόβλημα είναι να βρεις μια θέση ανάμεσα στους εκατόν πενήντα άντρες. Ένα τεράστιο καθίκι. Ξερατά και κατρουλιά παντού. Βρήκα ένα χώρο ανάμεσα στους συνανθρώπους μου. Ήμουν ο Τσαρλς Μπουκόφσκι με μια θέση στα λογοτεχνικά αρχεία του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα. Κάποιος εκεί, με θεωρούσε μεγαλοφυΐα. Τεντώθηκα πάνω στις σανίδες. Άκουσα μια νεανική φωνή. Φωνή αγοριού.
«Μπάρμπα, με μισό δολάριο σου κάνω πίπα!»
Υποτίθεται ότι σου έπαιρναν όλα τα χρήματα, λογαριασμούς, ταυτότητες, κλειδί, μαχαίρια κ.λ.π. ακόμα και τα τσιγάρα και έδιναν απόδειξη. Που συνήθως έχανες, ή πουλούσες ή στην έκλεβαν. Άλλα πάντα κυκλοφορούσαν λεφτά και τσιγάρα.
«Λυπάμαι, παλικάρι μου, μου τα πήραν μέχρι δεκάρα» του είπα.
Τέσσερις ώρες αργότερα κατόρθωσα να κοιμηθώ. […]

Νίκος Ρωμανός «Η πολεμική της αξιοπρέπειας»

«Και κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο προσωπικά.

‘Όπως ο δήμιος… πότιζα εγώ τα ρόδα της συμπόνιας μες στον ύπνο τους εγώ, ένας άρρωστος εκ πεποιθήσεως, ένας ιδιοφυής της δυστυχίας (που τίναξα κάποτε τα μυαλά μου για μία ωραιότερη εποχή) κι ίσως τα δάκρυα μας πηγαίνουν πιο μακρία από τα όνειρα.

Καθώς βράδιαζε έπρεπε να ξαναβρίσκω όλη μου την αθωότητα για να μπορούνε τα άστρα να ‘ναι εκεί στην ώρα τους.

Και συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με τον φόβο ή την τύψη μα πιο πολύ με τ’ όνειρο»

Τάσος Λειβαδίτης

.

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να ρίξει γέφυρες επικοινωνίας με όλους τους συντρόφους που διατηρούν το στοίχημα της καταστροφής ανοιχτό, να δώσει ζωή στις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου που μέσα από αυτές τις γραμμές ταξιδεύουν και συναντιούνται με ανθρώπους που όπως και εγώ πιστεύουνε πως μονάχα μέσα από συνεχή αγώνα μπορούμε να κερδίσουμε πίσω την ζωή μας με τους δικούς μας όρους.

Έναν συνεχή αγώνα που εκδηλώνεται με χίλιους διαφορετικούς τρόπους που κατευθύνονται σε έναν σκοπό.

Με οργισμένες φωνές και συγκρούσεις στις διαδηλώσεις, με μολύβι και χαρτί πάνω στα οποία αποτυπώνονται επικίνδυνες σκέψεις, με συζητήσεις και εκμυστηρεύσεις με τις οποίες χτίζονται συντροφικές σχέσεις ζωής, με όπλα, με βόμβες και με φωτιά που εκδικούνται έναν ολόκληρο κόσμο που μας έριξε στο κενό.

Ένα απελπισμένο ταξίδι ελευθερίας με συνοδοιπόρους το πείσμα και την «τρέλα» όλων εκείνων που αποφάσισαν να ρισκάρουν και να βαδίσουν ενάντια στις πιθανότητες πολεμώντας την ίδια τους την μοίρα.

Σε αυτό το ταξίδι, η ατομικότητα είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο οικοδομείται η απελευθερωτική πάλη, όντας η πνευματική βάση με την οποία συλλογικοποιούνται οι ανατρεπτικές διαθέσεις πρέπει να απορρίψει λογικές αυθεντίας και να αφεθεί στην καταιγίδα των μεγάλων εσωτερικών αλλαγών που εξωτερικεύονται μέσω της εξέλιξης στην πράξη.

Γνωρίζοντας πως είμαστε μολυσμένοι από τα κατάλοιπα ενός άρρωστου κόσμου οι εσωτερικές συγκρούσεις που διεξάγονται στην ξέφρενη πορεία της ζωής μας είναι μάχες ενάντια στην καθημερινή αλλοτρίωση που δεχόμαστε ζώντας μέσα σε εχθρικά περιβάλλοντα. Η απέχθεια για τις συμβάσεις που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε για να επιβιώσουμε, ο προβληματισμός για τα αδιέξοδα που παραμονεύουν, ο πόλεμος ενάντια στον φόβο, η σκληρή παραδοχή ότι ο κόσμος του αγώνα δεν είναι τελικά τόσο «καθαρός» όσο θέλει να φαίνεται.

Γιατί οι αναρχικοί δεν είναι ούτε στρατιώτες που θυσιάζονται για ένα σκοπό, ούτε θεματοφύλακες μίας δήθεν υποκειμενικής αλήθειας που επιβάλλεται ως η μόνη αντικειμενική. Μακριά από μένα το επαναστατικό μάρκετινγκ και το προφίλ του πιο σκληρού, του πιο «κακού», του ποιος είναι ποιο επαναστάτης.

.

«Μερικά σχόλια σχετικά με τις νέες διώξεις…»

Πριν κάποιο καιρό μου ήρθε κλήση για να παραστώ στους ιεροεξεταστές Μόκα- Νικόπουλο ώστε να απολογηθώ για μια νέα υπόθεση με βάση τα ευρήματα από τα σπίτια που εισβάλανε οι μπάτσοι μετά την σύλληψη μας.

Η υπόθεση αυτή αφορά την συμμετοχή μας σε εμπρησμούς και ληστείες τραπεζών με βάση «ταυτοποιημένα» DNA και δήθεν αναγνωρίσεις τραπεζικών υπαλλήλων.

Όσον αφορά εμένα δεν κατηγορούμαι για κάποια από τις ληστείες τραπεζών παρά μόνο για εμπρηστικές επιθέσεις από την FAI- Φωτιές στον Ορίζοντα, FAI- Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα, Πύρινες Σκιές και την Μαχόμενη Μειοψηφία.

Ταυτόχρονα με βάση ένα αποτύπωμα μου σε ένα μπουκάλι μπύρας στο σπίτι παραγωγής νέων διώξεων στο Χαλάνδρι σχηματίζεται νέα δικογραφία για μένα και προφυλακίζομαι (αφού δεν εμφανίστηκα στους ανακριτές για να απολογηθώ) για 4η φορά (*) για τις τρεις βομβιστικές επιθέσεις της Σ.Π.Φ. (Κατσέλη, Χυνοφώτης, Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης).

Το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια έχει εγκαινιάσει μια νέα κατασταλτική τακτική εναντίων των αναρχικών αιχμαλώτων. Τεμαχίζει τις εκάστοτε υποθέσεις σχηματίζοντας διαρκώς νέες δικογραφίες με στόχο να εξασφαλίσει όσες περισσότερες και μεγαλύτερες καταδίκες μπορεί από την κάθε υπόθεση ώστε να παρατείνει στο μέγιστο τον χρόνο παραμονής μας στην φυλακή. Άλλωστε την στιγμή που μιλάμε κρατούμαστε με τριπλές, τετραπλές έως και εξαπλές προφυλακίσεις. Έτσι από την μια εφαρμόζεται στην πράξη η πολύχρονη φυλάκιση χωρίς δίκη ξεπερνώντας τα νομικά εμπόδια του πρόσφατου παρελθόντος και από την άλλη προετοιμάζεται η ποινική εξόντωση μας με δεκάδες χρόνια φυλακής από την κάθε υπόθεση.

Ακριβώς πάνω σε αυτό το γεγονός, δηλαδή στην σκλήρυνση της ποινικής καταστολής έχει ιδιαίτερη σημασία να επιμείνουμε στις αντιδικαστικές πρακτικές μας αποφεύγοντας την παγίδα της επίκλησης των δικαιωμάτων μας και των νομικών μας υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος.

Όπως συμβαίνει και με κάθε αναρχική δράση έτσι και τώρα η αξία της επιλογής συγκρούεται με τις συνέπειες ανοίγοντας αντιθεσμικά ρήγματα στην κοινωνική μηχανή. Με σημαντική εξαίρεση όταν προκύπτουν πιθανότητες άμεσης απελευθέρωσης όπου η στρατηγική της άμεσης εξαπάτησης του εχθρού υπερβαίνει την πολιτική ήττα μιας μακροχρόνιας πολιτικής ηττοπάθειας.

Το κράτος βλέπει ότι παρά την αιχμαλωσία μας δεν είμαστε διατεθειμένοι να υψώσουμε λευκή σημαία, ούτε να στρογγυλέψουμε τις προθέσεις μας και συνεχίζουμε να στηρίζουμε και να προωθούμε την βίαιη επίθεση εναντίων του μέσα και έξω από τα τείχη, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Με βάση αυτή μας την απόφαση λοιπόν συνεχίζει την κατασταλτική του επίθεση τροποποιώντας τα μέσα που χρησιμοποιεί. Από το κυνήγι της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και των μπάτσων, στις συνεχείς αντιτρομοκρατικές διώξεις, τις χιλιάδες σελίδες δικογραφιών, τα ειδικά δικαστήρια και προσεχώς τις ειδικές συνθήκες κράτησης. Από την αστυνομική στην αναβαθμισμένη ποινική καταστολή.

Η καταστολή του κράτους, δηλαδή η επιλογή του να σπείρει τον φόβο με κάθε πιθανό τρόπο κερδίζει έδαφος μονάχα όταν βρεθεί αντιμέτωπη με την απάθεια και την παραίτηση. Αυτές είναι οι επιλογές των θρασύδειλων και ηλίθιων σύμμαχων του εξουσιαστικού συμπλέγματος που επιβραβεύονται.

Για αυτό και η καπιταλιστική κοινωνία θρέφει με τις αιμοβόρες αξίες της ανθρώπους ανίκανους, άπληστους και υποκριτές πνιγμένους στην σύγχυση και την εξατομίκευση του σύγχρονου κόσμου.
Ακριβώς για αυτό αντιτάσσουμε την όξυνση του αγώνα μέσα στον οποίο γεννιούνται ελεύθερα συναισθήματα και ανθρώπινες σχέσεις απαλλαγμένες (στο βαθμό του εφικτού) από την κυρίαρχη κουλτούρα.

Έτσι πιστεύω ότι ακόμα και σαν αιχμάλωτοι δεν πρέπει να σταματάμε να παράγουμε επιθετικό αναρχικό λόγο, να απαξιώνουμε τις δικαστικές παρωδίες, να επικοινωνούμε τις σκέψεις μας προωθώντας την αναρχική αλληλεγγύη που εκφράζεται από τους συντρόφους εκτός των τειχών. Η καταστολή θα νικήσει μονάχα αν παραιτηθούμε από την μάχη εναντίων του εξουσιαστικού συμπλέγματος.

Εξάλλου δεν αναζητούμε οδό διακριτικής απεμπλοκής από τον πόλεμο εναντίων της εξουσίας, αν επιθυμούσαμε κάτι τέτοιο το μόνο σίγουρο είναι ότι το κράτος ευχαρίστως θα μας την προσέφερε αποβλέποντας στον «σωφρονισμό» μας. Το μόνο το οποίο αναζητούμε είναι δρόμοι διαφυγής από το σημείο της εκάστοτε μάχης. Για να συνεχίσουμε ανυποχώρητα τον αγώνα εναντίων του κοινωνικού συστήματος.

Πέρα από τα πολιτικά συμπεράσματα του καθενός το μόνο σίγουρο είναι ότι όσοι σύντροφοι επιθυμούν να εμπλακούν ενεργά στον αναρχικό αγώνα, πρέπει να μελετήσουν τα λάθη που γίνονται και να βρεθούν ένα βήμα μπροστά από τον εχθρό, σχεδιάζοντας με μεγάλη προσοχή και υπομονή τις επόμενες κινήσεις τους. Να αποφεύγουν όσο το δυνατόν τις βιαστικές κινήσεις χωρίς όμως να οδηγούνται στην αδράνεια. Γιατί όσοι βρεθούν στην κοιλιά του Λεβιάθαν και επιθυμήσουν να παραμείνουν αμετακίνητοι στις αξίες τους θα πρέπει να φτύσουν αίμα για να τον αναγκάσουν να ανοίξει το στόμα του. Το βέβαιο είναι ότι η εποχή της κρατικής ανοχής τελείωσε.

.

«Ανάληψη ευθύνης- Μιλώντας με πράξεις…»

Επιστρέφοντας στο ειδικό ζήτημα του κειμένου, σχετικά με τις νέες διώξεις και την κλήση για απολογία. Η στάση μου προς τους ανακριτές ήταν, είναι και θα είναι ίδια και απαράλλακτη. Αρνούμαι να ανοίξω διάλογο με την δικαστική μαφία, αρνούμαι να απολογηθώ στους δήμιους μου. Μια στάση που φτύνει κατάμουτρα την εξουσία των κουστουμιών τους και επιμένει πως ο αγώνας μέσα από τα δεσμά της αιχμαλωσίας συνεχίζεται.

Η καταστολή τους θα βρίσκει για πάντα εμπόδιο τις επαναστατημένες συνειδήσεις μας, η εξέγερση μας θα νικήσει τον φόβο, το χάος και η αναρχία είναι αναπόφευκτα.

Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για την συμμετοχή μου στις αναρχικές εμπρηστικές ομάδες FAI-Φωτιές στον Ορίζοντα, FAI- Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα και Μαχόμενη Μειοψηφία. Στόχος των συγκεκριμένων αναρχικών ομάδων ήταν να συνεισφέρουν στην διάχυση της επαναστατικής βίας και να αναδείξουν ότι μπορεί να υπάρξει δράση ακόμα και με τα πιο απλά και προσβάσιμα στον καθένα μέσα. Αρκεί να υπάρχει θέληση και διάθεση να επιτεθείς εναντίων των καταπιεστών σου.

Η ανάληψη ευθύνης είναι για μένα ένας τρόπος να συνεχίζω να μιλάω με πράξεις μέσα από τα δεσμά της αιχμαλωσίας, να υπερασπιστώ την αναρχική εμπρηστική δράση ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολύμορφου αγώνα, να δώσω ξανά ζωή σε κείμενα που γράφτηκαν μέσα σε χώρους που καταζητούνταν από την έννομη τάξη, μαζί με όμορφα σχέδια και πολλές ελπίδες. Κείμενα που για μένα κουβαλάνε ένα κομμάτι του εαυτού μου από την διαδρομή μου στην αναρχική παρανομία και που θεωρώ ότι αξίζει να τα υπερασπιστώ πολιτικά στην παρούσα συνθήκη.

Εκτός όμως από αυτό η επιλογή της ανάληψης ευθύνης έχει και ορισμένους πολιτικούς στόχους ιδιαίτερης σημασίας.

Αρχικά έχει στόχο να υψώσει ένα τείχος προστασίας γύρω από συντρόφους και αγαπημένα πρόσωπα εμποδίζοντας την εκδικητική εξάπλωση των διώξεων για συμμετοχή στις παραπάνω ομάδες με το πρόσχημα ότι η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη πράγμα που είδη έχει γίνει σε ένα βαθμό καθώς πολλοί σύντροφοι μου συμπεριλαμβάνονται ως κατηγορούμενοι για συμμετοχή σε αυτές τις ομάδες.
Συγκεκριμένα λοιπόν πέρα από την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου αναλαμβάνω και την ποινική ευθύνη για τις εμπρηστικές επιθέσεις με βάση τις οποίες έχει σχηματιστεί δικογραφία, στην δημοτική αστυνομία της Κυψέλης, στην επενδυτική εταιρία Trastor και στο σπίτι του πρώην Υπουργού Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας Γιάννο Παπαντωνίου.

Με μια απλή μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας είναι φανερό ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν από ένα μόνο άτομο.

Τόσο τα βίντεο όσο και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων σε κάθε μια από τις υποθέσεις αναφέρονται σε ένα άτομο που ήμουν εγώ πράγμα που αποδεικνύει και τον ισχυρισμό μου. Όπως λοιπόν αναλαμβάνω την ευθύνη για τις παραπάνω επιθέσεις ξεκαθαρίζω ότι δεν συμμετείχα στο εμπρησμό του αμαξοστασίου της ΕΘΕΛ ούτε στις εμπρηστικές επιθέσεις που πραγμάτωσαν οι Πύρινες Σκιές.

Ο λόγος που δημόσια τοποθετούμαι πάνω σε αυτό είναι γιατί πιστεύω ότι έχει σημασία να αναδείξω τον τρόπο που οι αστυνομικές αρχές χρησιμοποιούν την νέα καταστολή μέσω του DNA για να ενοχοποιήσουν συντρόφους αιχμάλωτους και μη δημιουργώντας μια βιομηχανία διώξεων που βασίζεται στην αυθεντία της επιστημονικοφανούς αντικειμενικότητας του DNA. Είναι προφανές ότι η δημόσια άρνηση μου καμία σχέση δεν έχει με το να αποφύγω τις ποινικές ευθύνες καθώς γίνεται ταυτόχρονα με την ανάληψη ευθύνης για επιθέσεις εναντίων της κυριαρχίας.

Στόχος μου είναι να δημιουργηθεί μια καθαρή παρακαταθήκη, ώστε να καταδειχθεί ο τρόπους που οι μπάτσοι φυτεύουν τον μαγικό επιστημονικό τους σπόρο για να καταδιώξουν αναρχικούς αρκεί η αστυνομία να γνωρίζει την ταυτότητα τους και να θέλει να τους στοχοποιήσει. Με τρανταχτά παραδείγματα την καταδίκη των συντρόφων Τάσο Θεοφίλου και Μπάμπη Τσιλιανίδη, αλλά και την δίωξη εναντίων του καταζητούμενου συντρόφου Νίκου Μαζιώτη για μια ληστεία τράπεζας.

Τέλος απαντώντας εκ των προτέρων σε μια πιθανή κριτική που διαφωνεί με την ανάληψη ευθύνης θεωρώντας ότι παίζεις το παιχνίδι των μπάτσων μπαίνοντας στην διαδικασία να απαντάς για κάθε δίωξη, έχω να πω ότι ένας από τους λόγους της ανάληψης ευθύνης είναι ακριβώς αυτός να χτυπήσω τις πραγματικά κατασκευασμένες διώξεις αναλαμβάνοντας παράλληλα την ευθύνη για τις ενέργειες που μου αναλογούν και που προτίθεμαι να υπερασπιστώ.

.

«Για τις δράσεις που γίνανε…»

Η δράση της FAI-Φωτιές στον Ορίζοντα ξεκίνησε με σαμποτάζ σε γραμμές του τραμ σε αλληλεγγύη στις τότε απεργίες πείνας που διεξαγόντουσαν εκείνη την περίοδο στις φυλακές και συνεχίστηκε με εμπρηστικές επιθέσεις σε κρατικούς και καπιταλιστικούς στόχους πάντα σε αλληλεγγύη με τους αιχμάλωτους αναρχικούς.

Η δράση της FAI-Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα αφορά μια απόπειρα εμπρησμού σε επενδυτική εταιρία που πραγματοποιήθηκε ως μια ελάχιστη απάντηση για την απομόνωση που είχε επιβληθεί στον αναρχικό Σωκράτη Τζίφκα επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί κατά την σωματική έρευνα στις φυλακές Διαβατών.

Η δράση της Μαχόμενης Μειοψηφίας στόχευε αποκλειστικά την ατομική ιδιοκτησία εχθρών της ελευθερίας. Στόχος μου ήταν να αναδείξω ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται μόνο στις αναπαραστάσεις της κυριαρχίας αλλά έχει και όνομα και διεύθυνση, χτυπώντας ανθρώπους που με τις επιλογές τους βρίσκονται στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης και αναδεικνύοντας πως με απλά και προσβάσιμα μέσα μπορείς να επιστρέψεις ένα κομμάτι του τρόμου που δεχόμαστε πίσω στα σπίτια τους. Η Μαχόμενη Μειοψηφία στόχευσε εναντίoν σπιτιών και οχημάτων πολιτικών (Μαρία Καλτσά, Γιάννος Παπαντωνίου), δημοσιογράφων, σε συνεργασία με τα συντρόφια από τους κύκλους παραβατικών, (Γιώργος Οικονομέας, Πέτρος Καρσιώτης, Αντώνης Λιάρος, Χρήστος Κώνστας, Αντώνης Σκυλάκος) και ενός φασίστα που συμμετείχε σε πογκρόμ εναντίων μεταναστών. Οι φωτιές που άναβε πάντα βρισκόταν σε συνενοχή με όλους τους αιχμάλωτους αναρχικούς θέλοντας να λιώσει τον πάγο του εγκλεισμού και να ζεστάνει τις καρδιές τους.

Όπως είναι λογικό οι αναλήψεις ευθύνης αντικατοπτρίζουν και ένα κομμάτι των αντιλήψεων μου και της πορείας τους προς νέα μονοπάτια της ανατρεπτικής σκέψης. Πιστεύω ότι η δράση των συγκεκριμένων εμπρηστικών ομάδων συνέβαλε στην αδιάκοπη πορεία της αναρχικής εξέγερσης. Οι εμπρηστικές επιθέσεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα γιατί είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν από νέους συντρόφους, διατηρούν την φωτιά των εμπόλεμων εχθροπραξιών αναμμένη και συμβάλουν στην διάχυση της αναρχικής βίας. Τοποθετούν το δικό τους λιθαράκι στην εδραίωση του αναρχικού αντάρτικου πόλης και προκαλούν αναταραχή στην εύρυθμη λειτουργία του συστήματος.

Φυσικά οι εμπρησμοί πρέπει να γίνονται σε πολιτική συγγένεια με όλες τις εκφάνσεις τις αναρχικής βίας (βομβιστικές επιθέσεις, πολιτικές εκτελέσεις, βίαιες μαζικές συγκρούσεις, καταδρομικές εξορμήσεις), ώστε να δημιουργούν ένα κοινό μέτωπο δράσης ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο που το μόνο όριο που θέτει στον εαυτό του δεν είναι άλλο από την ολική καταστροφή του υπάρχοντος.

Η εξέγερση μου ενάντια στο διαρκές έγκλημα του εξουσιαστικού πολιτισμού πάνω στις ζωές μας, δεν ξεκίνησε ούτε περιορίστηκε στην δραστηριότητα των παραπάνω εμπρηστικών ομάδων. Η στασιμότητα είναι καταδικασμένη να πεθάνει από τον κόσμο της ταχύτητας. Εξέλιξη σημαίνει κριτική σκέψη, ιδεολογική απαγκίστρωση από όλα τα δόγματα, συνεχή δράση, πειραματισμό, δημιουργία και καταστροφή.

Η μόνη δέσμευση γύρω από την οποία ξετυλίγεται η πιο απόλυτη απόφαση δεν είναι άλλη από τον αγώνα για την αναρχική επανάσταση μέχρι την αυγή της δικής μας εποχής, μέχρι το τέλος.
Κλείνοντας το κομμάτι που αφορά την ανάληψη ευθύνης έχει σημασία να αναφερθώ και στο λάθος που έκανα να αφήσω το στικάκι στο σπίτι που διέμενα και να μην το καταστρέψω έγκαιρα. Πιστεύοντας με αφέλεια ότι δεν θα γίνει άμεσα ή στραβή και αναβάλλοντας για αύριο κάτι που μπορούσα να κάνω άμεσα.

Αυτή είναι η δική μου τοποθέτηση γύρω από τον νέο κύκλο διώξεων εναντίων μας. «Oι αγώνες για απελευθέρωση είναι διαφορετικοί δρόμοι, που συγκλίνουν σε μια μάχη. Μια φωτιά ζεστών συναισθημάτων καίει στο στομάχι. Στην καταναγκαστική κινητικότητα αυτής της εποχής, που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, το πλέγμα της καταστολής-καταπίεσης γίνεται αδυσώπητα πυκνό. Αλλά τα όπλα τους, οι θεραπείες τους είναι ακριβώς ο φόβος.» (Adriano Antonacci) «Σκόρπιες σκέψεις γύρω από το εμπόλεμο σήμερα…»

Κλείνοντας το κείμενο θα ήθελα να σχολιάσω κάποια πράγματα γύρω από την τρέχουσα συγκυρία. Ψάχνω λοιπόν λέξεις που να περιγράφουν εύστοχα τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του τερατουργήματος. Ολοκληρωτικός κοινωνικός έλεγχος σωμάτων και μυαλών, οικονομική κρίση, τεχνοεπιστημονική πανούκλα, αστυνομικές και στρατιωτικές επεμβάσεις, συγκρούσεις γεωπολιτικών συμφερόντων, διπλωματικά επεισόδια, γενικευμένη αναταραχή, ωμή βία, διάχυτη σύγχυση, μαζικός αποπροσανατολισμός.

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή του ιστορικού γίγνεσθαι, πολλές αναλύσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αναδιαρθρώνεται και θωρακίζεται σε όλα τα επίπεδα καθώς και για την τάση του καπιταλισμού να εξαπλώσει την στρατιωτικοποιήση του πέρα από τα εκμεταλλευόμενα εδάφη του τρίτου κόσμου στο εσωτερικό των μητροπόλεων απαντώντας έτσι στην πολιτική αστάθεια που εξαπλώνεται ραγδαία.

Πέρα από τις διαφορετικές λέξεις και την απόκλιση ορισμένων σκεπτικών υπάρχει μια σύγκλιση αντιλήψεων για την κρισιμότητα των καιρών μας. Το πρόβλημα είναι ότι έστω και έτσι αδυνατούμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και στις προκλήσεις της εποχής και παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε αντιλήψεις που τροφοδοτούν τον κύκλο της αδράνειας και της εσωστρέφειας.

Προσωπικά πιστεύω ότι είναι αναγκαία η οργάνωση μας μέσα από την δημιουργία δικτύων και μετώπων δράσης που θα συντονίζονται στην βάση ελάχιστων πολιτικών συμφωνιών προκρίνοντας καμπάνιες πολύμορφης δράσης ενάντια στις αιχμές της σύγχρονης τυραννίας και απαντώντας ανάλογα στις κατασταλτικές επιθέσεις. Καταργώντας την γραφειοκρατία της κεντρικής οργάνωσης οπλίζουμε τις πρωτοβουλίες μας και συσπειρωνόμαστε ή δημιουργούμε μέτωπα δράσης όπου κρίνουμε ότι υπάρχει αναγκαιότητα. Είτε αφορά ζητήματα της επικαιρότητας (π.χ. φυλακές τύπου Γ) είτε θεματικές του ευρύτερου αναρχικού αγώνα (π.χ. αντιφασισμός).

Στην προσπάθεια να σπάσει ο κύκλος της αυτοαναφορικότητας πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε όλες τις πυρκαγιές που ανάβουν εναντίων του πολιτισμού, από μαχητικές διαδηλώσεις, συνελεύσεις και συγκρούσεις μέχρι ένοπλες επιθέσεις, μια επαναστατική απόπειρα για την εξάπλωση της μαχητικής αναρχίας. Γιατί αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν και από την στιγμή που στόχος μας δεν είναι άλλος από την ολομέτωπη επίθεση στο σύστημα, όλες οι προσπάθειες που γίνονται ανεξαρτήτως πολιτικής τάσης πρέπει να συνδέονται κάτω από το όραμα της απόλυτης ελευθέριας.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την κριτική μας στα γεγονότα, απλώς επιβεβαιώνει ότι όταν η κριτική συνδυάζεται μέσω δυναμικών παρεμβάσεων έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα γιατί στοχεύει στην διάχυση της επαναστατικής σκέψης σε εκείνους που αποκλίνουν από τα κυρίαρχα δόγματα και αναζητούν τρόπους σύγκρουσης με το υπάρχον.

Θέτοντας έτσι την προοπτική της σύνδεσης των επιθυμιών μας κάτω από ενώσεις ελεύθερων ατομικοτήτων που συλλογικοποιούνται κατευθυνόμενοι προς τους χαοτικούς δρόμους της δημιουργικής καταστροφής.

Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να συγκρουστούμε πολιτικά με τις υστερικές αντιδράσεις της ρεφορμιστικής πτέρυγας του αναρχικού κινήματος που τρέχει να υπογράψει πιστοποιητικά νομιμότητας στο κράτος. Θυμίζοντας τον πολιτικό ανταγωνισμό της πιο έντονης καταδίκης από τα βουλευτικά κόμματα έπειτα από κάθε ένοπλη επαναστατική ενέργεια. Είδαμε να γράφονται από «αναρχικά» στέκια φράσεις όπως τρομοκράτες και δολοφόνοι αναπαράγοντας την γλώσσα και τα επιχειρήματα της κυριαρχίας. Όπως φαίνεται δεν τρομοκρατείτε μόνο η κυριαρχία αλλά και η ρεφορμιστική πτέρυγα του αναρχικού κινήματος που φοβάται μήπως μπάσουν νερά τα μαγαζάκια της. Φαίνεται ότι όλοι αυτοί προτιμούν τον ρόλο του αιώνιου θύματος, ένας πολιτικός μαζοχισμός που ερεθίζεται με το να βγάζει φωτογραφίες χτυπημένα πρόσωπα και μαχαιρωμένα κορμιά από τις επιθέσεις των φασιστών και των μπάτσων.

Για να τελειώνουμε, πολύμορφος αγώνας σημαίνει αγώνας με όλα τα μέσα τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο, όποιος δεν σοκάρεται από τις χιλιάδες αυτοκτονίες του οικονομικού πολέμου σε καιρό «ειρήνης», από τους πνιγμένους μετανάστες στα θαλάσσια σύνορα, από τα διαμελισμένα κορμιά ανθρώπων στους επεκτατικούς πολέμους των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων, από τα ζώα που γδέρνονται ζωντανά μέσα στις πολυεθνικές βιομηχανίες, από την δολοφονική βία της αστυνομίας, από κάθε τι που γίνεται μέσα σε αυτό το σύστημα, και σοκάρεται πχ με τα πτώματα δυο φασιστών- πρόβλημα του. Η επανάσταση είναι συνεχής πόλεμος για μια αδούλωτη ζωή που παρά τις όποιες προσωρινές οπισθοχωρήσεις δεν σταματάει να μάχεται και να ανοίγει περάσματα για τις μικρές και μεγάλες εφόδους μας. Δεν είναι ευχάριστοι περίπατοι και φιλοσοφικές συζητήσεις υπό την επήρεια αλκοόλ για να καλοπιάσουμε ένα αόρατο φάντασμα που ονομάζεται καπιταλιστική κοινωνία. Εξάλλου μαθητευόμενοι μάγοι της πολιτικής εξαπάτησης υπάρχουν πολλοί, πιο επιδέξιοι και με περισσότερα δώρα.

Η παραπάνω τοποθέτηση έχει και σαν στόχο να αναδείξει ότι το δίπολο μεταξύ νέας και παλιάς αναρχίας είναι ψευδές και το μοναδικό πραγματικό επίκαιρο ερώτημα είναι ή με τους επαναστάτες που μάχονται ή με τους πολιτικάντηδες της συνθηκολόγησης.

Η αναρχία λοιπόν που μάχεται διαχωρίζεται από αυτό τον εκφυλισμό και μεταφέρει την οργή της σε κάθε γωνιά του κόσμου. Την οργή που εκφράζεται με τις αποφασισμένες φωνές σε μια διαδήλωση αλληλεγγύης, με την φωτιά που κατακαεί τους ναούς του χρήματος και τα σύμβολα του πλούτου, με τις προσωπικές επιθέσεις στους κρατικούς αξιωματούχους και τα ένστολα σκυλιά τους, με τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του ένας εκρηκτικός μηχανισμός που ανατινάχτηκε στα επιτελεία της καθεστηκυίας τάξης.

Συνεχίζουμε όλοι μαζί, ελεύθεροι, καταζητούμενοι και αιχμάλωτοι τον αγώνα για την καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Σινιάλα αλληλεγγύης, εξέγερσης και αγάπης

• Σε όλους τους συντρόφους και φίλους του Δικτύου Αγωνιστών Κρατούμενων.
• Στους Ιταλούς αναρχικούς εν’ όψει της βδομάδας διεθνούς αλληλεγγύης (16-24 Μαΐου)
• Στον αναρχικό μαχητή Claudio Lavazza, στην Μόνικα Καμπαλέρο και τον Φρανσίσκο Σολάρ.
• Στα συντρόφια από την υπόθεση Σεκιούριτ και στην Ταμάρα Σολ.
• Στον αμετανόητο σαμποτέρ Μάρκο Κάμενιτς.
• Σε κάθε φυλακισμένο αναρχικό σε κάθε γωνία του κόσμου που άθελα μου ξεχνώ να αναφέρω.
Με το μυαλό μου δίπλα σε όλους τους καταζητούμενους αναρχικούς.
Δύναμη σε όσους οπλίζουν της αρνήσεις τους ενάντια στο σύστημα.
Τιμή για πάντα στον Sebastian Oversluij που έπεσε μαχόμενος κατά την διάρκεια ληστείας σε τράπεζα.
Τιμή για πάντα σε όλους τους νεκρούς του επαναστατικού πολέμου.
Ζήτω η Αναρχία!

Υ.Γ) «Εκείνο που δεν έχω είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα μυστικό στην τράπεζα. Εκείνο που δεν έχω είναι τα πιστόλια σου, για να κατακτήσω τον ουρανό, για να κερδίσω τον ήλιο. Εκείνο που δεν έχω είναι να την βγάλω καθαρή. Εκείνο που δεν έχω είναι αυτό που δεν μου λείπει. Εκείνο που δεν έχω είναι τα λόγια σου για να κερδίσω τον ουρανό, για να κατακτήσω τον ήλιο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα ρολόι που να πηγαίνει μπροστά, για να πηγαίνω γρηγορότερα από τον χρόνο και να είμαι σε κάποια απόσταση. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα σκουριασμένο τραίνο, για να με μεταφέρει πίσω εκεί που ξεκίνησα. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα χρυσό δόντι. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα ωραίο δείπνο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα μεγάλο λιβάδι για να τρέξω πιο γρήγορα από την μελαγχολία. Εκείνο που δεν έχω είναι τα χέρια μου στο σώμα σου. Εκείνο που δεν έχω είναι μια διεύθυνση στην τσέπη. Εκείνο που δεν έχω είσαι εσύ με το μέρος μου. Εκείνο που δεν έχω είναι να σε ξεγελάσω στο παιχνίδι. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Εκείνο που δεν έχω είναι να την βγάλω καθαρή. Εκείνο που δεν έχω είναι τα πιστόλια σου για να κατακτήσω τον ουρανό, για να κερδίσω τον ήλιο. Εκείνο που έχω είναι…» ( Fabrizio de André «εκείνο που δεν έχω»)
Αφιερωμένο στον Ιταλό αναρχικό Adriano Antonacci ο οποίος κατηγορείται για εμπρηστικές επιθέσεις ενάντια στην τεχνοεπιστήμη και τον βιασμό της φύσης και θα δικαστεί μέσω τηλεδιάσκεψης σε λίγο καιρό.

.

Μάιος 2014
Νίκος Ρωμανός

.

.

Σημειώσεις:

(*) 1η προφυλάκιση για την διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης.
2η προφυλάκιση για την υπόθεση των σπιτιών του Βόλου και της Καλλιθέας.
3η προφυλάκιση για τις εμπρηστικές επιθέσεις και τα ευρήματα από τις εισβολές των μπάτσων στα σπίτια που είχαμε στην παρανομία.
4η προφυλάκιση για τρεις βομβιστικές επιθέσεις της Σ.Π.Φ με βάση ένα αποτύπωμα σε ένα μπουκάλι μπύρας στο Χαλάνδρι.

Μπάτσοι του Γκύζη κάτι σας θυμίζει…

tsoytsoybis

Σήμερα κλείνουν 29 χρόνια απο τη δολοφονία του Χρήστου Τσουτσουβή στο Γκύζη. Ο Τσουτσουβής ήταν ο δεύτερος νεκρός αντάρτης πόλεως που έπεσε στην Ελλάδα, ύστερα απο καταδίωξη και σκληρή μάχη παίρνοντας μαζί του και τα τρία ένστολα γουρούνια που τον καταδίωκαν. Έχω περάσει ατελείωτες ώρες με τον Τσουτσουβή στο μυαλό μου, τόσες που πλέον μου είναι αδύνατων να διαχωρίσω την πραγματικότητα απο την ψευδαίσθηση. Τον γνώρισα ποτέ, η όχι; Κάναμε ποτέ παρέα, η όχι;; Ξενυχτήσαμε τελικά βράδια ολόκληρα συζητώντας…η όχι;;  Το μόνο σίγουρο είναι πως το Γκύζη η περιοχή που γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζώ, έχει τον δικό της “άγιο”…και όσο οξύμωρος κι αν είναι αυτός ο χαρακτηρισμός για έναν αναρχικό και δη αντάρτη πόλης, είναι απλά ένα λογοπαίγνιο του σήμερα, που τιμάει ένα έθιμο του χθές. Γιατί κάποτε στα χωριά μέσα απο τέτοιους θανάτους, “γεννούσαν” τους αγίους…

Ο Τσουτσουβής έγινε ιδιαίτερα αγαπητός σε πολλούς κυρίως λόγο της μαχητικότητας του, της γενικότερης άμεσης και παθιασμένης αντιεξουσιαστικής του στάσης, αλλά και δράσης. Το όνομα του είναι συνώνυμο του θάρρους και αν κάποιος αντιληφθεί πραγματικά το πότε έδρασε και το τι επικρατούσε κοινωνικά εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα, τότε μιλάμε ξεκάθαρα για έναν ήρωα.

Για την ιστορία: εκείνη την περίοδο το “σοσια-λιστικό” ΠΑΣΟΚ είχε ανέβει στην εξουσία και χάριζε λεφτά με την σέσουλα, χρήμα αέρα κοπανιστό και διορισμούς ρουτίνας στο δημόσιο με αίτηση απο το”περίπτερο”. (που λέει ο λόγος). Όλη η Ελλάδα είχε μπεί στον φαύλο κύκλο του “Δανείζομαι χρήματα που δεν μου ανήκουν, για να αγοράσω πράγματα που δεν χρειάζομαι, με σκοπό να εντυπωσιάσω ανθρώπους που δεν συμπαθώ”. Ο πεσιμισμός και η ματαιοδοξία ήταν λέξεις σχεδόν άγνωστες σε μία χώρα άξεστων που ξαφνικά είχαν όλοι φράγκα, γεμάτες τσέπες και όνειρα. Μικροαστικά όνειρα και προοπτικές ανάπτυξης που σήμαιναν το ξεκίνημα ενός εφιάλτη όπως τελικά αποδείχτηκε, του εφιάλτη αυτού, που σήμερα βιώνουμε τον επίλογο του.

Εκτός του χρήματος που έρεε άφθονο αλλά και της ανάπτυξης που γνώριζαν τα πάντα τριγύρω, (δύο στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν και θεμέλιους λίθους της σημερινής ολοκληρωτικής εξαθλίωσης για το τερατογεννές αυτό εξάμβλωμα που ονομάζετε “ελληνική κοινωνία”) συν τοις άλλοις στον “Ευρωπαίο” πλέον ελληναρά, η ενασχόληση με την πολιτική φάνταζε μπανάλ και ντεμοντέ. Το δε ΚΚΕ (το πάλαι άλλοτε αντιστασιακό τέρας) είχε ήδη εκπνεύσει τον επιθανάτιο ρόγχο του…και αναπαυμένο εν ειρήνη στην συστημική του πολυθρόνα φτιασιδωνόταν πυρετωδώς για τα “εγκαίνια” της συγκυβέρνησης με τη δεξιά, που θα έκανε μερικά χρονάκια αργότερα.
Εκείνη την περίοδο λοιπόν όχι “αναρχικός” (ΑΝΑΡΧΟ…τι;), ούτε κάν “αριστερός”, οπως και γενικότερα ο χαρακτηρισμός “πολιτικοποιημένος” ήταν έννοιες, απο μπανάλ και ντεμοντέ εως και άγνωστες…

Αυτό είναι το μεγαλείο όλων όσων διάλεξαν να χαράξουν αντίθετη ρώτα στο τότε, και αυτό πρέπει να μεταλαμπαδεύσουμε, χωρίς να μειώνετε φυσικά κανένας αγώνας, όποτε και όπου κι αν έγινε. Όλοι οι αγώνες είναι για κάποιον λόγο ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, όμως δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτα άλλο εκτός απο “ίσοι”…γι’αυτό δεν γίνονται εξάλλου; Για την ισότητα και το “όλα για όλους”. Ο Τσέ είχε πεί οτι “Κινδυνεύοντας να φανώ γελοίος, επιτρέψτε μου να πω ότι ο αληθινός επαναστάτης οδηγείται από ένα μεγάλο αίσθημα αγάπης. Είναι αδύνατο να σκεφτώ κάποιον πραγματικό επαναστάτη χωρίς αυτό το ιδανικό”. Ο Χρήστος Τσουτσουβής δεν μπορούσε παρά να φερθεί ρεαλιστικά και να επιδιώξει το αδύνατο: Οπλίστηκε και βγήκε στην παρανομία σε μία εποχή που όλος ο κόσμος κοιτούσε να καβατζωθεί στη σιγουράτζα του “ζεστού και νόμιμου” χρήματος…
Φυσικά, όντας αθεράπευτα ρομαντικός σαν επαναστάτης, όταν έφτασε η ώρα να επιλέξει, εκείνος μετέβη απο τον κόσμο των “ζωντανών νεκρών” σε εκείνο της “αθανασίας”!
Ο Χρήστος Τσουτσουβής δεν έφυγε ποτέ, αρκεί να ψάξει κάποιος πίσω απο λέξεις και θα τον συναντήσει σε φράσεις, όπως αυτή:  “Η συνείδηση καθορίζει την ύπαρξη”.

ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΤΣΟΥΤΣΟΥΒΗ. ΜΠΑΤΣΟΙ ΤΟΥ ΓΚΥΖΗ ΚΑΤΙ ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ. ΕΝΑΣ, ΤΡΕΙΣ!

Άλφα Στερητικό

1

Για την ιστορία

Ο Χρήστος Τσουτσουβής υπήρξε ο δεύτερος νεκρός αντάρτης πόλης με τον Κασσίμη. Ισως ο Χ. Τσουτσουβής είναι το πρόσωπο που τιμήθηκε περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα στον αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο.

Ενοπλες ομάδες όπως η “Επαναστατική Φράξια για την Ανατροπή – Χρήστος Τσουτσουβής” έκαναν χτυπήματα σε καπιταλιστικούς στόχους για να τιμήσουν την μνήμη του.

Συνθήματα σε τοίχους και πορείες με αναφορά στο όνομα του, τραγούδια αφιερωμένα σ’ αυτόν, αφιερώματα σε αναρχικά έντυπα δείχνουν ότι ο θάνατος του Τσουτσουβή δεν πέρασε απαρατήρητος από ένα μεγάλο μέρος του αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Mόλις τελείωσε το σχολείο στην Kόρινθο ο Xρήστος χάθηκε από συγγενείς και φίλους. Kάπου κάπου τηλεφωνούσε στους γονείς του και τους έλεγε ότι είναι καλά, να μην ανησυχούν και ότι σπουδάζει αρχιτεκτονικό σχέδιο στην Aυστρία και παράλληλα δουλεύει σε μια μεγάλη πολυεθνική.

Ο ίδιος ζούσε στην βαθειά παρανομία στην Αθήνα και εκτός απ’ τους συντρόφους του κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό γ’ αυτόν.

Mέλος του Eπαναστατικού Λαϊκού Aγώνα από το 1976 έως το 1980, αποχώρησε λόγω ιδεολογικών αλλά και επιχειρησιακών διαφωνιών. Ηταν θιασώτης της σκληρής ένοπλης αντιπαράθεσης κι όχι των συμβολικών χτυπημάτων με βόμβες.

Έφτιαξε την Aντικρατική Πάλη.

img017

.

Ο επίλογος

Ήταν περίπου τέσσερις και τέταρτο, απόγευμα της Τετάρτης 15 Μάη του 1985, όταν ο Τσουτσουβής και ένα ακόμη άτομο πλησίασαν μία παρκαρισμένη μοτοσικλέτα στην περιοχή του Γκύζη. Τρεις μπάτσοι με πολιτικά, που είχαν στήσει ενέδρα σε κοντινό σημείο κρυμμένοι σ’ ένα αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες κυκλοφορίας, επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν και να τον συλλάβουν.

Tίποτα.

Kαταδίωξη.

Kαι μετά μίλησαν τα όπλα. Tρεις μπάτσοι νεκροί (Μπούρας, Δουγενής, Γεωργίου), αλλά και ο Xρήστος Tσουτσουβής.

Ο επίλογος για τους μπάτσους ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Χ. Τσουτσουβή που έδωσαν στις εφημερίδες, ξέπνοο με τα μάτια ανοιχτά και τα βλέφαρα στερεωμένα με σελοτέιπ.

Για κάποιους άλλους όμως ο Χ. Τσουτσουβής είναι το σημείο ηρωικής αναφοράς.

.

imagey8jcz1

“Ο Ανέστης (σ.σ. το “κωδικό” όνομα του Τσουτσουβή) είχε έρθει για κάλυψη. Κοιταχτήκαμε. Πρώτα έκανε τον αδιάφορο, ύστερα, σαν να το ξανασκέφτηκε, μισογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Εκείνα τα μάτια που ήξεραν να αστράφτουν θα τα δω παγωμένα λίγα χρόνια αργότερα να με κοιτάζουν μέσα από μια εφημερίδα.

Το δίκιο του Ανέστη χανόταν και η (σωστή) κριτική του αδυνάτιζε από τον ορμητικό και ριψοκίνδυνο τρόπο του. Ήταν παλικάρι, όμως αρκετές φορές χρειάστηκε να τον φρενάρουμε στην πρακτική δουλειά, να ψάχνουμε πώς να διακινδυνεύουμε όσο το δυνατόν λιγότερο”.

Απο το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα

“Για το Χρήστο Τσουτσουβή ισχύει η φράση του Θουκυδίδη – του αρχαίου ιστορικού που κατέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου -, ότι “ο θάνατος στη μάχη είναι τίτλος τιμής και συνοδεύεται από τις επευφημίες των πολιτών”. Σκοτώθηκε μεν από τους αστυνομικούς, αλλά πήρε και δυο-τρεις μαζί του. Για μένα, ήταν ένας πολεμιστής, ένας μαχητής. Πιστεύω ότι η κοινωνία χρειάζεται κι άλλους τέτοιους.”

Απ’ την απολογία του αναρχικού Νίκου Μαζιώτη.

.

.

1d16f-imagey8jcz1

.

Το κείμενο αυτό ας μην εκτιμηθεί σαν συμβατική επιμνημόσυνη ρητορική «κατάθεση».

Όσοι έχουν τέτοια (ανεγκέφαλη…) προδιάθεση, ας γυρίσουν σελίδα. Ο Τσουτσουβής δεν σκοτώθηκε για να τον βαλσαμώσουν στα ανέξοδα ουρλιαχτά τους (θρηνητικά ή ψευτο«απειλητικά»…) οι άκαπνοι ζωντανοί των «επαναστατικών» γυμναστήριων. Το πρόταγμα που αναδεικνύεται αφορά την όξυνση της σύγκρουσης. Ο συμβιβαστικός κοινωνισμός, η φολκλορική ελευθεριακότητα, ο ηττοπαθής ταχτικισμός, η συναινετική πολιτικότητα: είναι οι πρακτικές καταγραφές του ρεφορμιστικού εκφυλισμού που «φιλοδοξεί», σήμερα, να απαλλοτριώσει την εξεγερτική διάσταση του αναρχικού λόγου. Το κείμενο αυτό «προτείνει» έναν προσδιορισμό της «μνήμης» στη βάση της σύγκρουσης με το Κράτος και τ’ αφεντικά. Το δικό μας «τιμή στον Τσουτσουβή» δεν απευθύνεται στους ποικιλώνυμους αναρχίζοντες καταναλωτές του νεοαριστερίστικου κρετινισμού…

Αν οι δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί, οι δρόμοι της επανάστασης τί είναι; Και πώς συνδέονται αυτά τα δύο; Ποιο ένστικτο ακατανίκητο προσδιορίζει την ένωση τους στη Πράξη της ανατροπής; Η ενέργεια της ζωής. Είναι αφελείς όσοι αντιλαμβάνονται τη ζωή έξω από τα ανθρώπινα μέτρα της μέσα στην κοινωνία. Λοιπόν, θέλετε να επέμβετε στην ζωή; Καταστρέψτε τους κοινωνικούς θανάτους που την αφυδατώνουν. Αφού δεν μπορείτε ή δεν θέλετε, ασχοληθείτε καλύτερα με τα παιδάκια και τη δουλίτσα σας.

Στις 15/5/85, σε ένοπλη συμπλοκή με μπάτσους στου Γκύζη, σκοτώνεται ο αγωνιστής της «Αντικρατικής Πάλης», Χρήστος Τσουτσουβής. Οι βρικόλακες της Εξουσίας στήνουν τον χορό του μίσους, του ρεβανσισμού αλλά και του φόβου τους, γύρω από το πτώμα του επαναστατημένου ανθρώπου· ο εισαγγελέας Θεοφανόπουλος και οι τρεις νεκροί αστυνομικοί εκείνης της νύχτας, επιβεβαιώνουν την αυτοφυή δυνατότητα της ζωής να ανακαλύπτει και να πραγματώνει τη διαλεκτική της εξέλιξης της.

Η πολιτική είναι η αλλοτριωτική υπαγωγή της ανθρώπινης ύπαρξης στη σφαίρα των μεγεθών και των μετρήσεων. Ξεπερνώντας το τεχνοκρατικό τέλμα των στατιστικών υπολογισμών και της μπακαλίστικής ταχτικολογίας, θα συναντήσουμε την επανάσταση. Η επανάσταση είναι βαθύτατα αντιπολιτική και η βία της επανάστασης είναι η δικαίωση της ανθρώπινης διαμαρτυρίας για τους όρους και τα δεδομένα της αθλιότητας.

Όταν οι μπάτσοι, σε συνεργασία με τους καθεστωτικούς δημοσιογράφους, απο­κρύψανε τη μέρα της κηδείας του Χρήστου (δηλώ­θηκε η 22/5, ενώ έγινε στις 21/5) και στη συνέχεια αποδύθηκαν σε μια βρώμικη προσπάθεια κατασυκοφάντησης του νεκρού επαναστάτη, η αδελφή του χρησιμοποίησε τη λέξη «σκουλήκια» για να χαρακτηρίσει το ήθος τους. Την ίδια ακριβώς λέξη, φορτισμένη με τη μεγαλύτερη απέχθεια, αποδίδουμε σήμερα και στους «συντρόφους» που έχουν μετατρέψει σε επωδό των τσιριχτών τους το πρόστυχο σλόγκαν «καραγκιόζηδες κουμπουροφόροι». Ας μη πε­τάνε λάσπη στην ομορφιά και την εντιμότητα του αγώνα, που είναι έτη φωτός μακριά από το κομματίστικα μαγαζάκια τους και τις μίζερες μικροΐντριγκες του σαχλού και βαλτωμένου μπλα-μπλα τους.

Η ταχτική της προβοκατόρικης παραπληροφό­ρησης στα πέριξ των Εξαρχείων και η μπατσίστικη νοοτροπία των ανώνυμων επιστολών, δεν έχει καμία σχέση με το ήθος του ανθρώπου που ήταν αφιερωμένος στον επαναστατικό ταξικό αγώνα από τα 19 του χρόνια ενώ σήμερα οι φορείς της πιο χυδαίας κριτικής εναντίον του είτε γκομενίζουν, είτε συγκροτούν μέτωπο με τους κλαψουρίζοντες κατοικίδιους «αμφισβητίες».

Η ζωή δεν είναι μια απατηλή λάμψη. Αυτή την αίσθηση προσπαθεί να επιβάλλει το καθεστώς των εμπόρων και των κρατιστών. Η ζωή ορίζεται με τη δύναμη και τη διάρκεια της επιθυμίας για ελεύθερη έκφραση και ανάπτυξη. Ό,τι επεμβαίνει ανασταλτικά πρέπει να τσακίζεται. Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να συγκρουστούμε; Πόσο μαλάκας είναι ο «αναρχικός» που εκφυλίζει το βίωμα της υποτέλειας σε παιχνιδιάρικη διάθεση για ανώδυνους …εναλλακτισμούς; Εναλλακτισμούς που μετατρέπουν τις ριζικές ανάγκες και τα επαναστατικά αιτήματα σε μπαλαντέρ για την οργανωμένη επινοητικότητα των αφεντικών. Η μακαριότητα, ο εφησυχασμός και η βιντεόπληκτη μιζέρια των μικροαστών πρέπει να τινάζονται κάθε φορά στον αέρα. Οι τσαρλατάνοι της μικρομεσαίας χυδαιότητας ουρλιάζουν αφιονισμένοι κάθε φορά «καλά κάνατε στο κάθαρμα».

Αμέτρητα «καθάρματα» θα κουρελιάσουν τη βαρβαρότητα των εξουσιαστικών μύθων. Ο επαναστατικός ανθρωπισμός δεν είναι αφηρημένο καλολογικό στοιχείο στη πληκτική ποίηση αυτής της καθημερινότητας. Η ηθική και η ευαισθησία που περιέχονται στην επαναστατική βία δεν γίνεται να συγκρίνονται με τα συνώνυμα τους στον σημερινό κόσμο: όσοι το κάνουν παίζουν το παιχνίδι της επιβεβλημένης κουλτούρας. Φούντωσαν πάλι οι έριδες. Τι νόημα έχουν; Το μπιστόλι στο αμειβόμενο χέρι του μπάτσου κόβει τον γόρδιο.

Αν η Θεωρία επιθυμεί να μας κάνει καλοκάγαθους αμνούς, ας την αφήσουμε να ρέψει στα συρτάρια και τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Το φάντασμα του Χρήστου, του κάθε Τσου­τσουβή σε όλη την επιφάνεια του πλανήτη, στοιχειώνει τον ύπνο των βαστάζων της Εξουσίας. Δημιουργώντας παντού εστίες έντασης. Δεν είναι εύκολο. Ανακαλύπτοντας συνεχώς τις ανατρεπτικές δυσκολίες, παρατάμε στη νωθρότητα και τη πλήξη τους τις λογικές της αδράνειας και του πασιφισμού. Το μεμονωμένο να γενικευτεί. Και η γενίκευση να μη βρει ποτέ τελικά όρια, αντλώντας διαρκώς από το μίσος και την επιθυμία.

Δεν χρειάζεται, ούτε και πρόκειται να κατασκευάσουμε ήρωες. Ο επαναστάτης δεν είναι ιδιότητα, και πολύ περισσότερο δεν είναι εμπορεύσιμο είδος. Όταν οι ένστολοι έμμισθοι δούλοι του Κράτους σκότωναν τον Χρήστο, ασκούσαν το δικό τους εκβιασμό στη συνείδηση των καταπιεσμένων. Όμως ο θάνατος από τα πυρά της Εξουσίας είναι ένας τρόπος να της αντισταθείς. Ποια δύναμη γεννά και ωθεί τους επαναστάτες; Η ακύρωση της ζωής μέσα στους θεσμούς και τις αξίες πολιτισμού του Κράτους. Πώς θα ορίσουμε αυτό που γίνεται;

Θα οριστεί μόνο του. Το πρόβλημα δεν είναι το χάσιμο των αλυσίδων. Είμαστε όλοι απόκληροι και περιθωριοποιημένοι. Γι αυτό ακριβώς σαρκώνουμε το κέντρο της ιστορικής κοινωνικής δημιουργίας. Τα επαναστατικά υποκείμενα αυτοαποκαλύπτονται χωρίς προλόγους. Βία στη βία της εξουσίας. Σαν αντίδραση, σαν απάντηση, σαν θέση, σαν διαρκή πράξη. Αυτός ο διεστραμμένος και εγκληματικός κόσμος δεν αφήνει περιθώρια για νεκρώσιμες ρητορείες. Το μνημόσυνο των νεκρών συντρόφων θα τελεστεί στα αποκαΐδια των ανακτόρων της Κυριαρχίας. Είναι σαν παραμύθι γεμάτο δράκους. Η λογική του είναι βασισμένη στο έγκλημα.

Από τη σκοτωμένη ευαισθησία του εξουσιαζόμενου μαθητή μέχρι τη σκοτωμένη ζωή του Τσουτσουβή -όλα τα πράγματα σε τούτον το κωλόκοσμο κρύβουν έναν φόνο. Αν το αίμα είναι το νέκταρ και η αμβροσία των αφεντικών, ας πιουν και να χορτάσουν το δικό τους. Τα νεροπίστολα της ρητορικής έξαρσης δεν αρκούν. Το πρόβλημα της βίας το θέτει η ίδια η διαλεκτική της δόμησης του εξουσιαστή πολιτισμού. Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του κοινωνικού επαναστάτη Χρήστου Τσουτσουβή …και η επαναστατική μνήμη συνεισφέρει την ενέργειά της στην συγκρότηση των επαναστατικών προοπτικών.

(Δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα ENANTIA, αριθμός φύλλου 8, Ιούνης – Ιούλης 1990)

.

μια σελίδα, μια σφαίρα, μια σελίδα, μια σφαίρα

.

Βεβαίως κύριε Εισαγγελέα, στα δεκατρία χρόνια στο μπουντρούμι, μου ξεριζώσατε τα πιο απλά πράγματα. Δεν θυμάμαι καν πλέον την απέραντη απαλότητα των μηρών μιας γυναίκας.
Αντιθέτως, όμως, οφείλω να σας ομολογήσω ότι θα μπορούσα ακόμα να λύσω και να ξαναδέσω ένα COLT 0.45 με τα μάτια δεμένα και με την ίδια δεξιοτεχνία που σας χρειάζεται για να διεκπεραιώσετε την δικογραφία ενός φτωχοδιάβολου. Θα μπορούσα να γλιστρήσω τις σφαίρες μέσα στον γεμιστήρα με αυτή την αυθάδεια που έχετε όταν γυρνάτε τις σελίδες. Μια σφαίρα, μια σελίδα, μια σφαίρα, μια σελίδα.

Jean – Marc Rouillan

.

“…μια σελίδα, μία σφαίρα, μία σελίδα, μία σφαίρα..” – Η ιστορία της ACTION DIRECTE: Χρονικό – Κείμενα – Συνεντέυξεις – Δαίμων του Τυπογραφείου, σελ. 98

Daimon_Action_Directe_2003_BO (1)