1464

IMG_20150524_054811

Όσο ρισπέκτ δίνω για την ευστοχία της στιχομυθίας για έναν απο τους πλέον σεξιστικούς χώρους (και όχι μόνο), όπως είναι αυτός του ελληνικού hip-hop. Άλλο τόσο φάουλ θεωρώ την παρουσία για το σύμβολο του θηλυκού γένους.

Όσο και να σκούζεις για ισότητα η να ουρλιάζεις για ελευθερία αυτοκαταργείσε αμέσως όταν ο αγώνας που διεξάγεις γίνεται υπο καποιο σύμβολο, μια σημαία, ένα λάβαρο, μια τάξη, μια κάστα, η οτιδήποτε άλλο το οποίο στηρίζει τη δυναμική του σε μάζες, αρα επομένως διαχωρίζει η ομαδοποιεί.

Ο λόγος που δεν υπάρχει “πραγματική” ελευθερία, είναι ακριβώς γιατί δεν μπορεί να υπάρξει “ψεύτικη”. Η ελευθερία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου αθροίσματος συμπτώσεων, αλλά ένα χαοτικά νομοτελειακό γεγονός. Αν δεν είναι συνώνυμη, τότε είναι σίγουρα το ΚΡΑΜΑ που συνθέτει στο 100% το στοιχείο της ΑΝΑΡΧΙΑΣ.

-Άλφα Στερητικό

Υ.Γ: Για την ιστορία: απο τοίχο του ΕΜΠ

Όνειρο – Εν Πλω

To “Όνειρο” γράφτηκε απο τους “Εν Πλω” για τον Χρήστο Τσουτσουβή, η μάλλον ο θάνατος του Τσουτσουβή στις 15 Μαΐου του 1985 ύστερα απο ένοπλη συμπλοκή στου Γκύζη με κρατικά ένστολα γουρούνια έγινε αφορμή για να γραφτεί αυτό το τραγούδι. Οι “Εν Πλω” όμως στις 1/10/1987 ημέρα δολοφονίας του Μιχάλη Πρέκα επίσης απο μπάτσους, το αφιέρωσαν στη μνήμη του.

mixalis_prekas

.

Δε μου `χεις πει τόσα χρόνια αν μ’ έχεις νιώσει
όταν σου μίλαγα για `κείνα τα κλουβιά
δεν μου `χεις πει την καρδιά σου που την έχεις δώσει
όταν κάποιο χαμόγελο σβήνει γελώντας στον ήχο
στον ήχο μιας πιστολιάς…

Δε μου `χεις πει τόσα χρόνια αν έχεις μετανιώσει
όταν τριγύρναγες σε φίλους για δικά μου δανεικά
άσε με τώρα να πιστεύω σ’ ένα όνειρο με δόσεις
και να γυρνάω την πλάτη μου σε όσους με ρωτούνε
πως θα γίνω μεσ’ τη νύχτα
μια σκιά…

Όταν κάποιο χαμόγελο σβήνει στον ήχο…

Ø

.

Περισσότερες πληροφορίες για τους “Εν Πλω” θα βρείτε εδώ: http://elliniko-greek-rock.blogspot.gr/search/label/%CE%95%CE%9D%20%CE%A0%CE%9B%CE%A9

Καλή φούντα η Κρητική, αλλά και λίγη κριτική δεν βλάπτει.

Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν την άποψή μου για τα ναρκωτικά και μάλιστα με θεωρούν απο τους “ακραία” σκεπτόμενους καθώς δεν διαχωρίζω τα ναρκωτικά σε καμία περίπτωση απο το πιο μαλακό μέχρι το πιο σκληρό και φυσικά είμαι υπέρ άρσης κάθε απαγόρευσης και διαχωρισμού των ουσιών. Γιατί είμαι της άποψης πως όπως και σε όλα τα πράγματα σε αυτή τη ζωή, οτι δεν μπορείς να δημιουργήσεις ανθρώπους και κυριότερα χρήστες οποιουδήποτε πράγματος μέσα απο απαγορεύσεις, παρα μόνο με σωστή ενημέρωση.

Όμως οι καιροί είναι πολύ παράξενοι, θα έπρεπε να ήμασταν σε πόλεμο και όμως δεν είμαστε, η καλύτερα είμαστε σε αυτόν τον πόλεμο μόνο που δεν έχουμε πάρει τα όπλα. Γι’αυτό συγχωρέστε με κάποιοι αλλά θεωρώ οτι μέσα σε τόσο παράξενους καιρούς το να πίνεις μπάφους μπροστά απο το άνδρο της καταπίεσης, στα σκαλιά του σύμβολου της εκμετάλλευσης και (ακόμη χειρότερα) του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, κάνει αγωνιζόμενους επιπέδου “ατενίστας” να αποκτούν αγωνιστική υπόσταση και τους δε αγανακτισμένους να φαντάζουν με δεύτερο ΕΑΜ.

Σε κάποιο legalize it είχα ακούσει απ’τον Σκαρίμπα κάτι αρκετά εύστοχο, είχε πει πως “Ζούμε σε έναν κόσμο με νόμιμα όπλα και παράνομα χόρτα”. Σκέψου απλά οτι τα όπλα είναι μονο για σένα παράνομα ενώ για τα κράτη υπάρχουν σε αφθονία…αντιστρόφως ανάλογα και με το χόρτο. Δεν είναι και τοσο παράνομο ουσιαστικά κακά τα ψέμματα και.. υπάρχει σε αφθονία επίσης.

Εννοείτε πως δεν πιστεύω οτι δεν θα αλλάζε κάτι αν κάποιος αντί να ηταν εκεί τώρα, πως θα έκανε το ίδιο στην πλατεία εξαρχείων όπως και ένα τυπικό σαββατο βράδυ. Είναι καθαρά θέμα αξιοπρέπειας και μόνο.

Άλφα Στερητικό

BJPJXlbCMAEwaoF

Προσοχή στο κενό ανάμεσα στην Άννυ και την αδρΆννυα

11238965_446992532124667_7490832556231898195_n

της Κ. Fullmoon:

.

Ένας στους τέσσερεις Έλληνες αγοράζουν σεξ με θύματα τράφικινγκ, ή με ανήλικα κορίτσια που τα εκμεταλλεύονται ξένες και εγχώριες μαφίες. Kορίτσια που καταλήγουν με Aids είτε γιατί το κολλάνε απ’ τη σύριγγα της πρέζας -που μπαίνει στη φλέβα τους ακόμα και παρά τη θέλησή τους για να μετατρέπονται σε άβουλα κομμάτια κρέας- είτε γιατί το κολλάνε από τα σάπια κομμάτια κρέας που αδειάζουν πάνω στο κορμί τους τα βίτσια τους χωρίς προφύλαξη.

Ένας στους τέσσερεις Έλληνες έχει αγοράσει σεξ, με κοπέλα που μπορεί να κλαίει σιωπηρά τη νύχτα απ’ το μαρτύριό της τρέμοντας μην ακουστεί και τη χτυπήσουν κι άλλο, ή που εύχεται με ματωμένη μύτη απ’ το ξύλο να πεθάνει, αλλά δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό, γιατί τόσο πολύ δεν ελέγχει τη ζωή της.

Τέσσερεις στους τέσσερεις Έλληνες καταδίκασαν χτες με φρίκη και αποτροπιασμό το έγκλημα σε βάρος της μικρούλας, ζητώντας να χορέψουν, να φτύσουν, να χέσουν, να κατουρήσουν πάνω στον τάφο του φονιά, πρεζάκια, πούστη, πατέρα, και κανιβαλίζοντας την πουτάνα, χασικλού μάνα. Ανάμεσά τους κράυγαζε κι ο ένας στους τέσσερεις, αυτός που ίσως θα γαμούσε την Άννυ στα δεκάξι της, στο κέντρο της Αθήνας ή όποιας άλλης πόλης της επιφύλασσε το μέλλον της αθλιότητας που αποκαλούνταν «ζωή» γι’ αυτό το κοριτσάκι, κι αφού εξελισσόταν σήμερα μέσα σε τέτοιες συνθήκες, μπορεί εύκολα να κατέληγε στα χέρια των εμπόρων της σάρκας, ή και της παιδικής πορνογραφίας αύριο.

Ο φονιάς πατέρας λίγο με ενδιαφέρει, γιατί η ψυχοπαθολογία του είναι τόσο βαθιά, που παροπλίστηκε από μόνος του στα 27 του και δόθηκε από μόνος του βορά στις αρένες του Καίσαρα. Θα καεί τώρα στην πυρά των μαγισσών που στήνονται για να μπορεί να αποστασιοποιείται από τις δικές του ευθύνες, ο νοικοκυραίος της διπλανής πόρτας -αυτός που τις νύχτες βολτάρει στην Αθηνάς στις ανήλικες πόρνες- να λυτρώνεται από τη δική του σαπίλα, να παίρνει άφεση για τη δική του συνενοχή με την ευλογία μιας κοινωνίας άρτου και θεαμάτων, που τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε σχέση με τέτοιους φονιάδες, έτσι ώστε να μουδιάζει τελικά χορτασμένος κι αυτοκατεσταλμένος μέσα στο παραιτημένο, νοσηρό τίποτα που δέχεται να έχει για ζωή.

Κι αφού πια αποδοθεί η δικαιοσύνη του όχλου στο φονιά, κι αφού χορτάσει τιμωρία ο ατιμώτητος τιμωρός, αυτός που γαμούσε προχτές την δεκαεξάχρονη Άννυ,Τερέζα, Αμίνα, Μαρία, Νιέβες, θα πέσει για ύπνο, παίζοντας πρώτα τη μαλακία που τον χαλαρώνει, και με τα μάτια κλειστά θα θυμάται τη φρέσκια προχτεσινή δεκαεξάχρονη σάρκα, και καθώς θα τρέμει στα σκοτεινά, θα προσέχει μην ακουμπήσει κατά λάθος τη γυναίκα του, και για να μη την ξυπνήσει, αλλά και για να μην τον ξενερώσει ο κώλος της, ο γεμάτος κυτταρίτιδα, και του πέσει. Αφού τελειώσει στα πνιχτά, λερώνοντας το μοσχομυριστό σώβρακο που του’χε η γυναίκα του σιδερωμένο, και καλά μπαλωμένο να μη φαίνεται, θα ροχαλίσει.

Το πρωί θα αφήσει λεφτά στη γυναίκα του για τη λαϊκή, για το φροντιστήριο των παιδιών και τη ΔΕΗ γαμωσταυρίζοντας για την ακρίβεια, θα φωνάξει στην κόρη του που φεύγει κι εκείνη για το σχολείο πως αν την ξαναδεί με τέτοιο μπλουζάκι σαν αυτό τις προάλλες που ήταν τα μισά βυζιά της έξω για θα την πατήσει κάτω, και θα φύγει για το μαγαζί.

Η γυναίκα του -η μία στις τέσσερεις Ελληνίδες που έχει για στεφάνι της και για κορώνα στο κεφάλι της κάποιον που γαμάει δεκαεξάχρονες για λεφτά- και που μεγαλώνει τα παιδιά για να γίνουν «σωστοί αθρώποι κι όχι ζωάδια», θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού, και τινάζοντας τα χαλιά, θα μιλήσει απ’ το μπαλκόνι με τη γειτόνισσα γι’ αυτή τη μαύρη με τα χαϊμαλιά και τις τζίβες, που μας έχει κουβαλήθεί εδώ και νοικιάζει στο υπόγειο, κι επειδή είναι βρωμιάρα έχουμε γεμίσει κατσαρίδες, και κυκλοφοράει με τον κώλο έξω όλη μέρα, και τη βλέπει κι ο γέρος του τρίτου και του τρέχουν τα σάλια, που δεν ντρέπεται δηλαδή κι αυτός εκατό χρόνων άνθρωπος, αλλά τι να πεις τώρα αυτός γέρος είναι, χαμένα τα’χει, το ξέκωλο φταίει.

Ύστερα θα πάει στη λαϊκή και γυρνώντας σπίτι να μαγειρέψει, θα περάσει από την εκκλησία -δεν πειράζει που είναι φορτωμένη σα μουλάρι και θα της φύγει ο πάτος- πρέπει ν’ ανάψει ένα κερί, είναι των Ταξιαρχών σήμερα.

Γυρίζοντας θα διασταυρωθεί στην εξώπορτα με τη φοιτήτρια με τα μωβ μαλλιά και τα σκουλαρίκια στη μύτη αυτή που είναι σαν μαϊμού, γι’ αυτό ταίριαξε με την αράπω – δεν ντρέπεται, και άραγε το ξέρουν οι γονείς της που της στέλουν λεφτά για να σπουδάσει ότι είναι όλο όλο σούξου μούξου με τη βρωμιάρα και της πάει το μούλικο βόλτα όταν πλένει τα σκαλιά αυτή, για να καλοπερνάνε και να μας κουβαληθούνε κι άλλοι!

Μετά μόλις μπει στο σπίτι, θα βάλει γρήγορα-γρήγορα το φαϊ και θα ανοίξει τηλεόραση μη χάσει τα νέα για τη συνέχεια μ’ αυτόν που έβρασε το παιδάκι, που να το βράσουν το τέρας αφού το παλουκώσουν και το γδάρουν ζωντανό πρώτα

Προσωπικά χέστηκα για το φονιά. Τον ξέρω κι εγώ όπως τον ξέρουν και τον δείχνουν όλοι. Το πρόβλημά μου είναι αυτό το απαλλαγμένο από κάθε κατηγορία, θανατηφόρο ζευγάρι, που μεγαλώνει τις αυριανές συνειδήσεις, και που όσο γλαφυρά κι αν το σκιαγραφώ πάνω στο χαρτί, όταν διασταυρώνομαι μαζί τους εκεί έξω, επειδή έχουν την ασυλία του όχλου στον οποίο ανήκουν και δεν τους αναγνωρίζω με τη μία, αν τους σκουντήσω στο δρόμο κατά λάθος, τους ζητάω συγνώμη, κι όταν τους πέφτουν τα ψώνια απ’ τη λαϊκή σκύβω να τους βοηθήσω να τα μαζέψουν.

.

ΠΗΓΗ: K. Fullmoon