Έρως ανίκατε μπάχαλαν

1415297800957_wps_57_BRUSSELS_BELGIUM_NOVEMBER

Ο έρωτας πνίγεται εκεί που κυριαρχεί η υποταγή και εκεί που η κανονικότητα ασφυκτιά, ο ίδιος ανασαίνει..

.

Ισως να γελάσεις, όμως θα ήθελα να γνωριστούμε πάνω στο σώμα ενός φασίστα…! Ναι, τη στιγμή μιας ενέδρας…και εκεί, πανω στο κουφάρι του, να ακουμπήσει το κράνος μου με το παλούκι σου, σαν δυο παλάμες που πλέκονται τα δάκτυλα

Να κοιταχτούμε κάτω από τις κουκούλες βαθιά μέσα στα μάτια επιβεβαιώνοντας έτσι για μια φορά ακόμη τον θείο Αλβέρτο, σταματώντας τον χρόνο για όση ώρα τα βλέμματα μας θα παραμένουν ευθυγραμμισμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν μία επίγεια έκλειψη ηλίου
Είναι η στιγμή που η ύλη μας θα γίνει άπειρη, όσοι και οι ηλίθιοι…όμως τι σημασία μπορεί να εχουν όλα αυτά, αφού κάθε φορά που κοιτιόμαστε, τα πάντα γύρω είναι ψεύτικα…και μόνο εμείς αληθινοί…;

Κι όταν βρούμε τη δύναμη να ξεκολλήσουμε τα βλέμματα, θα είμαστε ακόμη μέρος εκείνου του “μαγικού” τοκετού…πού γεννάει ελευθερία μεσα απ’τη διαδικασία της αφαίρεσης ζωής ενός φασίστα. Κάπου ανάμεσα σε μαινόμενους συντρόφους και ξώφαλτσα κλωτσομπουνίδια…εμείς να αγνοήσουμε τους πάντες και αφού πιαστούμε ο ένας απ’τον άλλο να πέσουμε στο πάτωμα και να κυλήσουμε παρέα με τον χρόνο…

Να πέσουμε στο πάτωμα και να παλέψουμε το ίδιο ΒΙΑΙΑ όπως πιο πρίν που λιντσάραμε εκείνο το μισανθρωπικό σκουπίδι. Να χτυπάμε ο ένας τον άλλο με καύλα, να στριφογυρνάμε στην άσφαλτο νευρικά, με το ίδιο άσβεστο ΜΙΣΟΣ που όμως ξέρουμε καλά και οι δυο πως σε εκείνη την περίπτωση θα πηγάζει απο ΕΡΩΤΑ

Έτσι, χωρίς να μπορεί κανείς απο τους γύρω μας να διακρίνει αν τσακωνόμαστε η όχι. Εμείς εκεί να παραμένουμε στο πάτωμα καμπουριασμένοι, ατσούμπαλοι και άγαρμποι. Μια άμορφη μάζα απο κρέας, δυο πρωτόγονοι με παντελή έλλειψη στυλδύο ζώα που απλά ικανοποιούν τα αρχέγονα ένστικτά τους…εκεί λοιπόν εμείς να κάνουμε έρωτα…δίπλα στον νεκρό φασίστα!

Άλφα Στερητικό

1907507_10206956058401020_8216808594124445696_n

Bruno Filippi

Bruno Filippi

.

Ποιος ήταν ο Brunno Filippi;

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του Bruno Filippi. Γεννήθηκε το 1900 στο Λιβόρνο και μετακόμισε μικρός με την οικογένειά του στο Μιλάνο. Το 1915 ήταν ήδη γνωστός στις αστυνομικές αρχές σαν «επικίνδυνο και ταραχοποιό στοιχείο» και συνελήφθη σε μια, από τις συχνές τότε, αντιμιλιταριστική διαδήλωση αναρχικών, ενώ χάρις σ ένα θερμό όπλο – δίχως σφαίρες – που βρέθηκε στην κατοχή του φυλακίστηκε για 4 χρόνια. Το 1919 κι ενώ στα πλαίσια της “Κόκκινης διετίας” (biennio rosso) κοινωνικές εξεγέρσεις ξέσπαγαν σ όλη τη χώρα, στο Μιλάνο οι βίαιες συμπλοκές με την πάνοπλη αστυνομία ήταν καθημερινή πραγματικότητα των εξεγερμένων. Ο Filippi ήταν ανάμεσά τους. Το ίδιο καλοκαίρι μαζί μ’ άλλους αναρχικούς πέρασαν στην αντεπίθεση. Μια βόμβα τους εξερράγη στο δικαστικό μέγαρο της πόλης, μια άλλη στο σπίτι του πανίσχυρου καπιταλιστή Giovanni Breda, στον οποίο προηγουμένως είχαν επιτεθεί κατά πρόσωπο με θειικό οξύ. Οι βομβιστικές επιθέσεις συνεχίστηκαν σε σύμβολα και υπηρέτες της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου (σπίτια κρατικών αξιωματούχων, λέσχες επιχειρηματιών, αστυνομία…). Στις 7 Σεπτέμβρη του 1919 ο 19χρονος Bruno διαρρηγνύει την «Λέσχη των Ευγενών», στρατηγείο των πλουσιότερων ιταλών καπιταλιστών, κουβαλώντας μια βόμβα. Δυστυχώς, η βόμβα εξερράγη νωρίτερα σκοτώνοντας τον νεαρό αναρχικό. Έγραφε σκοτεινά και κυνικά ποιήματα ή πεζά, τακτικά στο περιοδικό Iconoclasta, όπως και ο Renzo Novatore, απ όπου και προέρχονται τα παρόντα αποσπάσματα.

«Επαναστάτες, σας επιστρέφω την ερώτηση: να ζει κανείς ή να μη ζει; Μέχρι σήμερα ονειρευόσασταν τον αλτρουισμό, τη θυσία για την ανθρωπότητα, για την πρόοδο, το μέλλον- η «αναρχική» ηθική της θυσίας σας δεν είναι παρά η χριστιανική αυταπάρνηση και η πατριωτική δουλικότητα μεταλλαγμένες καθώς βολεύει τον τόσο εξεγερμένο λήθαργό σας…»

«Καθηγητάδες, επιστήμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, η ικανότητά σας δεν αξίζει μία μπροστά μου. Δεν είστε παρά μια αντανάκλαση της ζωής, είμαι η ουσία της. Και βέβαια νιώθετε πόνο. Και οι δικές σας καρδιές σπαράζουν πλέον, αντικρύζοντας τα περισπούδαστα θεωρητικά οικοδομήματα που υψώσατε γύρω σας να καταρρέουν. Κι ακόμα πασχίζετε να τα υπερασπιστείτε από μίσος για κάθε τι νέο. Για κάθε νιότη. Και καλά κάνετε. Στο κάτω-κάτω είστε γεννημένοι να σέρνεστε. Εγώ προτιμώ να πετώ. Χάρισμά σας οι βάλτοι, προτιμώ τις κορυφές. Δική σας η ισότητα στη σκλαβιά, για μένα η αδούλωτη ύπαρξη. Και να στε σίγουροι, πως αν η ζωή είναι θέμα επικράτησης του ισχυρότερου, θα μαι εγώ αυτός. Και την δική μου ζωή θα την πάρω με την βία, όπως με την βία θα κλέψω την ευημερία και την ευτυχία μου.

«Σήμερα ήταν που περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι σκιές με κυκλώσαν… Να που βρήκα λοιπόν κι εγώ έναν θεό όπως όλοι οι άλλοι. Μόνο που αυτός ο θεός δεν είναι παρά ο εαυτός μου! (λογοπαίγνιο με τις ιταλικές λέξεις: Dio=θεός και Ιο=εγώ)»

«Ο πόλεμος πια τέλειωσε. Όμως είμαι ακόμα φυλακισμένος. Κι ας περιπλανιέμαι πάνω κάτω στις ηλιόλουστες λεωφόρους μ ένα γαμημένο όπλο στα χέρια. Οι διαταγές των ανωτέρων αντηχούν ακόμα στο κεφάλι μου κι είμαι έτοιμος, αποκτηνωμένος, να υπακούσω. -και την μητέρα; -και τα παιδιά; -και τί σε νοιάζει; Δικά σου είναι;- Μα όχι, τώρα είμαι κάτι άλλο. Τώρα είμαι ο «ένδοξος στρατιώτης». Ώ, μάνα Γη, αυτό το παιδί σου δεν θα φυτέψει άλλους τάφους στο σώμα σου τραγουδώντας κάτω απ τον ήλιο. Κι όταν έρθω κοντά σου, κάνε να φυτρώσει μια ταπεινή βιολέτα στο κεφάλι μου…»

«Δεν θέλουμε καμία σχέση μ αυτούς που από τις αναπαυτικές πολυθρόνες τους θα αποκηρύξουν την βίαια αντεπίθεση στους καπιταλιστές που προστατεύονται από τα δολοφονικά όπλα της αστυνομίας ενώ οι μεταλλωρύχοι απεργοί πεθαίνουν της πείνας. Μήπως δεν είναι για τους καπιταλιστές που πεθαίναμε για 4 χρόνια στον πόλεμο; Μήπως δεν ευθύνονται αυτοί για τους 507.193 νεκρούς του πολέμου; Μήπως δεν σκότωσε ακόμα 54 ανθρώπους η αστυνομία τους τον τελευταίο μήνα; Μήπως δεν είναι αυτοί που μας στερούν το φαΐ εκβιάζοντας μας με εκμετάλλευση ή πείνα; Ακούω κάποιους να ωρύονται: μα είναι απαραίτητο να παράγουμε! Ένας εργάτης αυτοκτόνησε αυτές τις μέρες εξαιτίας ενός ελλείμματος στην παραγωγή. Το μόνο που παράγουμε είναι οι αλυσίδες μας. Οι μόνοι εγκληματίες είναι τα αφεντικά μας!»

«…Γράμματα, τέχνες, επιστήμη, η μόλυνση του θανάτου, αυτής της τερατώδους εισβολής αναγεννά τα πάντα. Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι παρά μια γόνιμη σήψη που ανατέλλει, μολύνει τα πάντα πριν τα καταπιεί ολοκληρωτικά. Η ανθρωπότητα αρέσκεται να θαυμάζει τον εαυτό της. Μιλά για ιδανικά, για πρόοδο κι αγνοεί την ίδια την μόλυνσή της. η άβυσσος έχει ανοίξει πια για τα καλά και βουτάμε μέσα τραγουδώντας, ουρλιάζοντας, σκοτώνοντας, για τους θεούς, τις πατρίδες, τον θανατηφόρο πολιτισμό και τον πολιτισμένο θάνατό της.

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

.

Ιl me faut vivre ma vie (“Πρέπει να ζήσω τη ζωή μου”, από τη γνωστή «απολογία» του Γάλλου ιλλεγκαλιστή Ζιλ Μπονό)

«Δεν πιστεύω στο δίκαιο. Η ζωή, μια συνισταμένη ανεξέλεγκτων δυνάμεων, άγνωστων κι απερίγραπτων, απορρίπτει την ανθρώπινη επινόηση της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη γεννήθηκε τη στιγμή που χάσαμε τον έλεγχο πάνω στη ζωή μας. Πράγματι, η ανθρωπότητα αρχικά δεν είχε ανάγκη το δίκαιο. Ζούσε ελεύθερη κι αυτό ήταν όλο. Σήμερα, αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες δίκαια: χάνεται έτσι και η παραμικρή υπόσταση δικαίου. Ξέρω ότι ζω κι ότι επιθυμώ να ζήσω. Είναι δύσκολο να πραγματώσω αυτήν την επιθυμία μου, σ έναν κόσμο που ο καθένας θέλει ότι κι εγώ. Η απομονωμένη κατάφασή μου είναι το πιο σοβαρό έγκλημα. Οι νόμοι και η ηθική, συναγωνιζόμενοι με υποτιμούν και με καθυποτάσσουν. Ο καλός Χριστούλης θριαμβεύει. Είμαστε ελεύθεροι να προσευχόμαστε, να παρακαλάμε, να καταριόμαστε αλλά όχι να τολμάμε. Η δειλία, που καλλιέργησε ο χριστιανισμός και η ακόλουθη ηθική έχουν πάντα μια καλή δικαιολογία για την χαμέρπεια, την φτώχεια και την αυταπάρνηση. Αλλά η θέληση για ζωή επιθυμεί μονάχα την ελεύθερη ανάπτυξή της. Ο χριστιανός κοιτάζει καλά γύρω του, και κρυμμένος απ τα αδιάκριτα βλέμματα, τρέμοντας, διαπράττει μια αμαρτία. Επιθυμία: αμαρτία! Αγάπη: αμαρτία! Αυτή είναι η διαστροφή του. Η τόσο περιφρονημένη πόρνη, εξιλέωση της ένοχης ντροπής του κόσμου, είναι τόσο ειλικρινής: προσφέρεται σ όποιον πληρώνει χωρίς ψευδαισθήσεις. Η ευυπόληπτη και ταπεινή κοινωνία απ την άλλη, γαγγραινιασμένη σ όλο της το κορμί δεν χορταίνει να με περιορίζει, να μ εξευτελίζει για το καλό μου. Με σκοτώνει αργά – αργά. Δεν δέχομαι το δίκιο της. Δίκαιο είναι ότι μου στερεί. Πόσο ζηλεύω τον ωραίο.

Ø

.

Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο «Το σκοτεινό γέλιο ενός επαναστάτη: τα γραπτά του Μπρούνο Φιλίππι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μαύρη Διεθνής, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς/FAI-IRF:

.

Bruno Filippi – Η Ομοσπονδία του Πόνου

Καλώ να μαζευτούν όλοι οι σπασμοί της γης. Οποιοσδήποτε έχει ένα κρυφό σκουλήκι που τον ροκανίζει, οποιοσδήποτε βυθίζεται στο πένθος για το Ιδανικό, οποιοσδήποτε χαμογελά στην παρακμή της ψυχής, μπορεί να έρθει. Εγώ χρειάζομαι ο πόνος μου να γίνει μία πλημμύρα, μια καταιγίδα, θέλω να ακούσω την κραυγή του πόνου, το βογγητό της απόγνωσης.
Γιατί υπάρχει γέλιο σε αυτόν τον κόσμο και εγώ δεν μπορώ ν’ ακούσω το γέλιο. Αλυσοδεμένα αδέρφια, βασανισμένοι σύντροφοι, η μάχη είναι κοντά. Σύντομα θα εξαπολύσουμε την επίθεσή μας μεθυσμένοι από εκδίκηση, ο εχθρός θα τραφεί σε φυγή γιατί η Ομοσπονδία του Πόνου είναι τρομερή.

Από την ημέρα που γεννήθηκα κουβαλάω ένα βαρύ φορτίο. Οι ώμοι μου είναι κυρτοί και τα μάτια μου βαθουλωμένα. Το σκουλήκι ροκανίζει και ροκανίζει, με έχει καταστρέψει.
Αρκετά, για όνομα του Θεού! Κουράστηκα.
Πετάω το φορτίο και σταματάω, είχα αρκετό στη ζωή μου. Δεν μπόρεσα να ζήσω, αλλά θα ξέρω πώς να πάρω την εκδίκησή μου. Θα κράζω σε κάποιο πεζοδρόμιο με την τελική βλασφημία στα χείλη και την τελική σπίθα μίσους στο μάτι.

Πόσο μισώ…! Τα βρωμερά πλακόστρωτα της πόλης αναβλύζουν όλη την οσμή των υπονόμων. Με έχει δηλητηριάσει. Κάποτε ήμουν τόσο δυνατός!
Γελούσα ακόμα τότε… Τότε… Πρέπει στ’ αλήθεια να κραυγάσω το τι έγινε, πρέπει στ’ αλήθεια να ξεγυμνώσω τον εαυτό μου σε εσάς;
Αλλά ηλίθιοι, είναι η συνηθισμένη ιστορία!
Αγαπάς, ελπίζεις, δουλεύεις, πράττεις και μετά έρχεται η αηδία, το τίποτα, η απόγνωση.

Μια μέρα με οδήγησαν στον πόλεμο. Εγώ ονειρεύομουνα, ήμουν ακόμα παιδί. Η πρώτη ριπή του πολυβόλου κροτάλισε σκληρά τα νεύρα μου, άνοιξα τα μάτια μου, είδα αίμα, τίποτα άλλο.
Θυμάμαι μια τεράστια φλόγα, μια συνεχόμενη βροντή… νεκροί, νεκροί… και αυτή η μπόχα των πτωμάτων…

Δεν καταλαβαίνω πως αυτή η απαίσια γεύση αυτής της δυσωδίας παρέμεινε στο λαιμό μου. Φαίνεται λες και είμαι σ’ ένα τεράστιο νεκροταφείο… σταυροί, φέρετρα και δυσωδία. Η κοινωνία βρωμάει πτώματα.

Τα αυτιά μου πονούν φριχτά. Το κανόνι το έκανε αυτό. Το βροντερό θηρίο έκανε γρατζουνιές στο καημένο μυαλό μου.
ακούω πάντα μια κραυγή από μακριά, παρόμοια με τα αναφιλητά ενός απελπισμένου γίγαντα. Αλλά ποιος είναι αυτός που κλαίει στον κόσμο;

Ο πόλεμος έχει ξανά – αφυπνίσει μέσα μου το ζώο. Τα σαγόνια μου συστέλλονται σπασμωδικά, η όρασή μου διευρύνεται και τα χέρια μου θέλουν να σφίξουν, να αρπάξουν…
Όταν κοιτάζω κάποιον αιφνιδιάζομαι από μία παράξενη επιθυμία να τον κομματιάσω. Γατί θέλω να σκοτώσω και να κομματιάσω κάποιον; Δεν υπάρχουν πια γερμανοί τώρα, ποιόν πρέπει να σκοτώσω λοιπόν;

Θα είμαι μάλλον τρελός. Αλλά η παραφροσύνη μου είναι η πιο τρομερή λογική. Βλέπω πιο μακριά, νιώθω τη ζωή πιο έντονα.
Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά το σίγουρο είναι ότι υποφέρω πάρα πολύ, πολύ περισσότερο από ό,τι πριν.
Πριν; Να σκεφτείς πως πριν ήμουν ένα παιδί

Αλλά γίνεται αυτό; Βλέπω τις μαργαρίτες να μεγαλώνουν ειρηνικά, τα χελιδόνια έρχονται και φεύγουν μέσα από τους δρόμους του ουρανού. Αφήστε με να ζήσω λοιπόν! Και εγώ είμαι μία μαργαρίτα και ένα χελιδόνι. Και εμένα μ’ αρέσει η δροσιά και το ανοιχτό γαλάζιο.
Αλλά αντί γι’ αυτό… δεμένος με χειροπέδες, πιτσιλισμένος με λάσπη, πεινασμένος. Χωρίς αγάπη, χωρίς ελευθερία.

tumblr_mhpomx3Lu71s03x0vo1_500

Και έτσι είναι, αφού έτσι το θέλετε. Με μεταμορφώσατε σε λύκο και λύκος θα παραμείνω. Αλλά μέχρι τώρα έχω γρατζουνίσει μόνο το στήθος μου, αύριο θα θέλω άλλο αίμα. Μην παρακαλέσετε για έλεος τότε. Στο μυαλό μου έχετε γράψει: Μακελειό. Και μακελειό θα είναι.
Ίσως η ανθρωπότητα να είναι βρώμικη. Χρειάζεται να καθαριστεί και γι’ αυτό το μπάνιο θα χρειαστεί αίμα.
Ποιος ξέρει, μετά την κάθαρση και την καταστροφή… Ίσως τότε γίνουμε σαν τις μαργαρίτες και τα χελιδόνια. Πόσο όμορφο θα ήταν.

Γι’ αυτό, οι ψυχές που πενθείτε στον κόσμο, σας καλώ να συγκεντρωθείτε.
Η σημαία ήδη κυματίζει.
Είναι μαύρη, στέκεται πένθιμα. Εμπρός λοιπόν, άγριοι Προμηθείς. Η κραυγή της εκδίκησης είναι μουσική γλυκιά και αγαπημένη.
Σήμερα πρέπει να σκοτώσουμε, να σκοτώσουμε… αύριο θα είμαστε μαργαρίτες…
Εμπρός, Ομοσπονδία του Πόνου!

.

Bruno Filippi – Ένα κεφάλαιο που έχει κλείσει

Το θλιβερό καθήκον του συντάκτη της νεκρολογίας είναι δικό μου. Είναι θλιβερό να γράφεις μια σελίδα με μια καρδιά που ρωτάει: και μετά τι; Μα είμαστε αφοσιωμένοι στον αγώνα: ή στο να επιτύχουμε την εξαφάνισή μας. Είναι αναπόφευκτο, κι έτσι ένας από μας αναπόφευκτα χάνεται.

Χμ! Και πώς θα κραυγάσουν οι μωροί: ξεροκέφαλε αναρχικέ! Ποιος μπορεί να κατανοήσει τη θύελλα που βρυχάται στο μυαλό μας; Ποιος μπορεί ν’ αντιληφθεί την πείνα μας για χαρά, για ζωή; Ποιος μπορεί να καταλάβει την ήττα μας που πηγάζει από ανθρώπινη δειλία;

Είμαστε μόνοι μας. Δε βρήκαμε τη συντροφιά των απόκοτων έτοιμη να συμμετάσχει στον αγώνα για την κατάκτηση της ζωής.

Γι’ αυτό, ηττηθήκαμε.

Και ένας από μας έχει χαθεί. Ο άλλος παραμένει με το βλέμμα του στυλωμένο στον ορίζοντα. Δεν μπορεί, δεν πρέπει ν’ αναχωρήσει. Αυτό είναι το πεπρωμένο μας. Θα βρούμε συντρόφους;

Αλλιώς, καθένας από μας με τον τρόπο του θα εξαφανιστεί, σιωπηλώς ή ταραχωδώς, από τη σκηνή του κόσμου.

Ένα κεφάλαιο έχει κλείσει.

Ένα κεφάλαιο αγώνα, ελπίδων, ψευδαισθήσεων. Το τέλος όμως δεν έχει έρθει. Καθώς αυτές οι παράξενες, ασυνήθιστες ζωές φτάνουν στο τέλος τους, θα φτάσουμε στο σημείο ν’ αντιληφθούμε πως θα ήταν καλύτερα αν δεν είχαν ποτέ γεννηθεί.

Κι αυτό είναι όλο κι όλο που ήταν να λεχθεί.

(Καλοκαίρι του 1918)

.

ΠΗΓΕΣ: 

http://rioters.espivblogs.net/2009/08/22/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-bruno-filippi/

http://negrarosanr.blogspot.gr/2014/01/bruno-filippi.html

http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/06/19/bruno-filippi-livorno-1900-milano-1919-a-closed-chapter/

Ο τάφοι σας αυθαίρετοι η μή θα είναι σίγουρα ομαδικοί…

Untitled-1

.

Το lifestyle έχασε την αίγλη του. Εδώ και καιρό το προνόμιο της μαγείας ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο μαγικό ραβδάκι της ανάθεσης αλλά και το πανίσχυρο εκείνο ξόρκι που ονομάζεται “εξουσία“. Γιατί μπορεί το lifestyle απο μηδενικό να σε κάνει νούμερο, όμως η ανάθεση και η εξουσιαστική μαρμίτα με το μέλι κατάφεραν να μετατρέψουν τη “Villa Amalias” σε “Κένταυρο” και απο “χώρο ελευθερίας έκφρασης και έναν πολιτικό χώρο κέντρο αντίστασης” (που όποτε οι συνθήκες του αγώνα το απαιτούσαν μεταμορφωνόταν με αστραπιαία αντανακλαστικά, σε αντιφασιστικό κάστρο)… σε ένα “επ ουδενί κοινωνικό κέντρο” παρα μόνο ενα “αυθαίρετο κτήριο παράνομο τελεσίδικα κατεδαφιστέο μέσα σε δάσος κατειλημμένο απο αργόσχολους ψευτοεπαναστατες“…

Φυσικά μπροστά σ’αυτή την ολική μεταμόρφωση μικρή σημασία έχει αν είσαι μηδενικό η όχι. Αφενός γιατί κάποιοι μηδενίζοντας στη ζωή τους, ίσα ίσα που έμαθαν και να μετράνε, αφετέρου γιατί εχουμε να κάνουμε με εξισώσεις που δεν απαρτίζονται απο αριθμούς…αλλά εξισώσεις που αποτελούνται απο “νούμερα“… Τιποτένια υποκείμενα που αποσκοπούν μονο σε ενα αποτέλεσμα και δεν είναι άλλο απο οσο το δυνατών μεγαλύτερο εξουσιαστικό άθροισμα.
Γιατί όπως και να το κάνεις άλλο πράγμα οι αριθμοί και άλλο πράγμα τα “νούμερα“, νούμερα που σκάρωναν προεκλογικά παιχνίδια αποπατώντας και εκμηδενίζοντας τα μέχρι χθες “ιδανικά” τους και που πάνω στις αξίες τους χτίσανε την τωρινή τους αίγλη, την υπεροψία και την αλαζονεία.

Τέλος όσον αφορά για το τι ήταν πραγματικά η Villa, η ο Κένταυρος, αυτό και αν δεν εχει σημασία να το αναλύσουμε…

Εστίες ανομίας η μή, κοινωνική χώροι η οχι, απλώς αυθαίρετα κτήρια η προεικονίσεις απο ένα μακρινό ελεύθερο μέλλον…γι’αυτούς που διψούν για δύναμη και εξουσία και που όπως αποδείχτηκε είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για το εύκολο κέρδος ενός αέρα κοπανιστού που αβίαστα σε θέτει ισχυρό έναντι των άλλων, είναι ηταν και θα είναι απλώς άψυχα τσιμέντα και ντουβάρια, που κατέλειξαν σε μπάζα. (αυτό το τελευταίο και κυριολεκτικά και μεταφορικά)
Ενώ για τους ασυμβίβαστους τους ανήσυχους και τους αμοραλιστές, τους αντιρρησίες συνείδησης τους απροσάρμοστους και τους συνωμότες ενάντια στο κράτος, τους μόνιμα ερωτευμένους με τη ζωη για τους επαναστάτες και τους εξεγερμένους, ήταν είναι και θα παραμείνουν για πάντα ιδέες και παν απ’ όλα ΖΩΝΤΑΝΕΣ.

Η Κατερίνα Γώγου έλεγε “Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος” και αυτός είναι ένας παρα πολύ σημαντικός λόγος για μη να μας τρομάζει τίποτα, αφού οι ιδέες είναι ΑΛΕΞΙΣΦΑΙΡΕΣ. Η Villa Amalias ήταν και θα παραμένει κατάληψη για πάντα, ενώ το Κατελλημένο Κοινωνικό Κέντρο Κένταυρος μέσα απο το σύντομο αλλά εφιαλτικό για τους εξουσιαστές ταξίδι του, θα συνεχίσει να μας οδηγεί για πάντα και να μας εμπνέει για δέκα, εκατό χιλιάδες καταλήψεις.

Το μόνο ορθολογιστικά βέβαιο για όλες τις πλευρές είναι πως οι πέτρες κάποια στιγμή θα επιστρέψουν στα κεφάλια αυτών που τις ιδέες μετέτρεψαν σε μπάζα, η γιατί όχι μπορεί και να κοσμήσουν τους τάφους των ίδιων, που αυθαίρετοι η μη θα είναι σίγουρα ομαδικοί.

Άλφα Στερητικό

τέσσερα κι ογδόντα – Κ.Κ.Μοίρης

9175_2013061514234000_2013-06-15 06.23.41

.

Το ΄ξερε, να πεις δεν το ‘ξερε; Ενάμιση χρόνο σερνόταν αυτός ο φόβος ανάμεσα στα πόδια του, τυφλό φίδι να ήταν θα ΄βρισκε το δρόμο να δαγκώσει.

Φεύγω για πάνω, σε δυο βδομάδες. Το σκέφτηκα πολύ, δεν πάει άλλο. Είπα να στα πω από κοντά, μη τα μάθεις αφού φύγω.

Όταν ο άλλος σου λέει φεύγω, λίγη σημασία έχει αν σου πει τώρα, σε τρεις βδομάδες, σε δέκα μήνες. Ειδικά όταν δεν είσαι συνδικαιούχος στο βιβλιάριο του χρόνου του. Για το σώμα και το κρεβάτι του, εδώ και καιρό, ούτε λόγος.
Την άκουγε χωρίς να μιλάει. Ανακάτευε τον καφέ που πάγωσε ανέγγιχτος, έκανε τρίμματα τα κουλουράκια και τα σκόρπισε στο πάτωμα, κοίταζε αφηρημένος την απόδειξη, τέσσερα κι ογδόντα, μια φορά σήκωσε το βλέμμα του για να δει τα μάτια της, εκείνη τα είχε κάτω, ούτε σ’ αυτό μπόρεσαν να συντονιστούν, κάποτε έχυναν μαζί, τώρα ούτε ματιές συναντιόντουσαν. Μικρό το κακό, σκέφτηκε, μερικές φορές γίνονται άσχημες πλαγιομετωπικές στις διασταυρώσεις.
Πέντε μήνες απλήρωτη, τα έτοιμα τέλειωσαν, δύσκολα θα κρατήσουν ανοιχτό το γραφείο, δεν είμαι και σε ηλικία να παριστάνω το κοριτσάκι ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά μεροκάματα. Μίλησα με την Kirsten, θα με φιλοξενήσει ένα-δυο μήνες στο σπίτι της μέχρι να τακτοποιηθώ. Χώρισε τον Οκτώβριο, θα είναι πιο εύκολα και για μένα έτσι.
Για σένα. Δεν το είπε, συνέχισε να σπέρνει ψίχουλα στα πλακάκια, μετά το δικό του έβαλε χέρι και στο δικό της. Τρίμματα εσύ τη ζωή μου, τρίμματα εγώ το κουλουράκι σου. Όλα θα προλάβουμε να τα ζήσουμε μαζί, κανείς δεν θα μ’ αγαπήσει όπως εσύ, σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα, οι λέξεις της, τα γράμματα, οι τόνοι, έπεφταν ψίχουλα στο πάτωμα, κατά λάθος έριξε και την απόδειξη, έσκυψε και την σήκωσε. Δεν μίλησε, είχε χίλια δυο να πει, θα άκουγε όμως χίλια τρία, η τελευταία λέξη πάντα δικιά της ήταν, της την είχε χαρίσει από καιρό, από τότε που κουράστηκε να βλέπει τη θυμωμένη πλάτη της κάθε φορά που ένιωθε στριμωγμένη. Ωραία πλάτη, όταν καθόταν πάνω του γυμνή και ιδρωμένη ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου αυτή η πλάτη. Του δικού του κόσμου, ο άλλος ήταν ολωνών, αυτός για τον δικό του μάζευε θαύματα, για τον κόσμο των άλλων δεν είχε χρόνο.

Δεν μ’ ακούς. Δεν μιλάς.

Σ’ ακούω. Δεν μιλάω. Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι ήθελες και τι έπρεπε να θέλω εγώ. Αρχίδια ήξερες. Μόνο μπορώ και μόνη μου ήξερες να λες, μη με πνίγεις όταν ήμουν κοντά, όταν σε χρειάζομαι πάντα λείπεις όταν ήμουν μακριά, ήξερες να μην σηκώνεις το τηλέφωνο όταν ήταν να πω έρχομαι, ήξερες να το σηκώνεις και να λες πάλι λείπεις; όταν ήξερες πως ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήξερες να λες όχι όταν δίψαγα για μισό ναι, ήξερες να λες ναι όταν αυτό θα με άφηνε νηστικό, ήξερες ν΄ αδειάζεις τα μάτια σου όταν έμπαινα μέσα τους, ήξερες να γεμίζεις τα δικά μου όταν έμπαινα μέσα σου για να πεινάω περισσότερο μετά. Τελικά εσύ ήξερες. Εγώ αρχίδια ήξερα.

Τι θα κάνεις πάνω; βρήκες κάτι εκεί; σίγουρα βρήκες, δεν θα ‘κανες ποτέ οτιδήποτε χωρίς πρόγραμμα εσύ. 

Δεν μίλησε. Τι να του πει… Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι μπορούσες και τι έπρεπε να μπορώ εγώ. Ανάμεσα στα θέλω μου και τα μπορώ σου, μια πτήση one way τώρα, δυο καφέδες και μια απόδειξη. Τέσσερα κι ογδόντα.

Μπορεί να ‘ρθω να σε δω κάποια στιγμή. Αν είσαι μόνη ακόμη.

Περίμενε να ακούσει ένα έλα. Ή ένα θα είμαι. Έστω ένα θα περιμένω. Δεν άκουσε τίποτε, δεν σήκωσε τα μάτια του, η ώρα ήταν εφτάμιση, τον περίμεναν σπίτι, πλήρωσε, φεύγουμε;
Φύγε πρώτος. Το τελειοποιήσαμε τόσο καιρό, μη χαλάσουμε τις συνήθειες. Στο αεροδρόμιο μην έρθεις, δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς, όταν φτάσω πάνω θα σου στείλω μήνυμα, «έφτασα, όλα καλά»Όλα καλά. Μ’ αυτό το απολειφάδι της τρεφόταν τόσο καιρό. Της χάιδεψε ένα δάχτυλο, αυτό που βρήκε πιο κοντά του, το αιφνιδίασε, δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Είχε ωραία δάχτυλα, λεπτά, μακριά, νόστιμα. Είχε. Όλα αόριστος πλέον. Βγήκε στο δρόμο, έκανε κρύο. Σκέφτηκε αυτόν που είχε πει «δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που θα σου λείψει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο χειμώνα- προς την επόμενη ανάπηρη άνοιξη». Δυο εικοσάχρονα φιλιόντουσαν στην είσοδο του Odeon, κάτω απ΄την αφίσα του Midnight in Paris. Γέλασε. Αυτά δεν θα πτωχεύσουν ποτέ κι ας μην αξιωθούν να δουν το Σηκουάνα από κοντά.
Την είδαμε την προκοπή κι αυτών που τον συνάντησαν, κάγχασε.

Χτύπησε το κινητό του. Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Τσαλάκωσε και πέταξε την απόδειξη, από σήμερα δυο και σαράντα…

.

ΠΗΓΗ: http://amancalledkkmoiris.com/

Τότε, τώρα και πάντα

12208303_417237785137438_7569769903824549475_n

Όση σεροτονίνη και ντοπαμίνη και να εχει εκκρίνει ο εγκέφαλος μου απο την ωρα εκείνη που έγινες αντιληπτή στο οπτικό μου πεδίο…μόλις οι ήχοι σου φτάσουν στα αφτιά μου, τα πάντα ξεφτιλίζονται και καταπνίγονται  απο μια έκρηξη αδρεναλίνης που μου πλημυρίζει τον εγκέφαλο

Όπως οι ήχοι απο τα σπασίματα εκείνη το πρωινό στη Βουκουρεστίου, που με το έτσι θέλω, για ώρες, αφήναμε στην ιστορία του έθνους ΤΟΥΣ, τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ ιερά μάρμαρα για πάντα. Τότε που κάναμε τον μέχρι χθες πιο σικάτο και ακριβότερο εμπορικό δρόμο της χώρας, να μετατραπεί σε ένα πεδίο μάχης με αυστυρά απαγορεύμενη την είσοδο στους μπουρζουάδες, αλλά και μη προσβάσιμο για τα ένστολα σκυλιά τους. Η μόνη μέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας που κάποιοι πετούσαν πέτρες υπο σκιά, ΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΝΤΑΛΑ…και η Βουκουρεστίου με τη σειρά της γινόταν ο πρώτος πεζόδρομος στον κόσμο, οπου τα εναέρια ποσοστά μάζας πέτρας ξεπερνούσαν αυτά του λιθόστρωτου….

Τότε, τώρα και πάντα. Εκτελούσαμε την εξουσία, ακυρώναμε την καταστολή και κρύβαμε τον ήλιο. Τότε με πέτρες, τώρα κάνοντας έρωτα και πάντα ενωμένοι.

Άλφα Στερητικό

Ø