Αντι-εξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

bibliodiadromes_2h41.jpg

.

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
..

bibliodiadromes_241«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 24, Απρίλιος 2004

.

.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/pDmmS-6BY

Advertisements

Προς μια ποιητική του ερεθισμού

egon-schiele

.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο υπάρχεις εσύ, εγώ και η κάβλα. Η σάρκα να  φλέγεται, οι πόθοι να ενώνονται. Αφηνόμαστε σε απέραντα λιβάδια ηδονής υπό την συνοδεία κραυγών και βογγητών. Ο φρενήρης ερωτισμός των βλεμμάτων, των αγγιγμάτων, των σωματικών υγρών, η στιγμιαία σωτηρία από τα δεινά της ύπαρξης.  Το δωμάτιο κατακτούν ανάσες και αναστεναγμοί, αυτή είναι η μουσική μας, αυτή είναι η κτηνώδης ποιητική μας. Ο αυθορμητισμός που μας κατακλύζει , διασκορπά τα ρούχα μας ενώ αυτά με την σειρά τους δημιουργούν το  δικό τους κολάζ στο δάπεδο. Χορός ορμών, ένωση υγρών, ξεπέρασμα ενοχών.  Εδώ δεν χωρούν χαρτιά, πίξελ, αποξένωση εδώ υπάρχουν σώματα που γίνονται ένα.  Ο εναγκαλισμός μας είναι η ενοποίηση, η μετατροπή του εφήμερου σε μοναδικό. Εδώ  δεν υπάρχουν πανοπλίες, πέφτουν οι μάσκες βρισκόμαστε γυμνοί.  Είμαστε η ζωντανή απόδειξη και ύπαρξη του πρωτόγονου μέσα στον πολιτισμό, η κατάποση και ενατένιση των σαρκικών χυμών. Νυχιές στο σώμα, ένδειξη συμπάθειας. Η πλήρης συμμετοχή ως διάχυση του εαυτού και ένωση στα πλαίσια του λυσσασμένου πόθου. Δεν μπορώ να συγκρατήσω την κάβλα μου για σένα γιατί είσαι η αρχή και το τέλος του κόσμου μου, του κόσμου αυτού της σάρκας. Επειδή το πιο αγνό βλέμμα του κόσμου είναι αυτό κατά την γέννηση και στο πιο όμορφο γαμήσι.

Θα μας κατηγορήσουν τα συμπλέγματα, η ενοχή, η χαιρεκακία, η ζηλοφθονία, το θέαμα οι τρισκατάρατοι υπερασπιστές τους και οι ρομαντικοί που δεν κατανοούν την ευτυχία του ότι είναι κάτοχοι ενός σώματος, αυτοί οι νάρκισσοι που μισούνε περισσότερο από όλα τον ίδιο τους τον εαυτό, αυτοί που στην θέα του γυμνού γυρίζουν από την άλλη το κεφάλι με μένος, αυτοί είναι οι εχθροί της σαρκώδους επιθυμίας, οι ανίκανοι να βιώσουν την μεθυστική γεύση των σωμάτων, την ειλικρίνεια του πάθους και την αυθεντικότητα της επιθυμίας.

«Όσοι δεν έχουν αισθανθεί μέχρι τα όρια τους τις απαιτήσεις της σάρκας για να τις λατρέψουν ή να τις μισήσουν είναι εξ’ ορισμού ανίκανοι να κατανοήσουν σε όλο τους το εύρος τις απαιτήσεις του πνεύματος.» P. Lewis

Αποτελεί όμως κάτι μαγικό αυτή η δίψα η ακόρεστη, η επαναληπτική ηδονή, πόθος ο αμετανόητος. Κάθε φορά που λατρεύουμε την σάρκα μαθαίνουμε κάτι ολότελα καινούργιο. Δεν θα ήθελα ποτέ να σβήσει η δίψα από μέσα μας. Γιατί η κάβλα είναι μία, από τις ουσιαστικότερες μορφές της ανθρώπινης επικοινωνίας, από τα τελευταία οχυρά που μετά βίας γλίτωσαν από την λεηλασία της ανηδονίας και της κατάθλιψης. Η κάβλα που μας κάνει να ονειρευόμαστε χωρίς να κοιμηθούμε. Η κάβλα που μεταμορφώνει τον κενό άνθρωπο σε σύμπαν ηδονών. Η κάβλα που δημιουργεί έναν άλλο κόσμο γύρω σου. Ο λόγος που τα σώματα βάζουν στις νύχτες φωτιά. Λαγνεία του βιώματος, αφορμή για φιλίες έχθρες, έρωτες. Κάβλα αβυσσαλέα. Εγώ, εσύ ο παραλογισμός, συνωμοσία σάρκας, πνεύματος και φαντασίας ξέφρενης. Φιληδονία που πυροδοτεί άλλες πραγματικότητες. Η αγκαλιά γεμάτη υγρά και ζεστασιά, χείλη που ανταλλάσουν σάρκα και μικρόβια. Κάβλα σημαίνει αφήνομαι ανοίγομαι σε σένα, μπαίνω μέσα σου και γινόμαστε ένα σώμα, βγαίνω και αντικρίζω φρίκη μοναξιάς και την απώλεια.

Γιατί όταν τελειώσουν όλα, τότε έρχεται η λύπη, λύπη νωχελική μέχρι την επόμενη συνάντηση. Post coitum omne animal triste est. Αγωνία και προσμονή. Γιατί όταν ο ένας στον άλλο ολικά δινόμαστε κάνουμε έρωτα με τα άστρα και ύστερα επέρχεται επώδυνη προσγείωση. Η πορεία προς την σάρκα και η αγάπη για ζωή. Γιατί είμαστε άνθρωποι είμαστε τρωτοί και για αυτό γιορτάζουμε, για αυτό λυπόμαστε, για αυτό δακρύζουμε, ονειρευόμαστε, γευόμαστε  και απολαμβάνουμε. Γιατί όσο θα γαμιόμαστε θα μας γνωρίζω περισσότερο.

.
ΠΗΓΗ: http://wp.me/p3bPIr-T

.
560168_3540780912003_207791354_n.jpg

Καρδιά στο κλουβί – Τσάρλς Μπουκόφσκι

00017EJ4CT3XJTI4-C322.jpg

.

Καρδιά στο κλουβί – Τσάρλς Μπουκόφσκι

.
Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται.
Ο κόσμος κλονίζεται και απαιτεί δημοκρατία.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός δεν αποδίδει.
Ούτε η αθεΐα.
Τίποτα δεν αποδίδει.
Εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
Τίποτα δεν αλλάζει.
Οι αιώνες αλλάζουν
κι ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος.
Η αγάπη λυγίζει και διαλύεται.
Το μίσος είναι η μοναδική πραγματικότητα
στις ηπείρους.
Στις ηπείρους και στα δωμάτια δυο ανθρώπων.
Τίποτα δεν αποδίδει εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
‘Ολα τ’ άλλα είναι θεωρίες.
Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται για να ξαναχτιστούν.
Για να ξανακαούν.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός;
Μόνο το όπλο.
Υπάρχει μόνο το όπλο.
Κι αυτός που το εξουσιάζει.

Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Το αναρχικό δράμα. “Αντιγόνη” μια αναρχική ηρωίδα

AntigoneOedipusCFJalabeat

.

Η αρχαία τραγωδία της Αντιγόνης έχει μελετηθεί και αναλυθεί μέσα στους αιώνες επανειλλημένα, παραμένοντας μέχρι σήμερα, χιλιάδες χρόνια μετά από τα πιο επαναστατικά δημιουργήματα.

Είναι αμφισβητήσιμο βέβαια πόσοι από τους θεατές που μέχρι σήμερα την έχουν παρακολουθήσει, κατανόησαν την επαναστατική της διάσταση ή έστω τόλμησαν να κάνουν την παραμικρή αναγωγή με το πώς οι ίδιοι λειτουργούν απέναντι στο καθεστώς και τους νόμους. Η Αντιγόνη εκπροσωπεί τον άνθρωπο που δεν υποτάσσεται, τον άνθρωπο που θεωρεί χρέος του την εξέγερση απέναντι στο άδικο και την τυφλή και βίαιη εξουσία.

Στις μέρες μας και λόγω των εξελίξεων και της προσπάθειας να εδραιωθεί παγκόσμια ένα αστυνομοκρατούμενο καθεστώς που θα υπηρετεί τους ιθύνοντες και τον καπιταλισμό, το πρόσωπο της Αντιγόνης παίρνει ακόμα μεγαλύτερη αξία. Δυστυχώς όμως ένα μεγάλο κομμάτι θεατών, παρακολουθεί χωρίς εσωτερικό προβληματισμό την τραγωδία αυτή, και μάλιστα συχνά χρησιμοποιείται απλά ως κομπασμός ή δήθεν δείγμα κουλτούρας η παρακολούθησή της.

Η πολιτική διάσταση της “Αντιγόνης” είναι καθοριστική, η τραγωδία του Σοφοκλή καθώς και η ηρωίδα του έχουν αποτελέσει σε παγκόσμιο επίπεδο αντικείμενο ανάλυσης, ακόμα και από ψυχαναλυτές όπως για παράδειγμα ο Patrick Guyomard, την έχουν χαρακτηρίσει ανατρεπτική, διαχρονικό σύμβολο της ελευθερίας, πιστή στους άγραφους νόμους και τα επιθετα και οι χαρακτηρισμοί που της έχουν προσδώσει θα μπορούσαν να συνεχίζονται σελίδες επί σελίδων.

Πριν αρκετά όμως χρόνια ο Ηenry Wood Nevinson τόλμησε να της προσδώσει ένα άλλο χαρακτηρισικό που σε πολλούς στενόμυαλους “πεπαιδευμένους” δεν θα αρέσει πιθανόν, την αποκάλεσε “αναρχική ηρωίδα” και μίλησε για αναρχικό δράμα. Αν συνυπολογίσουμε το πόσο διαστρεβλωμένη είναι η έννοια της αναρχίας και πόσο οι λάτρεις του κράτους και της “νομιμότητας” προσπαθούν να της προσδώσουν τα χειρότερα στοιχεία, η προσέγγιση αυτή του Nevinson υπήρξε ανατρεπτική για την εποχή του αλλά και για τις μέρες μας αλλά ταυτόχρονα απολύτως ταιριαστή με την ηρωίδα της τραγωδίας. Ο Henry Nevinson ήταν ένας διάσημος δημοσιογράφος στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, διάσημος για την έκθεση και την μελέτη του σχετικά με την δουλεία στην Αγκόλα και τα CocoaIslands. Ήταν συνδρομητής στο περιδικό ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και φίλος του Κροπότκιν και του Μαλατέστα. Το άρθρο του για την τραγωδία της Αντιγόνης αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Δοκίμια στην Ελευθερία (1909).

Και έρχονται οι σύγχρονες εξελίξεις και ο τρόπος λειτουργίας του “εξελιγμενου” κόσμου 100 χρόνια μετά να τον επιβεβαιώσουν. Ναι η Αντιγόνη, αποτελεί πράγματι μια αναρχική ηρωίδα, η εξέγερσή της χωρίς να συνυπολογίζει το προσωπικό της όφελος, χωρίς να σκέφτεται την ήσυχη, προστατευμένη οικογενειακή ζωή που την περίμενε εφόσον υπάκουε στον άρχοντα της πόλης αυτή απέναντι στον νομοταγή και απόλυτο τύραννο τον Κρέοντα, απέναντι στον Χορό με τους φιλήσυχους πολίτες που δεν μπορούν να κατανοήσουν το μεγαλείο της, σκύβουν το κεφάλι και το μόνο που κάνουν είναι να την λυπούνται.

Αρκεί μόνο μια ματιά γύρω μας και θα αντικρίσουμε παντού τον Κρέοντα και σαφώς τον “φιλήσυχο” Χορό, την καλόβολη και φοβισμένη Ισμήνη, ευτυχώς θα αντικρίσουμε σε καποια πρόσωπα όμως και την Αντιγόνη.

Ακολουθεί ένα μέρος της προσέγγισης του Nevisnon στην τραγωδία της Αντιγόνης σε μετάφραση του Χρήστου Μόρφου από το βιβλίο “Αρχαία Ελλάδα και Αναρχισμός” εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος”.

“Μια παράξενη αντίθεση κυριαρχούσε εκείνο το Σάββατο στην υπαίθρια παράσταση του Θεάτρου του Κολεγίου Μπραντφορντ….Καθαρά και καλοταϊσμένα αγόρια βρίσκονταν εκεί, έχοντας διδαχθεί, ως πρώτο κανόνα της ζωής, τη χωρίς δισταγμούς υπακοή. Μεταξύ των θεατών βρίσκονταν άνδρες και γυναίκες που δεν είχαν ποτέ παραβεί έναν ανθρώπινο νόμο ούτε είχαν αμφισβητήσει τους κανόνες των κυβερνητών ή της κοινωνίας, αλλά είχαν διδαχθεί να θεωρούν την εξέγερση ως ένα από τα χειρότερα εγκλήματα. Λίγοι απ’αυτούς είχαν ποτέ υποχρεωθεί να διακινδυνεύσουν κάτι παραπάνω από μια τρίχα της κεφαλής τους για τις αρχές τους. Ακόμα λιγότεροι, δεν διανοήθηκαν ποτέ να χάσουν ένα γεύμα για να βρουν το δίκαιο ή την αγάπη.

Μπροστά όμως, στο μακάριο βλέμμα τους παιζόταν η τραχύτερη τραγωδία εξέγερσης και δικαιοσύνης και έρωτα και σε πόσο διαφορετικό σκηνικό. Ο πόλεμος βρίσκεται στην απεχθέστερη στιγμή του – δυο μέρες μετά τη μάχη. Ο κάμπος της Βοιωτίας βράζει από την ζέστη…..Τα πτώματα των νεκρών Αργείων, που είχαν επιχειρήσει να καταλάβουν την πόλη, κείτονται βιαστικά θαμμένα στην άμμο και στις πέτρες έξω από τις επτά πύλες και εκείνα που μένουν άταφα, έχουν ήδη μαυρίσει από τον θάνατο και τον ήλιο. Η μυρωδιά της σήψης τους βρωμίζει τον αέρα…Ανάμεσά τους κείτεται ο Πολυνείκης, σκοτωμένος από τον αδερφό του, που κι αυτός έχει σκοτωθεί από τον Πολυνείκη – δύσμοιροι γόνοι αποτρόπαιων σχέσεων. Οι υπόλοιποι ας θαφτούν όσο πιο γρήγορα γίνεται, αυτό ήταν το ιερό έθιμο σ’όλους τους Έλληνες, γιατι ο θάνατος φέρνει τη συγχώρεση στους ανθρώπους. Αλλά για τον Πολυνείκη δεν θα επιτραπεί ταφή….Αυτή ήταν η προσταγή του Κρέοντα, που στέφτηκε βασιλιάς των Θηβών μετά τον θάνατο των δύο ανιψιών του. Η προσταγή διαλαλήθηκε σε ολόκληρη την πόλη και όριζε ότι οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων συλλαμβανόταν να επιχειρεί την ταφή του πτώματος, είτε ενταφιάζοντάς το, είτε καλύπτοντάς το με πέτρες ή χώματα, θα αντιμετώπιζε την ποινή του δημόσιου, μέχρι θανάτου, λιθοβολισμού σε χώρο που καθόριζε ο νόμος. Ένας φύλακας τοποθετήθηκε για τη φύλαξη του πτώματος.

Σε ένα τέτοιο σκηνικό αρχίζει το μεγάλο δράμα της εξέγερσης και εμφανίζεται η Αντιγόνη, αποφασισμένη να προχωρήσει στην ιερή παράβασή της…..Ο ποιητής βάζει στον πλευρό της την αδελφή της, την όμορφη και ευχάριστη Ισμήνη, ως ένα κοινό ανέμελο νου που υποτάσσεται στην εξουσία και παραμένει προσεκτικά στα πλαίσια του νόμου. Η Ισμήνη αναφέρει όλα τα τετριμμένα επιχειρήματα για να μην κάνει τίποτα. Είναι αδύνατον λέει : “Μα κι απαρχής να κυνηγά δεν πρέπει τ’αδύνατα κανείς”. Είναι πάντα μάταιο να προκαλείς ταραχές. Τα έργα υπερβάλλοντος ζήλου είναι περιττά. Εξάλλου οι αδερφές είναι φτωχές, αδύναμες γυναίκες, πολύ αδύναμες οι δυο τους για να εναντιωθούν στους άντρες. Κι επιπλέον σίγουρα αποτελεί καθήκον όλων των πολιτών να υπακούν στο κράτος και κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί γιατί υποτάχθηκε σε μια ανώτερη δύναμη. Αλλά ό,τι κι αν γίνει, εκείνη τουλάχιστον θα κρατήσει το μυστικό της αδερφής της.. και μ’ένα τελευταίο ίχνος ανθρωπιάς, επιμένει ότι τρέμει για την αγαπημένη της αδελφή, όχι για τον εαυτό της.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον Χορό. Ευγενικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, τυφλωμένοι από την ξεμωραμένη σύνεση της ηλικίας τους και των εθίμων. Κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν να την παρηγορήσουν με το επιχείρημα ότι είναι κάτι καλό να πεθαίνεις νέος και υγιής. Και μπορούμε να φαναστούμε την κατάπληξή τους όταν το αχάριστο κορίτσι απορρίπτει τα παρήγορα λόγια τους ως εμπαιγμό και τους ζητάει να έχουν τουλάχιστον την αιδώ να μείνουν σιωπηλοί μέχρι να φύγει. Μα γιατί; Αυτοί ζουν με την αιδώ και το νόμο! Έχουν γαλουχηθεί με το αγαπημένο τους απόφθεγμα “τίποτα που να ξεφεύγει από τα ειωθότα δεν έρχεται στη ζωή του ανθρώπου δίχως να φέρει συμφορές”. Κι έτσι παρ’ οτι θαυμάζουν απεριόριστα την ευφυΐα του ανθρώπου και καταπλήσσονται με την ικανότητα τους και τα επιτεύγματά του, τρομοκρατούνται μέχρι τρέλας όταν σκέφτονται την τόλμη ενός άνδρα ή μιας γυναίκας και προσεύχονται να μην καθίσει ποτέ δίπλα στην εστία τους κάποιος από εκείνους που δεν υπακούν στο νόμο. Το ίδιο και με τον έρωτα. Λένε πολλά ωραία πράγματα γι’αυτόν, αλλά τον φοβούνται μέχρι θανάτου. Υπάρχει κάτι στον έρωτα που αποδίδει μικρή σημασία στους νόμους κάτι αλόγιστο και άμετρο και η καρδιά που εμφορείται από τον έρωτα δεν είναι καλύτερη από την τρέλα.

Ο Κρέων παρουσιάζεται συνήθως ως ο τύπος του αιμοδιψούς τυράννου, η ενσάρκωση του ιδιότροπου δεσποτισμού. Αλλά αυτό είναι άδικο. Είναι απλά ο μέσος αξιωματούχος, ο μέσος σκλάβος του νόμου, της τάξης και της ρουτίνας. Σε κανονικούς καιρούς θα θεωρείτο ως ένας κυβερνήτης υπόδειγμα, που πάντοτε θέτει το δημόσιο συμφέρον πάνω από το δικό του. Μιλάει συνεχώς για το καθήκον και το κράτος. Είναι αφοσιωμένος στο κράτος ψυχή τε και σώματι και δικαιολογεί τα ενδεχόμενα λάθη του επαναλαμβάνοντας το ανιαρό, παλιό απόφθεγμα ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι καλύτερη από την ακυβερνησία. Εάν κάποιος του εναντιώνεται, υποψιάζεται αμέσως “οχλαγωγία” ή “φαυλότητα”. Όταν κάποιος διαφέρει από αυτόν φαντάζεται ότι δεν μπορεί να είναι παρά μόνο προδότης. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα η αποστροφή του σε οτιδήποτε απειλεί να ανατρέψει την επίσημη ρουτίνα.

Εν μέσω όλων αυτών των άξιων υποστηρικτών του νόμου στέκεται το εξεγερμένο κορίτσι, η Αντιγόνη, η ηρωικότερη μορφή της ελληνικής τραγωδίας, κατώτερη ίσως μόνο του επαναστάτη Προμηθέα που αψήφησε τις προσταγές του ίδιου του Δία….Το μέγα και κεντρικό θέμα του έργου είναι η προσφυγή της Αντιγόνης, αντί στους νόμους του κράτους στους αρχέγονους νόμους της τιμιότητας που βρίσκονται στην καρδιά όλων των ανθρώπων, που δεν επηρεάζονται και δεν περιορίζονται από την πανοπλία των φραγμών που θέτουν οι κυβερνήτες και οι υπήκοοι τους.

Η τέχνη του ποιητή διαχέει αυτή την ακαταμάχητη γοητεία σ’ολόκληρο το έργο, όμως για μια στιγμή συμπυκνώνεται στους ονομαστούς στίχους της Αντιγόνης :

“Γιατί δεν ήταν ο Δίας,

που μου τα ‘χε αυτά κηρύξει,

ούτε η συγκάτοικη με τους θεούς του Κάτω Κόσμου, η Δίκη, αυτούς τους νόμους

μες στους ανθρώπους όρισαν, και μήτε

πίστευα τόση δύναμη πως έχουν τα δικά σου κηρύγματα,

ώστ’ενώ είσαι θνητός να μπορείς των θεών τους νόμους

τους άγραφους κα ασάλευτους να βιάζεις.

Γιατί όχι σήμερα και χτες, μα αιώνια

ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει από πότε φανήκανε”.
.

Σ’αυτούς τους στίχους κρύβεται το μυστικό των παράξενων και απροσδιόριστων δυνάμεων, που οι κοινοί υπάκουοι στους νόμους, άνθρωποι, όπως η Ισμήνη και ο Κρέων και ο Χορός, βρίσκουν τόσο ενοχλητικές και τρομακτικές. Αυτές οι δυνάμεις είναι οι άγραφοι νόμοι και είναι γελοίο να πούμε ότι δεν θα πορευτούμε σύμφωνα μ’αυτούς, γιατί δεν έχουν περιορισμούς, ούτε όρια. Τα έθιμα, η παράδοση, οι δικαστικές αποφάσεις και οι ποινές δεν μπορούν ούτε καν να εισέλθουν στο έδαφος όπου αυτοί κινούνται και το καθήκον δεν έχει καμιά απολύτως θέση ανάμεσά τους.

Αυτά είνα τα μεγάλα ασυνείδητα ένστικτα του κόσμου, οι αμετάβλητες ορμές που λυτρώνουν την ανθρωπότητα από τους δισταγμούς και από την απρόθυμη υποταγή. Ο έρωτας είναι μία από αυτές, όπως λέει ο ποιητής, το θάρρος μια άλλη και μια τρίτη, είναι η άνομη ιερότητα που οδήγησε την Αντιγόνη στο να αψηφήσει ό,τι χειρότερο θα μπορούσαν να κάνουν εναντίον της το κράτος και ο λιθοβολισμός και η πείνα και η αυτοκτονία. Η Αντιγόνη δεν είναι σκληρή, με ψυχρή καρδιά. Όταν βρίσκει το πτώμα του αδερφού της να κείτεται άταφο στη γη την ακούμε να “βάζει τους θρήνους σαν το πικρό πουλί που βρίσκει άδεια την φωλιά του από τα μικρά του”. Λαχταρά την ζωή και τον έρωτα και τα παιδιά…Η εμπιστοσύνη της όμως στο δίκαιο ταλαντεύεται μόνο μια φορά και μόνο για μια στιγμή και είναι σημαντικό το ότι όχι μόνο κερδίσει στο τέλος τον Χορό κα τον Κρέοντα και ότι οι κοινοί άνθρωποι όπως λέει ο αγαπημένος της την θεωρούν εντέλει άξια για τα ανώτερα βραβεία…”

.

Henry Nevinson

.

1704184

.

ΠΗΓΗ: OmniaTv, Sylvia’s Blog

Ομοφυλοφιλία και ναζισμός

tumblr_lhl6ygi3WT1qh6tkco1_1280.jpg

.

.

Στο βιβλίο The Pink Swastika, των Scott Lively και Kevin Abrams καθώς επίσης και στο Homosexuality: The Essence of Nazism, του Michael W. Johnson, υποστηρίζεται η ομοφυλοφιλική καταγωγή του ναζιστικού κινήματος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τις αρχές του 20ου, η ομοφυλόφιλη επιθυμία γνώριζε στη Γερμανία μια περίοδο άνθησης.

Το σκάνδαλο Eulenburg στην αυλή του Κάιζερ Wilhelm II, οι θεωρίες περί Τρίτου φύλου του Magnus Hirschfeld, η ίδρυση από τον ίδιο των προσκοπικών κινημάτων με την επωνυμία Wandervogel, ομάδων νεαρών ανδρών που διαβιούσαν στη φύση και καλλιεργούσαν τον ανδρισμό τους κατά τα πρότυπα των αρχαίων Σπαρτιατών, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι παιδεραστές αρχίζουν να πληθαίνουν. Το μόνο που τους λείπει είναι μια οργάνωση, αλλά απ’ ότι φαίνεται πρέπει ήδη να υπάρχει γράφει ο Engels σε μια επιστολή του προς τον Marx.
Τα τάγματα της ναζιστικής νεολαίας, τα Freikorps, θα προέλθουν, κάποιες δεκαετίες αργότερα, μέσα απ’ αυτά τα παρακμάζοντα προσκοπικά κινήματα και θα διοικούνται σε έναν μεγάλο βαθμό από ομοφυλόφιλους και παιδεραστές.
Πολλές ηγετικές μορφές του ναζιστικού κινήματος ήταν φανερά ομοφυλόφιλοι όπως ο Rudolf Hess και ο Ernst Röhm που επάνδρωσαν τα SA με ομοφυλόφιλους διοικητές.
Υποψίες εγείρονται ακόμη και για τον ίδιο τον Hitler.
Οι Samuel Igra και Hermann Rauschning, αναφέρονται σε επίσημα στοιχεία της αστυνομίας που διαβεβαιώνουν ότι ο Hitler, γνωστός στο ναζιστικό περιβάλλον και ως ο ωραίος Αδόλφος
, Der Schoen Adolf, ήταν μια αρσενική πόρνη στη Βιέννη το 1907 – 1912, αλλά και στο Μόναχο την περίοδο 1912 – 1914.
Ο Hitler είχε σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και της ανιψιάς του, αλλά όλες οι σχέσεις του ήταν αποτυχημένες.

“Ο φασισμός”, σημειώνει ο φιλόσοφος Vladimir Jankelevitch σ’ ένα πυρετικό του χειρόγραφο το 1944, “εκπληρώνει την παλιά ομοφυλόφιλη τάση των Γερμανών, εκείνη που απ’ τον ωραίο Ζίγκφριντ μέχρι τον ποιητή Στέφαν Γκέοργκ παθιάζει τη γοτθική φαντασία. Οι άντρες μεταξύ τους, οι γυναίκες στις κουζίνες (θυμηθείτε το σύνθημα: Kinder, Kirche, Kuche). Η ζωή στην ύπαιθρο, η τρέλα των γυαλιστερών στολών, ένα κάποιο ελληνικό νιτσεϊκό ιδανικό για την αρσενική ομορφιά, τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να τροφοδοτούν έτι περαιτέρω μια παραδοσιακή κλίση του στρατού του Γουλιέλμου. Η χιτλερική ψευτοαρετή μπορεί να θεωρηθεί η εξέγερση της αντεστραμμένης αρρενωπότητας εναντίον του θηλυκού και επίπλαστου πολιτισμού που ενσαρκώνεται απ’ την Γαλλία. Ο Χίτλερ, ο άντρας χωρίς γυναίκες, είναι ο όμορφος βάρβαρος, ο εγκρατής, ο αδιάφορος απέναντι στις σειρήνες της απόλαυσης, σε όλες τις filles – fleurs. Ο νεοσπαρτιατικός φανφαρονισμός, η μέγαλη εκτίμηση για τις λεγόμενες “νεανικές” κινήσεις, έχει επίσης παιδεραστική καταγωγή. Ξεφυλλίστε τα περιοδικά τους: δεν περιλαμβάνουν παρά κρουστά, αθλητές, ρωμαϊκά προφίλ, παραληρηματική αρρενωπότητα.”.
“Η στρατοκρατία” θα σημειώσει και ο Wilhelm Reich, “στηρίζει την ομαδική, ψυχολογική της επίδραση σ’ έναν ερωτικό μηχανισμό: η αισθησιακή έλξη της στολής, η γενετήσια διέγερση που προκαλούν με τη ρυθμική τους κίνηση οι παρελάσεις είναι όλα αισθησιακά συμφέροντα που χρησιμοποιούνται συνειδητά.”

.

.

Πολλά επίσης από τα τελετουργικά σύμβολα του ναζισμού προήλθαν από το ομοφυλόφιλο περιβάλλον, όπως ο χαιρετισμός «Sieg Heil», το διπλό “SS”, ακόμη και το ανεστραμμένο Ροζ Τρίγωνο που χαρακτήριζε τους ομοφυλόφιλους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας διωγμός που ποτέ δεν πήρε όμως διαστάσεις γενοκτονίας, όπως στην περίπτωση των Εβραίων, αλλά όπως φαίνεται έγινε μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών βιομηχάνων που χορηγούσαν το ναζιστικό κόμμα και είχαν αρχίσει να θορυβούνται από τις διαστάσεις που έπαιρνε το ομοφυλόφιλο ζήτημα. Οι ομοφυλόφιλοι μάλιστα που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα ήταν κυρίως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, οι “femmes”, αυτοί που εκτρέπονταν στο α-τόπημα του γυναικείου ίχνους και όχι οι “butches”, που επένδυαν και επιδείκνυαν την αρρενωπότητά τους. Η θηλυπρέπεια και η παρενδυσία είναι συνθήκες που αντιστρέφουν τα σημεία του βιολογικού ίχνους, διαταράσσοντας έτσι το νόημα της ναζιστικής ιδέας.

Αν όλα τα παραπάνω μας αποκαλύπτουν μια φανερή, κεκαλυμμένη ή λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του ναζιστικού κινήματος, μας εξιστορούν και κάτι ακόμη που το αφήνουν όμως ανερμήνευτο: τον εντοπισμό του παραβατικού, πολιτικού ίχνους στο σεξουαλικό φαντασιακό. Σ’ αυτή τη σφαίρα του σεξουαλικού που πραγματώνει και αληθεύει τις αναπαραστάσεις μας, ενθυλακώνοντάς τες στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Ο ναζισμός είναι μια τέτοια σκηνή, μια σκηνή της σαγήνης, αλλά “η σαγήνη είναι πάντα μια σαγήνη του κακού”, όπως θα πει ο Baudrilland. Η φαντασιακή δυνατότητα του ίδιου του κακού να διαβιώνει μέσα στον κόσμο σε πείσμα κάθε ηθικής ή πολιτικής καταστολής του.

“Οι κοινωνικά παραβατικές συμπεριφορές προσλαμβάνουν τη σαγήνη του κινδύνου, ακριβώς επειδή δελεαζόμαστε ακατάπαυστα από την ιδέα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη. Αυτό που φαντάζει εκτός ορίων γίνεται σέξι και εντρυφώντας στο ενδιαφέρον μας για το ταμπού νιώθουμε άτακτοι” θα πει χαρακτηριστικά η Halberstam.
Ο ναζισμός είναι η μόνη ιδεολογία που δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το καθεστώς της σαγήνης αλλά απεναντίας επένδυσε πάνω του. Όλες οι άλλες ιδεολογίες επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον άνθρωπο στο περιβάλλον μιας εξορθολογισμένης κοινωνικότητας, όπως η σοβιετική αισθητική, για παράδειγμα, που αφιέρωσε τον άνθρωπο της στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, στη στοχοπροσήλωση της κοινωνικής του ιδέας, αποκλείοντάς τον από το περιβάλλον της σαγήνης και των παρεκκλίσεων.
Αντιθέτως απ’ τη σκηνή του ναζισμού αυτό που εκπέμπεται είναι μόνο σαγήνη, η σαγήνη του Ενός, που διαπερνά ακαριαία το πλήθος, το συν-κινεί, το έλκει, το δια-στρέφει, το θηλυκοποιεί, (ο Hitler αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια πράξη βιασμού πάνω στο θήλυ ίχνος της μάζας), αυτός ο θρίαμβος εν τέλει του σωματικού.

.

.

Στη ναζιστική αισθητική αυτό που σχηματοποιείται είναι το ίχνος ενός φαντασιακού: το ωραίο, αψεγάδιαστο, υγιές σώμα που διατίθεται στον ηγέτη και στη χαρά των συντρόφων του. Κυρίως η εικόνα του αντρικού σώματος, του φερέλπι, νεαρού μαχητή, που πραγματώνεται και πνευματώνεται στον άθλο της γενναιότητάς του αλλά και στο προνόμιο της καταγωγής. Μια φαντασμαγορική εικονοποιία που από τη μια επιχειρεί να αναδείξει το ίχνος μιας ανθρωπολογικής διαφοράς και από την άλλη να καθιερώσει τη σαγηνευτική σκηνή της ναζιστικής ιδέας. Μια σκηνή που εκθέτει τη σεξουαλικότητά της και πνευματικοποιεί την εκδήλωση της πραγματικότητάς της.
“Σε αντίθεση προς την άφυλη αγνότητα της επίσημης κομμουνιστικής τέχνης”, θα πει η Sontag, “η ναζιστική είναι φιλήδονη και ταυτόχρονα εξιδανικευτική. Μια ουτοπική αισθητική που υποδηλώνει έναν ιδεώδη ερωτισμό: μια σεξουαλικότητα μετασχηματισμένη στο μαγνητισμό των ηγετών. Το φασιστικό ιδεώδες είναι να μετατρέψει τη σεξουαλική ενέργεια σε ‘πνευματική’ δύναμη προς όφελος της κοινότητας”.

Μια σεξουαλικοποιημένη δηλαδή ομοψυχία που “διακλαδίζεται” (Deleuze), μέσα στο σώμα, ηδονίζοντάς το. Μια σεξουαλικότητα που άρχεται βέβαια από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του δασκάλου και του μαθητή και της ομοερωτικής τους σχέσης και που δύσκολα χωρά στο πλαίσιο μιας μονοσήμαντης σεξουαλικής στρατηγικής, όπως επιχειρούν να την καθηλώσουν οι ιστορικοί που προαναφέρθηκαν. Τα ανδρικά γυμνά της ναζιστικής τέχνης, που κοσμούσαν τους δημόσιους χώρους των γερμανικών πόλεων, είναι εδώ για να σαγηνεύσουν και για να υπομνηματίσουν περισσότερο μια εσωτερική κατάσταση, παρά για να εκθέσουν την εδραμάτισή της. Εξέθεταν όχι τόσο την πραγματικότητα της γυμνότητάς τους, όσο την ιδέα μιας ποθητής αρρενωπότητας. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που αποσύρει απ’ το ανάγλυφό της τις σεξουαλικές της εντάσεις. Είναι έτσι σώματα σχεδόν ουδέτερα, με απαλυμένα τα σεξουαλικά τους όργανα, ενδεδυμένα μόνο τη γυμνότητά τους. Ένα καθαρό πρότυπο, αυτή η ιδέα του αρείου σώματος, ο αντικατοπτρισμός του ποθητού του ίχνους και πάντα σ’ αυτό το καθεστώς της απέκδυσης της ζωής, ένα απ’ τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της ναζιστικής τέχνης. Δεν είναι το σάρκινο που εκτίθεται στο γλυπτό, αλλά το γλυπτό που διεγείρει το σάρκινο. Οι εικόνες έτσι της Riefenstahl και ειδικά των κολυμβητών της από την Ολυμπία, είναι στιγμές μιας αποσβολωτικής ομορφιάς αλλά και μιας μοναδικής συγκίνησης. Εμβληματικά, ιδεόληπτα σώματα που εμψυχώνουν τη μυθολογική καταγωγή τους και δι-εγείρουν τη μυθοπλαστική τους αλήθειά.

Ο Hans Surén, στο βιβλίο του η Γυμναστική των Γερμανών, αναφέρει σχετικά: “Η ενατένιση ενός καλοσχηματισμένου σώματος ασκεί μια βαθιά παιδαγωγική επίδραση, από άποψη όχι μόνο σωματική, αλλά και ηθική. Η γυμνότητα ενός ευγενούς σώματος αποτελεί μια σημαντική προτροπή για μίμηση, πράγμα που το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες…Οι Έλληνες καταφθάνουν από παντού. Οι χαλαροί και φαρδιοί χιτώνες τους που πέφτουν με χάρη στους ώμους, καλύπτοντας μόνο ένα μέρος του σώματος. Τα γυμνά μπράτσα τους, ροδισμένα από τον ήλιο, καλοφτιαγμένα, που εισέρχονται στο στάδιο. Αυτή η νεολαία με τα υπέροχα σώματα, γυμνά ως επί το πλείστον και μαυρισμένα, προσφέρει ένα εκπληκτικό θέαμα”.

Ο νεαρός αθλητής και μαχητής σαγηνεύεται, ενδίδει, αλλά και πάλι συγκρατεί τη ζωική του ενέργεια για το πεδίο του στίβου ή της μάχης, αλλά και γι’ αυτή την ακαταμάχητη σαγήνη του θανάτου. Γι αυτό και η θέση των γυναικών στη ναζιστική κοινωνία και κουλτούρα ήταν πάντοτε μια θέση υποχώρησης, καθότι αναγνωριζόταν ως ένα υπονομευτικό, ως προς την στόχευση του ανδρός, φύλο. Ό, τι εντόπισε το εξασκημένο βλέμμα της Riefenstahl και στην κοινότητα των Νούμπα. Οι γυναίκες στην χιτλερική κοινωνία ήταν απλώς μηχανές αναπαραγωγής φυλετικά καθαρών παιδιών. Το σεξουαλικό φαντασιακό του νεαρού άνδρα έτσι, διαθλάται πάνω στην εγγύτητα του συντρόφου του. Συνθήκη που αναγνωρίζεται μάλιστα σε όλα τα ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές ή ο στρατός.

Ο Leo Bersani αναφέρεται σ’ αυτή τη “συναισθηματικοποίηση των ένοπλων δυνάμεων ή των εργατών, που μπορεί η ίδια να προεκβάλλει και να εξαγνίσει μια χαρακτηριστική σεξουαλική προτίμηση.”

Ο εμός σύντροφος γίνεται εδώ η πηγή μιας λιβιδινικής έντασης που δεν μορφοποιείται αναγκαστικά πάνω στο θηλυκό ή αρσενικό εκλιπών ίχνος, αλλά σ’ αυτό το ίδιο το καθεστώς της παραβατικότητας που δομεί την επιθυμία και την απόλαυση. Η επιθυμία άλλωστε, εντοπίζεται πάντα αλλού, είναι αυτό το αλλού, η δια-στροφή της ταυτότητας, το παιγνίδισμά της, η εκ-τροπή της, η ανωνυμία της και γι αυτό η διαθεσιμότητά της. Ο ναζισμός κυοφορήθηκε αργά μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συντροφικότητας, στις προσκοπικές οργανώσεις των Wandervogel που προαναφέραμε. Περιβάλλοντα όπου ο σύντροφος αναλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τη θηλυκοποίησή του, όχι την θηλυπρέπεια του, απεναντίας, αλλά τη διά-θεσή του στη φαλλική υπεροχή. Ο άθλος του νεαρού μαχητή γίνεται σ’ αυτή τη κουλτούρα και το συνώνυμο μιας καυλωτικής επιθυμίας, μια καθολική μορφή ηδονισμού που συνέχει το φαντασιακό και εκπληρώνει την πραγματικότητά του. Μια ταυτοποιητική σαγήνη όπου το υποκείμενό της δεν αντιστρέφεται αλλά εκτρέπεται, δεν χάνει τη ταυτότητα του, αλλά τη θεωρεί στη σκηνή του ομοίωσής του.

Η Judith Halberstam σημειώνει: “Αυτό το είδος του ανδρισμού συνέπεσε με μια εθνικιστική και συντηρητική έμφαση στην ανωτερότητα της ανδρικής κοινότητας και με μια φυλετική απόρριψη της θηλυκότητας. Πράγματι, μεταξύ αυτών των πρώιμων ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, οι άρρενες Εβραίοι θεωρούταν άντρες που είχαν εκθηλυνθεί από την επένδυσή τους στην οικογένεια και το σπίτι, ένα πεδίο που θα έπρεπε αφήνεται στις γυναίκες και οι οποίοι, όπως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, δεν ανταποκρίνονταν στο ανδροπρεπές καθήκον τους να παραμείνουν δεσμευμένοι στους λοιπούς αρρενωπούς άνδρες και σε μια ταγμένη στον ανδρισμό πολιτεία και δημόσια σφαίρα”.

Η σκηνή εδώ της αρρενωπότητας είναι μια ενσαρκωμένη εντύπωση και όχι ένα κενό παιγνίδι εντυπώσεων, όπως περιγράφει τη σαγήνη ο Baudrillard, αλλά μια έλξη, και μια εντύπωση, που επιστρέφει μορφοποιώντας το υποκείμενό της, δομώντας το ολοκληρωτικά. Η παθητικότητα της ελκτικής φοράς μετουσιώνεται εδώ σε δομική ενεργητικότητα, σε μια παλινδρομική κίνηση που ενσαρκώνει την επιθυμία, αυτή την αυθεντικότητα της σκηνής.

.

.

Στο περιβάλλον αυτού του ηδονισμού μια σκηνογραφία πάθους εκθέτει τον υλικό της περίγυρο, ερεθιστικά αντικείμενα που δι-εγείρουν σκηνές του διαστροφικού: η ηδονή του βιασμού, οι φετιχιστικές καθηλώσεις, η μαζοχιστική εργαλειοθήκη, αυτή η στολή των SS, τα εφαρμοστά παντελόνια, τα στρατιωτικά διακριτικά, οι γυαλιστερές μπότες, τα δερμάτινα ρούχα, σινιάλα όλα μιας ασυναγώνιστης σαγήνης που συγκροτεί μια ιδιαίτερη και περίκλειστη σεξουαλική εμπειρία. Ναζιστικά εξαρτήματα, που αυτονομούνται μέσα στη σφαίρα του σεξουαλικού, σε μια ξεχωριστή πορνο-γραφική κατηγορία, απεκδυόμενα το καταγωγικό, πολιτικό τους context. Μια σαδομαζοχιστική γραφικότητα, παραδομένη στις οξυμένες της αναπαραστάσεις, στη πραγματικότητα του αναφορικού.

“Υπάρχουν κάποια ισχυρά και αναπτυσσόμενα ρεύματα σεξουαλικού πάθους”, θα πει η Sontag, “τα ρεύματα εκείνα που κινούνται υπό την ονομασία του σαδομαζοχισμού, και τα οποία κάνουν το παιγνίδι με το ναζισμό να παίρνει μια ερωτική όψη. Αυτές οι σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και πρακτικές συναντώνται τόσο ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους, μολονότι η ερωτικοποίηση του ναζισμού είναι ορατή προπάντων μεταξύ των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο σαδομαζοχισμός είναι το μεγάλο σεξουαλικό μυστικό των τελευταίων χρόνων και όχι το ερωτικό ξεφάντωμα”.

Απ’ το υπόγειο λοιπόν δώμα του σαδομαζοχισμού η φασιστική εμπειρία καθίσταται η σκηνή της διαστροφής και της παράβασης. Μια παραβατικότητα που δεν συντονίζεται τόσο με κάποια προτάγματα σεξουαλικής απελευθέρωσης όσο με μια ασυνείδητη απόφαση υποταγής στην κυριαρχία του άλλου. Μια δουλική κάθειρξη του υποκειμένου όταν αυτό χειραγωγείται σιδηροδέσμιο και φιμωμένο υπό τις προσταγές του κυρίου του ή της ντομινατρίς του. Η αποθέωση μιας σωματοποιημένης πρακτικής, ή ενός μηχανοποιημένου σώματος, που εξαντλεί το πάθος του στη χειρονομία των εξαρτημάτων του. Η κυρίαρχη άλλωστε σκηνή του σεξ ήταν πάντα η σκηνή των αναπαραστάσεών του, η θεατρικοποίηση της πράξης του, η ηδονοβλεπτική διάσταση των ρόλων του. Το σαδομαζοχιστικό περιβάλλον, με τη μελαγχολική επαναληπτικότητα των χειρονομιών του, αποδίδει στη σεξουαλική εμπειρία έναν θανατόληπτο οίστρο. Μια απόκοσμη σαγήνη που εξαντλεί τα υποκείμενά της, στη πρόσ-τυχη στάση της εκφόρτισής τους. Το σεξουαλικό φαντασιακό που γίνεται εδώ η απόλυτη εξουσιαστική μηχανή, η δι-έγερση της. Η σαγήνη του Κυρίου και η μαζοχιστική προσήλωση του Δούλου, απο-καλύπτουν έναν λόγο που εκχέεται τώρα μέσα από τις ηδονιστικές εκδορές και εκχυμώσεις του σώματος, αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής, ο θρίαμβος, όπως θα έλεγε ο Baudrillard, του πραγματικού.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, μια θριαμβική, όσο και μυστική σημειουργία, ανακτά τις εκφράσεις της. Το ναζιστικό μπουντουάρ αναλαμβάνει σήμερα τη θέση που του αναλογεί, στα άρματα των gay prides, στους body builders με τις δερμάτινες εξαρτήσεις τους, στις στολές των μηχανόβιων, στη φυλή των gay skinheads, στην εικονογραφία του Tom of Finland, στο έργο του Bruce LaBruce, αλλά και στη βίλα των οργίων του Salo.

Μια πληθυντική τάση της gay κουλτούρας που ενσαρκώνει τη φασιστική αισθητική μιας επιθετικής σεξουαλικότητας, μιας S/M επιθυμίας να ανακτηθεί η γυμνότητα του ανθρώπου, το πιο βίαιο και διεστραμμένο της ίχνος. Με εξαίρεση τη γραφή Sade, η ναζιστική σημειουργία καθιερώνει, μέσα σε μια υπεραισθητική διάσταση, αυτή τη διαφάνεια του Κυρίου και του Δούλου.
Τους σεξουαλικοποιεί και τους δύο, σαγηνεύοντάς τους, μετατρέποντάς τους σε σεξουαλικούς ρόλους και πραγματώνοντάς τους στη σφαίρα του καθημερινού. Μια γραφή, η ναζιστική γραφή, που αναγνωρίζεται σ’ αυτό το περίκλειστο αλλού της επιθυμίας, ως η βιαιότητα μιας αλήθειας, η βαναυσότητά της, η πιο ερημική στιγμή του ψυχισμού.

.

Το βίντεο και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Bruce LaBruce.

ΠΗΓΗ: https://leximata.blogspot.gr/2013/11/blog-post_24.html

.

agapi-re-mounia-kriti

Τζον Στάινμπεκ – Τα σταφύλια της οργής (1939)

dorothea-lange-migrant-mother-series-41

(Αφιερωμένο στους εξεγερμένους της Γαλλίας)

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, “Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

.

“ Η Καλιφόρνια ήταν πρωτύτερα του Μεξικού και η γης της των Μεξικανών˙ και μια ορδή κουρελιάρηδες και έξαλλοι Αμερικανοί χίμηξαν πάνω της. Και ήταν τόσο πεινασμένοι για ένα κομμάτι γης, που πήραν τη γης, σφετερίστηκαν προνόμια, κατάργησαν προνόμια, φοβέρισαν και τρομοκράτησαν οι πεινασμένοι και έξαλλοι εκείνοι άνθρωποι˙ και φύλαγαν με τα ντουφέκια τη χώρα που είχαν σφετεριστεί.”

“…Μην ανεβάζεις την εμπιστοσύνη σου ψηλά ως τα πουλιά και δεν θα σέρνεσαι κατόπι μαζί με τα σκουλήκια.”

“…Είναι μια χώρα λεύτερη.
Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος , σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πληρώσεις τη λευτεριά σου.”

“…Ο Κέϊσι είπε: Έχω γυρίσει τον τόπο. Όλοι ρωτούν το ίδιο. Που θα φτάσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δε θα φτάσουμε ποτέ μας πουθενά. Πάντα σε πορεία. Θα βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε πορεία. Γιατί δεν κάθονται να το σκεφτούν οι άνθρωποι; Τώρα έχουμε ξεσηκωμό…
Απ’ τον κατατρεγμό έρχονται οι άνθρωποι σε απελπισία και επαναστατούν.”

“…είχα βαλθεί με όλα μου τα δυνατά να πολεμήσω το διάβολο, γιατί φανταζόμουν πως ο διάβολος ήταν ο εχθρός.
Μα κάτι πολύ χειρότερο απ’ το διάβολο κρατάει στα νύχια του τον τόπο, και δε θα τον παρατήσει αν δεν κοπεί κομματάκια κομματάκια.”

“…..Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μ’ όλο πουν θα υπάρχουν ακόμα οι βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι μια απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.”

“…Το πρόσεξα όπου κι αν σταθήκαμε. Πεινάνε οι άνθρωποι για κρέας και λαρδί, και όταν το βρούνε δεν τους θρέφει. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο την πείνα ζητούσαν προσευχές….Μα δε φελάνε πια οι προσευχές.
Οι προσευχές δεν προμηθέψανε ποτέ λαρδί και κρέας. Για το κρέας και το λαρδί χρειάζονται γουρούνια.(……)
Οι άνθρωποι ζητάνε να ζήσουν μια ζωή πρεπούμενη και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Και σαν γεράσουν πια, να κάθονται στην πόρτα τους και ν’ αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα. Και όσο είναι νέοι, να χορεύουν, να τραγουδούν και να πλαγιάζουν μαζί. Θέλουν να τρώνε, να μεθούν και να δουλεύουν.”

.

.

“…Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν. Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά, και τα σπυριά της πελλάγρας διογκώνονταν στα πλευρά τους. Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.”

“…Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”  

“…Στην ερημιά για νάβρει την ψυχή του πήγε, μα εκεί ανακάλυψε πως δεν έχει δική του ψυχή. Λέει πως έχει ένα κομματάκι από μια μεγάλη, από μια θεόρατη ψυχή. Λέει πως δε φελλά η ερημιά, γιατί το κομματάκι αυτό η ψυχή του είναι τίποτα, εξόν αν βρίσκεται μαζί με την υπόλοιπη και νά’ ναι μια ολάκερη ψυχή.”

“…Καμιά δουλειά…Δίχως δουλειά, ούτε λεπτά ούτε φαΐ.
Ένας άνθρωπος που’ χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στο αλέτρι κι έπειτα για το αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τα αφήσει να ψοφήσουν της πείνας όσο καιρό σταματά η δουλειά.
Εκείνα είναι άλογα-εμείς είμαστε άνθρωποι.”

.

Τζον Στάινμπεκ(1902-1968) – Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

.

(Κι η Αμερική μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους ομοίους μου και για τους ομοίους σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.)