Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Advertisements

Ο Κάνιγκ στην Κάνιγγος (Με τη ματιά του Βασίλη Ραφαηλίδη)

RAFAILIDIS1a

.

Το 1823, τρίτο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης, όλα παν καλά στην Ελλάδα. Ο Δράμαλης έχει κατατροπωθεί, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου είχε αίσιον πέρας, η Αθήνα έχει απελευθερωθεί και η κυβέρνηση του Ναυπλίου παραμένει αξιοπρεπής προς το παρόν: Το πρώτο δάνειο δεν έχει έρθει ακόμα, ώστε ν’ αρχίσει ο σκοτωμός.

Αυτή τη σημαδιακή χρονιά για την ύπαρξη μας ως κράτους συμβαίνει ένα συγκλονιστικό γεγονός, αλλά εκτός Ελλάδος, στην Αγγλία. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Τζωρτζ Κάνιγκ κάνει μια θεαματική στροφή και απαγκιστρώνεται απ’ την ανθελληνική πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας.

Την 25η Μαρτίου 1823, ακριβώς δυο χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, ο Κάνινγκ γνωστοποιεί στον κόσμο όλο πως αναγνωρίζει επίσημα το δικαίωμα των εμπολέμων Ελλήνων να αποκλείουν με τα πλοία τους τις τουρκικές ακτές. Κάτι τέτοιο το Διεθνές Δίκαιο της εποχής το αναγνώριζε μόνο σε αναγνωρισμένα κράτη, και συνεπώς η πράξη του Κάνιγκ ήταν μια έμμεση μεν, σαφέστατη δε αναγνώριση της κυβέρνησης των αγωνιζομένων Ελλήνων, και άρα του ελληνικού κράτους πριν καν αυτό υπάρξει. Κατά κάποιον τρόπο, και με σύγχρονη ορολογία, ήταν η αναγνώριση μιας επαναστατικής κυβερνήσεως, μιας «κυβερνήσεως του βουνού», για να θυμηθούμε άλλες εποχές.

Και σα μην έφτανε αυτή η τόσο θεαματική και τόσο ξαφνική στροφή της αγγλικής πολιτικής υπέρ των Ελλήνων, την 30ή Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1823) όμιλος Άγγλων τραπεζιτών χορηγεί στη μαχόμενη Ελλάδα δάνειο ύψους 800.000 στερλινών για τις άμεσες ανάγκες των επαναστατών. Αν σκεφτεί κανείς πώς γίνεται και δίνουν οι κεφαλαιούχοι τα λεφτά τους με πολύ υψηλό τόκο μεν, αλλά χωρίς να είναι καθόλου βέβαιοι πως θα τα πάρουν πίσω αφού όλα παίζονται ακόμα στην Ελλάδα, προκύπτει η εύλογη απορία: Μα, τι διάολο, τρελάθηκαν οι πάντα πραχτικοί και συμφεροντολόγοι Άγγλοι; Καθόλου δεν τρελάθηκαν. Απλώς ασκούν σοβαρή γεωπολιτική στρατηγική στο Αιγαίο και γενικότερα στη Μεσόγειο.

Ήξεραν πως οι Έλληνες είναι θαλασσινός λαός, ήξεραν πως οι Τούρκοι δε σκαμπάζουν τίποτα από θάλασσα και πόνταραν στους Έλληνες, που θα μπορούσαν θαυμάσια να γίνουν εν καιρώ οι χωροφύλακες των Άγγλων και στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Ο ιδιοφυής Τζωρτζ Κάνιγκ έκανε διάνα. Η Ελλάδα προσδέθηκε στους Άγγλους, και στη συνέχεια στους διαδόχους τους στη Μεσόγειο Αμερικανούς, πριν καν υπάρξει ως ελεύθερο κράτος! Αυτό θα πει μακρόπνοη εξωτερική πολιτική, κύριοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, που αν και τσιράκια των Άγγλων δε διδαχτήκατε τίποτα.

Πάντως, τώρα καταλαβαίνετε καλύτερα γιατί αφιερώσαμε στον Κάνιγκ μια πλατεία, έναν δρόμο και έναν ανδριάντα στημένο στην πλατεία Κάνιγκος. Χρωστάμε την ύπαρξη μας ως κράτος στον Κάνιγκ. Αλλά και τους εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης, κι αυτούς στον Κάνιγκ τους χρωστάμε. Εκείνο το δάνειο, το πρώτο από μια ατέλειωτη σειρά δανείων, έκανε τους Έλληνες να πέσουν με τα μούτρα στο ψητό και να σφάζονται μεταξύ τους για το ποιος θ’ αρπάξει το μεγαλύτερο κομμάτι. Όντως μεγάλος πολιτικός ο Κάνιγκ! Είναι να μην του στήσεις το άγαλμα στην πλατεία Κάνιγκος;

Βασίλης Ραφαηλίδης

.

[ΙΣΤΟΡΙΑ (κωμικοτραγική) του ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993, σελ. 11-12]

.

ΠΗΓΗ: http://atexnos.gr/