Τσάρλς Μπουκόφσκι – Οι δεινόσαυροι, εμείς

oi-deinosauroi-emeis

.

γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ.Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται

είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμμόνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

γεννημένοι μέσα σ’αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδησμένοι από αυτό
βίαοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού

η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό

τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη

γεννημένοι σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη

ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός

σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς

και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ

γεννημένη από αυτό

ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος

να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.
.

 

Advertisements

Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Σκόρπια αποφθέγματα του Louis Scutenaire

Louis Scutenaire

.

Γράφω για τους ίδιους λόγους που άλλοι άνθρωποι βανδαλίζουν γραμματοκιβώτια, πυροβολούν μπάτσους, σκοτώνουν τα αφεντικά τους, καταστρέφουν την κοινωνική τάξη. Γιατί κάτι με ενοχλεί: μια αηδία, μια επιθυμία.

Η πλήρης κατανόηση της μαλακίας που έχουν οι ειλικρινείς άνθρωποι είναι εκπληκτική.

Θέλω να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερες από τις βρωμοδουλειές μου ανθρώπινα.

Το μέλλον υπάρχει μόνο στο παρόν.

Υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους εκτιμώ τόσο λίγο, που θα ήταν άχρηστο να πώ κάτι γι αυτούς, μιας και δε θα μπορούσε να γίνει χειρότερο.

Οι άνθρωποι έχουν επινοήσει εκατομμύρια θεών, για να κρύψουν την ίδια τη δύναμή τους, την οποία φοβούνται, από τους εαυτούς τους.

’λλος ένας λόγος που οι άνθρωποι επινόησαν τους θεούς είναι για να παρηγορηθούν πως η μιζέρια τους είναι σταλμένη από κάποια ανώτερη δύναμη.

Κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος, είναι διαφορετικά.

Ας μη ξεχνάμε ότι οι αφέντες μας έχουν τις ψυχές δούλων.

Τα δημόσια πρόσωπα είναι αυτοί που βγήκαν απ’ τη σκιά για να βουτήξουν στα σκατά.

Δεν έχω άλλο στόχο από την απόλυτη απελευθέρωση κάθε τί ζωντανού. Τίποτα δεν είναι ζωντανό.

Η ζωή θα είναι ωραία όταν η δουλειά γίνει μια απόλαυση που θα μπορεί να δοκιμάσει ο καθένας.

Κοιμάσαι για τα αφεντικά.

Να φωνάζεις “Ζήτω η ζωή”, ενώ είσαι αλυσσοδεμένος σε ένα φλεγόμενο σπίτι, είναι σαν να φωνάζεις “Ζήτω το παγωτό”. Μπορείς πάντως να φωνάξεις ούτως ή άλλως. Ποιός ξέρει τι μπορεί να συμβεί;

Δεν είναι φρόνιμο να μένεις πιστός σε φίλους που δεν είναι πιστοί στον εαυτό τους.

Η δικαιοσύνη περιλαμβάνει επίσης την καταδίκη του δικαστή.

Όταν ήμουν νέος, τα εργατικά ατυχήματα ήταν τόσο συχνά στη χώρα μου που όταν περνούσε μια νεκροφόρα ακολοθούμενη από κηδεία, κανείς δε ρώταγε “Ποιός πέθανε;” αλλά μάλλον, με ένα είδος μαύρου χιούμορ: “Από που τον βγάλανε;”, εννοώντας “τί δουλειά έκανε όταν σκοτώθηκε;”. Και, λες κι αυτοί οι θάνατοι δεν ήταν ήδη αρκετοί, στις απεργίες ερχόταν ολόκληρος ο στρατός για να πυροβολήσει τους εργάτες. Θυμάμαι μια διαδήλωση που πήγαινα, καθισμένος στους ώμους του Meme Diablot. Οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν, κι εμείς πέσαμε στο έδαφος και συρθήκαμε τριακόσια μέτρα με τις κοιλιές μας. Ακριβώς δίπλα μου ήταν ένας μεγάλος άνδρας με βελούδινο σακάκι, ο Victor Pintat, που ούρλιαζε με έναν εξεγερτικό ενθουσιασμό και χόρευε καθώς σερνόταν.

Δέχομαι τα πάντα εκτός από αυτά που με κρατούν σε μια κατάσταση εξυπηρέτησής μου.

Αυτό που εξοργίζει τους γείτονες, κινεί την περιέργια των παιδιών τους.

Το δυστυχές, για την εκπαίδευση των παιδιών, είναι ότι οι αναμνήσεις των πολέμων γράφονται από αυτούς που δε σκοτώθηκαν στον πόλεμο.

Τα αφεντικά είναι σκατά που έχουν εξουσία, οι υπήκοοι τα κάνουν σκατά όταν έχουν εξουσία.

Προλετάριοι όλων των χωρών, δεν έχω καμία συμβουλή για σας.

Ένας τσατισμένος μπάτσος μυρίζει, ακόμα χειρότερα από έναν κανονικό.

Δώσε την υπεραξία σου στους φτωχούς, ώστε να τα πάρουν από αυτούς οι πλούσιοι, και γιάτρεψε τους λεπρούς, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στο εργοστάσιο.

Louis : 9 στις 10 φορές έχω δίκιο.
Lorraine: Τί κρίμα που συνήθως υπάρχουν 10 φορές.

Ο αδερφός μου είπε μια μέρα σε δυο παντρεμένους καθολικούς νέους που γνώριζε: “Ώ, εσείς, που σήμερα κολυμπάτε στην ευλογία του θεού και των ανθρώπων! Τι κρίμα! η θρησκεία και οι νόμοι δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να κρύβουν την ανηθικότητα και το έγκλημα!”

Το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου είναι δυστυχώς αυτό του ιεροκύρηκα.

Δεν πρέπει να θέλουμε να πάρουμε τα αγαθά που έχουν οι πλούσιοι, αλλά να τα κάνουμε να αηδιάζουν και τους ίδιους ακόμα.

Παραείμαι φιλόδοξος για να έχω μια φιλοδοξία.

Να μεγαλώνεις και να χαλαρώνεις τα δεσμά σου, είναι το αντίθετο από το να τα σπάς.

Να αυτοκτονήσεις; Μα, αυτό δεν κάνεις μια ζωή;

Καλός εργάτης σημαίνει ένα φτωχό και βαρετό κορόιδο.

Είναι προτιμότερο να ρίξεις μια μπουνιά στο πρόσωπο ενός πλούσιου παρά να του ρίξεις μια μούτζα.

Η ύπαρξη των χριστιανών αποδεικνύει την ανυπαρξία του θεού.

Το ότι κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά είναι δυσάρεστο μόνο και μόνο επειδή οι υπόλοιποι έχουν.

Αφού ολοκλήρωσα τα αριστουργήματά μου, προσηλυτίστηκα στην τεμπελιά.

Οι δούλοι συνήθιζαν να κλαίν πάνω απ’ τα πτώματα των αφεντών τους μόνο όταν φοβούνταν για τους νέους αφέντες.

Το μόνο έπος που με συγκινεί είναι αυτό της συμμορίας Μπονό.

Μισώ τη δουλειά τόσο πολύ, που δεν μπορώ καν να ζητήσω από άλλους να την κάνουν.

Ας κάνουμε μια εκδρομή να εξερευνήσουμε τις κοινοτυπίες.

Μη ξεχάσεις να μου διαβάσεις την στήλη των κηδειών. Πάντα με ευχαριστούσαν οι ειδήσεις.

Καταλήγω να βαριέμαι μαζί σου μόνο και μόνο για να ξεγελάσω τη δική μου βαρεμάρα.

Τα πάντα είναι υποθετικά. Ακόμη κι αυτό.

Η κλοπή και η κληρονομιά, αυτές είναι οι δυο πηγές του πλούτου.

.

[Μετάφραση στα αγγλικα έγινε από τον αμερικανό σύντροφο Jordan Levinson την πρωτοχρονιά του 2005 για το σάιτ Live Free Or Buy Trying! ]

.

scutenaire

Ο Louis Scutenaire (1905-1987) ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση ποιητή. Μετά από σπουδές εγκληματολογίας, εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος πριν τα παρατήσει για μια κατώτατη θέση κρατικού λειτουργού. Υπήρξε κεντρική φιγούρα του βελγικού σουρρεαλισμού -συνεισέφερε στη “Σουρρεαλιστική Επιθεώρηση”, ενώ δημοσίευε και δικά του ποιήματα, κυρίως αφορισμούς και μαύρο χιούμορ. Γρήγορα θα αντιταχθεί στην βαθμιαία εμπορευματοποίηση του σουρρεαλισμού, αλλά και στη χαζοχαρούμενη συμπάθεια των δυτικών διαννοουμένων για τη σταλινική Σοβιετική Ένωση, προσχωρώντας στον αναρχικό χώρο, και διατηρώντας μέχρι τέλους την σαρκαστική καχυποψία του απέναντι σε κάθε εξουσία και αυθεντία.

Ø

ΠΗΓΗ: http://rioters.espivblogs.net/

Αναλαμβάνω την ευθύνη, βάζεις τη βενζίνη;

IMG35992

.

«σε ό,τι αφορά την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία στο Κερατσίνι την αναλαμβάνουμε, αλλά ποινική ευθύνη δεν υπάρχει»
-Ν. Μιχαλολιάκος, πρόεδρος της Χρυσής Αυγής, μία μέρα πριν την επέτειο δύο χρόνων απο την δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

.

Εκτελέστε κάθε νεοναζιστικό σκουπίδι, ξυλοφορτώστε κάθε εξουσιαστικό παραπέτασμα, καταστήστε ανίκανο κάθε μισάνθρωπο που γνωρίζετε.

Στείλτε στην εντατική πατριώτες, ρίξτε σε κώμα εθνικιστές, ανοίξτε φασιστικά κεφάλια, εξασκηθείτε στην ανατομία ζωτικών οργάνων πάνω σε κουφάρια κρατικών σκυλιών, βάλτε βόμβες, προκαλέστε δολιοφθορές, διαδώστε ψεύτικες ειδήσεις, θρυμματίστε με βαριοπούλα πόδια πολιτικών, κωλυσιεργείστε και παραιτηθείτε απ’τη δουλειά, σαμποτάρετε ακυρωτικά μηχανήματα, ανατινάξτε τράπεζες, λερώστε καθαρούς τοίχους, αντιμιλήστε σε ματσό τύπους, ελέγξτε ελεγκτές και κατόπιν χτυπήστε τους, παραμορφώστε κάθε πατριαρχική μουτσούνα, βανδαλίστε κάθε καπιταλιστικό είδωλο και πυρπολείστε οτι συμβολίζει το κράτος.

Ισοπεδώστε κάθε σύνορο και κάθε εξουσιαστική σχέση, ληστέψτε, βάλτε φωτιά σε κάδους, βιαιοπραγήστε και χλευάστε κομματόσκυλα, τουμπάρετε κομματικά περίπτερα, συνωμοτήστε, καταστρέψτε, ξεφτιλίστε συνεργεία τηλεοπτικών σταθμών, βεβηλώστε εκκλησίες, ξηλώστε κάμερες ασφαλείας, φτύστε γέρους και γριές που δυσανασχετούν με τους μετανάστες, απαλλοτριώστε και κατόπιν μοιράστε, σπάστε και ξεσπάστε, γίνετε όλοι οι λόγοι εκείνοι ώστε η σαπίλα του υπάρχοντος και η μικροαστίλα, να περάσουν στο πάνθεον της ιστορίας.

Όσο για την ευθύνη, απλά δεν υπάρχει. Στον κοινωνικό βοθρολυμένα οπου νεοναζί για λόγους τακτικής και image αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον χαμό αθώων ανθρώπων, την ευθύνη φέρει αποκλειστικά και μόνο όποιος σωπαίνει η κλείνει τα αφτιά του, αλλα και όποιος συμβιβάζεται χτίζοντας την ασφάλεια του πανω στην υποταγή και την απάθεια.

Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ…

.

“δεν είχαμε σκοπό να πάμε τόσο βαθιά
μα κάποιος από μας στο δρόμο πέταξε τη λέξη φωτιά, τη λέξη φωτιά”

.

-Άλφα Στερητικό

Αν περνιέσαι για τρελός κοίτα απλά έναν μικροαστό

1491586994387232

Τι είναι η απόδραση απ’το Δρομοκαΐτειο μπροστά στο διψήφιο ποσοστό επι τις εκατό, που κυκλοφορεί έξω, ελεύθερο και αμέριμνο με ποικίλα προσωνυμία όπως “κύριος, κυρία, νοικοκύρης, γείτονας, πάτερ, το παιδί της έβγα, κλπ”…

Διεστραμμένες προσωπικότητες, ρατσιστές, φασίστες, φαλλοκράτες, βολεψάκηδες, σταρχιδιστές, παρτάκιδες, με επιλεκτική ακοή και όραση-μα όμως σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού απο μια έγχρωμη τηλεόραση…

Τα πιόνια στη μονόπολη, τα κτήνη στη μητρόπολη, που υπο τον μανδύα καποιας γαμημένης κανονικότητας απαλλάσσονται δια βίου απο κάθε κλινική εξέταση…και αποκτούν δικαίωμα στην κρίση και μη χειρότερα ακόμη και στη διαιώνιση του είδους.

Μη σε παραμυθιάζουνε τα κάγκελα γιατί απο το Δρομοκαίτειο δεν αποδράς… και δεν αποδράς γιατί δεν είσαι κάτι διαφορετικό απο αυτη την κοινωνία. Είναι σαν τον μπάτσο -χρυσαυγίτη ένα πράγμα που σχολάει απ’τη δουλειά και παει στην τοπική ΤΟ για να κάνει “δράσεις”…

Ψυχικά ασθενείς δεν υπάρχουν πραγματικά. Ψυχικά ασθενείς είναι όσοι “δεν είναι ασθενείς” και όμως φέρονται αλλά και κάνουν σαν να είναι….”Ψυχικά ασθενείς” είναι όσοι φέρουν “πλήρως λειτουργικά ανεπτυγμένη λογική” και όμως φέρονται σαν αυτή να σταμάτησε να αναπτύσσεται όταν οι ίδιοι ήταν 2 χρονών. Τολμώ να πω πως δεν υπάρχουν καν τρελοί…όλοι έχουμε τις διαφορετικότητές μας και για μένα αυτό που ορίζει τον “τρελό” είναι όταν οι διαφορετικότητες κάποιου τείνουν να καταπατούν έμμεσα η άμεσα τις ελευθερίες των άλλων.

Όπως η ιδιοκτησία παράγει την κλοπή, έτσι και η “αστική κανονικότητα” (ονόμασέ της αν θες λογική) γεννάει την τρέλα….

Άλφα Στερητικό

Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

pacific-electric-red-cars-awaiting-destruction1

.

.

[μεταφραση: aixmi]

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με την αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/plg1B-1es

Προς το μηδέν του απείρου.

1476076_1392028211093912_3867882125531380689_n

 

Το να είσαι μισάνθρωπος όχι απλά δεν είναι ότι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί, αλλά αντιθέτως προσωπικά το κατατάσσω στα “χαρίσματα” ενός ανθρώπου. Ο απόπατος είναι το να ΑΓΑΠΑΣ μισά τους ανθρώπους, χωρίς να ξέρεις το γιατί η χωρίς να τους επιλέγεις.

Είναι ένας βούρκος που κολλάς μέσα του για πάντα και που τα απόνερα του απλώνονται μέχρι τα πόδια αυτών που τον προσπερνούν, για να γίνουν ο καταλύτης ώστε να χαράξει ο ίδιος εναν δρόμο σχεδόν μοναχικό. Αυτό που σήμερα όλοι αναμασάνε σαν καραμέλα και που επισυνάπτουν σαν κουσούρι, δηλαδή: Μισάνθρωπος!

Οι ημίμετρες αυτές συναισθηματικά καταστάσεις είναι και οι τελευταίες αναμνήσεις που έχει να θυμάται ένας “μισάνθρωπος” τον ημερών μας, τη στιγμή που απομακρύνετε απ’ τον αστραφτερό κόσμο του τίποτα και αυτό που τον διαχωρίζει από την κυριολεκτική σημασία της λέξης μισάνθρωπος, είναι αυτοί οι ένας, δύο-τρείς ανθρώποι που ο ίδιος ο “μισάνθρωπος” συνειδητά επέλεξε να είναι στη ζωή. Γιατι αν ο μισάνθρωπος “πουλεψε” απο μία κοινωνία συναισθηματικά ανεπαρκών, είναι επειδή ο ίδιος επιθυμούσε ακόμη και αν συνέβαινε για ΜΙΑ μόνο φορά στη ζωή του, τότε να αγαπούσε και να δινόταν ολοκληρωτικά.

Εγώ το περιγράφω ως ένα πρώιμο στάδιο ανιδιοτέλειας και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι λιγότερο για κάποιον που αρνήθηκε στεγνά την ασφάλεια του πλήθους, όντας ο ίδιος έτοιμος να σταθεί ακόμη και μπροστά σε σφαίρα για αυτούς που αγαπάει.

 

Άλφα Στερητικό
26/12/2014