Αλμπέρ Καμύ – Το παράλογο και η αυτοκτονία

 

Graffiti by Skitsofrenis

Στη φίλη και συντρόφισσα ” Σ” που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της από αυτοκτονία.

 

Albert_Camus_1f38

Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιχνίδια. Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε. Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ’ αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία. Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ’ αυτές για να τις καταλάβουμε.
.
Όταν διερωτώμαι πώς κρίνω ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι πιο αναγκαίο από ένα άλλο, απαντάω ότι η πραγματικότητα το αναγκάζει να τεθεί. Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Από μια άποψη έκανε καλά. Δεν άξιζε ν’ ανέβει στην πυρά γι’ αυτή την αλήθεια. Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ’ τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία. Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν). Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα. Πώς ν’ απαντήσουμε; Πάνω σ’ όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα – καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή – υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη. Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια. Σ’ ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια.
.
Αντιμετώπισαν πάντα την αυτοκτονία σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ όμως τίθεται το θέμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική σκέψη και την αυτοκτονία. Μια χειρονομία σαν κι αυτή ωριμάζει μέσα στη σιωπή της καρδιάς, με το ρυθμό που ωριμάζει ένα μεγάλο έργο. Ο ίδιος ο άνθρωπος το αγνοεί. Ένα βράδυ, κάνει την τελική χειρονομία. Μου έλεγαν για το διευθυντή κάποιας επιχείρησης που αυτοκτόνησε, πως είχε χάσει την κόρη του πριν πέντε χρόνια, πως από τότε είχε αλλάξει ριζικά και ότι αυτή η ιστορία “τον είχε φθείρει”. Δεν υπάρχει ακριβέστερη έκφραση. Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει πως αρχίζεις να φθείρεσαι. Η κοινωνία δε δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτές τις καταστάσεις. Το σαράκι βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί πρέπει να το αναζητήσουμε. Αυτό το θανάσιμο παιχνίδι που οδηγεί την αντιμέτωπη στο φως ύπαρξη, στη φυγή έξω απ’ αυτό, πρέπει να το παρακολουθήσουμε και να το καταλάβουμε.
.
Υπάρχουν πολλά αίτια σε μια αυτοκτονία και γενικά τα πιο φανερά δεν είναι τα κυριότερα. Σπάνια αυτοκτονεί κανείς (η υπόθεση εν τούτοις δεν αποκλείεται) από αντίδραση. Εκείνο που οδηγεί στην αυτοκτονία πάντα σχεδόν είναι ανεξέλεγκτο. Συχνά οι εφημερίδες αναφέρουν για “βαθιές μελαγχολίες” ή “για ανίατη ασθένεια”. Αυτές οι εξηγήσεις γίνονται δεκτές. Θα έπρεπε όμως να ξέρουμε μήπως την ίδια μέρα ένας φίλος του απελπισμένου του μίλησε μ’ έναν τόνο αδιάφορο. Αυτός ο φίλος είναι ο υπαίτιος. Γιατί αυτό φτάνει για να ξεσπάσουν οι θλίψεις και η κούραση που είναι ακόμα μετέωρες. (Δεν παραλείπουμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε το σχετικό χαρακτήρα αυτού του δοκιμίου. Πράγματι, η αυτοκτονία μπορεί να συνδεθεί με πολύ πιο έντιμα αίτια. Παράδειγμα: οι πολιτικές αυτοκτονίες, οι λεγόμενες αυτοκτονίες διαμαρτυρίας, στην κινεζική επανάσταση).
.
.
sisyphus
Αλλά, εάν είναι δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα ξεκίνησε για το θάνατο, είναι πιο εύκολο να αντλήσουμε από την ίδια την αυτοκτονία τα συμπεράσματα που μας αναγκάζει να βγάλουμε. Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως νικήθηκες απ’ τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε όμως τόσο μακριά μ’ αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι “δεν αξίζει τον κόπο” να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.
.
Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ’ τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ’ αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν.
.
Θέμα του δοκιμίου είναι αυτή ακριβώς η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία, το ακριβές μέτρο μέσα στο οποίο η αυτοκτονία αποτελεί μια λύση για το παράλογο. Μπορούμε να θέσουμε σαν αρχή πως για έναν άνθρωπο που δεν κοροϊδεύει, τις πράξεις του πρέπει να τις ρυθμίζει αυτό που πιστεύει γι’ αλήθεια. Η πίστη, λοιπόν, στον παραλογισμό της ύπαρξης πρέπει να ρυθμίζει την πορεία του. Η περιέργειά μας ν’ αναρωτηθούμε, ειλικρινά και χωρίς ψεύτικες συγκινήσεις, εάν ένα τέτοιο συμπέρασμα επιβάλλει να εγκαταλείψουμε ταχύτερα μια ακατανόητη κατάσταση, είναι θεμιτή. Εδώ, βέβαια, μιλάω για ανθρώπους διατεθειμένους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους.
.
Αυτό το πρόβλημα, τοποθετημένο με σαφήνεια, μπορεί να φαίνεται πως είναι απλό και άλυτο μαζί. Αλλά άδικα πιστεύουμε πως τα απλά προβλήματα έχουν απλές λύσεις και πως το εμφανές καταλήγεις στο εμφανές. Εκ των προτέρων, και αντιστρέφοντας τα δεδομένα του προβλήματος, φαίνεται πως δεν υπάρχουν παρά δυο φιλοσοφικές λύσεις, είτε αυτοκτονούμε είτε όχι, η λύση του ναι και η λύση του όχι. Θα ήταν πολύ ωραίο. Πρέπει, όμως, να πάμε με το μέρος εκείνων που, χωρίς να συμπεραίνουν, πάντα διερωτώνται. Δεν ειρωνεύομαι: αυτοί είναι οι περισσότεροι. Παρατηρώ ακόμα πως εκείνοι που απαντούν όχι, ενεργούν σαν να σκέφτηκαν, ναι. Πραγματικά, εάν δεχτώ το κριτήριο του Νίτσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σκέφτονται, ναι. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκείνοι που αυτοκτονούν είναι βέβαιοι για το νόημα της ζωής. Αυτές οι αντιφάσεις πάντα υπάρχουν. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ζωντανές όσο αυτήν τη στιγμή που η λογική, αντίθετα, είναι τόσο απαραίτητη. Η σύγκριση ανάμεσα στις φιλοσοφικές θεωρίες και τη συμπεριφορά εκείνων που τις διδάσκουν είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι μεταξύ των στοχαστών που δέχονται πως η ζωή δεν έχει νόημα κανείς δεν έφτασε στο σημείο να την αρνηθεί, εκτός απ’ τον Κιρίλωφ – που είναι μυθιστορηματικός ήρωας – τον Πενεγκρίνο (Έχω ακούσει να μιλάνε για ένα μεταπολεμικό συγγραφέα, εφάμιλλο του Περεγκρίνου, που αφού τελείωσε το πρώτο του βιβλίο αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει ενδιαφέρον γύρω απ’ το έργο του. Το ενδιαφέρον πράγματι δημιουργήθηκε, μα το βιβλίο κρίθηκε ως αποτυχημένο) – γνωστό απ’ τον Λουκιανό – και τον Ζυλ Λεκιέ που εκθειάζει την υπόθεση. Για να γελάσουν αναφέρουν συχνά τον Σοπενάουερ που έπλεκε το εγκώμιο της αυτοκτονίας μπροστά σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Δεν είναι αστείο αυτό. Το να μη σέβεσαι μ’ αυτό τον τρόπο το τραγικό, δεν είναι σπουδαίο, φτάνει όμως για να κρίνεις τον άνθρωπο.
.
.

580393_509319269097690_1963959989_nΠρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως – μπροστά σ’ αυτές τις αντιφάσεις και ασάφειες -δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην γνώμη που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και τη χειρονομία που κάνουμε για να την αφήσουμε; Δεν υπερβάλλουμε. Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ’ όλες τις αθλιότητες του κόσμου. Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ’ την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί. Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε. Σ’ αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα. Τελικά, η ουσιαστική αντίφαση υπάρχει σ’ αυτό που θα ονομάσω υπεκφυγή, γιατί συγχρόνως είναι κάτι λιγότερο και περισσότερο από την ικανοποίηση, με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Πασκάλ. Η θνητή υπεκφυγή είναι η ελπίδα και αποτελεί το τρίτο θέμα αυτού του δοκιμίου. Η ελπίδα μιας άλλης ζωής που πρέπει “να αξίζει”, ή η φρεναπάτη εκείνων που ζουν όχι για την ίδια τη ζωή, μα για κάποια μεγάλη ιδέα που τη διέπει, την εξυψώνει, της δίνει ένα νόημα και την προδίνει.

Έτσι όλα οδηγούν στη σύγχυση. Δεν είναι μάταιο το ότι ως εδώ παίζαμε με τις λέξεις και κάναμε πως πιστέψαμε ότι η άρνηση ενός νοήματος στη ζωή οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να τη ζεις. Πράγματι, σ’ αυτές τις δυο γνώμες δεν υπάρχει τίποτα το υπερβολικό. Πρέπει μονάχα να μη μας πλανήσουν οι συγχύσεις, οι διαστάσεις και οι ασάφειες που έχουμε μέχρι τώρα επισημάνει. Πρέπει να απομακρυνθούμε απ’ όλα αυτά και να πάμε κατ’ ευθείαν στο αληθινό πρόβλημα. Αυτοκτονεί κανείς γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ζήσει τη ζωή, να μια αναμφισβήτητη αλήθεια – άκαρπη όμως γιατί είναι αυτόδηλη. Αλλά μήπως αυτή η προσβολή, αυτή η άρνηση που μέσα της βυθίζουμε την ύπαρξη, οφείλεται στο ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα; Μήπως ο παραλογισμός της ζωής μας αναγκάζει να φύγουμε απ’ αυτή με την ελπίδα ή την αυτοκτονία; Να σε τι πρέπει ν’ απαντήσουμε, τι πρέπει να γνωστοποιήσουμε και να εξηγήσουμε παραμερίζοντας όλα τ’ άλλα. Το παράλογο οδηγεί στο θάνατο; Σ’ αυτό το πρόβλημα πρέπει να δώσουμε το προβάδισμα, τοποθετώντας το μακριά από κάθε μέθοδο σκέψης και πνευματικούς ακροβατισμούς. Σ’ αυτή την αναζήτηση, οι διαφορές, οι αντιφάσεις και η ψυχολογία, που ένα “αντικειμενικό” πνεύμα ξέρει πάντα να παρεμβάλλει σε όλα τα προβλήματα, δεν έχουν καμιά θέση. Εδώ, το μόνο που χρειάζεται, είναι μια σκέψη που δεν αιτιολογεί, δηλαδή μια σκέψη λογική. Αυτό δεν είν’ εύκολο. Το να σκέφτεσαι λογικά, είναι πάντα απλό. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν με τα ίδια τους τα χέρια ακολουθούν, έτσι, τη συναισθηματική τους πλευρά ως το τέλος. Η σκέψη της αυτοκτονίας μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία να θέσω το μοναδικό πρόβλημα που μ’ ενδιαφέρει: υπάρχει λογική που φτάνει ως το θάνατο; Δεν μπορώ να το μάθω παρά διανύοντας ανεπηρέαστα αυτό το μοναδικό φως της αλήθειας με τη βοήθεια ενός συλλογισμού που τον ονομάζω παράλογο συλλογισμό. Πολλοί άρχισαν να τον κάνουν. Δεν ξέρω αν εξακολουθούν.

Όταν ο Καρλ Γιάσπερς, ανακαλύπτοντας το ανέφικτο της ενιαίας συγκρότησης του κόσμου, αναφωνεί: “Αυτός ο περιορισμός με οδηγεί στον εαυτό μου απ’ όπου δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα, στην αντικειμενική άποψη που παρουσιάζω, με οδηγεί εκεί όπου ούτε εγώ ούτε η ύπαρξη του άλλου μπορεί να γίνει αντικείμενο για μένα”, επικαλείται, ύστερα από πολλούς άλλους, αυτούς τους έρημους και άνυδρους τόπους όπου η σκέψη φτάνει σ’ αδιέξοδο. Ύστερα από πολλούς άλλους, πραγματικά, αλλά πόσο βιαστικούς να βγουν από κει. Στην τελευταία αυτή καμπή που η σκέψη ταλαντεύεται φτάσαν πολλοί κι ανάμεσά τους οι πιο σεμνοί. Αυτοί που παραιτήθηκαν τότε από το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους. Άλλοι, πνευματικές προσωπικότητες, επίσης παραιτήθηκαν, κατέληξαν όμως στην αυτοκτονία της σκέψης τους που αποτελούσε τη γνησιότερη επανάστασή τους. Η πραγματική προσπάθεια είναι να επιμένεις στο αντίθετο όσο μπορείς και να εξετάζεις από κοντά την άμορφη βλάστηση αυτών των μακρινών τόπων, όσο είναι δυνατό. Τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να παρατηρήσει αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι, όπου το παράλογο, η ελπίδα κι ο θάνατος ανταλλάσσουν επιχειρήματα, είναι η επιμονή κι η διορατικότητα. Το πνεύμα μονάχα μ’ αυτά μπορεί ν’ αναλύσει – προτού περιγράψει κι αναστήσει – τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το βασικό κι ανάερο χορό.

 

  • Απο το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, “Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ – δοκίμιο πάνω στο παράλογο”.
Advertisements

Η εξουσία και ο φόβος μπροστά στην ηδονή

Το κείμενο που ακολουθεί συνοψίζει μία σειρά από απόψεις που ωστόσο όλες τους έχουν βασιστεί στις κεντρικές ιδέες που παράγει ο πυρήνας του σχήματος που ονομάζεται T.O.P.Y. (The Temple ov Psychic Youth). Ελπίζουμε ότι σε αυτά που ακολουθούν θα δοθούν έμμεσα πολλές απαντήσεις σχετικά με το T.O.P.Y., καθώς σε εμάς δεν υπάρχουν ορισμοί.

Τόσο στην αρχική του φάση, όσο και στην συνέχειά του, το T.O.P.Y. είναι τέτοιο ώστε να αποφεύγεται κάθε στήριξη σε πρόσκαιρους ορισμούς που χρησιμεύουν μόνο για να καταπιέζουν τους ανθρώπους και να τους κρατούν στο παρελθόν, κάτι που τους αφήνει στο έλεος εκείνων ακριβώς των δυνάμεων ενάντια στις οποίες μάχεται το T.O.P.Y.

Δεν πρόκειται για κάποιο ακαδημαϊκού τύπου σωματείο που αναζητάει την γνώση με την κοινώς αποδεκτή έννοια, αλλά αντίθετα για μία συλλογικότητα της οποίας οι ιδέες, οι σκοποί και οι πρακτικές βρίσκονται σε διαρκή ρευστότητα, έτσι ώστε (όσο αυτό είναι δυνατό) να αντικατοπτρίζει αυτή τις ιδιαίτερες ατομικές σκέψεις των προσώπων που συνθέτουν το ευρύ πληροφοριακό / ερευνητικό δίκτυό της.

Κατ’ αρχάς κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθούμε με την παρούσα χώρο / χρονική πραγματικότητα στην οποία καλούνται τα άτομα να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μία πραγματικότητα άμεσα σχετιζόμενη με την δομή της δυτικού τύπου κοινωνίας, η οποία ελάχιστα μόνο έχει αλλάξει εδώ και αρκετούς αιώνες.

Πρόκειται για μίας φεουδαρχική κοινωνία, όπου η μεγάλη βάση του λαού χρησιμοποιείται ως ενεργειακή φυσική πηγή (πρώτη ύλη) έως την εξάντλησή της. Πηγή μίας Ενέργειας που χρησιμοποιείται και πάλι ενάντια σε εκείνους ακριβώς από τους οποίους αντλείται. Αυτή η διαδικασία αυτο-αναπαράγεται και μεγεθύνεται επίσης από μόνη της προς όφελος των συμφερόντων που διαχειρίζονται εκείνοι που την ελέγχουν. Καθώς μάλιστα αυτές οι προνομιούχες ομάδες κληρονομούν τον ιερατικού τύπου ρόλο τους, καταλήγουν να μην ελέγχουν πια εκείνες τον ίδιο τον Έλεγχο. Ο Έλεγχος απολαμβάνει μία καρκινωματική, παρασιτική ζωή σε βάρος όλων όσων του ανήκουν.

Σε τακτές περιόδους, ο Έλεγχος, όπως και ο καρκίνος, μπαίνει απρόσκλητος μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς, εδώ όμως κατά κανόνα από την βιολογική γέννησή τους, αναπαράγεται σε βάρος τους και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, επηρεάζοντας αρνητικά τα άτομα που χρησιμοποιεί ως ξενιστές του.

Από το ψυχρό νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου αφαιρείται από τα άτομα το μυστήριο της γέννησής τους, μέχρι την εκπαίδευσή τους και την μετατροπή τους σε κωδικούς αριθμούς, κυριαρχεί μία εκ των προτέρων προγραμματισμένη διαδικασία που ακολουθεί τα άτομα σε όλη τους την ζωή. Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς έτσι ώστε να εμφυτεύει την υπακοή σε μία προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων και να καθιστά αποδεκτές τις κληρονομούμενες αξίες και μέτρα, με άλλα λόγια να κάνει τους ανθρώπους να αποδέχονται την αδυναμία τους να καλυτερεύσουν έστω και λίγο την τωρινή κατάστασή τους που είναι η χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια ιδιότητα του υπήκοου.

Αναπόσπαστα δεμένη με αυτό είναι η δύναμη της γλώσσας που δίνει στα πράγματα μία γενικότερη ιδεολογική κατεύθυνση και μας σπρώχνει στο να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα, όπως αυτή μας παρουσιάζεται, σαν τάχα τον μοναδικό δρόμο από το ένα σημείο στο άλλο. Το άτομο έχει αφεθεί χωρίς ελπίδα σε αυτή την κατάσταση και όλος ο μηχανισμός του Ελέγχου είναι εναντίον του:  η προσφερόμενη συνολική εικόνα του παρόντος, η κοινωνική δομή, η πολιτική, η Θρησκεία, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η πυρηνική και μονογαμική οικογένεια.

Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Καθώς το κύκλωμα του Ελέγχου μπορεί να καταλήξει βραχυ-κύκλωμα, ο Έλεγχος χρειάζεται να καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλει συνεχώς χρονικά όρια στους υπηκόους του και το πετυχαίνει αυτό μέσα από την κουλτούρα σε όλες τις μορφές της, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τα παρόμοια, όπου υπάρχει πάντα αρχή, μέση και τέλος και άκαμπτες ακολουθίες χωρίς την ελάχιστη έστω παρεκτροπή. Έτσι ακριβώς θέλει ο Έλεγχος να γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Το άτομο όμως είναι μία πρόσκαιρη και παράλληλα προκαθορισμένη κατάσταση ρευστότητας. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό προκαθορισμένα σημεία και ορισμοί, τελικές απαντήσεις ή εξειδικευμένες φόρμουλες. Η ζωή είναι τελείως απλά ένα ρεύμα, ή, για να το πούμε διαφορετικά, αποτελείται από μικρά – μικρά κομματάκια σε κάθε ελάχιστο επίπεδό της. Τα γεγονότα δεν συμβαίνουν μόνο για να ακολουθηθούν από κάποια επόμενά τους γεγονότα, αλλά ανά πάσα στιγμή μαζί με ένα πλήθος από γεγονότα που ήδη υπάρχουν μέσα στην ύπαρξη αντανακλώνται με πολύ διαφορετικές ερμηνείες στο ανθρώπινο ασυνείδητο.

Τα cut-ups αποτελούν μία αποτελεσματική μέθοδο για να επισημάνει κανείς έγκαιρα και να βραχυκυκλώσει τον Έλεγχο. Η ζωή είναι άθροισμα συνεχών κυμάτων από κατατεμαχισμένα πράγματα ή γεγονότα σε κάθε επίπεδό της. Είναι ένας τρόπος να προσδιοριστεί (περιγραφεί) η αποκάλυψη της πραγματικότητας και η πολυπλοκότητα του ατόμου στο (και από το) οποίο αυτή έχει κληροδοτηθεί .

Ο Έλεγχος αρνείται την διαίσθηση και το ένστικτο ειδικότερα, καθώς και τα όνειρα όλων των ειδών, όπως άλλωστε και την χωρίς συγκεκριμένο σκοπό σκέψη. Αποδεδειγμένα ωστόσο μπορεί κάποιος να πιστεύει στην ύπαρξη πολύ περισσότερων πιθανοτήτων για το κάθε τι, από όσες μας έχει κάνει να δεχόμαστε ο Έλεγχος που κανονίζει προς όφελός του τον κοινωνικό προγραμματισμό.

Οι αντιστασιακοί κανόνες συμπεριφοράς και ψυχολογικές αντιλήψεις έχουν ήδη δημιουργήσει το απαραίτητο κίνητρο για ν’ αρχίσει κανείς να αναρωτιέται για τα δεδομένα που μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτά ή ακόμα και να τα αρνηθεί. Τίποτε δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτό πριν αναλυθεί και δίχως να εκτιμηθεί προηγουμένως εάν οι αξίες που μεταφέρει είναι καλές για τα άτομα. Ο σκεπτικισμός δεν καταστρέφει διαδικασίες, αλλά βοηθάει να αντιληφθεί κανείς τον Έλεγχο και να ερμηνεύσει τις μεθόδους του.

Μία από τις πιο ύπουλες μεθόδους του Ελέγχου είναι ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός στις μυριάδες δογματικές εκδοχές του διδάσκει ότι το σεξ είναι αμαρτωλό, όταν δεν το καταστέλλει μέσα από αμέτρητους κανόνες. Για τους εξουσιαστές και για εκείνους που ασχολούνται με τον νομοθετικό έλεγχο αυτού του ίδιου του Ελέγχου, το σεξ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές και ένα από τα χειρότερα προβλήματα. Οι κλίκες που νομοθετούν ξέρουν πολύ καλά ότι το σεξουαλικό στοιχείο αποτελεί γι’ αυτούς ένα μεγάλο εμπόδιο, αφού συνδέεται με την ικανότητα των ατόμων να δημιουργούν και να παίζουν, άρα με την αυτοσυνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.

Αν το σεξ μπορούσε ποτέ να εκφραστεί με ένα μανιφέστο, αναπόφευκτα θα επιβεβαίωνε την σαφή ανωτερότητά του και θα αρνιόταν να υποτάσσεται στα τεχνητά δεδομένα της ηθικής που έχουν κατασκευαστεί με αποκλειστικό σκοπό να υποδουλώσουν. Σε αυτή την υποδούλωση των ατόμων στην εξουσία, συμπεριλαμβάνονται η επιβολή της μονογαμίας που ενδυναμώνεται περαιτέρω από τον γάμο, και η δημιουργία μίας σειράς από ανασταλτικές παρεκτροπές του ελεύθερου ερωτισμού. Το ερωτικό ένστικτο μπλοκάρεται συστηματικά μέσα από έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό καταπίεσης.

Αυτή η συνεχής καταπίεση δημιουργεί ένα απόθεμα ενέργειας, το οποίο οι νομοθέτες και οι παπάδες είναι κανοί να το διοχετεύουν στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους και στην ισχυροποίηση των θέσεών τους στην κοινωνία και στο κράτος. Ο μηχανισμός αυτοσυντήρησής τους βασίζεται επάνω σε κανόνες και νόμους που αποσκοπούν ανοικτά στην καταπίεση της ελεύθερης εκδήλωσης της σεξουαλικής παρόρμησης, μία καταπίεση που αυτόματα υποστηρίζει την παραπέρα καταπίεση των μαζών. Η κατάρρευση όλου αυτού του πλέγματος κανόνων καταστολής είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μας στόχους, καθώς κάτι τέτοιο αυτόματα θα προκαλέσει γενικευμένη ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές και με ολόκληρο τον παρόντα «πολιτισμό». Μπορεί πολύ εύκολα κάποιος να αναλογιστεί εκείνον τον απέραντο ωκεανό καταπιεσμένης ενέργειας να αρχίσει να ξεχύνεται, να ξεχειλίζει πάνω από τα συμπαγή φράγματα προς κάθε κατεύθυνση.

Οι πολυάριθμες αρρώστιες του πνεύματος, οι νευρικές διαταραχές που προκαλούνται από αυτή την ψεύτικη ζωή κάτω από την κυριαρχία του Ελέγχου έχουν αυξηθεί σε απίθανα μεγάλες αναλογίες. Ζούμε ωστόσο ή μάλλον απλώς υπάρχουμε, μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο στην πραγματικότητα από «παρουσίες» που εμπεριέχουν το «όντως Όλον» δίχως όμως να το δείχνουν ή να το αναπαριστούν. Προέχει συνεπώς ανάμεσα στις προσωπικές μας εμπειρίες, και σε μία μικρότερη έκταση λειτουργώντας επίσης ως «παρουσίες» να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μία στοιχειώδη γνώση του «όντως Όλου». Καθώς όλοι οι τρόποι κατάκτησής ή προσέγγισης της γνώσης και της εμπειρίας είναι σχετικοί και υποθετικοί, ο πιο σίγουρος δρόμος για κάτι τέτοιο είναι η σταθερή επέκταση της γνώσης μας και μία συνεχής αναζήτηση της πλήρους εικόνας και της συνάφειάς της με εμάς τους ίδιους.

Η κατακερματισμένη και επινοημένη «φύση» της συνηθισμένης σκέψης και εμπειρίας που μας επιβάλλεται μέσα από τον κοινωνικό Έλεγχο, θα μπορούσε να θεραπευθεί μόνο εάν την αντικαθιστούσαμε με την αναζήτηση μίας δυναμικής ενότητας που συνεχώς θα αναπτύσσεται.

Ο έσχατος παραλογισμός στον οποίο έχουμε φθάσει σήμερα είναι ότι πιεζόμαστε και αισθανόμαστε ένοχοι ακριβώς επειδή λόγω του Χριστιανισμού έχουμε διδαχθεί να αισθανόμαστε ένοχοι, όταν θα έπρεπε κανονικά να έχουμε απαλλαγεί πρώτα από όλα από αυτή καθεαυτή την ιδέα της «πλάνης», του «λάθους» ή του «αμαρτήματος». Κατά κανόνα, η ενοχή ξεκινάει από μία πηγαία έλλειψη σεβασμού των ατόμων προς τον εαυτό τους ή από την συναναστροφή με άλλους που έχουν έναν τέτοιο (ενοχικό) τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Η αφετηρία αυτών των βασάνων είναι εκείνο που κυνικά παρουσιάζεται σαν ένα τάχα προαιώνιο λάθος («αμάρτημα») στο οποίο έχουμε υποτίθεται όλοι οι άνθρωποι υποπέσει.

Πράττοντας όμως εκείνο που εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε, οπλίζουμε τον εαυτό μας με την πιο δυνατή ικανοποίηση, συνδέοντας την ατομική πράξη με την συλλογική πρακτική  και κατακτώντας μία σπάνια ψυχική δύναμη, η οποία έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσα στο Τ.Ο.Ρ.Υ.

«ΚΑΘΕ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΗΔΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΆ ΑΠΩΛΕΣΘΕΙ».

Μία ηδονή, ευχαρίστηση, ικανοποίηση είναι δημιουργική μόνο εάν δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το βασίλειο του Ελέγχου. Αγαπώντας ό,τι μας ευχαριστεί, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουμε όσο γίνεται περισσότερο ελεύθερο χώρο μέσα στην καθημερινή μας ζωή, χώρο απαλλαγμένο από την μολυσματική παρουσία του Ελέγχου. Διαφορετικά δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε την δύναμη να ανατρέψουμε αυτόν τον γερασμένο κόσμο που η μούχλα του θα μεγαλώνει ολοένα ανάμεσά μας και αργά ή γρήγορα θα σαπίσει τα όνειρά μας.

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΘΑ ΣΗΜΑΝΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ»

Το να πάρουν οι άνθρωποι την ζωή τους στα χέρια τους, θα σημάνει την αρχή μία άλλης εποχής, μίας εποχής αυτοδιαχείρισης η οποία είναι άλλωστε ένας από τους πιο βασικούς μας στόχους. Από όσα ήδη συμπεριλάβαμε σε αυτό κείμενο, τίποτε δεν είναι σκέτη θεωρία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ίδια η ζωή χλευάζει άμεσα ακόμα και τις πιο υπέροχες θεωρίες.

Μόνο από την ηδονή γεννιέται το θάρρος και το γέλιο που γκρεμίζουν κανόνες, νόμους και όρια. Το θάρρος και το γέλιο που θα πέσουν με την αθωότητα ενός παιδιού επάνω σε εκείνους που αντιπροσωπεύουν την καταστολή, τον υπολογισμό, την εξουσία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να ανακαλυφθεί ένα κοινωνικό «νόημα» ακόμα και στις πιο χαρακτηριστικές μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι τρομακτικό, όπως δείχνει από μία πρώτη ματιά, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ύπαρξη πολλών αβύσσων διαφοράς ανάμεσα σε διαφορετικά υποκειμενικά «νοήματα». Στις συλλογικές ανθρώπινες δραστηριότητες υπάρχει «νόημα» μόνο όταν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες σε αυτές πιστεύουν ότι υπάρχει νόημα.

Εκεί οφείλεται η όλη σύγχυση ή οι διάφοροι τεχνητοί μύθοι σχετικά με εμάς, μύθοι που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους που είναι έξω από τους κύκλους μας. Κανένα τυπικό δεν υπάρχει που να πρέπει να προταχθεί στους συμμετέχοντες , καμμία ανάγκη να υπάρξει μία πρόνοια για τήρηση κανόνων από τους συμμετέχοντες και αυ΄το για τον απλό λόγο ότι οι συνηθισμένες, συμβατικές αξίες και η έννοια της πραγματικότητας έχουν απλοποιηθεί με ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα πίστης.

Μία κοινωνία Ελέγχου βασισμένη στην εκμετάλλευση της ζωής, αποκτά την ενέργεια που της είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει από έναν συνεχώς παρόντα φόβο. Αυτός ο φόβος έχεις αρχίσει να μοιράζεται πλέον «δημοκρατικότατα», έτσι ώστε με γραφειοκρατικό τρόπο να καταστεί «φυσική» κατάσταση και να κτυπάει στις καρδιές μας σαν να είναι αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής.

Φαίνεται ότι σε τελική ανάλυση ο μοναδικός φόβος που συνεχώς υπάρχει μέσα μας είναι ο φόβος να νοιώσουμε ηδονή. Η ουσία του Τ.Ο.Ρ.Υ. είναι εκείνη ακριβώς η μαγική ολοκλήρωση στην οποία αποσυντίθεται ο Έλεγχος. Η ιδέα είναι να εφαρμοσθεί η τεχνική των cut-ups (του κατακερματισμού της πολυσύνθετης πραγματικότητας) στην Συμπεριφορά.

Μέθοδός μας είναι μία σύγχρονη, μη μυστικιστική, συμμετοχή στην Μαγεία, σκοπός είναι ένας αυτοπροσδιορισμός του συνειδητού και του ασυνείδητου των ατόμων. Αυτό που τελικά επιδιώκουμε είναι να εξουδετερωθεί και να κτυπηθεί στην καρδιά της η βαθύτερη έννοια του κοινωνικού Ελέγχου.

Για εμάς, το ελεύθερο Άτομο είναι η έσχατη πραγματικότητα και η μεγαλύτερη δύναμή μας.

The Temple ov Psychic Youth.

(Δημοσιεύθηκε στο 23ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη» το καλοκαίρι του 1990)

David Cooper – Η πολιτική του οργασμού

Image

(Απόσπασμα από εκτενές κείμενο του γνωστού αντι-ψυχίατρου Νταίηβιντ Κούπερ, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981)

Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν 2 άτομα, μήτε καν 1. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.

Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…

…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.
Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να μεταδίδουμε πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.

Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.

Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν «κάνει έρωτα» μία ή δύο φορές την εβδομάδα ή το δεκαπενθήμερο ή τον μήνα για 10 λεπτά περίπου, το κάνει έχοντας ακυρώσει τις συνθήκες χρόνου για τον οργασμό. Ο άνδρας που έχει εσωτερικεύσει την μηχανική ρουτίνα της εργασίας του, την εκφράζει στην συνέχεια μέσα από το σώμα του και έχει πρόωρη εκσπερμάτωση. Ο Βίλχελμ Ράϊχ αναγνώρισε βέβαια ότι η εκσπερμάτωση δεν σημαίνει οργασμό αλλά ότι αντίθετα ο οργασμός είναι κάτι περισσότερο από μία μηχανική «κατάλληλη αποβολή των σωματικών εντάσεων». Ως εμπειρία, ο οργασμός είναι μία ανανεωτική κίνηση έξω από το παλιό και πίσω σε ένα καινούργιο μυαλό, με την παρουσία ενός άλλου ατόμου, στο οποίο μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη χωρίς να απαιτούνται ψεύτικες υποσχέσεις για ένα «μέλλον».

Η γυναίκα επίσης με την σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό παρθενική κλειτορίδα, έχει προσαρμοστεί σε τέτοιον βαθμό που δέχεται και αυτή παθητικά όλη αυτήν την ρουτίνα, δίχως και αυτή να επιχειρεί τίποτε παραπάνω. Θα μπορούσε κανείς να αντιστρέψει την «προτεσταντική» εργασιακή ηθική και να πει ότι το «νωρίς στο κρεββάτι και ξύπνημα νωρίς» κάνει τον άνθρωπο «άχρηστο, φτωχό και αργόστροφο». Υγιής, πλούσιος και έξυπνος, είναι μόνο για τον «άλλον» κόσμο.

Antipsiquiatría Dr. Adolfo Vásquez Rocca 6

Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.

Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.

Η καταπίεση όσον αφορά τις υλικές ανάγκες, την τροφή, την ζεστασιά και την στέγη, δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει την ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει βέβαια να επαναστατήσουμε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε «επανάσταση για τι ;». Και αυτό θα γίνει μόνο αφού προηγουμένως διαλύσουμε κάθε ταμπού, όλοι μαζί και με συμμετοχή όλου του κόσμου. Οι καινούργιοι απελευθερωμένοι τρόποι να απολαμβάνουμε τις σχέσεις μας, δεν δημιουργούν ωστόσο αυτόματα και μία αλλαγή στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, συνεπώς ο κατασταλτικός καπιταλιστικός χρόνος πρέπει επίσης να διαλυθεί, να καταστραφεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην «Κομμούνα του Παρισιού», το 1871, οι κομμουνάροι ενστικτωδώς πυροβολούσαν τα ρολόγια, που στα μάτια τους αντιπροσώπευαν τον καπιταλιστικό χρόνο…

…Με το να παράγουμε για τον εαυτό μας και όχι για να δημιουργήσουμε υπεραξία, δημιουργούμε χρόνο για τον εαυτό μας, χρόνο που μας χρειάζεται για να γνωριστούμε, να ζήσουμε, να παίξουμε και να δημιουργήσουμε σχέσεις, χωρίς την καταστολή της ώρας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πολύ περισσότερα αγαθά παράγονται για να εξαπατήσουν τους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην «παραίσθηση της ευτυχία», παρά για να υπηρετήσουν τις ελεύθερες και ειλικρινείς σχέσεις. Και όπως ακριβώς υπάρχει αυτός ο παραλογισμός των άχρηστων καταναλωτικών προϊόντων, έτσι υπάρχει και ο παραλογισμός των εκατομμυρίων εργαζομένων στα μεγάλα εμπορικά υπερκαταστήματα, στην διαφήμιση, στις τράπεζες και σε πολλούς άλλους ατελείωτους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, που δεν παράγουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ εκτός από κέρδη για τους εργοδότες και επίσης τρόπους διαιώνισης της κερδοφορίας αυτής.