Αντι-εξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

bibliodiadromes_2h41.jpg

.

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
..

bibliodiadromes_241«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 24, Απρίλιος 2004

.

.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/pDmmS-6BY

Advertisements

Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Τζον Στάινμπεκ – Τα σταφύλια της οργής (1939)

dorothea-lange-migrant-mother-series-41

(Αφιερωμένο στους εξεγερμένους της Γαλλίας)

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, “Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

.

“ Η Καλιφόρνια ήταν πρωτύτερα του Μεξικού και η γης της των Μεξικανών˙ και μια ορδή κουρελιάρηδες και έξαλλοι Αμερικανοί χίμηξαν πάνω της. Και ήταν τόσο πεινασμένοι για ένα κομμάτι γης, που πήραν τη γης, σφετερίστηκαν προνόμια, κατάργησαν προνόμια, φοβέρισαν και τρομοκράτησαν οι πεινασμένοι και έξαλλοι εκείνοι άνθρωποι˙ και φύλαγαν με τα ντουφέκια τη χώρα που είχαν σφετεριστεί.”

“…Μην ανεβάζεις την εμπιστοσύνη σου ψηλά ως τα πουλιά και δεν θα σέρνεσαι κατόπι μαζί με τα σκουλήκια.”

“…Είναι μια χώρα λεύτερη.
Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος , σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πληρώσεις τη λευτεριά σου.”

“…Ο Κέϊσι είπε: Έχω γυρίσει τον τόπο. Όλοι ρωτούν το ίδιο. Που θα φτάσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δε θα φτάσουμε ποτέ μας πουθενά. Πάντα σε πορεία. Θα βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε πορεία. Γιατί δεν κάθονται να το σκεφτούν οι άνθρωποι; Τώρα έχουμε ξεσηκωμό…
Απ’ τον κατατρεγμό έρχονται οι άνθρωποι σε απελπισία και επαναστατούν.”

“…είχα βαλθεί με όλα μου τα δυνατά να πολεμήσω το διάβολο, γιατί φανταζόμουν πως ο διάβολος ήταν ο εχθρός.
Μα κάτι πολύ χειρότερο απ’ το διάβολο κρατάει στα νύχια του τον τόπο, και δε θα τον παρατήσει αν δεν κοπεί κομματάκια κομματάκια.”

“…..Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μ’ όλο πουν θα υπάρχουν ακόμα οι βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι μια απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.”

“…Το πρόσεξα όπου κι αν σταθήκαμε. Πεινάνε οι άνθρωποι για κρέας και λαρδί, και όταν το βρούνε δεν τους θρέφει. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο την πείνα ζητούσαν προσευχές….Μα δε φελάνε πια οι προσευχές.
Οι προσευχές δεν προμηθέψανε ποτέ λαρδί και κρέας. Για το κρέας και το λαρδί χρειάζονται γουρούνια.(……)
Οι άνθρωποι ζητάνε να ζήσουν μια ζωή πρεπούμενη και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Και σαν γεράσουν πια, να κάθονται στην πόρτα τους και ν’ αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα. Και όσο είναι νέοι, να χορεύουν, να τραγουδούν και να πλαγιάζουν μαζί. Θέλουν να τρώνε, να μεθούν και να δουλεύουν.”

.

.

“…Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν. Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά, και τα σπυριά της πελλάγρας διογκώνονταν στα πλευρά τους. Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.”

“…Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”  

“…Στην ερημιά για νάβρει την ψυχή του πήγε, μα εκεί ανακάλυψε πως δεν έχει δική του ψυχή. Λέει πως έχει ένα κομματάκι από μια μεγάλη, από μια θεόρατη ψυχή. Λέει πως δε φελλά η ερημιά, γιατί το κομματάκι αυτό η ψυχή του είναι τίποτα, εξόν αν βρίσκεται μαζί με την υπόλοιπη και νά’ ναι μια ολάκερη ψυχή.”

“…Καμιά δουλειά…Δίχως δουλειά, ούτε λεπτά ούτε φαΐ.
Ένας άνθρωπος που’ χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στο αλέτρι κι έπειτα για το αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τα αφήσει να ψοφήσουν της πείνας όσο καιρό σταματά η δουλειά.
Εκείνα είναι άλογα-εμείς είμαστε άνθρωποι.”

.

Τζον Στάινμπεκ(1902-1968) – Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

.

(Κι η Αμερική μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους ομοίους μου και για τους ομοίους σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.)

Ο Κάνιγκ στην Κάνιγγος (Με τη ματιά του Βασίλη Ραφαηλίδη)

RAFAILIDIS1a

.

Το 1823, τρίτο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης, όλα παν καλά στην Ελλάδα. Ο Δράμαλης έχει κατατροπωθεί, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου είχε αίσιον πέρας, η Αθήνα έχει απελευθερωθεί και η κυβέρνηση του Ναυπλίου παραμένει αξιοπρεπής προς το παρόν: Το πρώτο δάνειο δεν έχει έρθει ακόμα, ώστε ν’ αρχίσει ο σκοτωμός.

Αυτή τη σημαδιακή χρονιά για την ύπαρξη μας ως κράτους συμβαίνει ένα συγκλονιστικό γεγονός, αλλά εκτός Ελλάδος, στην Αγγλία. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Τζωρτζ Κάνιγκ κάνει μια θεαματική στροφή και απαγκιστρώνεται απ’ την ανθελληνική πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας.

Την 25η Μαρτίου 1823, ακριβώς δυο χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, ο Κάνινγκ γνωστοποιεί στον κόσμο όλο πως αναγνωρίζει επίσημα το δικαίωμα των εμπολέμων Ελλήνων να αποκλείουν με τα πλοία τους τις τουρκικές ακτές. Κάτι τέτοιο το Διεθνές Δίκαιο της εποχής το αναγνώριζε μόνο σε αναγνωρισμένα κράτη, και συνεπώς η πράξη του Κάνιγκ ήταν μια έμμεση μεν, σαφέστατη δε αναγνώριση της κυβέρνησης των αγωνιζομένων Ελλήνων, και άρα του ελληνικού κράτους πριν καν αυτό υπάρξει. Κατά κάποιον τρόπο, και με σύγχρονη ορολογία, ήταν η αναγνώριση μιας επαναστατικής κυβερνήσεως, μιας «κυβερνήσεως του βουνού», για να θυμηθούμε άλλες εποχές.

Και σα μην έφτανε αυτή η τόσο θεαματική και τόσο ξαφνική στροφή της αγγλικής πολιτικής υπέρ των Ελλήνων, την 30ή Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1823) όμιλος Άγγλων τραπεζιτών χορηγεί στη μαχόμενη Ελλάδα δάνειο ύψους 800.000 στερλινών για τις άμεσες ανάγκες των επαναστατών. Αν σκεφτεί κανείς πώς γίνεται και δίνουν οι κεφαλαιούχοι τα λεφτά τους με πολύ υψηλό τόκο μεν, αλλά χωρίς να είναι καθόλου βέβαιοι πως θα τα πάρουν πίσω αφού όλα παίζονται ακόμα στην Ελλάδα, προκύπτει η εύλογη απορία: Μα, τι διάολο, τρελάθηκαν οι πάντα πραχτικοί και συμφεροντολόγοι Άγγλοι; Καθόλου δεν τρελάθηκαν. Απλώς ασκούν σοβαρή γεωπολιτική στρατηγική στο Αιγαίο και γενικότερα στη Μεσόγειο.

Ήξεραν πως οι Έλληνες είναι θαλασσινός λαός, ήξεραν πως οι Τούρκοι δε σκαμπάζουν τίποτα από θάλασσα και πόνταραν στους Έλληνες, που θα μπορούσαν θαυμάσια να γίνουν εν καιρώ οι χωροφύλακες των Άγγλων και στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Ο ιδιοφυής Τζωρτζ Κάνιγκ έκανε διάνα. Η Ελλάδα προσδέθηκε στους Άγγλους, και στη συνέχεια στους διαδόχους τους στη Μεσόγειο Αμερικανούς, πριν καν υπάρξει ως ελεύθερο κράτος! Αυτό θα πει μακρόπνοη εξωτερική πολιτική, κύριοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, που αν και τσιράκια των Άγγλων δε διδαχτήκατε τίποτα.

Πάντως, τώρα καταλαβαίνετε καλύτερα γιατί αφιερώσαμε στον Κάνιγκ μια πλατεία, έναν δρόμο και έναν ανδριάντα στημένο στην πλατεία Κάνιγκος. Χρωστάμε την ύπαρξη μας ως κράτος στον Κάνιγκ. Αλλά και τους εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης, κι αυτούς στον Κάνιγκ τους χρωστάμε. Εκείνο το δάνειο, το πρώτο από μια ατέλειωτη σειρά δανείων, έκανε τους Έλληνες να πέσουν με τα μούτρα στο ψητό και να σφάζονται μεταξύ τους για το ποιος θ’ αρπάξει το μεγαλύτερο κομμάτι. Όντως μεγάλος πολιτικός ο Κάνιγκ! Είναι να μην του στήσεις το άγαλμα στην πλατεία Κάνιγκος;

Βασίλης Ραφαηλίδης

.

[ΙΣΤΟΡΙΑ (κωμικοτραγική) του ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993, σελ. 11-12]

.

ΠΗΓΗ: http://atexnos.gr/

Γεωμετρία (όχι Ευκλείδεια)

Bastille01_2010-10_PE_Page_01

Κείμενο που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο οπισθόφυλλο της μπροσούρας «Γκρεμίστε τη Βαστίλλη»
(Φωνές μέσα από τα τείχη) τ.03,  τον Νοέμβρη του 2011″

.

Ο Νιάτο Ουιδόμπρο  των Τουπαμάρος όντας ήδη κοντά μια δεκαετία στην απομόνωση, μελετά Γεωμετρία (Όχι Ευκλείδεια).

.
‘Όλα τα πράγματα κείνται στο μέλλον.
Περιβαλλόμαστε από μέλλον. «Εκεί» σημαίνει «αργότερα».
Τα πάντα είναι χρόνος / δεν υπάρχει χώρος / «θα σε φιλήσω»
Σημαίνει «δεν σε φτάνω» /
«Είναι μικρή» σημαίνει «είναι 10 χρονών» / Να λες
«εκείνη είναι μακριά» Θα πει να νιώθεις του ρολογιού
Τους δείχτες να τρέχουν, να τρέχουν, να τρέχουν…
[…]

     Ο χρόνος που απαιτείται για να διανυθεί ένας χώρος μπορεί
να συντμηθεί, δηλαδή μπορούμε να συμπιέσουμε το χώρο. Με
κανένα τρόπο όμως δε μπορούμε να συμπιέσουμε το χρόνο. Ο
χαμένος χρόνος είναι αδύνατον να επανακτηθεί. Ο χαμένος
χώρος μπορεί.
     Το παρελθόν χρησιμεύει μόνο για να συγκροτεί το χώρο
μέσω της μνήμης, και δεν έχει τη δική του ύπαρξη: η μνήμη
του δίνει ζωή. Συνεπώς, ο χώρος είναι μια δομή της μνήμης.
Έξω από τη μνήμη υπάρχουν μόνο σημεία.
     Η λησμονιά είναι ο αντιχώρος, η αντιύλη, η διάλυση του
Σύμπαντος.

Ø   

.

Pages from Bastille03_2011-11_PE.jpg

.

Το μπροσουράκι: http://www.anarxeio.gr/files/pdf/Bastille03_2011-11_PE.pdf

Κατερίνα Γώγου – Τρία κλικ αριστερά 1978 (Αποσπάσματα)

1978 Τρία κλικ αριστερά, Εκδ Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978

.

“Το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς
να πάρω μια ανάσα
όμως κι εδώ πρέπει να πληρώσω
την ανοχή του μαγαζάτορα
πρώην αστυνομικός πουλάει «Λαϊκούς Αγώνες».
Δεν ξέρω τί ν’ αγοράσω για να μη γίνω συνεργός.
Καταλαβαίνεις;
Τα 4 σημεία του ορίζοντα
ντυμένα τράπεζες πιλότοι νοσοκόμοι μαρξιστές
μας κυνηγάνε. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο.
Ποιό είναι το νούμερο…
Πού να σταθώ για μια ανάσα μόνο.
Από παντού μας την έχουν στημένη.”

Ø

“Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι’ αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.”

Ø

“Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται”

Ø

“εσύ όμως λέει δεν θάσαι απ’ αυτούς
θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
..βεργούλες και με δείρανε..
και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.”

Ø

“και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ”

Ø

“Έκανε τσιγάρο άνοιξε το βιβλίο και διάβασε:
«… μόνο όταν οι γυναίκες απαιτήσουν ενεργητικά
θα υπάρξει ελπίδα γι ‘ αλλαγή»
και πιό κάτω:
ΝΑI ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΥΣΗ ΜΟΥ
ΤI ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ;”

Ø

“Μόνο που εμείς είχαμε αποφασίσει
ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
κι αυτό δεν γίνεται με εξοχή.
Τόχαμε πει αυτό.
Ψάχναμε να βρούμε όπλα
ξέραμε
πως όλοι πεθαίνουνε
αλλά υπάρχουνε θάνατοι που βαραίνουνε
γιατί διαλέγουμε οι ίδιοι τον τρόπο.
Και μείς αποφασίσαμε
το θάνατο στο θάνατο
γιατί αγαπάγαμε πολύ τη ζωή.”

Ø

“Οι αστυνόμοι παγιδευμένοι απ’ το περίστροφο
οι γυναίκες απ’ το φύλο τους
ή δικαιοσύνη απ’ τούς νόμους
οι οργανώσεις απ’ τις φράξιες
οι γιατροί απ’ τα ηλεκτροσόκ.
Ναι. Να πάμε στο ‘Ίλιον το βράδυ.
Οι ήρωες εκεί έχουνε κόκκινα μάγουλα
και πάντα νικάνε στο τέλος.”

Ø

“Ησύχασε. Με λίγη ρέγουλα θα τη σκαπουλάρουμε.
Ή τάξη πού θα ‘φερνε την αλλαγή αποκοιμήθηκε.
Μπορούμε και μείς να παίξουμε την ηγεσία.
Κοιμήσου… τώρα είναι ήσυχα. Ή εποχή μας.
Νάνι φαί και πήδημα.
Οι τραμπούκοι προσεύχονται στο μαξιλάρι μας
κι οι δολοφόνοι δουλεύουν για μας.”

Ø

“κι εγώ εδώ ξανά – Κατερίνα με λένε –
κομματιάστηκα στα δημόσια πάρκα
αυνανίστηκα στις Ι.Χ. προβολές των πορνό
ξέρασα αίμα και μια άσπρη ξινισμένη σαλάτα
στον υπόγειο
κι έκλαψα ήσυχα ρίχνοντας το τελευταίο μου δείπνο
στη θλίψη των φραγκομηχανών.
Ά, ρε φίλε! Θα ‘θελα να ‘ριχνα ένα
και να τινάξω όλες τις πουστομηχανές του κόσμου στον αέρα.
Να τινάξω όλη τη θλίψη του κόσμου στον αέρα.
Ν’αγοράσω ότι πουλιέται στα παλιατζίδικα
9 φορές φορεμένο
από επαναστάτες
που τους χάλασαν τα μυαλά απ’το ξύλο
και τώρα μιλάνε για το χριστό
απο ποιητές μ’ αστραφτερά κεφάλια
απο γυναίκες που λευτέρωσαν συντρόφους τους
τις καρφώσανε και δε σπάσανε.”

Ø

1978 Τρία κλικ αριστερά, Εκδ Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978 copy

Ολόκληρο το βιβλίο σε PDF: ΕΔΩ

Β.Ραφαηλίδης – Πώς θα γίνεις ένας καλός ναζιστής

walking_dead_nazi_zombies_snow_wallpaper_1600x1200_1024x768

Οδηγίες του Βασίλη Ραφαηλίδη για να γίνεις καλός ναζιστής. Μην παραλείψετε στο τέλος να κάνετε το τεστ του καλού φασίστα!

.

Ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) είναι ένα λαϊκό, αρνητικά επαναστατικό κίνημα, συχνά ευρυτάτης λαϊκής αποδοχής Πράγμα που αρχίζει να προβληματίζει από τότε και τους μαρξιστές, και τους φιλελεύθερους μελετητές: πώς γίνεται μια βαρβαρότητα, και μάλιστα προαγγελθείσα στο Μάιν Καμπφ, που γράφηκε ανάμεσα στο 1924 και 1926, δηλαδή 7 χρόνια πριν ο συγγραφέας του γίνει δικτάτορας να έχει τη συγκατάθεση του λαού;

Είναι ανόητο να λέμε πως ο λαός παρασύρθηκε από τη ναζιστική προπαγάνδα. Προπαγάνδα κάνουν όλοι. Γιατί ο γερμανικός λαός δεν παρασύρθηκε από την κομουνιστική προπαγάνδα των Σπαρτακιστών λίγα χρόνια νωρίτερα; Γιατί δεν παρασύρθηκε απ’ τη συνεχή προπαγάνδα των αστικών κομμάτων απ’ το 1919 που υπάρχει το Δεύτερο Ράιχ; Όλοι γνώριζαν απ’ το δημοφιλέστατο Μάιν Καμπφ το 1933, τη χρονιά που ο Χίτλερ καταλαμβάνει δημοκρατικότατα την εξουσία, τι μαγειρεύει ο δικτάτορας που ποτέ δεν έκρυψε τα σχέδιά του. Κι ωστόσο ο λαός εγκρίνει την πολιτική του στο δημοψήφισμα της 19ης Αυγούστου 1934, με ποσοστό 82,2% και με 43.600.000 ψήφους. Δεν πρόκειται για αποτέλεσμα συναρτημένο με κάποια εκλογική «βία και νοθεία», ο Χίτλερ δεν είναι Καραμανλής για να καταφεύγει σε τέτοια ευτελή τερτίπια, πρόκειται για τη σαφέστατα εκφρασμένη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του γερμανικού λαού, πράγμα που θα κάνει πολλούς να πουν πως οι Γερμανοί έχουν την αυταρχικότητα στο αίμα τους ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που έχουν στα ήθη τους και όχι στο αίμα τους είναι μια αγάπη για την τάξη και την ακρίβεια. Αλλά αυτό δε δηλώνει κατ’ ανάγκην και μια εξ υπαρχής και εξ ορισμού προτίμηση των Γερμανών προς την αυταρχικότητα. Εντελώς το αντίθετο, ο σωστός δημοκράτης αποκλείεται να μην είναι ένας πειθαρχημένος και κυρίως αυτοπειθαρχημένος άνθρωπος.

1802_color_crazy_nazi_skull_decal__67531

Άλλωστε, στο καθαρά οικονομικό επίπεδο, ο Χίτλερ είναι οπαδός της ελεύθερης οικονομίας της οικονομίας της αγοράς. Μάλιστα, ελάχιστα διαφέρει η οικονομική του πολιτική απ’ αυτήν των σημερινών σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, που υποστηρίζουν μια ελεγχόμενη από το κράτος ελεύθερη αγορά. Το ναζιστικό κράτος είναι καπιταλιστικό κράτος, και δεν αναιρεί κανέναν απ’ τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας. Μη σας απατά το δεύτερο συνθετικό σοσιαλισμός στον όρο εθνικοσοσιαλισμός. Άλλωστε, και ο σοσιαλισμός του Στάλιν είναι εθνικοσοσιαλισμός κατά μίαν έννοια, αφού είναι σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα, δηλαδή εθνικός σοσιαλισμός – δηλαδή μαρξιστικό έκτρωμα. Ο σοσιαλισμός, είτε είναι διεθνιστικός είτε δεν είναι σοσιαλισμός. Ίσως όμως να είναι σοσιαλδημοκρατία, σαν αυτή που υπάρχει σήμερα σε πολλά κράτη της Ευρώπης και σαν αυτήν που θα μπορούσε να υπάρξει και στην Ελλάδα, αν ο πράσινος σοσιαλισμός δεν είχε μεγαλύτερη σχέση με τα πράσινα άλογα, παρά με τους πεινασμένους ανθρώπους, που οι δημαγωγοί τούς αντιμετωπίζουν σαν άλογα, που τα ταΐζεις όχι με χόρτο, οι άνθρωποι δεν τρων χόρτο, αλλά με κουτόχορτο – τα άλογα δεν τρων κουτόχορτο, γιατί δεν είναι κουτά σαν τους ανθρώπους.

Γιατί, λοιπόν, πέτυχε ο ναζισμός; Διότι ο φασισμός (ο ναζισμός είναι η ανώτερη και καταστροφικότερη μορφή φασισμού) πετυχαίνει εκεί που αποτυχαίνει ο σοσιαλισμός λέει ο Ντανιέλ Γκερέν. Αν δεν αποτύχαιναν οι γερμανοί Σπαρτακιστές (κομουνιστές) λίγο πριν απ’ την επιτυχία του Χίτλερ, ο ναζισμός μάλλον θα αποτύχαινε. Ίσιος να τρεπόταν σε σταλινισμό ο σπαρτακισμός της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αλλά ο σταλινισμός σε καμιά περίπτωση δεν είναι φασισμός. Αν και ολίγον εθνικοσοσιαλιστικός ο σταλινισμός είναι άλλης τάξεως κοινωνικό φαινόμενο. Ο φασισμός είναι ένας ερζάτς σοσιαλισμός που ενώνει τα καπιταλιστικά αιτήματα με την εύλογη απαίτηση της μάζας για καλύτερες συνθήκες ζωής. Ποτέ στην ιστορία οι μάζες δεν ακολούθησαν εκείνους που είχαν καλές ιδέες, εκτός κι αν αυτές κατέληγαν με τρόπο πραχτικό σε μια καλύτερη ζωή «εδώ και τώρα». Σημειώστε πως το παραπάνω εξόχως αποτελεσματικό σύνθημα πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ τον Χίτλερ. (Πόσα πράγματα δίδαξε αυτός ο άνθρωπος στους «σοσιαλιστές»!). ‘Αλλωστε, η μάζα ούτως ή άλλως σκέφτεται με το στομάχι. Με το κεφάλι σκέφτονται οι διανοούμενοι, αλλά κι αυτοί μόνο όταν είναι χορτάτοι. Η ικανοποίηση του αισθήματος της πείνας προηγείται ούτως ή άλλως από κάθε άλλη ικανοποίηση, ηθική, πνευματική, ψυχολογική. Νηστικό αρκούδι δε χορεύει, όταν βρεθεί κατά λάθος στο Χορό των Ιδανικών. Ούτε το μισοχορτάτο αρκούδι χορεύει ούτε το λαίμαργο.

APTOPIX_Germany_Art_Hitler_.source.prod_affiliate.84

Ο Χίτλερ πράγματι βοήθησε το γερμανικό λαό, που πράγματι άρχισε να τρώει κάπως καλύτερα επί των ημερών του. Μάλιστα, προσέφερε στους Γερμανούς και ένα πολύ φτηνό, λαϊκό αυτοκίνητο, το θρυλικό Φολκσβάγκεν, τη χελώνα, που παραγόταν μέχρι πρόσφατα. Φυσικά, στο τέλος του πολέμου και ο Χίτλερ και οι Γερμανοί, κι αυτοί που τον πίστεψαν κι αυτοί που δεν τον πίστεψαν, θα φαν όλοι μαζί το κεφάλι τους. Αλλά τη στιγμή που τρώει κανείς, εκτός που δεν μιλάει, όπως λέει η μαμά, δε σκέφτεται κιόλας. Κι όταν τα φας όλα, το μόνο που σου μένει στο τέλος για φάγωμα είναι το κεφάλι σου. Κακό πράγμα η βουλιμία, αλλά ακόμα πιο κακό η πείνα. Κι όταν ο πεινασμένος αρχίσει να τρώει, τρώει αναδρομικά και για λογαριασμό των πεινασμένων προγόνων του, που έζησαν και πέθαναν πεινασμένοι, όπως λέει ο φίλος μου Γιώργος Ψημένος. Ο αταβιστικός φόβος της πείνας είναι εγγεγραμμένος στα κύτταρά μας.

Ο Χίτλερ κινητοποίησε τόσο επιδέξια αυτόν τον πανάρχαιο αταβιστικό φόβο, που δε δυσκολεύτηκε καθόλου να πάρα μαζί του το 88,2% των πεινασμένων Γερμανών. ‘Αλλωστε, η πείνα ήταν αυτή που έσπρωξε και προς τον Λένιν ένα ανάλογο ποσοστό μουζίκων το 1917 στη Ρωσία. Δε φαντάζομαι να υπάρχει κανένας που να πιστεύει πως ο Ρώσοι έτρεξαν ομαδικά να τον υποστηρίξουν, γιατί μέσα σε πέντε μέρες, τόσες χρειάστηκε αυτός ο φοβερός άνθρωπος για να θέσει υπό τον έλεγχό του τα Σοβιέτ, κατάλαβαν την αξία και τη σημασία του μαρξισμού και του κομουνισμού.

Και για να έχει ο καθένας στη διάθεσή του έναν γνώμονα για να μετράει τη ροπή του προς τον ναζισμό, δίνουμε παρακάτω τα κύρια γνωρίσματα του καλού ναζιστή, ακόμα κι αυτού που δεν ξέρει ότι είναι ναζιστής και αυτοχαρακτηρίζεται όπως γουστάρει. Τα παίρνουμε περίπου έτοιμα απ’ το Μάιν Καμπφ.

wolfenstein-nazi

Ο καλός φασίστας, λοιπόν:

1) Πρέπει να βάζει την πατρίδα του πάνω κι απ’ το θεό.

2) Πρέπει να λατρεύει τους προγόνους και κυρίως να πιστεύει πως μπορεί να τους ξεπεράσει, όντας χάλιας.

3) Πρέπει να έχει όνειρα αυτοκρατορικά για την πατρίδα του, ας πούμε να ονειρεύεται την ανασύσταση της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ή όποιας άλλης.

4) Πρέπει να μισεί τους αστούς, που του φράσσουν το δρόμο για την «προαγωγή στην ανώτερη τάξη».

5) Πρέπει να μισεί τους κομουνιστές, που υπόσχοντα ισότητα, ενώ στη φύση κυριαρχεί η ανισότητα

6) Πρέπει να εξαφανίζει τους αδύνατους, γιατί το ίδιο κάνει και η φύση.

7) Πρέπει να λατρεύει τη φυσική ρώμη.

8) Πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει για τον Αρχηγό, προπονούμενος και με έναν λιγότερο ισχυρό και θανατηφόρο Αρχηγό, σαν τον Παπανδρέου ή τον Καραμανλή, ας πούμε.

9) Πρέπει να πιστεύει πως ο Αρχηγός είναι ο μεσσίας, και να θεωρεί τον άλλο μεσσία κάλπικο. Μέχρι που να συνηθίσει να λατρεύει μόνο τον Αρχηγό ως μεσσία, καλό θα είναι να πιστεύει και στον άλλο, για να κρατάει τη φόρμα του.

10) Πρέπει να νιώθει πολύ, μα πολύ άσχημα για την κακή του μοίρα, και να μη την εξαρτά απ’ τη βλακεία του κι απ’ τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την έλλειψη καλής και ικανής ηγετικής κεφαλής, γνωστής και σα Μεγάλο Κεφάλι.

11) Πρέπει να «πηδάει» όσο γίνεται πιο αραιά, για να μη σπαταλά τις δυνάμεις του, που τις χρειάζεται όλες για τη μάχη, είτε κατά του σατανά είτε κατά του σατανά κομουνιστή.

12) Πρέπει να προτιμάει για σύζυγο ή γκόμενα μια «γυναίκα του λαού», ας πούμε μια εμπορουπάλληλο απ’ το Μόναχο, σαν την Εύα Μπράουν, ένα σκέτο ζώον, που ο Χίτλερ την είχε μόνο για να την «πηδάει» μια φορά το εξάμηνο, γιατί αν έχανε δυνάμεις πώς θα κατέστρεφε την Ευρώπη; Στην ανάγκη καλή είναι για σύζυγος και μια αεροσυνοδός ή όποια άλλη, τέλος πάντων, εκ του λαού προερχόμενη, ώστε να λειτουργεί πολιτικά ο μύθος της Σταχτοπούτας. Σημειώστε πως ο Χίτλερ δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν έτρωγε κρέας και αγαπούσε πολύ τα ζώα, επειδή δεν αγαπούσε καθόλου τους ανθρώπους. (Ζωόφιλοι, συνεχίστε να αγαπάτε τα ζώα, δεν είναι ζώα όλοι οι ζωόφιλοι).

13) Πρέπει να στραγγαλίζει κάθε άνομη παρόρμηση, όπως ο Χίτλερ το φοβερό εκείνο ερωτικό του πάθος για μια ανιψιά του, κόρη της αδερφής του, που την υποχρέωσε να αυτοκτονήσει, για να μην τον σκανδαλίζει και χάνει δυνάμεις.

Αυτά. Και αν παρόλ’ αυτά δεν τα καταφέρετε να γίνετε ναζιστής τόσο το καλύτερο και για σας και για όλους μας

*********

random-141113020346-conversion-gate01-thumbnail-4

Aπό το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι

ΠΗΓΗ: http://antikleidi.com