Όσον αφορά τους Βαρβάρους…

 

 

«Αν δε γνωρίζω μια γλώσσα, είμαι ένας βάρβαρος γι αυτόν που την μιλάει, κι αυτός που την μιλάει θα είναι ένας βάρβαρος για μένα». Παύλος, Πρώτη επιστολή προς Κορινθίους

«Ο Πολιτισμός έρχεται στο τέλος του, όταν οι βάρβαροι πληθαίνουν» – Karl Krauss

 

Στην καρδιά της πόλης

imagesnnΗ ιστορία ενός πολιτισμού είναι ταυτόχρονα η ιστορία του μετασχηματισμού της γλώσσας του. Μια κοινωνία αναπτύσσεται γύρω από τη γνώση της, η οποία αρθρώνεται μέσα στην γλώσσα, η οποία με τη σειρά της καθιστά συνεκτική την ίδια τη σκέψη. Οι άνθρωποι δρουν βάσει των επιθυμιών τους, επιθυμούν βάσει της γνώσης τους, γνωρίζουν βάσει της σκέψης τους, και σκέφτονται βάσει της γλώσσας τους. Η μορφή και το περιεχόμενο αυτής της τελευταίας είναι ταυτόχρονα η συνθήκη και το αποτέλεσμα του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων. Η κυρίαρχη γλώσσα μιας εποχής είναι λοιπόν πάντοτε η γλώσσα αυτών που κυριαρχούν κοινωνικά την εποχή αυτή. Αν υπάρχει κάποια ιδέα που να εκφράζει ξεκάθαρα τη σχέση μεταξύ της γλώσσας και της κοινωνίας είναι αυτή του βάρβαρου. Για τους έλληνες ο βάρβαρος ήταν ο ξένος. Την ίδια στιγμή ήταν επίσης ο κατώτερος, καθώς οποιοσδήποτε δεν μπορούσε να χειριστεί τη γλώσσα της Πόλεως, προσδιοριζόταν αρνητικά. Η προέλευση της λέξης έχει να κάνει με την έλλειψη του Λόγου, της συνομιλίας. Αν αναλογιστούμε πως ο Αριστοτέλης προσδιόρισε τον άνθρωπο ως ένα «πολιτικό ον» και ως ένα «ζώο προικισμένο με τον Λόγο»,ακολούθως, ταυτίζοντας την γλώσσα με την πολιτική, ο βάρβαρος εξορίζεται όχι μόνον από την πόλη, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη κοινότητα. Ο βάρβαρος είναι ένας μη-άνθρωπος, ένα τέρας.

Ο Λόγος επί το έργον

Ο λόγος δεν είναι απλά η συνομιλία ή η γλώσσα, αλλά είναι επίσης η επιστήμη, οι νόμοι, η λογική, η τάξη (τόσο με την έννοια μιας ρυθμιστικής αρχής όσο και της κατάστασης που συνδέει και εκφράζει την πολυπλοκότητα που αποτελεί την πραγματικότητα). Όλες αυτές οι σημασίες συνυπάρχουν ταυτόχρονα στη λέξη Λόγος, η οποία είναι προφανώς αμετάφραστη (στα αγγλικά ένας όρος που πλησιάζει τον λόγο είναι ίσως το expression=έκφραση). Έχοντας απλά όλα αυτά κατά νου, μπορεί να αντιληφθεί κανείς τον αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου, καθώς και τη φύση του αντιθέτου του, του βάρβαρου. Η πρώτη εμφάνιση της λέξης λόγος καταγράφεται στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου (4ος με 5ο αιώνα π.χ.) όπου ορισμένα σημεία, υποδεικνύουν ταυτόχρονα μια κοσμική αρχή, την απόλυτη τάξη της πραγματικότητας με όλες τις πολύπλοκες εκφράσεις της, την ανθρώπινη κατανόηση της τάξη αυτής και την καθεαυτή αντίληψη του Ηράκλειτου. Ήδη στα αποσπάσματα αυτά, το στοιχείο όπου εντοπίζεται η κοινότητα μεταξύ των ανθρώπων συνίσταται στον λόγο.

Από την εποχή των ομηρικών επών, ο κοινός τόπος είναι η συνέλευση όπου οι πολεμιστές μοιράζονταν τόσο τα συλλογικά αγαθά, αποκτημένα μέσα σε λεηλασίες και πολέμους, όσο και το διάλογο. Αυτή η σχέση μεταξύ του κέντρου και του στοιχείου κοινότητας μεταφέρθηκε στην Αγορά, δηλαδή στην πλατεία της πόλης, τον χώρο των πολιτικών αποφάσεων. Οι κατηγορίες του δημοσίου διαλόγου, δείχνουν ακριβώς την πράξη της καθέλκυσης των λέξεων (κατά-) μέσα στη συνέλευση (αγορά) όπου θα υποβληθούν στη γενική κρίση. Ο βάρβαρος είναι λοιπόν αυτός που στέκεται εκτός των κατηγοριών, αυτός που μη έχοντας πρόσβαση στην αγορά, είναι αποκλεισμένος από τη δημόσια ζωή. Ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τραυλός για τη γλώσσα της πόλης, μένει να ενωθεί με τον εξωτερικό εχθρό. Η γυναίκα και ο σκλάβος, αυτοί που αποκλείστηκαν από το διάλογο (διάλογος δηλαδή τάξη, λόγος και νόμοι), αυτοί οι υπήκοοι της εσωτερικής αποικίας, αναπαριστούν δυο κατώτατα σκαλιά στην κλίμακα που καταλήγει στη χειρότερη βαναυσότητα που υπάρχει και αντιπροσωπεύεται από τον βάρβαρο, τον κατώτερο, τον εχθρό.

Η εξουσία των συνελεύσεων ανήκει σ αυτούς που γνωρίζουν την τέχνη της ρητορικής, τις τεχνικές για να καρπώνονται οι ίδιοι τις χάρες της πανίσχυρης θεάς Πειθούς. Όσο περισσότερο έχει κανείς τον χρόνο για να κερδίσει την εύνοιά της, τόσο περισσότερο μπορεί να εξασκήσει τη δύναμή της, επιβάλλοντας τον λόγο του ως κοινό λόγο, εκμηδενίζοντας τους υπόλοιπους λόγους ως ιδιωτικούς. «Η δύναμη των λόγων στο πνεύμα εκείνου που πείθει είναι σαν αυτή του αφέντη πάνω στον δούλο, με τη διαφορά ότι το πνεύμα υποπίπτει στη δουλεία όχι με την ισχύ αλλά με την μυστηριώδη πίεση που ασκείται στη συγκατάβασή του» έγραφε ο Πλάτων στον «Φίληβο», σκιαγραφώντας επιδέξια την κυρίαρχη δύναμη της γλώσσας. Όμως είναι σημαντικό, όχι μόνο να αναγνωρίζουμε ότι στην πολιτική ο διάλογος είναι ένα όπλο πολέμου, αλλά επίσης να ερευνούμε τη σχέση που συνδέει το όπλο αυτό με όλα τα υπόλοιπα. Μόνο ένας που έχει στην κατοχή του σκλάβους που εργάζονται γι αυτόν μπορεί να σκλαβώσει άλλους με τα λόγια του. Η δραστηριότητα των υποκειμένων έχει ήδη εξειδικευτεί από τη στιγμή που ένας ιεραρχικός και ανώτερος ρόλος αποδόθηκε στον κόσμο. Η διαίρεση μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, εν τω μεταξύ μετασχηματίζει τη δραστηριότητα των σκλάβων σε συσσώρευση αντικειμένων (κι έπειτα χρήματος και μηχανών) για τον αφέντη, ενδυναμώνοντας τον λόγο του τελευταίου. «Αυτή είναι η μοίρα της λογικής της γλώσσας, όταν η λέξη είναι όλο το νόημα, το κυρίαρχο νόημα δε χάνει στιγμή προκειμένου να οικειοποιηθεί όλες τις λέξεις» (G. Cesarano). Όμως η «μυστηριώδης πίεση» που εξασκείται στη συγκατάβαση του σκλάβου δε θα ήταν αρκετή αν η γλώσσα του σώματος δεν υποβαθμιζόταν στην εθιστική ορθολογικότητα της εργασίας. Είναι μέσα από την παραγωγή εργασίας που η οικονομία παρήγαγε τη δική της γλώσσα. Έτσι, καταλαβαίνει κανείς καλύτερα γιατί ο έλεγχος της γλώσσας των εκμεταλλευομένων ήταν πάντοτε μια προτεραιότητα των εκμεταλλευτών. Προκειμένου να διαμορφώσει αρχικά τη λογική του διαλόγου, κάθε εξουσία (εις βάρος της βαρβαρικής λογικής του σώματος) οφείλει να δώσει στους ανίσχυρους μια ολοένα και μειούμενη λογική. Το «Εγώ» που μιλάει είναι μια φιγούρα που αναπαριστά το σώμα του υποκειμένου (η σωματική πραγματικότητα είναι η πρώτη εργατική δύναμη) όπως το κράτος, ο φορέας του δημοσίου διαλόγου, αναπαριστά το σύνολο της κοινωνίας. Όσο αυξάνεται ο εσωτερικός διάλογος του υποκειμένου –η συνείδησή του– προσαρμόζεται στην κυρίαρχη γλώσσα, αυξάνεται η συγκατάβασή του, εξασφαλίζεται η υποταγή του. Με την έννοια αυτή, το κεφάλαιο, η νεκρή εργασία μιας ζωής περιορισμένης στην επιβίωση, είναι ο ίδιος ο «διάλογος», «η οργάνωση των μη-πραγματικών νοημάτων», η μηχανική λογική, το φανταστικό παιχνίδι της αναπαράστασης (G. Cesarano). Είναι αυτό που φέρνει τη γλώσσα που σβήνει τα πάθη να συνομιλήσει με τα πάθη.

 

Μια πτήση προς τα πίσω

Όμως ας επιστρέψουμε στους βαρβάρους που μας εξιστορούν τον πολιτισμό, αυτό το πεδίο του λόγου και της πολιτικής, καλύτερα απ’ τον csl0614l1καθένα. Αν η αποδοχή της σύλληψης του βάρβαρου φέρει μέσα της μια έννοια ιδεολογίας της προόδου (ο βάρβαρος είναι το αντίθετο της λογικής, επιστημονικής και δημοκρατικής κοινωνίας, είναι ένα τερατούργημα, μια σιωπηλή απειλή, ανορθολογική βία, προκατάληψη, πισωγύρισμα κλπ) υπάρχει μια ολόκληρη πνευματική παράδοση για την οποία οι βάρβαροι είναι πιο σπουδαία όντα από τους πολιτισμένους καθώς είναι πιο κοντά στη φύση. Από τον Πολύβιο στον Cioran, μέσω του Τάκιτου και του Giuccardini, του Μακιαβέλι και του Μοντεσκιέ, του Ρουσσώ και του Leopardi μπορεί κανείς να εξοικειωθεί με την ιδέα ότι η παρόρμηση, αποσταγμένη περίτεχνα από τη φύση, είναι που ωθεί τον άνθρωπο προς τη γενναία δράση, ενώ η λογική, το προϊόν του πολιτισμού, τους κάνει υπολογιστές, κλεισμένους στον εαυτό τους, αιώνιους απορημένους. Ο Leopardi είπε ότι ένας λαός που θα αποτελούνταν μόνο από φιλοσόφους θα ήταν ο πιο δειλός και ανίκανος απ’ όλους, επειδή ακριβώς θα ήταν ο πιο πολιτισμένος. Η πτώση της Ρώμης και η «ελληνιστική παρακμή» χρησιμοποιούνται από τον Μοντεσκιέ σαν παραδείγματα γι αυτό το σκεπτικό. Από τους Γερμανούς του Τάκιτου και τους σύγχρονους Ούννους του Cioran, το συνδετικό νήμα αυτής της παράδοσης είναι η σύνδεση μεταξύ της κατάφασης του σώματος, της εύνοιας της φαντασίας, της γενναίας αρετής και της επιθυμίας για δράση. Πολύ συχνά, όταν έχουμε να κάνουμε με αυτή τη σύλληψη της ιστορίας, ο χρόνος του πολιτισμού επαναλαμβάνεται με έναν κυκλικό τρόπο, λόγω μιας υπερβολής (κι όχι μιας έλλειψης) πολιτισμού, γεννιούνται οι βάρβαροι, αυτή η καταιγίδα που στέλνει τον πολιτισμό στα σκουπίδια, κι ο χρόνος ξεκινά πάλι απ’ την αρχή.

Η ανάπτυξη ενός πολιτισμού μπορεί να συγκριθεί με αυτήν ενός ζωντανού οργανισμού, όπου η παιδική ηλικία ακολουθείται από την ωριμότητα κι έπειτα τα γηρατειά και το θάνατο, στάδια που χαρακτηρίζονται από μια διαφορετική ζωτικότητα των παθών και της ευελιξίας. Η γλώσσα η ίδια αποτελεί μάρτυρα των διαφόρων σταδίων της ζωτικότητας μιας κουλτούρας (δεν είναι τυχαίο που γίνεται λόγος για βαρβαρισμούς της γλώσσας).

Αν η κριτική της προοδευτικής αντίληψης του πολιτισμού έχει οδηγηθεί στο μεγαλύτερο μέρος της από μια αντιδραστική κοσμοθεωρία (όπως για παράδειγμα οι Spengler και Schmitt), με μια πλειονότητα από βιολογικές και ιεραρχικές μεταφορές για έναν αγώνα για επιβίωση, οι επιθέσεις στην ιδεολογία της προόδου στο όνομα ενός άλλου διαφωτισμού δεν είναι ολότελα απούσες (για παράδειγμα στον Sorel και στον Adorno), ή παρμένες κατευθείαν από τους έλληνες όπως στον ίδιο τον Leopardi, στον Holderlin, στον Burkhardt και στον Νίτσε. Ή ακόμα, ιδωμένες μέσα από μια καλλιτεχνική τεχνογνωσία που καταστράφηκε κάτω από το βάρος της μηχανοποιημένης εργασίας (όπως για παράδειγμα στον William Morris).

 

Μηδενισμός ή βαρβαρότητα: ο δαίμονας της αναλογίας

Η περίπτωση του Leopardi είναι εξαιρετικής σημασίας. Σ αυτόν βρίσκουμε μια ελληνο-γεννή θέαση της ιστορίας (τα πάντα επαναλαμβάνονται, αν και δε γνωρίζουμε με σιγουριά σε ποιο σημείο της επανάληψης βρισκόμαστε), ένα έργο αποκάλυψης – υλιστικά αλλά όχι διαλεκτικά – των κυρίαρχων πολιτικών και θρησκευτικών ψεμάτων (με τον δικό του τρόπο, αν θέλετε, αλήθειας) και μια ριζοσπαστική κατάφαση στη ζωτική παρόρμηση την οποία έχει συντρίψει η σύγχρονη επιστήμη μαζί με τις άλλες εκδηλώσεις της υπολογιστικής λογικής. Η έννοια του βαρβάρου γίνεται δεκτή με αμφιθυμία. Δηλώνει πως ο πολιτισμός θα βρισκόταν στο ψηλότερο στάδιο της ανάπτυξής του (καθώς δεν είναι ο ύπνος, αλλά μάλλον η απολυταρχική αγρύπνια της λογικής που γεννά τέρατα), ότι η ζωτικότητα και η φυσική δύναμη που δεν έχει διαβρωθεί από τον μακάβριο εκλεπτυσμό του πολιτισμένου, είναι τελικά δεκτικές στο θαυμαστό και στο ενάρετο. Η αντίληψή του για τη βαρβαρότητα, ανάγεται στην νιτσεϊκή σύλληψη του μηδενισμού, που καταδεικνύει ταυτόχρονα έναν εχθρό και μια αναγκαιότητα, τυπική χριστιανική απογοήτευση μπροστά στην αντιπαράθεση μεταξύ της ζωής και του τραγικού, και του δημιουργού εκ του μηδενός, των κατεστημένων αξιών. Αυτά τα μυστικά παιχνιδίσματα του δαίμονα των αναλογιών δε θα ‘πρεπε να μας εκπλήσσουν. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι τόσο ο μηδενισμός όσο και η βαρβαρότητα είναι δυο λέξεις που συχνά εναλλάσσονται τόσο στα στόματα των συντηρητικών όσο και των επαναστατών. Πόσες φορές άραγε το κράτος και το κεφάλαιο περιγράφηκαν ως μηδενιστικά; Και μήπως δεν μπορούν αυτά, τα δυο τέρατα των απαγορεύσεων, να αρνηθούν όλες τις αξίες; Υποταγή, ανταγωνισμός, ρεαλιστική παραίτηση, ιδιόρρυθμη μοιρολατρία, μπορεί κανείς να πει ότι δεν είναι αξίες; Με τον ίδιο τρόπο, αυτό που περνιέται για βαρβαρότητα δεν είναι μόνο η φρενήρης καθημερινότητα του πολιτισμού αυτού, η αναστροφή των ονείρων της, εγκλωβισμένων σε ψυχοφάρμακα και ηλεκτρονικά ναρκωτικά. Από την άλλη, τι υπάρχει πέρα από τον σημερινό πολιτισμό της εξουσίας και της αγοράς; Η βαρβαρότητα είναι, πολύ συχνά, κάτι με το οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι, και γι αυτόν το λόγο φαίνεται εχθρικό προς εμάς.

 

Γύρω από τέσσερις γωνίες

Ίσως η αμφιλεγόμενη έννοια του βαρβάρου είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, πρώτα απ’ όλα αν θέλει κανείς να διατηρήσει αυτή την ενστικτώδη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική αναταραχή που φλέγεται κάτω από τις δικαστικές, γραφειοκρατικές κι εμπορικές αρχές μιας εποχής, δηλαδή αν θέλει κανείς να κατανοήσει ποιες είναι οι δυνάμεις που ασκούνται στο πεδίο.

Αν ο βάρβαρος είναι ένα ον στερημένο από Λόγο, είναι η φύση του Λόγου που πρέπει να αποσαφηνίσει τι σημαίνει η έλλειψή της. Για τον Λόγο, η καταπιεστική αρχή και η ανθρώπινη δυνατότητα μπερδεύονται, γίνονται ταυτόχρονα λογική, διάλογος, νόμος και κοινότητα. Η κριτική της προοδευτικής ιδεολογίας δεν μπορεί να συνίσταται σε μια κοινότυπη αντιστροφή των αξιών (για την οποία όλα όσα μοιάζουν να αντιτίθενται στον πολιτισμό γίνονται μια θετική θέση) μιας και το μόνο που κάνουμε έτσι είναι να μετατοπίζουμε το πρόβλημα στην προσέγγιση των υπόλοιπων όψεών του.

Είναι πιο αποτελεσματικό να γνωρίζουμε πώς να ξεχωρίζουμε αυτό που είναι υπερ-πολιτισμένο από αυτό που είναι απο-πολιτισμένο. Υπερ-πολιτισμός είναι η συμπλήρωση (με τη διπλή έννοια της πραγμάτωσης και της κατάληξης) του πολιτισμού, η ολοκληρωτική ανάδειξη της τεχνικής εξουσίας του. Η «βαρβαρότητα» ενός κόσμου που περνάει από το κυνήγι των «διασκεδάσεων» στο τρέξιμο πίσω από τις μάζες, από τις οικιακές συσκευές στην καταστροφή. Ο απο-πολιτισμός αντίθετα, είναι όλη εκείνη η υλική και πνευματική αυτονομία που μπορούν να πραγματώσουν τα άτομα δραπετεύοντας από αυτήν την ρομποτ-ο-ποιημένη κοινωνία: μια αναρχία των παθών που γκρεμίζει την εξημέρωση. Το ότι ένα ποτάμι είναι ελεύθερο από τσιμεντένια φράγματα και μόνον, δε σημαίνει ότι δε θα αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί από τυχόν βράχους που θα βρεθούν στο δρόμο του, οδηγώντας τα νερά του σε ρεύματα που δεν είναι τα δικά του. Όμως δε θα γίνει ποτέ του μια τεχνητή λιμνούλα. Για να γυρίσουμε πάλι στο Λόγο, η σιωπή εκείνου που δεν έχει πια λόγια γιατί η ηλεκτρονική αλλοτρίωση του τα έχει στερήσει είναι υπερ-πολιτισμός. Όταν όμως νιώθει κανείς έναν πλούτο μέσα του που δεν μπορεί να παγιδευτεί σε λέξεις είναι από-πολιτισμός. Η διαταραχή ενός που δεν μπορεί να δεχτεί πια εντολές είναι από-πολιτισμός. Η διαταραχή που επιβαρύνει αυτόν που τις διεξάγει με τόσο ζήλο είναι υπερ-πολιτισμός. Είναι σαν δυο αντίρροποι δρόμοι για να διασχίσει κανείς την μιζέρια, δυο διαφορετικές μορφές της Ύβρης, κατά τους αρχαίους έλληνες. Μια κοινωνία ξεχωρίζει πάνω απ’ όλα, από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την έπαρση, την τρομερή υποτίμηση απέναντί της.

Ο υπερ-πολιτισμός, τον οποίον ο πολιτισμός αποκαλεί βαρβαρότητα με σκοπό να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είναι την ίδια στιγμή μια ριζική απομάκρυνση από τη φύση και το βάλτωμα μιας ορθολογικότητας που προβάλλεται μόνο για να δημιουργήσει ολοένα και πιο ξέφρενη παράνοια. Ο Λόγος στην υπηρεσία της εξουσίας σημαίνει την σύμπτωση της λογικής και των νόμων, κατά συνέπεια καθορίζει την υποταγή ως λογική. Ο διάλογος έχει επεκτείνει την θανάσιμη ανάσα του σε οτιδήποτε δεν μιλάει τη γλώσσα του. Έχει λειάνει τις αντιθέσεις, ώστε να επιστρέψει τελικά στον μονόλογο, μόνο με την τρομερή σιωπή των τεχνικών.

Η «απόλυτη πειθώ» της τεχνολογική γλώσσας δεν είναι τίποτα παραπάνω από το επίπεδο προσγείωσης μιας κουλτούρας που έχει εξορίσει για πάντα τους δικούς της βαρβάρους, καθιστώντας έτσι τον καθένα έναν βάρβαρο για τον άλλον. Οι κάτοχοι της τεχνικής γνώσης, απαραίτητοι στην εξουσιαστική διαχείριση της κοινωνίας, αναζητούν τις στρατηγικές για να οχυρωθούν όλο και περισσότερο απέναντι στις μάζες των «νομάδων», των ξένων εντός κι εκτός τειχών, που υποφέρουν την νέα γλώσσα τους χωρίς να την καταλαβαίνουν. Ο διάλογος έχει κερδίσει, μιας και όλοι παραμένουν σιωπηλοί, ή απλώς επαναλαμβάνουν τις 100 λέξεις που γνωρίζουν, ανάμεσα στις οποίες πιο συχνά απαντούν οι: τέλειο, σούπερ, μηδέν και φοβερό. Μέσα από τα λογότυπα της αγοράς και της στιγμιαίας απόλαυσης, ο πολιτισμένος συνθηκολογεί εις βάρος των τεράτων που πολιορκούν την πόλη, απευθύνοντάς τους εκκλήσεις για ειρήνη και παροχή εκπαίδευσης. Όμως η Πόλις έχει κομματιαστεί, και η Πειθώ έχει έναν άσσο στο μανίκι της.

Όπως ακριβώς η τεχνο-γραφειοκρατία μειώνει την ολότητα της κοινωνικής ζωής σε διεκδικήσεις προς την οικονομική και κυβερνητική ανόργανη δομή, ορίζοντας οτιδήποτε μπαίνει στο διάβα της ως βάρβαρο, με τον ίδιο τρόπο αποσπασματικές και μηχανικές αιτιολογήσεις από κοινού με τους τεχνολογικούς περιορισμούς εκμηδενίζουν τις ανεξημέρωτες παρορμήσεις και φωνές που ακόμα κατοικούν την κοινωνική ζωή, όπως οι βάρβαροι. Και πρόκειται στ αλήθεια για βαρβάρους, που δεν βλέπουν την ώρα να λευτερωθούν. Καμία επίκληση στην ηρεμία δεν τους καθηλώνει πια.

Εκεί όπου δεν υπάρχει κοινή γλώσσα, δεν υπάρχει κοινότητα, όπως και, αντιστρόφως, όταν εξαφανίζεται το κοινό έδαφος, δεν μπορεί πια να υπάρξει γλώσσα. Η πιο σημαντική και η πιο εξόφθαλμη συνέπεια μιας τέτοιας συνθήκης, είναι η αδυναμία επίτευξης μιας συμφωνίας. Ο Αφέντης Διάλογος δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτος. Μια σύγκρουση χωρίς πρωτόκολλα ή κανόνες γίνεται μονόδρομος, και το πλαίσιο που θα πάρει είναι αυτό του εμφυλίου πολέμου.

 

1526900

Εμφύλιος Πόλεμος

Το μόνο πράγμα που έχει ο πολιτισμένος να αντιπροτείνει στον πόλεμο είναι η ιδεολογία του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης των συγκρούσεων. Όμως προκειμένου να συμμετάσχει κανείς σε έναν διάλογο, έχει ανάγκη από κοινές αξίες, όπως ακριβώς για να έχει κανείς κοινές αξίες με κάποιον άλλον πρέπει να μοιράζονται και μια σειρά από χώρους και πρακτικές. Ποια είναι όμως η ηθική σήμερα, αν κάποιος κοιτάξει πέρα από εκεί που γεννιέται και πεθαίνει ο κοινωνικός ιστός, πέρα από την λεγόμενη πολιτική; Μιλούν για υποτιθέμενες παγκόσμιες αξίες την ίδια ακριβώς στιγμή της εξαφάνισής τους.

Τα ανθρώπινα και αστικά δικαιώματα που στόχευαν να κατευνάσουν ολόκληρη την κοινωνία δεν μπορούν να κατευνάσουν πια κανέναν. Η ιδεολογία των δυο μπλοκ που ανταγωνίζονται για τον παγκόσμιο έλεγχο και τις ελπίδες των υποκειμένων έχει καταρρεύσει μαζί με αυτήν του να ανήκεις σε μια εργατική τάξη ικανή να πάρει την εξουσία («κοινωνικά» αν όχι πολιτικά) και να αναδιοργανώσει τον κόσμο. Οι βεβαιότητες για το μέλλον που προσέφερε η επιστήμη δεν μπορούν πια να ζεσταίνουν τις άτολμες καρδιές που άφησε ορφανές η θρησκεία. Όλα αυτά τελειώσανε.

Παραμένει η εκμετάλλευση, αλλά η «κοινότητα» που δημιουργείται με σκοπό να συσπειρώσει τους εκμεταλλευόμενος –ή έστω τις εικόνες τους- εκρήγνυται. Η παραγωγή, χάρη στην ηλεκτρονική τεχνολογία, εξατομικεύεται σε δομές ολοένα και πιο περιφερειακές και απλώνεται στο πεδίο, με τον ίδιο τρόπο που οι ταυτότητες των μισθωτών εργαζομένων εξατομικεύονται, προσδένονται στην ανταγωνιστικότητα και στην περηφάνια για κείνο το εξαφανισμένο πλέον ταλέντο, του «μάστορα».

Η μνήμη εξαϋλώνεται μπροστά στο διαρκές παρόν που κατασκευάζεται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (μόνο ότι υπάρχει στις ειδήσεις μετράει, τα υπόλοιπα απλά δεν υπάρχουν). Η ανθρώπινη επικοινωνία, με την έννοια της κοινής δέσμευσης, περιορίζεται κατά συνέπεια στην αναπαραγωγή της φτώχιας που ονομάζεται κουλτούρα, και καθημερινά ρηχαίνει. Η τεχνολογία, αφομοιώνοντας την επιστημονική αμφισβήτηση προς όφελός της, καθιστά την προγραμματική αβεβαιότητα την ίδια την νέα ιδεολογία –ικανή να δικαιολογήσει κάθε μανία ελέγχου στον πλανήτη και στα είδη του. «Για όσο κρατήσει», αυτό είναι το μότο των ισχυρών. Και η ύπαρξη των εκμεταλλευομένων είναι περισσότερο κάτι που υπομένει κανείς παρά κάτι που πραγματικά ζει. Από το σχολείο στη δουλειά, από την οικογένεια στο εμπορικό κέντρο, μόνο μια ικανότητα απαιτείται: αυτή του να προσαρμόζεσαι. Πρόκειται περί εμφυλίου πολέμου: μια συμβίωση χωρίς κοινές αξίες, χωρίς ασφάλεια για το μέλλον, με τρόπο που να ενοποιεί τα απομονωμένα άτομα μέσα στον ίδιο το διαχωρισμό τους.

Και φυσικά και υπάρχει πόλεμος, δεν είναι ανάγκη να κηρυχθεί –όπως δείχνει η πρόσφατη στρατιωτική παρέμβαση στα Βαλκάνια- προκειμένου να τονιστεί η διάκριση μεταξύ «καιρών ειρήνης» και «καιρών πολέμου» με τυπικές χειρονομίες. Ο διαρκής πόλεμος φέρνει νέες κοινωνικές σχέσεις σε διεθνές επίπεδο, όπως η παλιά διπλωματία της κυριαρχίας των κυβερνήσεων επέκτεινε τα σύνορα και τις συμφωνίες μεταξύ του κράτους και των αντιπροσώπων των εκμεταλλευομένων του πέρα από αυτό. Οι συγκρούσεις δεν διεξάγονται πλέον ανάμεσα σε εθνικές ολιγαρχίες, αλλά ανάμεσα σε οικονομικές ή μαφιόζικες ομάδες (δυο θεμελιώδεις μορφές συσσώρευσης χρήματος που συχνά εναλλάσσονται μεταξύ τους) που ξεπερνούν τα σύνορα και τα κρατικά μορφώματα και για τις οποίες η βίαια εξατομίκευση των κοινωνιών παρέχει άφθονη και ευμετάβλητη εργασία. Επιχειρηματίας ή γκάνγκστερ, αυτοί είναι οι δυο τρόποι οργάνωσης σε οικονομικά συμφέροντα, η μόνη διαφορά τους είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση ο δρόμος για τον πλουτισμό είναι πιο αποδοτικός και πιο σύντομος.

cairo-tahrir-02.02-82

Όμως αυτή η διαμάχη που δεν μπορεί πια να σπρωχτεί στο μέλλον, διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία και τα υποκείμενά της. Η σύγκρουση ακονίζεται ανάμεσα στην κατεστημένη τάξη –την τελειοποιημένη γκιλοτίνα του πολιτισμού- και την βάναυση κατάρρευση των σχέσεων υπό το βάρος των περιορισμών. Ταυτόχρονα, η ένταση ανάμεσα στην αυθόρμητη δραστηριότητα του ανθρώπινου οργανισμού και την κυριαρχία του εξωτερικού αισθητηριακού χαρακτήρα της μηχανοποιημένης σύγχρονης δραστηριότητας επιδεινώνεται. Η αυθαίρετη οργάνωση του λόγου εμπλέκεται σε μια μάχη άνευ προηγουμένου με τις πιο βαθιές παρορμήσεις του υποκειμένου. Το τέλμα που τα λογότυπα τείνουν να ανακτήσουν, οι εικόνες με τις οποίες ο Freud συμβόλιζε την εκπολιτιστική δράση του Εγώ του υποσυνείδητου, αποκαλύπτεται στον μεγαλύτερο και πιο ομιχλώδη βαθμό από ποτέ. Ο ταξικός αγώνας επεκτείνεται σε τρομαχτικά νέα πεδία.

Είναι ένα ζήτημα έντασης, είναι προφανές. Δεν είναι πάντοτε ομοιόμορφο όμως. Εδώ ο εμφύλιος πόλεμος κοχλάζει, αλλού ξεσπά σαν ηφαίστειο. Αυτό το αλλού όμως είναι δίπλα μας. Όπως για παράδειγμα στην πρώην Γουγκοσλαβία.

Οι εθνικισμοί, και οι εθνικές και θρησκευτικές διεκδικήσεις είναι η εξουσιαστική και ιεραρχική απάντηση στην κατάρρευση των αξιών, το αποτέλεσμα της παρακμής των παλιών κοινοτικών δυνάμεων. Οι κάθε είδους αυταρχισμοί, είναι πρώτα απ’ όλα κοινοτικές ιδεολογίες, που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την χαμένη ταυτότητα του λόγου (της γλώσσας, των νόμων, της τάξης) ενώ ο κοινός τόπος συρρικνώνεται. Έχουν να κάνουν με την υπερ-πολιτισμένη αντίδραση στην εικονική κοινότητα που βρίσκεται παντού, υποκαθιστώντας την πραγματική αμοιβαιότητα μεταξύ των υποκειμένων. Τα εργαλεία του πολιτισμού –η τεχνολογική «ευημερία», ο δημοκρατικός διάλογος, η κοινοβουλευτική νομιμότητα, ο ανθρωπιστικός κι εμπορευματικός κοσμοπολιτισμός- είναι παντελώς ανίκανα απέναντί τους, καθώς είναι μέρος του ίδιου προβλήματος.

 

Να καταστρέψουμε τα πάντα για να ξαναφτιάξουμε τα πάντα

Ο καπιταλισμός, στην ιστορική ανάπτυξή του, ενοποίησε τους εκμεταλλευόμενους μέσα από την εργασία και την αλλοτρίωσή τους, ορίζοντάς τους ως μια προγραμματισμένη τάξη, προγραμματισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Οι αγώνες των μη-προνομιούχων βρέθηκαν να συνδέονται (μέσα από τους χώρους, τα όργανα, την ταξική συνείδησή τους) με την παλιά δομή του κεφαλαίου. Η αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι «μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα επειδή μπορούν να ξαναφτιάξουν τα πάντα» ανταποκρινόταν σ αυτή την ορισμένη δυνατότητα αναδιοργάνωσης της κοινωνίας χωρίς τη λειτουργία των αφεντικών. Δεν έχει τόσο ενδιαφέρον να διεισδύσουμε στο ποιες ιδεολογίες (ντετερμινισμός, παραγωγικισμός, ρεφορμισμός, επιστημονισμός κλπ) παρήγαγαν αυτήν τη συνθήκη, ούτε σε ποιες μορφές αυτό-οργάνωσης των εκμεταλλευομένων (εργατικά συμβούλια, αγροτικές κολλεκτίβες κλπ) είχε ήδη ζωογονηθεί. Αυτό που αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι ένα ολόκληρο σχέδιο χειραφέτησης, τόσο στις γραφειοκρατικές και εξουσιαστικές διαστρεβλώσεις του όσο και στην ελευθεριακή αυθεντία του, βασίστηκε στη συνθήκη αυτή. Κι αυτό είναι ένα μέρος του οράματος της μελλοντικής κοινωνίας, και των μεθόδων αγώνα (συνδικαλιστική δράση, γενικές απεργίες ως προϋπόθεση της εξέγερσης, το ένοπλο κόμμα κλπ) για την καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σήμερα, όλα αυτά έχουν τελειώσει, το ίδιο και οι ψευδαισθήσεις τους.

Το πρόβλημα, όπως είθισται να λέγεται, είναι σύνθετο. Δέχεται επίθεση και από τις δυο πλευρές του κοινωνικού οδοφράγματος: από την πλευρά του κεφαλαίου που επεκτείνεται σε κάθε κοινωνική σχέση και τείνει να αξιολογήσει ολόκληρη την καθημερινή ζωή των εκμεταλλευομένων, κι από την μεριά των επικίνδυνων τάξεων που δεν έχουν πλέον πολιτικά ή συνδικαλιστικά προγράμματα. Σχετικά με αυτές τις πρώτες σκέψεις, θα αρκούσε να πούμε ότι οι τόποι παραγωγής δεν περιέχουν πλέον κάποια αντίσταση στο κεφάλαιο, το οποίο γίνεται άμεσα κοινωνικό. Αν αυτό καθιστά την καθημερινή ζωή το κατ’ εξοχή πεδίο του κοινωνικού πολέμου, και κατά συνέπεια μπορεί να αυξήσει τη γνώση ότι καμιά από αυτές τις κοινωνικές σχέσεις δεν αξίζει διάσωσης, η άμεση συνέπεια είναι η εξαφάνιση της πρακτικής ενοποίησης-τα λογότυπα της τάξης-κάτω από τα πόδια των εκμεταλλευομένων. Που να βρούμε κι από πού να ξεκινήσουμε μια τέτοια αλλαγή; Θα παίξουν άραγε οι απομονωμένες ταραχές το ρόλο που έπαιζαν οι παλιές άγριες απεργίες, οπουδήποτε η τραυματισμένη ζωή εκρήγνυται; Όμως, πως μπορούν οι εξεγέρσεις να συνδιαλέγονται από απόσταση, ώστε να κλέβουν πίσω όσο περισσότερο χρόνο και χώρο μπορούν, όταν η αναπόφευκτη θεσμοποίηση τις περιμένει στη γωνιά;

Χωρίς άμεσες σχέσεις δεν υπάρχει επικοινωνία, χωρίς επικοινωνία δεν υπάρχει κοινωνικό όνειρο. Με την έννοια αυτή, υπάρχουν όλο και περισσότεροι βάρβαροι στον κόσμο.

Όμως μόνο μ αυτή την έννοια. Η αυθεντική κοινότητα βασίζεται στην αυτονομία των υποκειμένων, στην κοινότητα της διαφοράς, όπου ο καθένας θέλει να γνωρίζει τις σκέψεις του άλλου ως σκέψεις διαφορετικές από τις δικές του. Είναι το συναίσθημα ότι δεν υπάρχει ένας και μόνος παγκόσμιος λόγος, που ωθεί τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν, να πλουτίσουν με το παιχνίδι της οικειότητας και την οξύνοια της γλώσσας τους. Μια γλώσσα νεκρώνεται όταν οι σκέψεις, τώρα πια όλες απελπιστικά όμοιες, δεν αξίζουν πια να επικοινωνηθούν, όταν χάνουν τα όνειρα που έθρεφαν την ποίησή τους. Μόνο μια διαφορετική και μοναδική ζωή δίνει πνοή σε διαφορετικές σκέψη.

 

Στις απολίτιστες καρδιές και μυαλά

diretoriadoed-ArteCrítica09Η ζωτικότητα βρίσκεται σήμερα εκεί που οι συνθήκες του πολιτισμού βραχυκυκλώνονται. Οι «βάρβαροι» του τεχνοκρατικού λόγου καταστρέφουν τις μεγάλες ψευδαισθήσεις, τις διαχρονικές δυνάμεις της σύγχυσης, επιτιθέμενοι στην ίδια την πηγή της ζωής. Όμως οι ψευδαισθήσεις που ωθούν στα ξεσπάσματα του πάθους γεννιούνται σε μεγάλο βαθμό εκεί όπου οι άνθρωποι διατηρούν το ένστικτο της αγέλης, που το μοναχικό πλήθος έχει τροποποιήσει. Για το λόγο αυτό, ο εθνικισμός κι ο αυταρχισμός προσφέρουν δυο ψευδείς λύσεις παίρνοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια από το χέρι, με μια μείξη εξαγνιστικών ιδανικών, τελετουργικών επανάκαμψης και χιλιαστικών προσμονών. Τι υπάρχει στη σημασία των εθνικών και θρησκευτικών συγκρούσεων που δημιουργεί τεχνητούς εχθρούς απομονώνοντας καθ αυτόν τον τρόπο κάθε διαμαρτυρία ενάντια στην κατεστημένη τάξη; Η διαφορετικότητα του μετανάστη, εκείνου που ανήκει σε μια άλλη εθνικότητα, είναι ορατή και κατανοητή, αντίθετα με τη διαφορετικότητα των εκμεταλλευόμενων, οι οποίοι δεν έχουν έθνος. Στα υπερσύγχρονα φρούριά όπου βρίσκονται κλεισμένοι, μιλάνε μία και μόνη εσπεράντο (παγκόσμια γλώσσα): αυτή της αγοράς. Εν τούτοις, αναζωπυρώνεται ο παλιός ζήλος της πίστης. Αν είναι απαραίτητο, η νέα προπαγάνδα θα υψώσει ακόμα και τα παλιά πατριωτικά και θεϊκά λάβαρα για να συνεχίσει τον μονόλογό της, εξολοθρεύοντας τους απείθαρχους και πολυπληθείς εκμεταλλευομένους. Στο όνομα του πολιτισμού φυσικά. Όμως οι ψευδαισθήσεις είναι πάντοτε προ των πυλών των βαρβάρων, αυτών που πιο άγρια απ’ όλους μετασχηματίζουν τη βία με την οποία αποκλείστηκαν.

Ολοένα και περισσότερα, από μια τέτοια συνθήκη εμφυλίου πολέμου –που δεν είναι τόσο εκείνο το «όλοι εναντίον όλων» όσο ένα «όλοι εναντίον ενός αμετάβλητο κι ενιαίου όλου»- υπάρχουν μόνο δυο πιθανές διέξοδοι: είτε οι εθνικοί και μαφιόζικοι πόλεμοι, είτε η κοινωνική θύελλα του ταξικού πολέμου. Το εθνικιστικό ή θρησκευτικό ψέμα, σε κάποιες περιοχές επιμελώς προκατασκευασμένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι μόνο το τελευταίο χαρτί που μπορεί να παίξει η κυριαρχία εν όψει του κινδύνου που αποτελεί γι αυτήν μια γενικευμένη εξέγερση. Στην πραγματικότητα, αντίθετα με το ντετερμινιστικό παραμύθι του «τέλους της ιστορίας», ή με ολόκληρο τον ρεφορμισμό των επαναστατών που συμβαδίζουν με την εποχή τους, η δυνατότητες για μια γενικευμένη λαϊκή εξέγερση δεν περιμένουν γι αφορμές για να ξεσπάσουν. Τα πρόσφατα παραδείγματα, ακόμα και δυο μέτρα απ’ την πόρτα μας, δε λείπουν.

Μπροστά στο αίσθημα αποκλεισμού που βιώνουν πολλά υποκείμενα βαδίζοντας προς μια εμπορευματική τυποποίηση που ωθεί τον καθένα να ονειρεύεται το ίδιο -κενό ζωής- όνειρο, ο ανθρωπιστικός κοσμοπολιτισμός είναι τόσο ψεύτικος όσο και η «διαφορετικότητα» -ιεραρχική και διαταξική- της νέας δεξιάς. Οι πραγματικές διαφορές βρίσκουν την κατάφασή τους (πολύ πέρα από τους πολιτιστικούς και γλωσσικούς περιορισμούς) μόνο στο ελεύθερο και αμοιβαίο παιχνίδι της ιδιομορφίας. Η αυθεντική ισότητα (αντίθετα με την νομική) είναι το μοίρασμα αυτών που έχουμε κοινά: του γεγονότος ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί. Μια κοινότητα μοναδικών υποκειμένων χωρίς κράτος ή τάξεις, χωρίς χρήμα: αυτή είναι η ουτοπία των απολίτιστων καρδιών και μυαλών. Μια ουτοπία που, όπως κάθε κατάκτηση του φανταστικού, θα γεννηθεί μόνο μέσα από την καταστροφή και τη βρωμιά.

 

Ο άνεμος που λιώνει τους πάγους

Να ξαναπάρουμε την εκδοχή που θέλει τους Βάρβαρους, ως τους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονται πιο κοντά στον κομμουνισμό σήμερα, δε θα τιμούσε την ισχυρή διαίσθηση που είχαν οι αναρχικοί όπως ο Coeurderoy και ο Dejaque τον προπερασμένο αιώνα, θα ήταν βασικά ένας εφησυχασμός, μια επιστροφή στην ιδεολογία της προόδου. Ο πολιτισμός είναι σάπιος, το ξεπέρασμά του έτοιμο να εκκολαφθεί – ένας τέτοιος ντετερμινισμός θα μας έκανε να πάρουμε τη σπίθα για πυρκαγιά, χωρίς όμως να γίνουμε πιο αποφασισμένοι. Ίσως όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Δεν είμαστε υπέρμαχοι μιας διεύρυνσης της δημοκρατίας, ούτε των νομοθετικών και ρεφορμιστικών διεκδικήσεων, αυτό είναι σίγουρο. Προσβλέπουμε στην ελεύθερη συμφωνία της άναρχης κίνησης των κοινωνικών δυνάμεων, στις βαρβαρικές επιθέσεις ενάντια σε κάθε εξημέρωση. Και ακόμα. Μήπως δεν είμαστε τελικά, οι τελευταίοι των πολιτισμένων ανθρώπων, με τις αξίες μας, διαφορετικές, ατομικές, αλλά πάντοτε αξίες; Δεν είναι η αναζήτηση επικίνδυνων αρετών, για μας, η πηγή του θαυμαστού;

Είναι άχρηστο να κρύβουμε από τον εαυτό μας ότι οι κοινωνικές εκρήξεις φοβίζουν τους πάντες, ακόμα και τους ανατρεπτικούς. Φοβίζουν ακόμα κι εμάς. Πρώτα απ’ όλα, όταν δεν υπάρχουν οι προσδοκίες για μια διαφορετική ζωή, όταν οι λαϊκές εξεγέρσεις αναμειγνύονται με τους χειρότερους ψευδο-κοινοτικές ιδεολογίες, ή με τα αποσυνδεδεμένα ξεσπάσματα μιας καταρρέουσας κοινωνίας. Η flip-side (κάτω πλευρά των παλιών δίσκων) του υπολογιστικού λόγου, βρίσκεται στα συλλογικά όνειρα που στην πραγματικότητα οι λυτρωτικοί μύθοι της αυτοθυσίας και αυτοκαταστροφής κρατούν συγκαλυμμένα. Η «απελευθέρωση των ηθών» αφού κατάφερε να εκμοντερνίσει την ηθική, επαφίεται πλέον άμεσα στην τεχνολογία, αυτήν την εξουσία ορισμού του καλού και του κακού, ελέγχου της συνείδησης.

Όλα αυτά, δεν μας κάνουν σίγουρα να θρηνούμε τα παλιά πολιτικά προγράμματα και τους ορθοπεδικούς του πολιτισμού τους, που bp34φιλοδοξούν να αποφύγουν τη βία με έναν και μόνο τρόπο: τη θεσμοποίησή της. Αυτό όμως δε συνεπάγεται πως μπορούμε να στηριχτούμε σε απόκρυφες βεβαιότητες αναγέννησης. Δεν μπορούμε να κάνουμε σημαία μας την παρακμή. Το Κεφάλαιο -και όχι οι επαναστάτες- έχει καταλύσει κάθε σύμβαση, οδηγώντας κάθε σπουδαία απελευθερωτική δυνατότητα και κάθε αξιοθρήνητη συγκεντρωτική ψευδαίσθηση στον ίδιο τάφο. Όπως λέει και η τρομοκρατία της προόδου, ότι έγινε, έγινε -δε γυρίζει πίσω. Όμως ακόμα και να γυρίζαμε πίσω, δια μέσου της απονεκρωμένης πορείας της ανόητης παραγωγής εμπορευμάτων και της εξάρτησης από αυτά, θα ήταν απαραίτητο να βρούμε το σωστό μονοπάτι. Κι έπειτα τι;

Αυτό που λείπει σήμερα, είναι ικανοί σχεδιασμοί, ιδέες και μέθοδοι, για τις νέες συνθήκες της σύγκρουσης. Ίσως όμως πάνω απ’ όλα, λείπει εκείνη η αίσθηση της περιφρόνησης, που είναι ηθική ποιότητα και όνειρο μαζί, το μεγάλο πάθος για τον ελεύθερο διάλογο και την αποφασιστική δράση.

Εάν από την μια πλευρά, δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η Ιστορία (ή η Άγρια Φύση) δρα υπέρ της, από την άλλη δεν γίνεται ορατό στον ορίζοντα παρά το κοινωνικό πάγωμα που διαπερνά ο πανίσχυρος άνεμος που λιώνει τους πάγους.

 

Ένας ψίθυρος από μακριά

Το 1870, εν όψει της εισβολής της Πρωσίας του Βίσμαρκ στη Γαλλία, η Ιστορία έμοιαζε να βρίσκεται σε μια διχάλα, και το επαναστατικό κίνημα ήταν εξίσου διχασμένο. Ο Μαρξ κι αυτοί που μοιράζονταν την ανάλυσή του, έβλεπαν στην νίκη των πρώσων, την επιβεβαίωση της ενίσχυσης του πιο ανεπτυγμένου καπιταλισμού στην Ευρώπη, και κατά συνέπεια, χάρη στους χρησμούς της διαλεκτικής, τη σταθεροποίηση των ιστορικών συνθηκών για την αναπόφευκτη γέννηση του κομμουνισμού, για την οποία έλειπαν μονάχα οι λαβίδες: ένα ενοποιημένο και πειθαρχημένο προλεταριάτο. Ο Μπακούνιν και οι άλλοι ελευθεριακοί, έβλεπαν στον μιλιταρισμό και στο βισμαρκιανό γραφειοκρατικό καθεστώς τον προάγγελο δεκάδων αντιδραστικών κινήσεων στην Ευρώπη, καθώς η Γαλλία, τους φαινόταν, σύμφωνα με την παράδοσή της, ως ο τόπος γέννησης κάθε επαναστατική ελπίδας. Για τους πιο διορατικούς, η υπεράσπιση της Γαλλίας δε σήμαινε συνεργασία με το κράτος και με τη γαλλική μπουρζουαζία ενάντια στον εξωτερικό εχθρό, αλλά μετασχηματισμός της στρατιωτικής σύγκρουσης σε κοινωνική εξέγερση, περνώντας από την ένοπλη προλεταριακή αυτοάμυνα στη δημιουργία και την ομοσπονδιοποίηση των επαναστατικών Κομμούνων. Ο Μπακούνιν, αμέσως μετά από μια εξεγερτική απόπειρα στη Λυών, έγραψε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του σχετικά με την καταστροφική κατάσταση του εμφυλίου πολέμου, επικεντρώνοντας στην ανάγκη για μια επαναστατικά συνεπή, λαϊκή αναρχία παρά στην ιακωβινική τρομοκρατία των πολιτικών διαταγμάτων και της διοικητικής δομής. Γι αυτόν, ήταν ένα ζήτημα «αποδέσμευσης των αρνητικών παθών»

Όμως δεν είναι αυτή η ιστορία, και οι διδαχές της για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε. (Το να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο τον αυθορμητισμό των μαζών των νέων ανθρώπων στην εποχή της πληροφορικής θα βοηθούσε πάντως). Το μόνο που φτάνει στην μνήμη μας από τις μέρες εκείνες είναι ένας ψίθυρος. Ο ίδιος που οδήγησε τον Bakunin να γράψει πως το γαλλικό προλεταριάτο θα μπορούσε να βασιστεί μονάχα σε μια απελπισμένη δύναμη: στον δαίμονα εαυτό (diavolo in corpo). Λίγους μήνες αργότερα, παρά τις προβλέψεις του ίδιου ρώσου επαναστάτη, ο δαίμονας έβγαινε στα οδοφράγματα του Παρισιού.

Ο εμφύλιος πόλεμος, οι «βάρβαροι», αυτή η θεαματική αντιπαράθεση με την οποία όλα τα αφεντικά αυτού του κόσμου και οι υπηρέτες τους πάντα δικαιολογούσαν τον εαυτό τους, αυτός ο εκβιασμός που έχει βραχυκυκλώσει την αποφασιστικότητα των αποκλεισμένων, γίνεται ολοένα και περισσότερο η συνθήκη κάτω από το βάρος της οποίας ξεκινάμε. Η ομοσπονδία των επαναστατικών Κομμούνων μοιάζει να αποτραβιέται ιστορικά, όμως τα «αρνητικά πάθη» μένουν μαζί μας χωρίς κάποιο συγκεκριμένο πρόταγμα οργάνωσης του ξεσπάσματος. Ο δαίμων δεν επιδέχεται προγραμματισμούς, πολύ περισσότερο σήμερα…

 

1

[Το κείμενο παραπάνω τυπώθηκε σε 700 αντίτυπα τα οποία μοιράστηκαν χέρι με χέρι, μέσω του δικτύου διανομής του εντύπου “Ασύμμετρη Απειλή”, ενώ τουλάχιστον τα μισά αφέθηκαν σε καρτοτηλέφωνα, παγκάκια, και διάφορα ενδιαφέροντα σημεία της πόλης.]

  1. Πρώτη έκδοση: Bleu Marin, Anti-copyright, Αύγουστος 2002
  2. Μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά: Diavolo in Corpo
  3. Δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο φανζίν Killing King Abacus
  4. Μετάφραση στα ελληνικά: Bezmotivnik, Σαλονίκη, Γενάρης 2008

 

ΠΗΓΗ:

http://rioterinfo.wordpress.com/2009/10/06/%CF%8C%CF%83%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%82-bleu-marin/

http://classwar.espiv.net/?p=81

Γκιμπράν: Ο τέλειος κόσμος

P6240096

ΘΕΕ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ, εσύ που είσαι χαμένος ανάμεσα στους άλλους θεούς, άκουσέ με! Εσύ, μοίρα γλυκιά που μας παραστέκεις, κι εσείς τρελά περιπλανώμενα πνεύματα, ακούστε με: Εγώ, ο πιο ατελής, κατοικώ ανάμεσα σε μια τέλεια φυλή.

ΕΓΩ, ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΧΑΟΣ, ΕΝΑ ΝΕΦΕΛΩΜΑ από συγκεχυμένα στοιχεία, περιφέρομαι ανάμεσα σε ολοκληρωμένους κόσμους, ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν τέλειους νόμους, απαρασάλευτη τάξη και συγκροτημένες σκέψεις.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΙΕΥΘΕΤΗΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ και τα οράματά τους είναι καταγραμμένα και αρχειοθετημένα. Θεέ μου, οι αρετές των ανθρώπων αυτών είναι μετρημένες, κι οι αμαρτίες τους ζυγιασμένες. Και τα απροσμέτρητα πράγματα που διαβαίνουν στο θαμπό ηλιοβασίλεμα, εκεί που δεν υπάρχει ούτε αμαρτία ούτε αρετή, είναι κι αυτά γραμμένα σε κατάστιχα.

ΕΔΩ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ σε εποχές συμπεριφοράς και κυβερνιούνται από άψογους, ακριβείς κανόνες. Να τρως, να πίνεις, να κοιμάσαι, να σκεπάζεις τη γύμνια σου, και τέλος να κουράζεσαι την πρεπούμενη ώρα. Να δουλεύεις, να παίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις, κι ύστερα να πλαγιάζεις ώσπου το ρολόι να σημάνει την ώρα. Να σκέφτεσαι έτσι, να αισθάνεσαι τόσο, κι ύστερα -μόλις ένα καθορισμένο άστρο ανατείλει στον ορίζοντα- να σταματάς να σκέφτεσαι και να αισθάνεσαι.

ΝΑ ΛΗΣΤΕΥΕΙΣ ΤΟΝ ΓΕΙΤΟΝΑ ΣΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝΤΑΣ, να προσφέρεις δώρα χειρονομώντας κομψά, να επαινείς, να κατηγορείς κεκαλυμμένα, να καταστρέφεις ψυχές με ένα σου λόγο, να καις τους ανθρώπους με μιαν ανάσα σου, κι ύστερα μόλις τελειώνει η δουλειά της μέρας να νίπτεις τας χείρας σου.

Ν’’ ΑΓΑΠΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ, να ψυχαγωγείς τον καλύτερο εαυτό σου με προσχεδιασμένο τρόπο, να λατρεύεις τους θεούς όπως τους αξίζει, να μηχανορραφείς έντεχνα με τους δαίμονες, κι ύστερα να τα λησμονείς όλα, σαν να έχει πεθάνει η μνήμη σου.

ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΑ, ΝΑ ΣΤΟΧΑΖΕΣΑΙ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ, να είσαι ελαφρά ευτυχισμένος και να υποφέρεις αριστοκρατικά –κι ύστερα ν’’ αδειάζεις το ποτήρι ως την τελευταία σταγόνα, για να μπορείς να το γεμίσεις πάλι αύριο.

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΘΕΕ ΜΟΥ, έχουν τέλεια προβλεφτεί, έχουν αποφασιστικά γεννηθεί, έχουν γαλουχηθεί με φροντίδα, κυβερνιούνται από κανόνες, καθοδηγούνται από τη λογική κι ύστερα -σύμφωνα με προκαθορισμένη μέθοδο- σφαγιάζονται και θάβονται. Κι ακόμα, οι σιωπηλοί τάφοι, που βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, είναι σημειωμένοι κι αριθμημένοι.

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΕΛΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ένας κόσμος ολοκληρωμένης τελειότητας, ένας κόσμος τρανών θαυμάτων, το ωριμότερο φρούτο στου Θεού τον κήπο, η μεγαλοφυέστερη σκέψη στο σύμπαν. Αλλά γιατί Θεέ μου, πρέπει εγώ να βρίσκομαι εδώ; Εγώ, ένας άγουρος σπόρος ανεκπλήρωτου πάθους, μια καταιγίδα τρελή, εγώ, που δεν γυρεύω ούτε την ανατολή ούτε τη δύση, εγώ, ένα αλλοπαρμένο θραύσμα κάποιου πλανήτη που εξερράγη; Θεέ των χαμένων ψυχών, εσύ που είσαι χαμένος ανάμεσα στους άλλους θεούς, γιατί βρίσκομαι εδώ;

 

Χαλίλ Γκιμπράν, απόσπασμα από το βιβλίο Ο Τρελός, εκδόσεις Ιάμβλιχος.

 

ΠΗΓΗ: http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG6455

Η άθλια οικειότητα του έρωτα – Γεράσιμος Τσάκαλος

anikio

.

[…] έκανα να ανάψω ένα τσιγάρο, αλλά το στομάχι μου ήταν σε άθλια κατάσταση και πέταξα το πακέτο μου θυμωμένος. ”Όχι, δε θα καπνίσω άλλο σήμερα”, είπα. Τι είναι αυτό που κάνω; Γιατί πήρα τους δρόμους; Τι έγινε; Τι συνέβη; Υπάρχει κανένας θάνατος; Χωριστά έζησε αυτή, χωριστά έζησα εγώ. Μια σύμπτωση την έφερε σε μένα, μια άλλη σύμπτωση θα μπορούσε να την πάρει σ’ έναν άλλο. Αυτή έχει το δικό της σώμα, τη δική της λογική και τη δική της πορεία, όπως κι εγώ, και συναντηθήκαμε τελείως τυχαία. Οι χωριστές μας πορείες έχουν μέσα τους χιλιάδες πράγματα ξένα για τον άλλο. Έχουν μέσα τους φωνές, νοήματα, εικόνες, εκτιμήσεις, απολαύσεις, κρυφές επιθυμίες, πίκρες κι ενοχές. Ξαφνικά σταμάτησα να σκέφτομαι, γιατί άκουσα πάλι μέσα μου εκείνο το μακρινό ουρλιαχτό του λύκου. […]

.

.

Αλμπέρ Καμύ – Το παράλογο και η αυτοκτονία

 

Graffiti by Skitsofrenis

Στη φίλη και συντρόφισσα ” Σ” που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της από αυτοκτονία.

 

Albert_Camus_1f38

Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιχνίδια. Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε. Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ’ αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία. Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ’ αυτές για να τις καταλάβουμε.
.
Όταν διερωτώμαι πώς κρίνω ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι πιο αναγκαίο από ένα άλλο, απαντάω ότι η πραγματικότητα το αναγκάζει να τεθεί. Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Από μια άποψη έκανε καλά. Δεν άξιζε ν’ ανέβει στην πυρά γι’ αυτή την αλήθεια. Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ’ τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία. Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν). Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα. Πώς ν’ απαντήσουμε; Πάνω σ’ όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα – καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή – υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη. Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια. Σ’ ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια.
.
Αντιμετώπισαν πάντα την αυτοκτονία σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ όμως τίθεται το θέμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική σκέψη και την αυτοκτονία. Μια χειρονομία σαν κι αυτή ωριμάζει μέσα στη σιωπή της καρδιάς, με το ρυθμό που ωριμάζει ένα μεγάλο έργο. Ο ίδιος ο άνθρωπος το αγνοεί. Ένα βράδυ, κάνει την τελική χειρονομία. Μου έλεγαν για το διευθυντή κάποιας επιχείρησης που αυτοκτόνησε, πως είχε χάσει την κόρη του πριν πέντε χρόνια, πως από τότε είχε αλλάξει ριζικά και ότι αυτή η ιστορία “τον είχε φθείρει”. Δεν υπάρχει ακριβέστερη έκφραση. Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει πως αρχίζεις να φθείρεσαι. Η κοινωνία δε δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτές τις καταστάσεις. Το σαράκι βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί πρέπει να το αναζητήσουμε. Αυτό το θανάσιμο παιχνίδι που οδηγεί την αντιμέτωπη στο φως ύπαρξη, στη φυγή έξω απ’ αυτό, πρέπει να το παρακολουθήσουμε και να το καταλάβουμε.
.
Υπάρχουν πολλά αίτια σε μια αυτοκτονία και γενικά τα πιο φανερά δεν είναι τα κυριότερα. Σπάνια αυτοκτονεί κανείς (η υπόθεση εν τούτοις δεν αποκλείεται) από αντίδραση. Εκείνο που οδηγεί στην αυτοκτονία πάντα σχεδόν είναι ανεξέλεγκτο. Συχνά οι εφημερίδες αναφέρουν για “βαθιές μελαγχολίες” ή “για ανίατη ασθένεια”. Αυτές οι εξηγήσεις γίνονται δεκτές. Θα έπρεπε όμως να ξέρουμε μήπως την ίδια μέρα ένας φίλος του απελπισμένου του μίλησε μ’ έναν τόνο αδιάφορο. Αυτός ο φίλος είναι ο υπαίτιος. Γιατί αυτό φτάνει για να ξεσπάσουν οι θλίψεις και η κούραση που είναι ακόμα μετέωρες. (Δεν παραλείπουμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε το σχετικό χαρακτήρα αυτού του δοκιμίου. Πράγματι, η αυτοκτονία μπορεί να συνδεθεί με πολύ πιο έντιμα αίτια. Παράδειγμα: οι πολιτικές αυτοκτονίες, οι λεγόμενες αυτοκτονίες διαμαρτυρίας, στην κινεζική επανάσταση).
.
.
sisyphus
Αλλά, εάν είναι δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα ξεκίνησε για το θάνατο, είναι πιο εύκολο να αντλήσουμε από την ίδια την αυτοκτονία τα συμπεράσματα που μας αναγκάζει να βγάλουμε. Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως νικήθηκες απ’ τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε όμως τόσο μακριά μ’ αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι “δεν αξίζει τον κόπο” να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.
.
Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ’ τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ’ αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν.
.
Θέμα του δοκιμίου είναι αυτή ακριβώς η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία, το ακριβές μέτρο μέσα στο οποίο η αυτοκτονία αποτελεί μια λύση για το παράλογο. Μπορούμε να θέσουμε σαν αρχή πως για έναν άνθρωπο που δεν κοροϊδεύει, τις πράξεις του πρέπει να τις ρυθμίζει αυτό που πιστεύει γι’ αλήθεια. Η πίστη, λοιπόν, στον παραλογισμό της ύπαρξης πρέπει να ρυθμίζει την πορεία του. Η περιέργειά μας ν’ αναρωτηθούμε, ειλικρινά και χωρίς ψεύτικες συγκινήσεις, εάν ένα τέτοιο συμπέρασμα επιβάλλει να εγκαταλείψουμε ταχύτερα μια ακατανόητη κατάσταση, είναι θεμιτή. Εδώ, βέβαια, μιλάω για ανθρώπους διατεθειμένους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους.
.
Αυτό το πρόβλημα, τοποθετημένο με σαφήνεια, μπορεί να φαίνεται πως είναι απλό και άλυτο μαζί. Αλλά άδικα πιστεύουμε πως τα απλά προβλήματα έχουν απλές λύσεις και πως το εμφανές καταλήγεις στο εμφανές. Εκ των προτέρων, και αντιστρέφοντας τα δεδομένα του προβλήματος, φαίνεται πως δεν υπάρχουν παρά δυο φιλοσοφικές λύσεις, είτε αυτοκτονούμε είτε όχι, η λύση του ναι και η λύση του όχι. Θα ήταν πολύ ωραίο. Πρέπει, όμως, να πάμε με το μέρος εκείνων που, χωρίς να συμπεραίνουν, πάντα διερωτώνται. Δεν ειρωνεύομαι: αυτοί είναι οι περισσότεροι. Παρατηρώ ακόμα πως εκείνοι που απαντούν όχι, ενεργούν σαν να σκέφτηκαν, ναι. Πραγματικά, εάν δεχτώ το κριτήριο του Νίτσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σκέφτονται, ναι. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκείνοι που αυτοκτονούν είναι βέβαιοι για το νόημα της ζωής. Αυτές οι αντιφάσεις πάντα υπάρχουν. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ζωντανές όσο αυτήν τη στιγμή που η λογική, αντίθετα, είναι τόσο απαραίτητη. Η σύγκριση ανάμεσα στις φιλοσοφικές θεωρίες και τη συμπεριφορά εκείνων που τις διδάσκουν είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι μεταξύ των στοχαστών που δέχονται πως η ζωή δεν έχει νόημα κανείς δεν έφτασε στο σημείο να την αρνηθεί, εκτός απ’ τον Κιρίλωφ – που είναι μυθιστορηματικός ήρωας – τον Πενεγκρίνο (Έχω ακούσει να μιλάνε για ένα μεταπολεμικό συγγραφέα, εφάμιλλο του Περεγκρίνου, που αφού τελείωσε το πρώτο του βιβλίο αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει ενδιαφέρον γύρω απ’ το έργο του. Το ενδιαφέρον πράγματι δημιουργήθηκε, μα το βιβλίο κρίθηκε ως αποτυχημένο) – γνωστό απ’ τον Λουκιανό – και τον Ζυλ Λεκιέ που εκθειάζει την υπόθεση. Για να γελάσουν αναφέρουν συχνά τον Σοπενάουερ που έπλεκε το εγκώμιο της αυτοκτονίας μπροστά σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Δεν είναι αστείο αυτό. Το να μη σέβεσαι μ’ αυτό τον τρόπο το τραγικό, δεν είναι σπουδαίο, φτάνει όμως για να κρίνεις τον άνθρωπο.
.
.

580393_509319269097690_1963959989_nΠρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως – μπροστά σ’ αυτές τις αντιφάσεις και ασάφειες -δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην γνώμη που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και τη χειρονομία που κάνουμε για να την αφήσουμε; Δεν υπερβάλλουμε. Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ’ όλες τις αθλιότητες του κόσμου. Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ’ την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί. Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε. Σ’ αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα. Τελικά, η ουσιαστική αντίφαση υπάρχει σ’ αυτό που θα ονομάσω υπεκφυγή, γιατί συγχρόνως είναι κάτι λιγότερο και περισσότερο από την ικανοποίηση, με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Πασκάλ. Η θνητή υπεκφυγή είναι η ελπίδα και αποτελεί το τρίτο θέμα αυτού του δοκιμίου. Η ελπίδα μιας άλλης ζωής που πρέπει “να αξίζει”, ή η φρεναπάτη εκείνων που ζουν όχι για την ίδια τη ζωή, μα για κάποια μεγάλη ιδέα που τη διέπει, την εξυψώνει, της δίνει ένα νόημα και την προδίνει.

Έτσι όλα οδηγούν στη σύγχυση. Δεν είναι μάταιο το ότι ως εδώ παίζαμε με τις λέξεις και κάναμε πως πιστέψαμε ότι η άρνηση ενός νοήματος στη ζωή οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να τη ζεις. Πράγματι, σ’ αυτές τις δυο γνώμες δεν υπάρχει τίποτα το υπερβολικό. Πρέπει μονάχα να μη μας πλανήσουν οι συγχύσεις, οι διαστάσεις και οι ασάφειες που έχουμε μέχρι τώρα επισημάνει. Πρέπει να απομακρυνθούμε απ’ όλα αυτά και να πάμε κατ’ ευθείαν στο αληθινό πρόβλημα. Αυτοκτονεί κανείς γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ζήσει τη ζωή, να μια αναμφισβήτητη αλήθεια – άκαρπη όμως γιατί είναι αυτόδηλη. Αλλά μήπως αυτή η προσβολή, αυτή η άρνηση που μέσα της βυθίζουμε την ύπαρξη, οφείλεται στο ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα; Μήπως ο παραλογισμός της ζωής μας αναγκάζει να φύγουμε απ’ αυτή με την ελπίδα ή την αυτοκτονία; Να σε τι πρέπει ν’ απαντήσουμε, τι πρέπει να γνωστοποιήσουμε και να εξηγήσουμε παραμερίζοντας όλα τ’ άλλα. Το παράλογο οδηγεί στο θάνατο; Σ’ αυτό το πρόβλημα πρέπει να δώσουμε το προβάδισμα, τοποθετώντας το μακριά από κάθε μέθοδο σκέψης και πνευματικούς ακροβατισμούς. Σ’ αυτή την αναζήτηση, οι διαφορές, οι αντιφάσεις και η ψυχολογία, που ένα “αντικειμενικό” πνεύμα ξέρει πάντα να παρεμβάλλει σε όλα τα προβλήματα, δεν έχουν καμιά θέση. Εδώ, το μόνο που χρειάζεται, είναι μια σκέψη που δεν αιτιολογεί, δηλαδή μια σκέψη λογική. Αυτό δεν είν’ εύκολο. Το να σκέφτεσαι λογικά, είναι πάντα απλό. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν με τα ίδια τους τα χέρια ακολουθούν, έτσι, τη συναισθηματική τους πλευρά ως το τέλος. Η σκέψη της αυτοκτονίας μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία να θέσω το μοναδικό πρόβλημα που μ’ ενδιαφέρει: υπάρχει λογική που φτάνει ως το θάνατο; Δεν μπορώ να το μάθω παρά διανύοντας ανεπηρέαστα αυτό το μοναδικό φως της αλήθειας με τη βοήθεια ενός συλλογισμού που τον ονομάζω παράλογο συλλογισμό. Πολλοί άρχισαν να τον κάνουν. Δεν ξέρω αν εξακολουθούν.

Όταν ο Καρλ Γιάσπερς, ανακαλύπτοντας το ανέφικτο της ενιαίας συγκρότησης του κόσμου, αναφωνεί: “Αυτός ο περιορισμός με οδηγεί στον εαυτό μου απ’ όπου δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα, στην αντικειμενική άποψη που παρουσιάζω, με οδηγεί εκεί όπου ούτε εγώ ούτε η ύπαρξη του άλλου μπορεί να γίνει αντικείμενο για μένα”, επικαλείται, ύστερα από πολλούς άλλους, αυτούς τους έρημους και άνυδρους τόπους όπου η σκέψη φτάνει σ’ αδιέξοδο. Ύστερα από πολλούς άλλους, πραγματικά, αλλά πόσο βιαστικούς να βγουν από κει. Στην τελευταία αυτή καμπή που η σκέψη ταλαντεύεται φτάσαν πολλοί κι ανάμεσά τους οι πιο σεμνοί. Αυτοί που παραιτήθηκαν τότε από το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους. Άλλοι, πνευματικές προσωπικότητες, επίσης παραιτήθηκαν, κατέληξαν όμως στην αυτοκτονία της σκέψης τους που αποτελούσε τη γνησιότερη επανάστασή τους. Η πραγματική προσπάθεια είναι να επιμένεις στο αντίθετο όσο μπορείς και να εξετάζεις από κοντά την άμορφη βλάστηση αυτών των μακρινών τόπων, όσο είναι δυνατό. Τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να παρατηρήσει αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι, όπου το παράλογο, η ελπίδα κι ο θάνατος ανταλλάσσουν επιχειρήματα, είναι η επιμονή κι η διορατικότητα. Το πνεύμα μονάχα μ’ αυτά μπορεί ν’ αναλύσει – προτού περιγράψει κι αναστήσει – τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το βασικό κι ανάερο χορό.

 

  • Απο το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, “Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ – δοκίμιο πάνω στο παράλογο”.

Αντίο Batman – Τάσος Θεοφίλου

Untitled-1

Στον Κώστα Σακκά

Το παρακάτω διήγημα γράφτηκε στη Λαμία κάποια μέρα της άνοιξης του 2011 και φιλοδοξεί να διηγηθεί την ιστορία του αντιλαϊκού αυτού ήρωα από την σκοπιά των αποκλεισμένων.

Πέρα από διήγημα αποτελεί και εύρημα της αντιτρομοκρατικής αφού υπήρχε σε ψηφιακή μορφή στο usb stick που κατασχέθηκε στη σωματική έρευνα που έγινε κατά την σύλληψη μου.

Αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει την “εγκληματική μου ιδιοφυΐα” και σκιαγραφεί το προφίλ της “νοσηρής μου προσωπικότητας”.

Παραδόξως δεν μου αποδόθηκαν οι σχετικές κατηγορίες.

Α.Κ. Θεοφίλου
Φυλακές Δομοκού

PDF Download: 

Αντίο Batman – Τάσος Θεοφίλου

Τσαρλς Μπουκόφσκι – Για τους μπάτσους

Bukowski-Banner

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Ερωτικές Ιστορίες καθημερινής τρέλας” από την ιστορία με όνομα “Ο μεγάλος γάμος Ζεν” που βρίσκεται στη σελίδα 149 και ο Μπουκόφσκι περιγράφει το γεγονός μιας σύλληψης του από τους μπάτσους. Νομίζω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρων γιατί μέσω της αφήγησης του αφήνει αρκετές και έξυπνες αιχμές κάνοντας ολοφάνερη την απέχθεια που  ο ίδιος ένιωθε για το σύστημα και την εξουσία του.

[…] Και να ‘τοι μπροστά μου. Μέρος της παράλογης οικογενειακής δομής του κόσμου. Στην πραγματικότητα τρελοί, χωρίς ν’ αναρωτιούνται για ποιο λόγο κάνουν αυτά που κάνουν. Άφησαν το διπλό κόκκινο φως ανοιχτό όταν παρκάρισαν. Βγήκαν ο ένας κρατούσε φακό.
«Μπουκόφσκι» είπε αυτός με το φακό «σου είναι αδύνατο να μην μπλέκεις σε φασαρίες, έτσι;»
Ήξερε το όνομά μου από παλιά, από άλλες φορές.
«Κοίταξε» είπα. «Απλώς και μόνο σκόνταψα. Ποτέ δε χάνω τα λογικά μου και τη συνοχή μου. Δεν είμαι επικίνδυνος. Γιατί δε με βοηθάτε να πάω σπίτι μου; Τριάντα γιάρδες από δω. Να πέσω στο κρεβάτι μου, να κοιμηθώ να μου περάσει. Δε νομίζετε κι εσείς ότι αυτό θα ‘ταν το πιο σωστό;»
«Κύριε, δύο κυρίες ανέφεραν οτι προσπαθήσατε να τις βιάσετε».
«Κύριοι, ποτέ δε θα προσπαθούσα να βιάσω δυο κυρίες ταυτόχρονα».
Ο ένας μπάτσος έριχνε συνέχεια στο πρόσωπό μου τον ηλίθιο φακό του. Τον έκανε να αισθάνεται ανώτερος.
«Τριάντα γιάρδες ως την ελευθερία! Δεν το καταλαβαίνετε αυτό;»
«Είσαι το πιο αστείο θέαμα, στην πόλη, Μπουκόφσκι. Δώσε μας ένα καλύτερο άλλοθι».
«Λοιπόν, να δούμε – αυτό το πράγμα που βλέπετε κουλουριασμένο στο πεζοδρόμιο είναι το τελικό προϊόν ενός γάμου, ενός γάμου Ζέν».
«Θες να πεις ότι βρέθηκε γυναίκα που προσπάθησε να παντρευτεί εσένα;»
«Όχι εμένα ρε μαλάκα…»
Ο μπάτσος κατέβασε το φακό στη μύτη μου.
«Απαιτούμε σεβασμό στους εκπροσώπους του νόμου».
«Συγνώμη. Μου διέφυγε προς στιγμήν».
Το αίμα έτρεχε στο λαιμό μου και στο πουκάμισό μου. Ήμουν πολύ κουρασμένος – απο τα πάντα.
«Μπουκόφσκι» είπε ο μπασκίνας με το φακό, «γιατί δεν κόβεις τις φασαρίες;»
«Αφήστε τις μαλακίες» είπα «και πάμε στη φυλακή».
Μου έβαλαν τις χειροπέδες και μ’ έριξαν στην πίσω θέση.
Παλιό, γνωστό, θλιμμένο σκηνικό.

Οδηγούσαν αργά, μιλώντας για διάφορα πιθανά και παρανοϊκά πράγματα – όπως για την επέκταση της μπροστινής βεράντας, για την πισίνα, το δωμάτιο για τη γιαγιά. Κι όταν έφταναν στα σπορ -εκεί φάνηκε πόσο πραγματικοί άντρες ήταν- δώσ’ του να λένε, οι Ντότζερς είχαν ακόμα μια ευκαιρία παρα τις δύο τρεις άλλες ομάδες που τους περνούσαν. Κι ύστερα πάλι για την οικογένεια – ε, αν οι Ντότζερς κέρδιζαν, ήταν σαν να κέρδιζαν αυτοί. Όταν ένας άνθρωπος προσγειωνόταν στο φεγγάρι, ήταν σαν να προσγειώνονταν κι αυτοί μαζί του. Αλλά, όταν ένα μισοπεθαμένο ερείπιο χωρίς ταυτότητα τους ζητάει μια δεκάρα, γαμήσου τσογλάνι. Εννοώ, όταν φορούν τα πολιτικά τους. Δεν υπήρξε ποτέ ερείπιο να ζητήσει βοήθεια από μπασκίνα με στολή. Το μητρώο μας ήταν καθαρό.

Με έσπρωξαν στον αλευρόμυλο. Ενώ βρισκόμουν τριάντα γιάρδες από την πόρτα μου. Ενώ ήμουν ο μόνος άνθρωπος σ’ ένα σπίτι με πενήντα πέντε άτομα.
Και να ‘μαι για μια ακόμη φορά, στη μεγάλη ουρά, των κατά κάποιο τρόπο ενόχων. Οι νεαροί δεν ήξεραν τι τους περίμενε. Τα ‘χαν κάπως μπερδεμένα μ’ εκείνο που ονομάζεται ΣΥΝΤΑΓΜΑ και τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ. Οι νεαροί μπάτσοι στην πόλη και στην κομητεία εκπαιδεύονταν με τους μεθυσμένους. Έπρεπε ν’ αποδείξουν ότι είχαν προσόντα. Τους είδα να βάζουν έναν τύπο στο ασανσέρ και να τον ανεβοκατεβάζουν πάνω κάτω πάνω κάτω – όταν βγήκε δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι η τι ήταν: ένας μαύρος που κραύγαζε για τ’ Ανθρώπινα Δικαιώματα. Μετά καταπιάστηκαν μ’ ένα λευκό που φώναζε για τα ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ τον άρπαξαν τέσσερις πέντε και τον σέρναν τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να περπατήσει, τον έφεραν πίσω, τον ακούμπησαν στον τοίχο, και στεκόταν εκεί τρέμοντας, μ’ εκείνα τα κόκκινα σημάδια σ’ όλο του το κορμί, στεκόταν εκεί τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.
Πάλι με φωτογράφισαν πάλι μου πήραν δακτυλικά αποτυπώματα.

Με κατέβασαν στη χαβούζα των μεθυσμένων, άνοιξαν την πόρτα. Και μετά απ’ όλα αυτά, το μόνο πρόβλημα είναι να βρεις μια θέση ανάμεσα στους εκατόν πενήντα άντρες. Ένα τεράστιο καθίκι. Ξερατά και κατρουλιά παντού. Βρήκα ένα χώρο ανάμεσα στους συνανθρώπους μου. Ήμουν ο Τσαρλς Μπουκόφσκι με μια θέση στα λογοτεχνικά αρχεία του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα. Κάποιος εκεί, με θεωρούσε μεγαλοφυΐα. Τεντώθηκα πάνω στις σανίδες. Άκουσα μια νεανική φωνή. Φωνή αγοριού.
«Μπάρμπα, με μισό δολάριο σου κάνω πίπα!»
Υποτίθεται ότι σου έπαιρναν όλα τα χρήματα, λογαριασμούς, ταυτότητες, κλειδί, μαχαίρια κ.λ.π. ακόμα και τα τσιγάρα και έδιναν απόδειξη. Που συνήθως έχανες, ή πουλούσες ή στην έκλεβαν. Άλλα πάντα κυκλοφορούσαν λεφτά και τσιγάρα.
«Λυπάμαι, παλικάρι μου, μου τα πήραν μέχρι δεκάρα» του είπα.
Τέσσερις ώρες αργότερα κατόρθωσα να κοιμηθώ. […]

μια σελίδα, μια σφαίρα, μια σελίδα, μια σφαίρα

.

Βεβαίως κύριε Εισαγγελέα, στα δεκατρία χρόνια στο μπουντρούμι, μου ξεριζώσατε τα πιο απλά πράγματα. Δεν θυμάμαι καν πλέον την απέραντη απαλότητα των μηρών μιας γυναίκας.
Αντιθέτως, όμως, οφείλω να σας ομολογήσω ότι θα μπορούσα ακόμα να λύσω και να ξαναδέσω ένα COLT 0.45 με τα μάτια δεμένα και με την ίδια δεξιοτεχνία που σας χρειάζεται για να διεκπεραιώσετε την δικογραφία ενός φτωχοδιάβολου. Θα μπορούσα να γλιστρήσω τις σφαίρες μέσα στον γεμιστήρα με αυτή την αυθάδεια που έχετε όταν γυρνάτε τις σελίδες. Μια σφαίρα, μια σελίδα, μια σφαίρα, μια σελίδα.

Jean – Marc Rouillan

.

“…μια σελίδα, μία σφαίρα, μία σελίδα, μία σφαίρα..” – Η ιστορία της ACTION DIRECTE: Χρονικό – Κείμενα – Συνεντέυξεις – Δαίμων του Τυπογραφείου, σελ. 98

Daimon_Action_Directe_2003_BO (1)

Η δολοφονία του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη (ΜΠΑΤΣΟΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ)

.
Λίγο πριν μπεί η δεκαετία του ’80, το ανεξάρτητο κράτος που ο ιατρός Τσιρώνης είχε κηρύξει στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο έπεφτε μετά από έφοδο της αστυνομίας. Ο ιατρός βρέθηκε νεκρός. Αυτοκτονία, είπαν… Δολοφονημένος, κατήγγειλε η οικογενειά του. Η καραμανλική μεταπολίτευση έπνιξε τις ουτοπίες. Μετά από λίγα χρόνια, ο Κοσκωτάς θα αναλάμβανε δράση (το ’82, με την εξαγορά της Γραμμής). Ο Λεωνίδας Χρηστάκης έγραψε δύο φορές στο περιοδικό του, το Ιδεοδρόμιο, για τη ζωή και τις συνθήκες του θανάτου του Βασίλη Τσιρώνη. Αναδημοσιεύονται εδώ τα δύο του άρθρα μαζί με την περιγραφή της περίφημης αεροπειρατείας της οικογένειας Τσιρώνη στα χρόνια της Χούντας από τον “Ιό” της Ελευθεροτυπίας, και τη δήλωση της Αναστασίας Παύλου, της τότε μαθήτριας που οι εφημερίδες της εποχής παρουσίαζαν ως “απαχθείσα” από τό Ουδετερόφιλο Ελληνικό Μέτωπο του Βασίλη Τσιρώνη.

front

Ένα μικρό χρονικό…

30 Νοέμβρη 1977: Συνεχίζεται η πολιορκία του σπιτιού του γιατρού Τσιρώνη. ΜΑΤ και ελεύθεροι σκοπευτές αποκλείουν την περιοχή όταν ο Τσιρώνης πυροβολεί εναντίον του πληρώματος περιπολικού που πάει να τον συλλάβει.

5 Φλεβάρη 1978: Ανεξάρτητο κράτος κηρύσσει το σπίτι του ο γιατρός Τσιρώνης.

11 Ιούλη 1978: Αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη στις 4 το πρωί, με δικαστική απόφαση και παρουσία εισαγγελέα. Ο διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από το σπίτι του γιατρού, ενώ ρόλο επόπτη στην οργάνωση της επιχείρησης έχει παίξει ο ίδιος ο υπουργός δημόσιας τάξης Μπάλκος. Ο γιατρός Τσιρώνης «αυτοκτονεί». Η επιχείρηση «επιτυγχάνει».

12 Ιούλη 1978: Συλλαμβάνονται 2 άτομα μέλη της οργάνωσης του γιατρού Τσιρώνη. Είναι οι Γ. Σκάνδαλης 26 χρόνων και Δ. Νικολούλης 21 χρόνων.

13 Ιούλη 1978: 1000 περίπου άτομα με συνθήματα κατά της αστυνομίας και του κράτους, κηδεύουν το γιατρό Τσιρώνη.

Από το βιβλίο
«αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται, δεν εξαγοράζονται, δεν  δικαιώθηκαν»,
της Αυτόνομης Πρωτοβουλίας Πολιτών

OEM

Άρθρο του Λεωνίδα Χρηστάκη από το ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ (Ι)

Το παρακάτω άρθρο με τον τίτλο: «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΟΡΓΗ»
δημοσιεύτηκε στη σελίδα 5, του Ιδεοδρόμιου Νο 31, 23 Ιούλη 1979,
με αφορμή την πρώτη χρονιά του «θανάτου»
του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη, όπου αποκαλύπτονται πολλά…

Θα μου πείτε και μένα ότι είμαι όψιμος αγανακτησίας που θυμήθηκα τον Τσιρώνη, ακριβώς στην επέτειο της περσινής δολοφονίας του, αλλά βέβαια αν θέλετε να μοιραστούμε την ευθύνη, αυτή είναι ένα προς έξι χιλιάδες (αναγνώστες) επαναλαμβανόμενη επί είκοσι φορές, δηλ. όσα τεύχη βγήκανε απ’ το νούμερο 9 και πέρα – μέχρι σήμερα.

Κανένα γράμμα, καμιά φράση, καμιά διαμαρτυρία, κανένα οργισμένο σχόλιο συμπάθειας δεν ήρθε εδώ στο ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ για την υπόθεση Τσιρώνη. Φαίνεται ότι «η κοινή γνώμη», αφού «έφαγε» μια για πάντα το θέμα του Τσιρώνη, κατάπιε μαζί και όλους τους οργισμένους και μαχητικούς αγωνιστές που τον επισκέπτονταν και βγάζανε φωτογραφίες μαζί του, αγόραζαν το μπλε βιβλιαράκι και όταν δεν το βρίσκαν το φωτοτυπούσαν, περνούσαν έξω από το σπίτι του – δήθεν περαστικοί – για ν’ ακούσουν την εκπομπή του και τέλος στην κηδεία του ορκιζόντουσαν με τη γροθιά ψηλά… εκδίκηση (το τελευταίο ισχύει για τους αριστεριστές).

Εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς που και στο σπίτι του πήγα τρεις βδομάδες πριν τη δολοφονία και φωτογραφίες έβγαλα μαζί του και μαγνητοφωνημένη συνέντευξη του πήρα και σε τρία διαφορετικά ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΑ έγραψα «πύρινα» άρθρα και στην κηδεία δεν πήγα και καμιά γροθιά εκδίκησης δεν σήκωσα, όταν μάλιστα δολοφονήθηκε… παραθέριζα στο Λέχαιο Κορινθίας.

Ο Τσιρώνης ο ίδιος πίστευε και θα το πίστευε ακόμα αν ζούσε, ότι «στο αρχείο της συνείδησης του λαού καταγράφονται οι πολιτικές δολοφονίες που κάποια μέρα ξεσπάνε ενάντια στο κράτος».

Πίστευε και σε πολλά άλλα μαρξιστικογενή ιδεολογικά εκτρώματα. Όμως αυτό δεν ήταν η αιτία του θανάτου του από αστυνομικό όπλο.

Την αιτία του θανάτου του την ξέρουμε όλοι, αλλά κανείς δεν κουνιέται να την πει ανοιχτά. Η ενέργεια που τον οδήγησε στο θάνατο κάτω απ’ την αστυνομική βία ήτανε μία και μοναδική. Όταν από μια πλήξη πια στον πρώτο καιρό της αυτοεξορίας του μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα αποφάσισε ο Βασίλης Τσιρώνης να μιλήσει πιο ανοικτά για τον εκδότη Χρήστο Λαμπράκη και τους κωλοπετσωμένους μπράβους του δημοσιογράφους, από εκείνη τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η αστυνομία, το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα εκτελεστικά εισαγγελικά του όργανα έπαιξαν το ρόλο εκτελεστού, σπρωγμένου από τις γνωστές «αόρατες δυνάμεις» (όπως έλεγε μέχρι χτες το ΚΚΕ) του κατεστημένου ελληνικού τύπου.

Τα πιο αδύνατα εκδοτικά συγκροτήματα που είχαν και στο παρελθόν τους μια «αντιστασιακή δράση» επεσήμαναν με μασημένες κουβέντες τον «θρίαμβο» του συγκροτήματος Λαμπράκη που κατόρθωσε να ενεργοποιήσει τη δικαστική μηχανή, να δημιουργήσει τις παραμονές της εισβολής στο σπίτι του Τσιρώνη εκείνες τις γνωστές συσκέψεις, όπου αποφασίστηκε η «διακοπή του ενοχλητικού».

Το ότι ο Τσιρώνης ήτανε ένας… μόνος κάου-μπόυ, αυτό φάνηκε από το μετέπειτα ανεμοσκόρπισμα. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, οι υπουργοί του, οι οπαδοί του («λίγοι αλλά εκλεκτοί», μου έλεγε) και άλλοι θεωρητικοί, ανεμοσκορπίστηκαν χωρίς ούτε ένα… πολιτικό μνημόσυνο να κάνουν σ’ ένα θέατρο.

Ο Βασίλης Τσιρώνης το ήξερε αυτό, μου είχε παρουσιάσει την πιο ζοφερή εικόνα για τους συνεργάτες του.

Ο Μαθιουδάκης, μου έλεγε, έσπασε, το Σκανδάλη φοβάμαι. Όχι μη σπάσει, φοβάμαι για το ρομαντισμό του. Για τους άλλους αφήνω συνέχεια ερωτηματικά. Οι εξελίξεις θα το δείξουνε.

Ο θεωρητικός του Νίκος Βάληνδας, γραβατώθηκε και γυρίζει σαν χαμένο παρτάλι. Όταν μάλιστα στο τεύχος Νο 15 του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ του Νοέμβρη του 78 δημοσίευσα το άρθρο του που μου είχε δώσει ο Τσιρώνης «σχετικά με την ξενολακέδικη αριστερά και τα σημερινά ρετάλια», ο Βάληνδας άρχισε να λέει φανταστικά παραμύθια σε τρίτους, χωρίς να τολμήσει καν να έρθει απ’ το γραφείο του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ.

Λέγοντας για τον αντιστασιακό δευτερεύοντα τύπο, εννοούσα τα «ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ», την «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», καθώς και μερικές φυλλάδες του αριστερίστικου κατεστημένου τύπου, που συνεχώς… «εκ της κόνεώς του αναγεννάται». (… τέσσερις μέρες μετά την εκτέλεση του Τσιρώνη ο νεόκοπος δημοσιογράφος Νίκος Πλατής, εργαζόμενος στο δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη και παίρνοντας εντολή απ’ τον ίδιο τον Λαμπράκη να κάνει ένα θέμα υπέρ του Τσιρώνη στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, αυτό το περιοδικό της ιδεολογικής μαστουροποίησης του ελληνικού λαού, μ’ έπαιρνε μανιωδώς στο τηλέφωνο για να με βρει και να του δώσω πληροφορίες για τον Τσιρώνη. Η απάντησή μου ήταν γαμοσταυρίδι ακατάσχετο).

Το κομμάτι στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ έγινε από τον Πλατή με μια ευκαιριακή άλλη δημοσιογράφο και ο κόσμος έμεινε κατάπληκτος για την ακέραιη στάση του συγκροτήματος Λαμπράκη απέναντι στο έγκλημα.

Οι μήνες ήλθαν και παρήλθαν, μερικά μελαγχολικά συνθήματα στους τοίχους όπως

ΚΑΣΙΜΗ ΤΣΙΡΩΝΗ  – ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ…

Οι περαστικοί μέσα απ’ τα αυτοκίνητα ρίχνουν μια ματιά στα συνθήματα, αισθάνονται ότι αυτοί δεν θα δολοφονηθούν ποτέ τόσο άμεσα από το κράτος, μόνο καμιά φορά κανένας συνταξιούχος αστυνόμος του Ταμείου θα τους χτυπήσει την πόρτα, κραδαίνοντας κανένα ξεχασμένο φόρο…

…μελαγχολία.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ διέκοψε με πολύ εύσχημο τρόπο την αναδημοσίευση των κειμένων από το Μπλε βιβλιαράκι του Τσιρώνη. Οι εισβολείς των ΜΑΤ ξεθάρρεψαν, πάψαν να φοβούνται τυχόν κυρώσεις. Ένας μάλιστα εισαγγελέας έβγαλε και πόρισμα ότι όλα γίναν νόμιμα στην εισβολή κατά της οικίας του Τσιρώνη, ορισμένοι γιατροί – δήμαρχοι Ν. Ιωνίας που λέγαν ότι η κοιλιά του Τσιρώνη ήταν τρύπια από σφαίρες, ηρέμησαν κι αυτοί – ίσως τώρα να έχουν εφιάλτη την κοιλιά του Τσιρώνη – ….. Η υπόθεση Γιάννη Σερίφη κατασκέπασε την υπόθεση Τσιρώνη. Βγήκε ο Σερίφης έξω και οι Κασίμηδες και οι Τσιρώνηδες μπήκαν στο αρχείο. Μερικοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δημοκόπησαν, μερικοί καθηγητές του Πανεπιστημίου κούνησαν απελπιστικά το κεφάλι τους, ένας μάλιστα το κουνάει γιατί έχει πάρκινσον… ώσπου φτάσαμε την Κυριακή 17-18 Ιουνίου 1979, όπου άλλος καθηγητής του Ποινικού δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ν.Κ.Ανδρουλάκης, σε μια κρίση βιασύνης, μεταθέτοντας κατά ένα περίπου μήνα πριν την επέτειο του τραγικού θανάτου του άκακου αρχηγού ενός ιδιωτικού κράτους, ξεσπαθώνει εναντίον των μηχανισμών συντριβής σε δύο άρθρα του. Είκοσι μέρες αργότερα οι εφημερίδες στα ψηλά καλούν το λαό για το ετήσιο μνημόσυνο που διοργανώνει η οικογένειά του στον τάφο του Τσιρώνη (σύνολο 50 άνθρωποι παραβρέθηκαν) και ο Γιώργος Βότσης, ένας δημοσιογράφος έχει γίνει το κάρφος της κομμουνιστοφοβίας, κάνει μια επιφυλλίδα με τίτλο «Οι «ενοχλητικοί» εξοντώνονται ανυπεράσπιστοι».

Πριν λίγο καιρό ο πατέρας του Γιάννη Σκανδάλη πεθαίνει από συγκοπή έξω από τις φυλακές Κέρκυρας σε μια προσπάθεια να δει τον βασανισμένο γιο του από τους δεσμοφύλακες, ακριβώς γι’ αυτό το παιδί που φοβότανε ο Βασίλης Τσιρώνης ότι θα την πλήρωνε σαν εξιλαστήριο θύμα, γιατί με το να τον κρατάνε μέσα επιβεβαιώνουν ότι ο Τσιρώνης δεν ήταν ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ, αλλά είχε και… οπαδούς.

Τ’ άλλα όλα τα ξέρετε, είναι περιττό να αναμασάμε κάθε χρόνο τα ίδια. Το κατεστημένο πια κόμμα (ένα είναι το κόμμα) ξέχασε τις δικές του, του παρελθόντος, δολοφονίες και σήμερα ταυτίζεται με πάσης λογής ασφαλίτες, μη αναφέροντας στα έντυπά του παρά μόνο τα «εγκλήματα» που το αφορούν. Οι δολοφονημένοι για το κόμμα είναι μόνο οι οργανωμένοι στο κόμμα. Οι άλλοι όλοι είναι απλώς δολοφονημένοι. Δεν αποκλείεται σε μερικά χρόνια κάποιος φωτισμένος ινστρούχτορας του ΚΚΕ ν’ ανακαλύψει στα χειρόγραφα του Τσιρώνη μικρομαρξιστικά σπέρματα και να τον βγάλουν κι αυτόν ήρωα για κατανάλωση μνημοσύνων, φεστιβάλ, λόγων, φωτογραφιών και ότι άλλο μπορεί να σκεφτεί η άκαμπτη νοοτροπία ενός γραφειοκρατικού κόμματος.

Όσοι από σας που διαβάζετε αυτό το άρθρο έχετε το Γαλάζιο βιβλίο του Τσιρώνη, μη το φυλάτε σαν αρχείο ή σαν πολύτιμο αντικείμενο ενός δολοφονημένου, δίνετέ το για ανάγνωση, φωτοτυπήστε το σε πολλά αντίτυπα, ώσπου και άλλοι να καταλάβουν ότι αγώνας δεν σημαίνει μόνο ένταξη στα κόμματα, σημαίνει και προσωπική παρόρμηση που μπορεί να φτάσει στους περιορισμένους τοίχους ενός διαμερίσματος από μπετόν στο Παλιά Φάληρο.

Φαίνεται ότι τελείωσε μια για πάντα η εποχή που κυνήγαγαν τους ληστές επάνω στα βουνά και στις σπηλιές. Το παράδειγμα του Τσιρώνη μας δείχνει ότι όταν θες ν’ αντισταθείς αυτό μπορείς να το κάνεις μέσα σ’ ένα διαμέρισμα τριών δωματίων και κουζίνας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ

α3--α

Άρθρο του Λεωνίδα Χρηστάκη από το ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ (ΙΙ)

Κλείσανε τέσσερα χρόνια – στις 11 Ιούλη 1982 – που οι «νέοι κομμάντος» της αστυνομίας – νέοι τότε – σχεδιάσανε και εκτελέσανε την επιχείρηση εναντίον του σπιτιού του Βασίλη Τσιρώνη με τελικό αποτέλεσμα την υποχρεωτική «αυτοκτονία» του…

Ο Βασίλης Τσιρώνης γεννήθηκε στις 15 του αύγουστου του 1929 στην Αθήνα από Μικρασιατική οικογένεια. Δεκαεπτά ετών μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πολύ καλή σειρά ανάμεσα στους 1300 υποψήφιους του 1947, παρά την επιθυμία του πατέρα του  – αλλά και όλης της οικογένειας – που προτιμούσαν να μπει στη Σχολή Ευελπίδων, για αξιωματικός καριέρας. (Σημειώσατε ότι ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός).

ΔΕΝ υπηρέτησε στο στρατό επιστρατεύοντας – όπως έγραφε ο ίδιος – όλη την πονηριά του. Το 1958 σαν γιατρός του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στους εξόριστους του Αϊ Στράτη κάνει μια μεγάλη ανθρωπιστική δουλειά σώζοντας τη ζωή εκατοντάδων πολιτικών κρατουμένων – εξόριστων, ενώ παράλληλα δίνει στη δημοσιότητα – κυρίως στον ξένο τύπο – συντριπτικές αποκαλύψεις σχετικά με την «δουλειά» που γινόταν τότε στα Καραμανλικά στρατόπεδα, ονομάζοντάς τη «έγκλημα ανθρωποκτονίας».

Στις 12 Δεκέμβρη του 1962 ιδρύει το ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΣΜΕΥΤΩΝ που η δραστηριότητά του σε κείνη την ανώμαλη περίοδο είναι μάλλον συμβολική και ανθρωπιστική παρά κομματική, και αργότερα – μέσα στη χούντα – το 1969 σε ηλικία 40 χρόνων κάνει τη γνωστή αεροπειρατεία του υποχρεώνοντας το αεροπλάνο να τον πάει μαζί με την οικογένειά του στην ονομαζόμενη τότε «Κόκκινη» Αλβανία. Από την Αλβανία πηγαίνει στη Σουηδία όπου κατέφευγαν τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί φυγάδες και μετονομάζει το κόμμα του σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα) και αργότερα το μετονομάζει σε Ο.Ε.Μ. αρχικά του πασίγνωστου Ουδετερόφιλου Ελλαδικού Μετώπου. Προηγουμένως όμως ήταν γνωστός στους κομματικούς κύκλους και στην αστυνομία από μια απεργία πείνας που είχε κάνει επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και που είχε κρατήσει 50 μέρες που ζητούσε τον άμεσο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων από τη Ρωσία και μερικά δευτερεύοντα αιτήματα. Στη Σουηδία, το 1973, καταδικάζεται από εμβόλιμο σουηδικό δικαστήριο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις που δεν συντάσσονται μ’ αυτές των διαφόρων «αντιστασιακών» και κλείνεται μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’74 στις σουηδικές φυλακές, ενώ οι πολιτικοί έλληνες εξόριστοι της Σουηδίας κάνουν τα πάντα για να τον κρατούν μέσα. Συνολικά έχει καθίσει φυλακή πεντέμισι χρόνια από το 1949 μέχρι το 1974. Έχει υπηρετήσει ως γιατρός του Ερυθρού Σταυρού και μετά τη μεταπολίτευση δραστηριοποιεί το Ο.Ε.Μ. όπου μέχρι τις εκλογές του 1977 ρίχνει το σύνθημα της αποχής με λευκή ψήφο και οι κάλπες φανερώνουν της Β’ εκλογικής περιφέρειας Αθηνών το μαγικό αποτέλεσμα 251.000 λευκών ψηφοδελτίων που τις διεκδικεί ο Βασίλης Τσιρώνης και το Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο. Μια βδομάδα μετά τις εκλογές και αμέσως μετά από μια επίσημη ανακοίνωσή του ότι αυτές οι 251.000 λευκών ψήφων του ανήκουν επιχειρείται μια σύλληψή του ανακινούμενη από μια παλιά χουντική καταδίκη του σχετική με την αεροπειρατεία του. Ο Βασίλης Τσιρώνης αντιστέκεται στη σύλληψη αυτή διότι θεωρεί τελείως σκόπιμη και άδικη χρησιμοποιώντας στην εξωτερική πόρτα της πολυκατοικίας του, στην οδό Άρεως 35 στο Παλ. Φάληρο ένοπλη βία και αντίσταση, τραυματίζοντας επιπόλαια τον επι κεφαλής αξιωματικό της υπηρεσίας που θα εκτελούσε την σύλληψη μαζί με τον δικαστικό υπάλληλο. Από τον Δεκέμβρη 1977 μέχρι το βράδυ της 11ης Ιουλίου του 1978 βρίσκεται κλεισμένος – ταμπουρωμένος με την οικογένειά του μέσα στο σπίτι του όπου καθημερινά έκανε κάθε απόγευμα 7 ως 8 μια εκπομπή του ΟΕΜ μιλώντας με πολύ δυνατά μεγάφωνα στο λαό αναπτύσσοντας τις ιδέες του σχολιάζοντας την επικαιρότητα, αναφερόμενος στις ραδιουργίες και τις προστυχιές του ημερήσιου και περιοδικού τύπου.

Ο Τσιρώνης ήταν παντρεμένος, τα παιδιά του είναι σήμερα 22 και 27 ετών τα αγόρια και το κοριτσάκι του 11 ετών. Στις 11 Ιούλη 1978 αποφασίζεται από την Πολιτεία η βιαία είσοδος στο σπίτι του από τις Μονάδες Ειδικής Αποστολής (Μ.Ε.Α.) όπου αφού καταστρέφουν ολοκληρωτικά το διαμέρισμά του εισέρχονται μέσα σ’ αυτό και τον υποχρεώνουν σε αυτοκτονία.

Θα έλεγε κανείς ότι η υπόθεση Τσιρώνη έχει ξεχαστεί γιατί όταν ο τελευταίος αντιστασιακός, όταν ο τελευταίος φοιτητής του 1-1-4 διαμαρτύρεται γιατί τον «σπρώξανε» στο Πανεπιστήμιο και… σήμερα ζητάει δικαίωση και οφίτσια, τότε η υπόθεση Τσιρώνη θα έπρεπε να αναβιώσει, σε μια εποχή μάλιστα που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «ψοφάει» για τέτοιες αναβιώσεις. Υποτίθεται ότι της δίνεται η ευκαιρία να εκκαθαρίσει «παλιούς λογαριασμούς» και να τελειώνει μια για πάντα με τα φθαρμένα πρόσωπα, είτε αυτά είναι αστυνομικοί είτε δικαστικοί ή άλλοι εκτελεστικοί λειτουργοί.

Το άλλο θέμα είναι οι ανεπαρκείς ενδείξεις ότι ο Τσιρώνης αυτοκτόνησε. Όταν μάλιστα υποθέσεις σαν αυτή του Τσαρουχά αναμοχλεύονται, που είναι τόσο σκοτεινές, ενώ εδώ έχουμε μια καθαρή και πολύ πρόσφατη επέμβαση που καταλήγει στο θάνατο ενός ανθρώπου όπως ο Τσιρώνης, άνετα θα μπορεί να σκεφτεί ο καθένας ότι η υπόθεση είναι ανάγκη για ορισμένους να κλείσεις οριστικά.

Από την άλλη μεριά υπάρχει κι ένα ποσοστό ευθύνης σε ορισμένες μερίδες του τύπου σχετικά με το ποιοι εξώθησαν τη δικαστική και την αστυνομική εξουσία να σχεδιάσει και να εκτελέσει με τους νέους «κομμάντος» της αστυνομίας τη νυχτερινή έφοδο στο σπίτι – ταμπούρι του γιατρού Τσιρώνη.

Η επιχείρηση που κατέληξε σε αιματηρή επιδρομή και στο θάνατο του Τσιρώνη έγινε το βράδυ της 11ης Ιούλη του ’78. Μερικές μέρες πριν στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 7 Ιούλη γραφόταν σαν ερωτηματικό για το «ζήτημα Τσιρώνη ότι υπονομεύεται η έννοια του κράτους από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, στην περιοχή του Παλ. Φαλήρου ελεύθερος σκοπευτής. Ονόμασε το διαμέρισμά του Κράτος, έχει προσβάλλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά ο «πυροβολητής με την μπέρτα» έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο».

Την ίδια μέρα ο Υπουργός Δημοσίας Τάξης με επιστολή του προς το ΒΗΜΑ έλεγε ότι «παραδέχομαι τα περιστατικά που αναφέρετε κι ότι για να εκλείψει αυτή η καταφανής παρανομία χρειάζομαι άδεια του Εισαγγελέα και τέτοια μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί…» Το Σάββατο δημοσιεύτηκε αυτή η επιστολή (δηλαδή την επομένη) και λίγες ώρες αργότερα ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ανταπαντάει γραπτά στον Υπουργό Δημοσίας Τάξης αποκαλύπτοντας ότι «όχι μόνο μία αλλά πολλές φορές ζητήθηκε από την αστυνομία να εκτελέσει τα εντάλματα που υπάρχουν σε βάρος του «πιστολέρο» του Παλ. Φαλήρου και έχει από καιρό εγγράφως διαπιστώσει την απορία του για την διωκτική απραξία των οργάνων της τάξεως και ότι όχι μόνο δεν ζητήθηκε από την αστυνομία εισαγγελική συνδρομή αλλά κι όταν εγγράφως της προτάθηκε η συνδρομή αυτή δεν έγινε δεκτή».

Όλα τα παραπάνω βαρύνουν προφανώς τον τότε Υπουργό Δημοσίας Τάξης τον κ. Μπάλκο, ο οποίος φυσικά ισχυριζόταν μετά ότι για να μπορέσει η αστυνομία να κάνει μια τέτοια επιδρομή χρειαζόταν η πίεση της «κοινής γνώμης» που του την έδωσε ουσιαστικά το δημοσίευμα του ΒΗΜΑΤΟΣ της Παρασκευής 7 Ιούλη 1978.

Όμως γιατί το ΒΗΜΑ αποφάσισε να φτιάξει ένα τέτοιο «πράσινο» φως στον κ. Μπάλκο. Όπως είναι γνωστό το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη με την ειδησεογραφία του είχε κατασπαράξει αρκετές φορές τον Βασίλη Τσιρώνη και το ΟΕΜ. Δεν παραδεχότανε – ακόμα ούτε σαν ουτοπία – ότι οι 251.000 λευκές ψήφοι θα μπορούσαν ν’ ανήκουν έστω και εν ποσοστοίς στον Βασίλη Τσιρώνη. Από την εποχή της αεροπειρατείας κι όταν ακόμη ο Τσιρώνης βρισκόταν στις φυλακές της Σουηδίας οι λεκανοκάθιστοι δημοσιογράφοι του ΒΗΜΑΤΟΣ και των ΝΕΩΝ υπακούοντας στα κελεύσματα των «αντιστασιακών» καταρράκωναν με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα την υπόληψη και τους αγώνες του Βασίλη Τσιρώνη. Ο ίδιος μάλιστα ο Χρήστος Λαμπράκης σχολιογραφούσε υποστηρίζοντας τα κομματόσκυλα της αντίστασης προφανώς για να καλύψει τις χουντικές πομπές του ζώντας – στη χούντα – κάτω από την επίβλεψη της ΕΣΑ σε παραθαλάσσια μαγευτικά ξενοδοχεία του Φαλήρου ή σε παλαιά αρχοντικά της Πλάκας (δεν θέλω ν’ αναφέρω το όνομα του τελευταίου στοιχείου σε ποιον ανήκει).

Απ’ την πλευρά του ο Τσιρώνης θιγμένος όχι μόνο πολιτικά αλλά και σαν πρόσωπο όταν απέκτησε κάποια δύναμη νόμιμη ή παράνομη εξακόντιζε εναντίον του κυρίου Χρήστου Λαμπράκη και του δημοσιογραφικού συγκροτήματός του μύδρους με ντοκουμέντα που έσπαζαν κοκάλα. Εάν δεχτούμε λοιπόν ότι η αστυνομία με τον Υπουργό της προσπαθούσε ν’ αποσοβήσει την υπόθεση φυγοποινίας και φυγοδικίας του Τσιρώνη απομονώνοντάς μερικά τετράγωνα το Παλ. Φάληρο ή προσπαθώντας να τον «φάει» με ελεύθερους σκοπευτές από τις γύρω πολυκατοικίες και γιαπιά – ο ίδιος ο Τσιρώνης μου έδειξε και τα είδα με τα μάτια μου σφαίρες και τρύπες από πυροβολισμούς απ’ τη διαγωνίως απέναντι ανεγειρόμενη πολυκατοικία όπως ακόμα δεκάδες μυστικούς και χαφιέδες που καραδοκούσαν στα πέριξ της οδού Άρεως 35 και που πυροβολούσαν τα χωνιά του μεγαφώνου για να σταματήσουν τις εκπομπές – δεν μπορεί να κάνει αλλιώς όταν δημοσιεύματα σαν αυτά της Παρασκευής του ΒΗΜΑΤΟΣ τον αναγκάζουν να δώσει την εντολή επιδρομής.

Από την άλλη μεριά ο Τσιρώνης, πολιτικά σκεπτόμενος και θέλοντας να εξασφαλίσει τα νότα του και τη θέση του δημιουργούσε μια αγκιτάτσια και πολλές φορές και έμπρακτη δράση πετώντας ο ίδιος βόμβες μολότωφ και βάζοντας φωτιά είτε στα γραφεία του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Λαμπράκη στον Πειραιά είτε στα γραφεία του αντιπολιτευόμενου κόμματος του ΠΑΣΟΚ που το δημοσιογραφικό συγκρότημα αναφανδόν υποστήριζε.

Πολύ λογικά μάλιστα – σχεδόν πολιτικά – στην «ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗ ΑΥΤΟΨΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΝ» που κάνει την επομένη τα χαράματα και ώρα 4 το πρωί ο αστυνόμος Β’ Αντωνόπουλος Ιωάννης, της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών, γράφει στη σελίδα 5 ότι «εντός του ερμαρίου αναυρέθησαν 1ον χειρόγραφον σημείωμα με διευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ περιοχών Αθηνών και προαστείων…». Το γεγονός ότι μεταξύ των δεκάδων πραγμάτων που ανευρέθησαν στο σπίτι του Τσιρώνη και τα οποία η έκθεσις μετά σχολαστικότητας αναφέρει, πρώτο μνημονεύεται το χειρόγραφο σημείωμα με διευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ και των γραφείων του, δείχνει την σπουδή της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας να οδηγήσουν την υπόθεση στην πολιτική πρόκληση και όχι στην κοινωνική ή δικαστική ή τέλος πάντων μια άλλη παρανομία που τυχόν διέπραττε έγκλειστος στο σπίτι του ο Βασίλης Τσιρώνης.

Για την ίδια την πράξη του Τσιρώνη η ίδια η Εισαγγελία αποφεύγοντας κάθε σχόλιο παραθέτει στην 1η σελίδα την Εκθέσεως τις εκκρεμότητες που είχε ο πολίτης Βασίλειος Κ. Τσιρώνης απέναντι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και κατά περίεργο τρόπο, ενώ έχει 5 περιπτώσεις «παρανομίας» οι περιπτώσεις αυτές δεν αξιολογούνται χρονολογικά για να μην φανεί ότι οι τρεις απ’ αυτές τις πέντε είναι πριν απ’ τη χούντα ενώ οι δύο είναι η… «Βιαία προσαγωγή του για Ανάκριση στον Κο Ανακριτή». Και καταλήγει ότι… «Έχοντες βασίμους πληροφορίας ότι ο καταδιωκόμενος προς εκτέλεσιν των άνω αποφάσεων κρύπτεται εντός της ιδιωτικής του κατοικίας…» (βλέπε την δημοσίευση ολοκλήρου της Εκθέσεως…).

Στη σελίδα 3 της δημοσιευόμενης Εκθέσεως αναφέρεται ότι ο Τσιρώνης πυροβόλησε τουλάχιστον τρεις κατά των ετοιμαζομένων να εισέλθουν ανδρών της ενόπλου δυνάμεως… πλείονες εκ των ανδρών τούτων ων η ταυτότης θα διαπιστωθεί εκ της εξετάσεως των όπλων των, εις συγκέντρωσιν των οποίων προέβημεν, έρριψαν τέσσαρις τουλάχιστον πυροβολισμούς κατά τον έναντι της θύρας χώρων προς εκφοβισμόν του καταδιωκόμενου όστις πάντως δεν ήταν ορατός…» Τα αποτελέσματα – εάν αυτά έγιναν – ώστε να διαπιστωθεί ποιοι και από ποια όπλα έριξαν τις σφαίρες εναντίων του Τσιρώνη δεν ήρθαν ποτέ στην δημοσιότητα, παρά το γεγονός ότι ορισμένη μερίδα του Αθηναϊκού τύπου εξέφρασε την αμφιβολία ότι πρόκειται περί «αυτοκτονίας».

Στη σελίδα 4, που δημοσιεύεται αυτούσια και φωτογραφικά γράφει ότι… «δεν ηδυνήθημεν να αντιληφθώμεν εάν ούτος αυτοεπυροβολήθη. Εικάζεται ότι τούτο συνέβη διότι κατ’ εκείνην την στιγμήν δεν ηκούσθει πυροβολισμός έξωθεν…» Σε συνδυασμό πάντοτε ότι ο ιατροδικαστής κ. Γιαμαρέλος δεν αναφέρει τίποτα περί «αυτοκτονίας» στο πόρισμα που συνέταξε μετά την νεκροτομή, συν την καταγγελία του Γιατρού Γεωργίου Γρηγοριάδη, Δημάρχου Νέου Ηρακλείου Αττικής, που γράφει ότι «πεποίθησή μου είναι ότι ο Τσιρώνης δεν αυτοκτόνησε και αυτό πηγάζει και τεκμηριώνεται από τα εξής γεγονότα: ότι 1ον η είσοδος του βλήματος της σφαίρας είναι τρία με τέσσερα εκατοστά πάνω από το αυτί, κι ότι η τρύπα στον τοίχο είναι σε άσχετο σημείο και προέρχεται από άλλο πυροβολισμό και ότι ο κ. Γιαμαρέλος είναι κατηγορηματικός ότι ο Τσιρώνης πυροβολήθηκε εξ επαφής (χωρίς ν’ αναφέρει ότι αυτοκτόνησε) δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι ναι μεν πυροβολήθηκε εξ επαφής αλλά είναι εξακριβωμένο ότι βρισκόταν πολύ κοντά στην μπαλκονόπορτα κι όταν δε μου φαίνεται καθόλου δύσκολο να πέρασε ένα οπλισμένο χέρι ανάμεσα απ’ το τσεκουρωμένο ρολό και να πυροβόλησε – έστω και για εκφοβισμό – και η σφαίρα να βρήκε το κεφάλι του Τσιρώνη.», με τα παραπάνω λοιπόν που αναλυτικά μπορείτε να τα διαβάσετε στις εφημερίδες ΑΥΓΗ και ΒΗΜΑ της εποχής εκείνης – διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει σαφής αυτοκτονία και ότι η υπόθεση έκλεισε άρον – άρον για να μην ξανανοίξει ποτέ, ήδη τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του.

Σ’ ότι αφορά την «πολιτική» του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και τη στάση των «οπαδών» του στο θέμα της «υποχρεωτικής αυτοκτονίας» ή και του ερωτήματος «δολοφονίας» του γιατρού Τσιρώνη αυτή είναι γνωστή για την σκόπιμη λήθη της παρά το γεγονός ότι ο Τσιρώνης τους εξυπηρέτησε όταν αυτοί – οι οπαδοί – ήταν εξόριστοι στον Αϊ Στράτη.

Σ’ ότι αφορά το «κόμμα Αρχών» του ΠΑΣΟΚ κι επειδή αυτό (το κόμμα) είναι γενάτο από αντιστασιακούς και ένα-ενατεσσερίτες και επειδή ο Βασίλης Τσιρώνης αντιστεκόταν στην κομματικοποίηση της αντίστασης, του ΠΑΣΟΚ που είναι σήμερα στην Εξουσία, δεν εννοεί να θέσει σε διαθεσιμότητα όλους εκείνους που ενήργησαν με αυτόν τον απάνθρωπο τρόπο οδηγώντας έναν άνθρωπο στη λύση «θανάτου» μέσα στο σπίτι του. Τέσσερα χρόνια μετά και σχεδόν ένας χρόνος με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ζητάμε να γίνουν ανακρίσεις και να διαπιστωθεί με ποιο τρόπο «βγήκε απ’ τη μέση» ο γιατρός Τσιρώνης και να απομακρυνθούν και να τιμωρηθούν όσοι παρανόμησαν, αναγκάζοντας έναν άνθρωπο – σαν τον Τσιρώνη – να φτάσει στα έσχατα όρια μιας παρανομίας, του αυτοεγκλεισμού, της μεταβολής της οικογενειακής του Εστίας σε «ταμπούρι», και… του θανάτου του , για τον οποίο διατηρούμε βάσιμες αμφιβολίες πέρι του ότι πρόκειται για αυτοκτονία.

 ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ 8/7/1982

tsironis--α

11 ΙΟΥΛΗ 1979

Συμπληρώθηκε σήμερα χρόνος από την ημέρα που ο Ελληνικός λαός έχανε κάτω από την απάνθρωπη κρατική Καραμανλική βία έναν μεγάλο οδηγητή και εγγυητή της λευτεριάς του, τον σπάνιο γιατρό Τσιρώνη.

Συγκεντρωθήκαμε στον τάφο του για να τιμήσουμε τη μνήμη εκείνου που στάθηκε ορθός 20 ολάκερα χρόνια στην πρωτοπορία , την αιχμή του αγώνα, εθελοντής, στο πλευρό του λαού, πρώτος στο λόγο και στην πράξη, γνώστης του τιμήματος του αγώνα του, και που έπεσε ορθός σώζοντας την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού και διεκδικώντας την ευημερία του.

Λέμε το γιατρό Τσιρώνη: Οδηγητή, αγωνιστή, επαναστάτη. Οδηγητή γιατί κατάφερνε διαρκώς να επαληθεύει τη θεωρητική θεμελίωση της πολιτικής γραμμής του με την πρακτική του αγώνα του, που άγγιζε βαθιά, εξέφραζε και οδηγούσε σε κατακτήσεις πολιτικής συνείδησης το λαό. Αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια του Τσιρώνη ήταν που έβαζε σε πανικό συναγερμού ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό κάθε φορά που ένα τεράστιο πανό, αντάξιο των πολιτικά διαμορφωμένων κοινωνικών απαιτήσεων στήνονταν μπροστά στο Πανεπιστήμιο, το Σύνταγμα ή την Ομόνοια, όταν ξαφνικά εμφανίζονταν σε πλατείες ή σταθμούς οι γνωστές περιζήτητες στο λαό εφημερίδες του ΟΕΜ, ή έπεφταν οι προκηρύξεις μέρα μεσημέρι και γράφονταν ΟΕΜικά καθοδηγητικά συνθήματα στους τοίχους.

Έτσι στην πράξη, η αλήθεια του οδηγητή γίνεται αλήθεια του αγωνιστή και του επαναστάτη, που κατορθώνει, ξεπερνώντας τον κηρυγμένο ολομέτωπο αποκλεισμό ενάντια στην πολιτική της γραμμής του για προτεραιότητα στην Εθνική Ανεξαρτησία της πατρίδας, να μας οδηγήσει μπροστά σ’ ένα είδος επανάστασης της πιο ειρηνικής και άρα πιο επικίνδυνης στα μάτια των εχθρών του, που περπατούσε στους δρόμους της Αθήνας, που συντελούνταν στις ψυχές των ανθρώπων, που επαληθεύονταν στις κάλπες του ’77 (250.000 ψηφοφόροι των λευκών επαναστατικών δελτίων) και εξακολουθεί να θερμαίνει τις ψυχές σήμερα, σπίθα λευτεριάς, σκυτάλη του ασταμάτητου, τίμιου και παντοδύναμου αγώνα.

Η ποσοτική λοιπόν συσσώρευση έφερε την ποιοτική αλλαγή του αγώνα του Τσιρώνη. Νομοτελειακά Μαρξιστικά θέλετε Λενινιστικά μέσα στο ’77 δημιουργήθηκε μια νέα πολιτική πραγματικότητα που δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί απ’ το ιμπεριαλιστικό κατεστημένο με τον συνηθισμένο τρόπο, τις φυλακές, τις εξορίες, τις σκευωρίες κ.λ.π. πάντα.

Έμπαινε λοιπόν γι’ αυτούς οξύ το δίλημμα της πολιτικής: Να αναγνωρίσουν τον Τσιρώνη ή να τον σκοτώσουν. Και προτίμησαν το δεύτερο αγνοώντας την πραγματικότητα ή το νόμο της λογικής. Επειδή όμως καλά ξέρουν πως κανένας δεν μπορεί να παραβαίνει ατιμωρητί το νόμο της λογικής, έπρεπε να δημιουργήσουν «ασπίδα κάλυψης» στα εγκληματικά τους σχέδια.

Αποδύθηκαν στη συνέχεια σ’ ένα είδος ξέφρενης συκοφαντικής εκστρατείας απ’ τον τύπο και την τηλεόραση κατά τη διάρκεια της οκτάμηνης πολιορκίας του σκοπεύοντας σε κάποια ψυχολογική διεργασία αποθάρρυνσης του ελληνικού λαού που επηρέαζε ο Τσιρώνης και ταυτόχρονα στην πολιτική απομόνωσή του, χωρίς όμως να το κατορθώνουν, και στρουθοκαμηλίζοντας για τον τελικό τους σκοπό που είναι και η δολοφονία του Τσιρώνη, σπεύδουν ωμά στυγνά και αδίστακτα το «σχέδιό» τους.

Το να αναγνωρίσουν πάλι τον Τσιρώνη, αποδεδειγμένα εκλεγμένο ηγέτη, σήμαινε να προβούν σε παραχωρήσεις υπέρ του λαού και δεν φαινόνταν διόλου διατεθειμένοι για κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα πρόθεσή τους ήταν να εντείνουν ακόμα περισσότερο τη φτώχεια του. Άλλωστε εδώ βρίσκεται και το κλειδί της δολοφονίας του Τσιρώνη και κάθε γνήσιου λαϊκού ηγέτη ή ηγετικής προσωπικότητας σαν τον Σαράφη, το Λαμπράκη ή τον Παναγούλη.

Και εκεί λοιπόν που ένα «τροχαίο» ή «ένας Κοτζαμάνης» δεν χωρούσε, επιστρατεύτηκε ο ποινικός νόμος, κοντά στο νόμο των λαϊκών δικαίων, ο από μηχανής θεός του ιμπεριαλισμού και έδωσε τη λύση που ήθελαν στο ακανθώδες πολιτικό δίλημμα για αναγνώριση του Βασίλη Τσιρώνη με τη δολοφονία του Τσιρώνη.

Η υπόθεση παραμένει ανοικτή και καταγγέλλουμε ακόμη:

Ο Κώστας Τσιρώνης που κινδύνεψε από τις σφαίρες των κρανοφόρων καθώς διασταυρώνονταν πάνω απ’ το κεφάλι του τα χαράματα στις 11 του Ιούλη ’78 στην Άρεως 35, υπέστη προ 4μήνου δολοφονική απόπειρα από άγνωστο δολοφόνο στο σπίτι του στην Περούτζια της Ιταλίας ενώ διάβαζε στο δωμάτιό του και του κατάφερε μαχαιριά βάθους 20 εκατ. Απ’ την αριστερή πλευρά προς την κοιλιακή χώρα που λίγο έλειψε ν’ αποβεί θανατηφόρα, εάν δεν προλάβαινε ο αδελφός του (δυο λεπτά μετά τον τραυματισμό) να τον μεταφέρει στο επείγον χειρουργείο εγκαίρως.

Απόπειρα συγκάλυψης του χαρακτήρα της δολοφονικής απόπειρας κατά του Τσιρώνη έγινε απ’ τον Ιταλικό τύπο. Ενώ ο Κώστας Τσιρώνης χαροπάλευε στο επείγον χειρουργείο η τοπική RATIONE κρυφά και πάνοπλοι για να εφαρμόσουν στο σκοτάδι το πιο βρώμικο, ύπουλο και βάρβαρο εγκληματικό σχέδιο που θα μπορούσε να διανοηθεί μόνο ένας χίτλερ στην Ελλάδα.

Το μπλόκο άρχισε σε ακτίνα γύρω απ’ το σπίτι του Τσιρώνη πάνω από πέντε τετράγωνα. Λαός δεν μπορούσε να σπεύσει στου Τσιρώνη. Περισσότεροι από 500 αστυνομικούς εμπόδιζαν το λαό με προτεταμένα περίστροφα να βγαίνει απ’ τα σπίτια του ώσπου να ολοκληρωθεί {…}

{…} της Περούτζια έγραφε πώς ο Τσιρώνης μαχαιρώθηκε «για μια ωραία Ελληνίδα.

Η προκαταβολικά σερβιρισθείσα – ποιος ξέρει από ποιους – πληροφορία στην εφημερίδα βόλευε ασφαλώς εκείνους που ασφαλώς ενέχονταν στην παρ’ ολίγο δολοφονία του γιου του Τσιρώνη.

Μετά τις ανακρίσεις ακολούθησαν άλλα δημοσιεύματα κατά τα οποία η υπόθεση δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Κώστα Τσιρώνη έπαιρνε πολιτική τροπή και χαρακτηρίζονταν ασύστατη η «πρώτη πληροφορία», αλλά σε ότι αφορούσε την ανακάλυψη του φονιά και των συνεργατών του καμιά πρόοδος.

Συγκινητική υπήρξε η συμπαράσταση στον Κώστα Τσιρώνη των Ελλήνων φοιτητών της Ιταλίας ακόμα και ξένων που ξενύχτησαν αλληλοδιάδοχα δίπλα στο κρεβάτι του. Τους ευχαριστούμε καθώς και τους καλούς μας φίλους απ’ εδώ, που ενεργά συμπαραστάθηκαν στην οικογένεια ν’ αντιμετωπίσει αυτή τη μεγάλη δοκιμασία που της προκάλεσε πρόσθετα ο ιμπεριαλισμός.

Μετά τον σοβαρό τραυματισμό του Κώστα Τσιρώνη δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στοχεύουν πλέον την οικογένεια Τσιρώνη.

Οι αριστερές αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις οφείλουν να συσπειρώνονται και να οργανώνουν την άμυνά τους.

Είναι κοινή συνείδηση πως οι αριστερές μάζες στη βάση τους είναι ενωμένες και το ιμπεριαλιστικό κατεστημένο χτυπάει στη βάση, χτυπάει το λαό, ακόμα κι όταν σφάζει έναν γιατρό Τσιρώνη.

Σήμερα το αίμα έτρεξε στο δικό μου σπίτι δυο φορές.

Αύριο θα τρέξει στο δικό σου άνθρωπε, έλληνα πολίτη.

Την πιο μεγάλη έκκληση που έχω να κάνω είναι για ένωση. Ένωση της αριστεράς.

Ενότητα στον αγώνα της αν δεν θέλει να δικαστεί απ’ τον Ελληνικό λαό γιατί εγκλημάτησε σε βάρος του, όσο και ο ιμπεριαλισμός.

Βαρβάρα Τσιρώνη
Παναγιώτης Τσιρώνης
Κώστας Τσιρώνης

βασιλης-τσιρωνης-α

Εφτά χρόνια απ’ την εισβολή στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη

Το Βήμα, ο Μπάλκος και τα ΜΕΑ

(Από το 29ο τεύχος του Σχολιαστή, Αύγουστος 1985)

tsironis5--α

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 Ιουλίου 1978, πριν από εφτά χρόνια δηλαδή, βλέπει το φως της δημοσιότητας ένα πρωτοσέλιδο σχόλιο του ΒΗΜΑΤΟΣ, με τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;»

«Υπάρχουν φορές που στον απλό πολίτη δημιουργείται ένα απλό ερώτημα: από το σημερινό ελληνικό Κράτος λείπει η σοβαρότητα ή το αίσθημα ευθύνης;… Ο περιβόητος «γιατρός» του Παλαιού Φαλήρου δεν αρκείται στο ότι ίδρυσε κάποιο «κράτος» και μένει εκεί (δηλαδή στο διαμέρισμά του) παρά το γεγονός ότι εκκρεμούν σε βάρος του εντάλματα». Το σχόλιο, που σημειωτέων είναι ανυπόγραφο, συνεχίζει λέγοντας ότι «αυτό που δεν κάνει η αστυνομία, κάποια στιγμή μπορεί να το κάνουν κάποιοι κάτοικοι της πολυκατοικίας όπου εδρεύει ο «γιατρός Τσιρώνης». Να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στους αδρανούντες…» Και το σχόλιο τελείωνε ως εξής: «Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους».

Βέβαια το Κράτος υπάρχει. Και το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αυτοί που συνήθως το επικαλούνται, ίσως γιατί το ζουν από μέσα. Την επομένη, 8 Ιουλίου, ο Α. Μπάλκος, υπουργός Δημόσιας Τάξης της Ν.Δ., στέλνει επιστολή που δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη και όπου ο περιβόητος υπουργός πληροφορεί το ΒΗΜΑ ότι «το θέμα Τσιρώνη απασχολεί από μακρού το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Προκειμένου όμως η Αστυνομική Αρχή να προβεί στην είσοδο στο διαμέρισμα του Τσιρώνη και στη σύλληψή του χρειάζεται, όπως είναι γνωστό, άδεια και παρουσία του αρμόδιου εισαγγελέα. Τέτοια όμως άδεια δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής».

Το ΒΗΜΑ ικανοποιημένο στρέφεται αλλού: «ο αρμόδιος εισαγγελέας που δε δίνει την άδεια, τι λέει;»

Την επομένη, 9 Ιουλίου, ο αρμόδιος εισαγγελέας Εφετών Παν. Κανέλλος με επιστολή του κάνει σαφές τελειώνοντας το εξής: «Καθίσταται φανερό εκ των ανωτέρω ότι όχι μόνο δεν ηρνήθημεν να «παράσχωμεν άδειαν» δια την σύλληψιν του περί ου πρόκειται, αλλά αντιθέτως εξ’ αρχης παραγγείλαμεν την εκτέλεσίς των και εγνωρίσαμεν εις την ως άνω Αστυνομική Διεύθυνσιν ότι είμεθα έτοιμοι να παράσχομεν οιανδήποτε, ως ο νόμος ορίζει, συνδρομήν και δη εκπρόσωπον της δικαστικής εξουσίας, δια την ενέργειαν των περαιτέρω νομίμων».

Την Τρίτη 11 του μηνός το ΒΗΜΑ επανέρχεται με κύριο πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο και διαπιστώνει ότι «χειρότερο κι από το ίδιο το γεγονός της διωκτικής απραξίας της αστυνομίας είναι η ατμόσφαιρα ανυπαρξίας του κράτους που δημιουργείται».

tsironis3--α

Την ίδια μέρα, 28 κομμάντος της Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών με επικεφαλής τον Μ. Γεωργακάκη και με σχέδιο που εκπονήθηκε στο Υπουργείο Δημ. Τάξης, θα πραγματοποιήσουν την έφοδο στο διαμέρισμα του Τσιρώνη που θα καταλήξει στο θάνατό του. Ο γιατρός, οχυρωμένος σ’ ένα δωμάτιο του διαμερίσματός του, ενώ οι Διμοιρίτες χτυπάνε με ρόπαλα τα κάγκελα του μπαλκονιού και πετάνε δακρυγόνα μέσα στο δωμάτιο, αρνείται να παραδοθεί. Το πρώτο μέρος της οικογένειας Τσιρώνη που βγαίνει από το δωμάτιο είναι η μικρή κόρη του, 8 χρονών τότε, μη μπορώντας να αναπνεύσει. Ακολούθησαν οι δυο γιοί του, ενώ η γυναίκα του έμεινε μέχρι τέλους μαζί του φωνάζοντας «οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του».

Η κυβέρνηση Καραμανλή δυο μέρες μετά ήταν αρκετά αποκαλυπτική. Ο Τσιρώνης με τις «αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν συνεχής απειλή και διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες. Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε πολιτικής αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα στην επικίνδυνη δράση του Τσιρώνη».

Πραγματικά: κόμματα, που άφησαν ακάλυπτο τον Τσιρώνη, δίνοντας το δικαίωμα στη Ν.Δ. να μοιράζεται μαζί τους την ευθύνη για τη δολοφονία του. Τύπος, που προετοίμασε τη συναίνεση σ’ αυτήν την απροκάλυπτη και ωμή κατασταλτική ενέργεια του Κράτους.

Το ΒΗΜΑ είναι χαρακτηριστικό, όχι το μόνο.

Όσοι δεν έχετε δει τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», η υπόθεση Τσιρώνη πρέπει να σας είναι ένας παραπάνω λόγος για να την επιδιώξετε στα θερινά σινεμά.

Χ.Β

 α2

Η Ντακότα της Ελευθερίας Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την προσωρινή αποφυλάκισή του, όταν ο γιατρός Τσιρώνης έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο διαφυγής – του ίδιου και της οικογένειάς του – από την Ελλάδα των συνταγματαρχών. Ηταν βέβαιος ότι οι διώξεις θα συνεχίζονταν και εν πάση περιπτώσει τα περιθώρια αντιδικτατορικής δράσης στην Ελλάδα δεν φαίνονταν να διευρύνονται. Επέλεξε την 16η Αυγούστου 1969, μέρα ούτως ή άλλως ομαδικών θερινών αποδράσεων των κατοίκων των Αθηνών, και την πτήση της Ολυμπιακής για Αγρίνιο, από το οποίο καταγόταν, για να αποφύγει τις υποψίες του καθεστώτος. Η ίδια πτήση είχε τελικό προορισμό τα Ιωάννινα και επομένως το αεροπλάνο (μια Ντακότα) θα διέθετε καύσιμα για ακόμα μακρύτερα. Στις 11 το πρωί της κρίσιμης μέρας, η οικογένεια Τσιρώνη εξοπλισμένη με δυο πιστόλια και δυο μαχαίρια καταλαμβάνει τις τέσσερις πρώτες θέσεις πίσω από το πιλοτήριο. Ο γιατρός ήταν αποφασισμένος να κυριεύσει το σκάφος, να το οδηγήσει στην Αλβανία και από ‘κει να φύγει για τη Σουηδία απ’ όπου σκόπευε να συνεχίσει τον αγώνα κατά της χούντας. Τότε δεν υπήρχαν έλεγχοι στα δρομολόγια του εσωτερικού και η εταιρεία δεν προκαθόριζε καν το πού θα κάτσει ο κάθε επιβάτης. Κυβερνήτης ήταν ο Γιώργος Τζώρτζης, συγκυβερνήτης ο Μιλτιάδης Χατζηγιαννάκης, συνοδός η Ρίλα Παπασπύρου και ο καιρός αίθριος και πολύ ζεστός.

“Η πτήση διαρκούσε περίπου μια ώρα ως το Αγρίνιο και άλλα σαρανταπέντε λεπτά μέχρι τα Γιάννενα” μας εξηγεί η κ. Παπασπύρου. “Ηταν, αν θυμάμαι καλά, η 7η πτήση μου. Ημουν 19 χρονών και όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που μετά τους γνωστούς καφέδες και τις πορτοκαλάδες που προσέφερα στους 25 επιβάτες, διαπίστωσα ότι οι τέσσερις πρώτοι έλειπαν απ’ τις θέσεις τους και η πόρτα του κόκπιτ ήταν κλειστή. Και δεν άνοιγε, παρότι χτύπησα και δοκίμασα να την σπρώξω. Αυτό ήταν περίεργο, διότι μπορεί τότε πολύς κόσμος να μπαινόβγαινε στο πιλοτήριο χωρίς ειδική συνεννόηση με το πλήρωμα, αλλά η πόρτα έμενε ανοιχτή”. Σ’ αυτό τον τύπο αεροσκάφους δεν υπήρχε σύστημα ενδοσυνεννόησης των πιλότων με την αεροσυνοδό. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. “Αρχισαν οι πρώτοι ψίθυροι και τα σχόλια. Κάποιοι έλεγαν ειρωνικά ότι ενδεχομένως να έχει φρακάρει η πόρτα λόγω του συνωστισμού στο πιλοτήριο. Γιατί πραγματικά το DC-3 ήταν ένα πολύ στενόχωρο σκάφος. Ο χρόνος κυλούσε και η πόρτα δεν άνοιγε. Οταν αφήσαμε πίσω μας το Αγρίνιο, χωρίς ο κυβερνήτης να ανακοινώσει τίποτα από τα μεγάφωνα, ανέλαβα να καθησυχάσω όσο γινόταν τους ανθρώπους λέγοντάς τους για κάποιο τεχνικό πρόβλημα του αεροδρομίου”.

Η αεροσυνοδός και ορισμένοι επιβάτες χτυπούν και σπρώχνουν έντονα την πόρτα. Ο Τσιρώνης αποφασίζει να απαντήσει: “Σκάστε και καθίστε”, διατάζει. Η ανησυχία γίνεται φόβος και αγωνία. “Ακούγονται διάφορες υποθέσεις. Επικρατεί το σενάριο της αεροπειρατείας, ότι ο επιβάτης που είναι μέσα είναι κάποιος ποινικός που απειλεί, ίσως και να έχει ήδη σκοτώσει τον πιλότο. Προσπαθώ να διασκεδάσω την κατάσταση. Τους λέω ότι τα καύσιμα φτάνουν ως την Ιταλία , ότι το σκάφος δεν είναι ακυβέρνητο”, θυμάται η κ. Παπασπύρου.

Η Ντακότα περνά και τα Γιάννενα, η αγωνία φουντώνει. Οταν λίγο αργότερα εμφανίζονται τα αλβανικά Μιγκ να στριφογυρίζουν δίπλα στο αεροπλάνο, η νεαρή αεροσυνοδός δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα. Επικρατεί πανικός. Κάποτε ακούγεται η φωνή του Γ. Τζώρτζη από τα μεγάφωνα: “Θα επιχειρήσουμε αναγκαστική προσγείωση”. Η κ. Παπασπύρου μοιράζει τα μαξιλαράκια και δένεται και αυτή στη θέση της. “Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει απότομα και η προσγείωση ήταν πράγματι ανώμαλη. Δεν υπήρχε κανονικός διάδρομος. Είχαμε προσγειωθεί σε κάποιο εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην Αυλώνα”.

Μόλις το αεροπλάνο σταμάτησε, εμφανίστηκε ο Τσιρώνης με το παραμπέλουμ ψηλά, λέγοντας ότι στο όνομα της δημοκρατίας, της λευτεριάς και του ανθρωπισμού κατέλαβε το αεροπλάνο. Μια γιαγιά στα τελευταία καθίσματα δεν είχε καταλάβει απολύτως τίποτα: “Φτάσαμε επιτέλους κόρη μου”, έλεγε ανακουφισμένη στην αεροσυνοδό. Είδαν μερικά τζιπ, ο γιατρός πήδηξε στο έδαφος μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια και ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής αλβανούς αξιωματικούς. Ενας επιβάτης, μουσικός στο επάγγελμα, λιποθύμησε. “Τον κατεβάσαμε στον ίσκιο κάτω απ’ το φτερό και του έδωσα σταγόνες ‘Τονοτίλ’. Συνήλθε και όλοι μαζί περιμέναμε την εξέλιξη της περιπέτειας. Ο Τσιρώνης κουβέντιαζε με τους Αλβανούς μακριά μας. Το κλίμα μεταξύ των υπολοίπων ήταν βαρύ. Υπήρχε φόβος και απόσταση. Την τύχη μας την είχαμε εμπιστευτεί στον Γ. Τζώρτζη. Σχεδόν τρεις ώρες μετά κατέφθασε μια Μερσέντες 600 για την οικογένεια Τσιρώνη και ένα προπολεμικό λεωφορειάκι για μας”.

Ολοι μεταφέρθηκαν σε ένα πανδοχείο που είχε ετοιμαστεί ειδικά για τους ασυνήθιστους επισκέπτες. “Ηταν ένα όμορφο νεοκλασικό που μύριζε χλωρίνη. Τα δωμάτια λιτά με στρατιωτικές κουβέρτες”. Εκεί μόνο κατάφερε η αεροσυνοδός να συνεννοηθεί με τον κυβερνήτη και να μοιραστούν και τα δικά τους προβλήματα. “Ο Τζώρτζης μου είπε ότι στην Αθήνα δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε. Προσπαθούσε να πείσει τον Τσιρώνη να αποφύγει την Αλβανία, χώρα που ως γνωστόν δεν είχε σχέσεις με την Ελλάδα. Ηταν και ο ίδιος, ο κυβερνήτης, χαρακτηρισμένος από τη χούντα. Είχε επιστρέψει στην Ολυμπιακή ύστερα από ένα διάστημα που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα για πολιτικούς λόγους και ανησυχούσε μήπως στην Ελλάδα τον θεωρήσουν συνεργάτη του Τσιρώνη ή ακόμα και των Αλβανών. Αλλά και εγώ άρχισα να έχω ανάλογους φόβους. Επτά μήνες περίμενα να εργαστώ στην Ολυμπιακή, αν και είχα περάσει το διαγωνισμό, επειδή ο πατέρας μου ήταν μακρονησιώτης και δεν μου έδιναν το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων.” Πριν όμως από τις ελληνικές υπηρεσίες, το πλήρωμα όφειλε να αντιμετωπίσει και τις αλβανικές. “Δεν κατάλαβα αν τους έπεισα τελικά ότι δεν είμαι κατάσκοπος. Τελειώνοντας με την ανάκριση, και ως την ώρα του δείπνου που είχε προαναγγελθεί, πήρα ένα από τα ποδήλατα της αυλής του πανδοχείου για να δω και την πόλη. Είχαν χαλαρώσει τα πράγματα, άλλα όχι και για ποδηλατάδα. Σε δέκα λεπτά με μάζεψαν και με γύρισαν πίσω.” Ομως η ευχάριστη έκπληξη για όλους ήρθε στο τραπέζι. Επιβάτες και πλήρωμα έμαθαν από επίσημα χείλη ότι την επομένη μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα με καύσιμα της αλβανικής κυβέρνησης. Η οικογένεια Τσιρώνη ήταν κι αυτή χαρούμενη, αφού εξασφάλισε ό,τι επιθυμούσε. “Ηταν απολύτως κινηματογραφικό”, αφηγείται η κ. Παπασπύρου. “Ενα μακρύ τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντηλο. Κόκκινο κρασί, καλομαγειρεμένο κοτόπουλο, οι κομισάριοι από τα Τίρανα, οι τοπικές αρχές, οι ‘αεροπειρατές’, το πλήρωμα, οι κατάκοποι επιβάτες, οι μουσικοί και το παραδοσιακό χορευτικό συγκρότημα. Κάποιοι από μας χόρεψαν και τσάμικο. Ο Τσιρώνης μας ευχαρίστησε. Μιλούσε ακατάπαυστα για τις περιπέτειές του και για τη χούντα αποκλειστικά με τους επισήμους. Μετά το γλέντι μας ξενάγησαν στην πόλη”.

Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου, πλήρωμα και επιβάτες έφτασαν μέσω Κέρκυρας στο Ελληνικό. Στην υποδοχή ο αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας Αγαθαγγέλου, εκ μέρους του Παπαδόπουλου. “Εκφωνήθηκαν λογίδρια για το ενδιαφέρον που έδειξε η ‘Εθνική Κυβέρνησις’ ώστε να φτάσουμε ασφαλείς στην ‘αγκαλιά της πατρίδας’ και βεβαίως καταδικάστηκε ο ‘εγκληματίας’ Τσιρώνης”. Δεν δόθηκε έκταση στο γεγονός. Η δημοσιότητα δεν συνέφερε ούτε την δικτατορία ούτε την εταιρεία. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ωνάσης, η κεφαλή τότε της Ολυμπιακής, καθησύχασε το πλήρωμα. Δεν είχε την παραμικρή υποψία εναντίον τους και θα τους κάλυπτε στην πορεία των ανακρίσεων.

Η οικογένεια Τσιρώνη περιπλανήθηκε και ταλαιπωρήθηκε στη Σουηδία, επέστρεψε μετά την πτώση των πραξικοπηματιών και αντιμετώπισε σειρά άλλων κατηγοριών, ώσπου ο ανυπότακτος γιατρός οδηγήθηκε στα άκρα και ταμπουρώθηκε στο διαμέρισμά του στο Παλαιό Φάληρο. Στις 11 Ιουλίου 1978, εικοσιοκτώ κομάντος με επικεφαλής τον Μ. Γεωργακάκη, εκτελώντας σχέδιο που εκπονήθηκε στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης του Μπάλκου, εκπορθούν το “ανεξάρτητο κράτος του” -όπως πιεστικά το ζητούσε ο πάντοτε ανυπόμονος και υπερβολικός Τύπος- και τελειώνουν μια για πάντα με τον ρομαντικό γιατρό. “Ο Τσιρώνης με τις αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες (…) Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα”, έλεγε η πομπώδης ανακοίνωση της κυβέρνησης Καραμανλή, προσπαθώντας να δικαιολογήσει το φόνο.

Η δήλωση της Αναστασίας Παύλου, της τότε μαθήτριας που οι εφημερίδες της εποχής παρουσίαζαν ως “απαχθείσα” από τό Ουδετερόφιλο Ελληνικό Μέτωπο του Βασίλη Τσιρώνη.

ScreenShot039-α

Κάποιες σελίδες απο το Γαλάζιο Βιβλίο του Τσιρώνη:

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_002--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_003--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_004--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_005--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_006--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_007--α

α1--α

Θα βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ στο blog του Ζειδωρον:

http://zeidwron.wordpress.com/2010/12/04/%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B7/

ΠΗΓΕΣ:

Β Ρ Α Χ Ο Κ Η Π Ο Σ

L I F O

Αύγουστος 1916. Η Σέριφος ζει το δικό της “σύντομο καλοκαίρι αναρχίας”

serifos-caving-4.jpg

Στο μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου υπάρχουν εγκαταλειμμένα τα απομεινάρια των
μεταλλείων: στοές, βαγονέτα και κομμάτια της γέφυρας φόρτωση

.
Οι Γρόμαν, η  εξέγερση των μεταλλωρύχων  και ο ηγέτης της

.

Πρώιμα ελληνικά σοβιέτ ή απλώς μία εξέγερση απελπισμένων;

Ακόμη και για απεργία που υποκινήθηκε από την Αντάντ (1) για να πληγεί η τροφοδοσία του Γερμανικού στρατού μίλησαν κάποιοι. Δύσκολες πλέον οι κατηγορηματικές απαντήσεις μιας και γνωρίζουμε μόνο το σκελετό των γεγονότων, κυρίως την αρχή και το τέλος τους. Ο μήνας της απεργίας, που σίγουρα είχε χαρακτηριστικά εξέγερσης του νησιού, καλύπτεται από αντιφατικές πληροφορίες και δημοσιεύσεις. Έτσι ηπραγματικότητα και οι μύθοι θα μπερδεύονται στην προφορική παράδοση που συντηρούν με τις διηγήσεις τους οι γέροντες στα καφενεία της Σερίφου και η απεργία των μεταλλωρύχων θα παραμένει μια άγνωστη και αδικημένη σελίδα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Οι μόνες γραπτές πηγές είναι το ημιτελές βιβλίο του ηγέτη της απεργίας Κ. Σπέρα: “Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου”(*), και τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής που μάζεψε σε μία έκδοση η Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων, με επιμέλεια του Ν. Σκόνη (**). Συστηματική έρευνα έχει κάνει ο φιλόλογος Λίνος Κόττης, που επιμελήθηκε και προλογίζει την έκδοση του βιβλίου του Σπέρα. Παραμένει και μια σεμνή τελετή μεταξύ “συγγενών και φίλων” στο χώρο της μάχης κάθε Αύγουστο, για να παραξενεύει τους ευτυχείς λουόμενους. Μία ιδιωτική εταιρεία, με το αζημίωτο βέβαια,  διοργανώνει περιήγηση στις στοές που καταλήγει σε γειτονικό κόλπο, και αυτά είναι το όλον…
Όμως μια απεργία με νεκρούς, και χωροφύλακες λιθοβολισμένους
και πεταγμένους στη θάλασσα, κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη και ένα αιώνα μετά.

.
Η δυναστεία Γρόμαν

H σύγχρονη εκμετάλλευση των πλούσιων μεταλλευμάτων του νησιού έγινε αποδοτική και κερδοφόρα για τον ίδιο, το 1885 από τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν. Φάτσα ο μεταλλειολόγος από αυτές που ευδοκιμούν μέχρι σήμερα στη χώρα μας και καταχωρούνται στον ασαφή κωδικό λαμόγια. Βέβαια απλά ακολούθησε κλασσικούς νόμους της καπιταλιστικής αγοράς και πλούτισε  με μηδέν κεφάλαιο με τον εξής απλό τρόπο:

Ίδρυσε μια μικρή εταιρία και τη συνένωσε με τη φαληρισμένη “Σέριφος Σπηλιαζέζα” που είχε ήδη εγκαταστάσεις εξόρυξης στη Σέριφο. Απαλλοτρίωσε γη με μόνο αντάλλαγμα το μεροκάματο στους ιδιοκτήτες και με ένα συμβολικό ποσό προς το ελληνικό κράτος εμπορευόταν τον πλούτο του νησιού. Για την άγονη Σέριφο που ποτέ δεν ήταν νησί ψαράδων ή ναυτικών, ο Γερμανός ήταν μια κάποια λύσις-και όχι μόνο για αυτή. Από τα γύρω νησιά και την Πελοπόννησο έφταναν αναζητώντας δουλειά και το νησί των 2.000 κατοίκων στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασε τις 4.000 το 1910. Ο Γερμανός , που είχε να λέει πως εκτός από δουλειά πρόσφερε και μόρφωση (τα χαλάσματα της Γραμονίου (2) σχολής υπάρχουν ακόμη) και περίθαλψη, ήταν ουσιαστικά ένα είδος διοίκησης.

Για το αν ήταν δουλειά ή δουλεία, ας τα πει καλύτερα ένας παθών. Στην έκδοση της Ο.Μ.Ε. για την απεργία δημοσιεύτηκε η περιγραφή των συνθηκών απ’ τον παλαίμαχο μεταλλωρύχο Γ. Λιβάνιο, όπως την άκουσε από παλιότερους.
.

“Οι συνθήκες για τους μεταλλωρύχους την εποχή εκείνη ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες. Δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο, με το χάραμα της ημέρας έπρεπε να βρίσκονται στην είσοδο της κάθε στοάς και με τη δύση του ηλίου να σχολάνε. Τον ήλιο τον βλέπανε μόνο κάθε Κυριακή και όλα αυτά για ένα μεροκάματο που έφτανε ίσα – ίσα για να ζουν”

.
εργάτες στα μεταλλεία Σερίφου το 1906

 .

Επειδή όμως για κάθε κακό υπάρχουν πάντα και χειρότερα, αυτά ήρθαν αργότερα με το Γρόμαν το Β, τον υιό Γεώργιο, που ανέλαβε τις τύχες της εταιρείας το 1906. Εντατικοποίησε την παραγωγή περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα “ακριβά” αλλά ελλιπή μέτρα ασφαλείας-ενώ συνέχισε να αποσπά γη προσθέτοντας στις μεθόδους του μπαμπά και τη βία.  Μόνο τη διετία ’14-’16 εξήντα εργάτες βρήκαν το θάνατο στις στοές. Ο διάδοχος Γρόμαν έφτιαξε ένα δουλικό “σωματείο”, εξαγόραζε τοπικούς παράγοντες, πολιτικούς, αλλά και τη σιωπή των ενοχλητικών φωνών και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό χρησιμοποιούσε το στρατό μαγκουροφόρων υποστηρικτών του.

Η δυναστεία του Αιμίλιου Γρόμαν τελειώνει το 1963, όταν ο ομώνυμος εγγονός (αφού πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη διάρκεια του πολέμου στα Ες Ες) εγκαταλείπει την Ελλάδα για τη Ν. Αφρική επειδή τα αποθέματα έχουν λιγοστεύσει. Ο Γ. Λιβάνιος περιγράφει (στο ίδιο βιβλίο):
.

“Μας χρωστάγανε έξι – επτά μήνες μισθούς και λέγανε πως σύντομα θα μας πληρώσουν. Μέχρι τελευταία στιγμή δε μας είχαν πει τίποτα. Στις 20 Ιούλη του 1963. Μόλις το μάθαμε 300 άτομα τουλάχιστον κάναμε πορεία, με τη σημαία του συνδικάτου, απ’ τη Χώρα μέχρι το Μεγάλο Λιβάδι (3 ώρες δρόμος) στα γραφεία της εταιρίας. Ο διευθυντής που ψάχναμε να μιλήσουμε είχε φύγει με το τελευταίο βαπόρι που φόρτωσε”.

.
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα…. (είπε κάποτε ο “ξεπερασμένος”)

.

Η απεργία

Παρόλο που από το Φλεβάρη του ’11 οι μεταλλωρύχοι με νόμο έπρεπε να δουλεύουν 8ωρο, αυτοί της Σερίφου συνέχιζαν την ποντικίσια τους ζωή. Όμως οι επαναστατικές ιδέες που ταξίδευαν τότε σε όλη την Ευρώπη ξεσηκώνοντας τους εργάτες, έπιασαν λιμάνι και στη Σέριφο. Καταλύτης για τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν η ίδρυση ταξικού σωματείου (πρωτοποριακό το καταστατικό του για την εποχή) (3) τον Ιούνιο του 1916, με εμπνευστή και ψυχή του τον Κ.Σπέρα. “Με ένα μουλάρι θα γύριζε από καλύβα σε καλύβα και από στοά σε στοά…” (εφημερίδα Φως του Πειραιά 8/’16)

Στις 2 Αυγούστου του’16, μετά από ενέργειες του σωματείου (4) και δημοσιεύματα στον τύπο για τις άθλιες συνθήκες, φτάνει στη Σέριφο ειδικός υπάλληλος του υπουργείου οικονομίας-μηχανικός ονόματι Γεωργιάδης-και αφού διαπιστώνει πως η κατάσταση είναι πραγματικά χάλια τους προτρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται σε αναμονή των αποφάσεών του.

Αυτή πρέπει να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Στις 7 Αυγούστου οι εργάτες αρνούνται να φορτώσουν το πλοίο “Μαννούσι” με προορισμό τη Γλασκώβη, σύμφωνα με την εταιρεία-τη Γερμανία έλεγαν οι εργάτες. (αυτή η διχογνωμία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους θιασώτες της θεωρίας εμπλοκής της Αντάντ)

Αποφασίζουν να σταματήσουν κάθε εργασία σε στοές και έδαφος απαιτώντας 8 ώρες δουλειά, μέτρα ασφαλείας και μεγαλύτερη αμοιβή. Η εταιρεία το μόνο που δέχεται να συζητήσει είναι 8 ώρες στις στοές και τις υπόλοιπες στο έδαφος, ενώ με κάποιους από τους πιστούς στους Γρόμαν υπαλλήλους των γραφείων προσπαθεί , χωρίς επιτυχία, να συνεχίσει την παραγωγή. Τότε ο διευθυντής της Π. Βάσσος σε συνεργασία με τον πρόεδρο της κοινότητας και τον τοπικό ανθυπασπιστή χωροφυλακής έστειλαν τηλεγράφημα στο υπουργείο εσωτερικών, γράφοντας για στάση των εργατών και πυρπόληση της αποθήκης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τότε Ειρηνοδίκης Σερίφου Δ. Κοντός αρνήθηκε να το υπογράψει. Το τηλεγράφημα αυτό πάντως είναι η αφορμή να φτάσει στο νησί απόσπασμα τριάντα χωροφυλάκων από την Κέα με την εντολή να εξασφαλίσει, με κάθε τρόπο, τη φόρτωση και τον απόπλου του πλοίου. 

.

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από τη γέφυρα
φόρτωσης-θέατρο των συγκρούσεων 

.

Επικεφαλής ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου (ημιπαράφρων χαρακτηρίστηκε απο τον Σπέρα). Το πρωί της 21ης Αυγούστου ζήτησε συνάντηση με τη διοίκηση του σωματείου, με πρόσχημα τη συζήτηση μαζί τους, αλλά ο σκοπός του ήταν να τους φυλακίσει στο σταθμό χωροφυλακής πιστεύοντας πως έτσι όλα θα γίνουν ευκολότερα. Αφού διαβεβαίωσε τον Ειρηνοδίκη ότι το πολύ θα έριχναν
πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό, κατευθύνθηκε με όλη τη δύναμη στο λιμάνι του Μεγάλου Λιβαδιού. Έδωσε 5 λεπτά προθεσμία στους συγκεντρωμένους να διαλυθούν και να φορτώσουν το πλοίο αλλά πριν καλά καλά περάσει το 5λεπτο, πυροβολεί, εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως όπως κραύγασε,και σκοτώνει το Θεμιστοκλή Κουζούπη. Διατάζει και τους χωροφύλακες να πυροβολήσουν αλλά οι πάνω από πεντακόσιοι συγκεντρωμένοι θα αντιδράσουν με πέτρες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα για να βρουν καταφύγιο στις στοές. Με την παρέμβαση και του ιερέα Γιάννη Ρώτα η σύγκρουση σταματά εκεί με τραγικό όμως απολογισμό. Τέσσερις εργάτες νεκροί και δεκάδες οι τραυματίες. Ο υπομοίραρχος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου και το πτώμα του πετάχτηκε στη θάλασσα. Άλλοι δύο από τους χωροφύλακες νεκροί και σχεδόν όλη η δύναμη τραυματισμένη και άοπλη. Μετά την απελευθέρωση της διοίκησης του σωματείου γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ηρεμήσει το οπλισμένο πλέον πλήθος και να σταματήσει το κυνηγητό των χωροφυλάκων. Κάπου εκεί εμφανίζεται για πρώτη φορά η περιβόητη γαλλική σημαία: 
.

“Αίφνης ακούω ζητωκραυγάς και εν μέσω του πλήθους βλέπω μίαν γυναίκα και εκράτη Γαλλικήν σημαίαν. Δεν έχασα καιρόν και αρπάσας εκ των χειρών της την σημαίαν εφώναζα με όλη μου τη δύναμην : εν ονόματι της Γαλλικής Δημοκρατίας κάτω τα όπλα !!”

.
Γράφει στο βιβλίο του ο Σπέρας. Αυτό το γεγονός, όπως και το τηλεγράφημα προς το Γαλλικό στόλο που ναυλοχούσε στη Μήλο, (5) απομονώθηκαν από κάποιους για να στηρίξουν εμπλοκή της Αντάντ. Καλό είναι να υπενθυμίσουμε πως μιλάμε για το 1916. Δηλαδή για μία Ελλάδα διχασμένη πολιτικά και ουσιαστικά ακυβέρνητη και για ένα πρώιμο αυθόρμητο εργατικό κίνημα που δεν είναι παράξενο πριν την Οχτωβριανή επανάσταση να βλέπει τη Γαλλία σαν προστάτιδα των καταπιεσμένων.

Τις επόμενες μέρες οι εξεγερμένοι ελέγχουν τα πάντα στο νησί.(6) Δυστυχώς οι πληροφορίες που έχουμε για αυτές είναι ελάχιστες. Υπάρχει μία επιτροπή και γίνονται συνελεύσεις των κατοίκων. Η πρώτη πάντως παρουσία επίσημης αρχής θα είναι Γαλλική. Στις 26 Αυγούστου θα φτάσει το Γαλλικό πολεμικό Henri Quatre. To πλήρωμα του θα υποστείλει τις Γαλλικές σημαίες που έχουν υψωθεί και ο κυβερνήτης του θα δηλώσει συμπαράσταση στα αιτήματα. Επιπλέον οι εξεγερμένοι έχουν την υπόσχεση πως θα έρθει Γάλλος εκπρόσωπος της εταιρείας (επίσημη έδρα των Γρόμαν ήταν η Γαλλία).

Στις αρχές Σεπτεμβρίου φτάνει και το ελληνικό πολεμικό “Αυλίς” με 250 στρατιώτες και δικαστικούς από τη Σύρο. Έτσι τελειώνει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας στη Σέριφο. Η διοίκηση του σωματείου και μερικοί ακόμα εργάτες θα φυλακισθούν στη Σύρο. Ο δρόμος όμως για την ουσιαστική κατοχύρωση του 8ώρου είχε ανοίξει.

.

Κώστας Σπέρας(1893-1943)

Ο ηγέτης της απεργίας και της εξέγερσης.

Γεννήθηκε στη Σέριφο αλλά έχοντας ναυτικό πατέρα ταξίδευε μαζί του, έμαθε αραβικά και γαλλικά και ενστερνίστηκε στην εφηβική του ηλικία αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα έγινε μέλος της ομάδας του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) που συμμετέχει στο Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών. Δούλευε κυρίως σαν “τσιγαράς” και ήταν μέλος της διοίκησης του εργατικού κέντρου Πειραιά. Το Μάρτιο του ’14 βρίσκεται στην Καβάλα στη μεγάλη καπνεργατική απεργία όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί για πρώτη φορά. Το 1915 θα γυρίσει στην πατρίδα του τη Σέριφο ή καλεσμένος από τους συμπατριώτες του ή απεσταλμένος της σοσιαλιστικής ομάδας. Σε κάθε περίπτωση ο σκοπός του είναι η οργάνωση ταξικού σωματείου. Συμμετέχει στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918, διαγράφεται το ’20, αλλά παραμένει στην 3η διεθνή. Υποστηρίζει την παρουσία της ΓΣΕΕ σαν πολιτική οργάνωση των εργατών, όμως διαγράφεται και από αυτή το ’26 ομόφωνα (7).

Από το 1921 εκδίδει την εφημερίδα “νέα ζωή” με τον Φανουράκη και συμμετέχει στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα που θα διαλύσει η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Από το ’30 εργάζεται στους σιδηροδρόμους και την ίδια περίοδο γράφει ένα βιβλίο για το εργατικό κίνημα, που δεν θα εκδοθεί ποτέ αφού ο Λ. Στρατής-κατηγορήθηκε από τον Σπέρα για υπεξαίρεση του ταμείου των σιδηροδρομικών -άρπαξε από την κόρη του τις ιδιόχειρες σημειώσεις. Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας φυλακίζεται για τελευταία φορά στις φυλακές Σκοπέλου, από όπου αποφυλακίζεται σχεδόν ημιθανής λίγο πριν την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου. Αποσύρεται πλέον από κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα, ζώντας στο Μεταξουργείο με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες. Το Σεπτέμβριο του 1943 όμως δολοφονείται από την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) στη Μάνδρα, δια χειρός Χ. Μούντριχα (καπετάν Ορέστης-απλή συνωνυμία με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ). “πιάσαμε το κάθαρμα τον Σπέρα” θριαμβολογεί ο παράνομος Ριζοσπάστης τον Οκτώβρη του ’43 για να μην έχουμε αμφιβολίες.

Το ΚΚΕ δεν περιορίστηκε στην φυσική του εξόντωση. Από το ’24 είχε ξεκινήσει μία συστηματική προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης του. Στην αρχή προσπάθησε να τον παρουσιάσει σαν όργανο των συμφερόντων της Αντάντ (8) και επειδή ο 1ος παγκόσμιος κάποτε τελείωσε, το παιγνίδι χόντρυνε. Ο Σπέρας κατηγορήθηκε σαν τυχοδιώκτης στην καλύτερη περίπτωση, αλλά και όργανο της εργοδοσίας, συνεργάτης της αστυνομίας (9) και των κατακτητών αργότερα. Επισήμως η δολοφονία του “δικαιολογήθηκε” με τα αρχεία του ΕΔΕΣ που εμφάνιζαν τον Σπέρα συνεργάτη του! Σήμερα θα ήταν μάλλον εύκολο για το ΚΚΕ να ζητήσει μία ακόμη συγνώμη επικαλούμενο την τραχύτητα της εποχής αλλά φευ! Μια αναζήτηση στο δίκτυο θα σας εμφανίσει απίστευτες κατηγορίες να έρπουν για ένα άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του με αγώνες και φυλακίστηκε πάνω από 100 φορές. 

.
“Working class hero” για  soundtrack . To αριστούργημα του John Lennon σε μία όμορφη διασκευή από τους “Noir Desir”.

.

πηγές

(*) Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου” (του Κ. Σπέρα)

(**) H αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου (του Ν. Σκόνη έκδοση της Ο.Μ.Ε)

 (1) Αντάντ:  από το γαλλικό Entente που σημαίνει συμφωνία. Με τη λέξη αυτή χαρακτηρίστηκαν διάφορες διπλωματικές συμφωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση αφορά την “Τριπλή Συνεννόηση” του Α Παγκοσμίου ανάμεσα σε Αγγλία-Ρωσία-Γαλλία. Ήταν η αντίπαλη παράταξη στη Τριπλή Συμμαχία.

(2) Η “Γραμόνιος σχολή” ήταν ένα σχολείο για τα παιδιά των εργατών και ένα βραδινό για όσους εργάτες ήθελαν να παρακολουθήσουν. Με διευθυντή τον Σιφνιό υμνητή των Γρόμαν Ανδρόνικο, ήταν ένας καλοστημένος μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης.

(3) Το καταστατικό ήταν πρωτοποριακό για την εποχή. Χαρακτηριστικά στους σκοπούς διαβάζουμε: “Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτες όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, δια την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικών σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του”.

(4) Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από έγγραφο του σωματείου προς το υπουργείο οικονομίας: “… εις το βασίλειον , Σερίφου αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 – 12″. Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (…) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε”.

(5) “Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(6) “Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ.. δημόσια ιδρύματα”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(7) “Το Γ’ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπ’ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα δια την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε δι’ ανατάσεως των χειρών όλων.Ομόφωνα.”

(8) “Η πολιτική καθοδήγηση όμως της απεργίας αυτής ήταν όχι μόνο λειψή αλλά, κατά τη γνώμη μας, και ύποπτη. Με την επίκληση της προστασίας των δυνάμεων της Αντάντ, ο Σπέρας, που καθοδήγησε την εξέγερση, προσπάθησε, πρακτικά, να θέσει το εργατικό κίνημα του νησιού, στο πλευρό, αν όχι στην υπηρεσία, του ενός από τους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που έσερναν τους λαούς στο σφαγείο του Α` Παγκοσμίου Πολέμου, της μιας από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης.”

                                                                                     Ριζοσπάστης 13 Αυγούστου 2003

(9) “Αργότερα ο Κώστας Σπέρας έγινε όργανο της Αστυνομίας. Ο Παπαναστασίου όμως ήταν όργανο μυστικό από το 1918, από τότε που μπήκε στο κόμμα.”

(Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμος Εʼ 1900-1924, σελίδα 614)

.

.

.

Π Η Γ Η
.

.

Η εξουσία και ο φόβος μπροστά στην ηδονή

Το κείμενο που ακολουθεί συνοψίζει μία σειρά από απόψεις που ωστόσο όλες τους έχουν βασιστεί στις κεντρικές ιδέες που παράγει ο πυρήνας του σχήματος που ονομάζεται T.O.P.Y. (The Temple ov Psychic Youth). Ελπίζουμε ότι σε αυτά που ακολουθούν θα δοθούν έμμεσα πολλές απαντήσεις σχετικά με το T.O.P.Y., καθώς σε εμάς δεν υπάρχουν ορισμοί.

Τόσο στην αρχική του φάση, όσο και στην συνέχειά του, το T.O.P.Y. είναι τέτοιο ώστε να αποφεύγεται κάθε στήριξη σε πρόσκαιρους ορισμούς που χρησιμεύουν μόνο για να καταπιέζουν τους ανθρώπους και να τους κρατούν στο παρελθόν, κάτι που τους αφήνει στο έλεος εκείνων ακριβώς των δυνάμεων ενάντια στις οποίες μάχεται το T.O.P.Y.

Δεν πρόκειται για κάποιο ακαδημαϊκού τύπου σωματείο που αναζητάει την γνώση με την κοινώς αποδεκτή έννοια, αλλά αντίθετα για μία συλλογικότητα της οποίας οι ιδέες, οι σκοποί και οι πρακτικές βρίσκονται σε διαρκή ρευστότητα, έτσι ώστε (όσο αυτό είναι δυνατό) να αντικατοπτρίζει αυτή τις ιδιαίτερες ατομικές σκέψεις των προσώπων που συνθέτουν το ευρύ πληροφοριακό / ερευνητικό δίκτυό της.

Κατ’ αρχάς κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθούμε με την παρούσα χώρο / χρονική πραγματικότητα στην οποία καλούνται τα άτομα να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μία πραγματικότητα άμεσα σχετιζόμενη με την δομή της δυτικού τύπου κοινωνίας, η οποία ελάχιστα μόνο έχει αλλάξει εδώ και αρκετούς αιώνες.

Πρόκειται για μίας φεουδαρχική κοινωνία, όπου η μεγάλη βάση του λαού χρησιμοποιείται ως ενεργειακή φυσική πηγή (πρώτη ύλη) έως την εξάντλησή της. Πηγή μίας Ενέργειας που χρησιμοποιείται και πάλι ενάντια σε εκείνους ακριβώς από τους οποίους αντλείται. Αυτή η διαδικασία αυτο-αναπαράγεται και μεγεθύνεται επίσης από μόνη της προς όφελος των συμφερόντων που διαχειρίζονται εκείνοι που την ελέγχουν. Καθώς μάλιστα αυτές οι προνομιούχες ομάδες κληρονομούν τον ιερατικού τύπου ρόλο τους, καταλήγουν να μην ελέγχουν πια εκείνες τον ίδιο τον Έλεγχο. Ο Έλεγχος απολαμβάνει μία καρκινωματική, παρασιτική ζωή σε βάρος όλων όσων του ανήκουν.

Σε τακτές περιόδους, ο Έλεγχος, όπως και ο καρκίνος, μπαίνει απρόσκλητος μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς, εδώ όμως κατά κανόνα από την βιολογική γέννησή τους, αναπαράγεται σε βάρος τους και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, επηρεάζοντας αρνητικά τα άτομα που χρησιμοποιεί ως ξενιστές του.

Από το ψυχρό νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου αφαιρείται από τα άτομα το μυστήριο της γέννησής τους, μέχρι την εκπαίδευσή τους και την μετατροπή τους σε κωδικούς αριθμούς, κυριαρχεί μία εκ των προτέρων προγραμματισμένη διαδικασία που ακολουθεί τα άτομα σε όλη τους την ζωή. Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς έτσι ώστε να εμφυτεύει την υπακοή σε μία προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων και να καθιστά αποδεκτές τις κληρονομούμενες αξίες και μέτρα, με άλλα λόγια να κάνει τους ανθρώπους να αποδέχονται την αδυναμία τους να καλυτερεύσουν έστω και λίγο την τωρινή κατάστασή τους που είναι η χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια ιδιότητα του υπήκοου.

Αναπόσπαστα δεμένη με αυτό είναι η δύναμη της γλώσσας που δίνει στα πράγματα μία γενικότερη ιδεολογική κατεύθυνση και μας σπρώχνει στο να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα, όπως αυτή μας παρουσιάζεται, σαν τάχα τον μοναδικό δρόμο από το ένα σημείο στο άλλο. Το άτομο έχει αφεθεί χωρίς ελπίδα σε αυτή την κατάσταση και όλος ο μηχανισμός του Ελέγχου είναι εναντίον του:  η προσφερόμενη συνολική εικόνα του παρόντος, η κοινωνική δομή, η πολιτική, η Θρησκεία, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η πυρηνική και μονογαμική οικογένεια.

Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Καθώς το κύκλωμα του Ελέγχου μπορεί να καταλήξει βραχυ-κύκλωμα, ο Έλεγχος χρειάζεται να καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλει συνεχώς χρονικά όρια στους υπηκόους του και το πετυχαίνει αυτό μέσα από την κουλτούρα σε όλες τις μορφές της, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τα παρόμοια, όπου υπάρχει πάντα αρχή, μέση και τέλος και άκαμπτες ακολουθίες χωρίς την ελάχιστη έστω παρεκτροπή. Έτσι ακριβώς θέλει ο Έλεγχος να γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Το άτομο όμως είναι μία πρόσκαιρη και παράλληλα προκαθορισμένη κατάσταση ρευστότητας. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό προκαθορισμένα σημεία και ορισμοί, τελικές απαντήσεις ή εξειδικευμένες φόρμουλες. Η ζωή είναι τελείως απλά ένα ρεύμα, ή, για να το πούμε διαφορετικά, αποτελείται από μικρά – μικρά κομματάκια σε κάθε ελάχιστο επίπεδό της. Τα γεγονότα δεν συμβαίνουν μόνο για να ακολουθηθούν από κάποια επόμενά τους γεγονότα, αλλά ανά πάσα στιγμή μαζί με ένα πλήθος από γεγονότα που ήδη υπάρχουν μέσα στην ύπαρξη αντανακλώνται με πολύ διαφορετικές ερμηνείες στο ανθρώπινο ασυνείδητο.

Τα cut-ups αποτελούν μία αποτελεσματική μέθοδο για να επισημάνει κανείς έγκαιρα και να βραχυκυκλώσει τον Έλεγχο. Η ζωή είναι άθροισμα συνεχών κυμάτων από κατατεμαχισμένα πράγματα ή γεγονότα σε κάθε επίπεδό της. Είναι ένας τρόπος να προσδιοριστεί (περιγραφεί) η αποκάλυψη της πραγματικότητας και η πολυπλοκότητα του ατόμου στο (και από το) οποίο αυτή έχει κληροδοτηθεί .

Ο Έλεγχος αρνείται την διαίσθηση και το ένστικτο ειδικότερα, καθώς και τα όνειρα όλων των ειδών, όπως άλλωστε και την χωρίς συγκεκριμένο σκοπό σκέψη. Αποδεδειγμένα ωστόσο μπορεί κάποιος να πιστεύει στην ύπαρξη πολύ περισσότερων πιθανοτήτων για το κάθε τι, από όσες μας έχει κάνει να δεχόμαστε ο Έλεγχος που κανονίζει προς όφελός του τον κοινωνικό προγραμματισμό.

Οι αντιστασιακοί κανόνες συμπεριφοράς και ψυχολογικές αντιλήψεις έχουν ήδη δημιουργήσει το απαραίτητο κίνητρο για ν’ αρχίσει κανείς να αναρωτιέται για τα δεδομένα που μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτά ή ακόμα και να τα αρνηθεί. Τίποτε δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτό πριν αναλυθεί και δίχως να εκτιμηθεί προηγουμένως εάν οι αξίες που μεταφέρει είναι καλές για τα άτομα. Ο σκεπτικισμός δεν καταστρέφει διαδικασίες, αλλά βοηθάει να αντιληφθεί κανείς τον Έλεγχο και να ερμηνεύσει τις μεθόδους του.

Μία από τις πιο ύπουλες μεθόδους του Ελέγχου είναι ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός στις μυριάδες δογματικές εκδοχές του διδάσκει ότι το σεξ είναι αμαρτωλό, όταν δεν το καταστέλλει μέσα από αμέτρητους κανόνες. Για τους εξουσιαστές και για εκείνους που ασχολούνται με τον νομοθετικό έλεγχο αυτού του ίδιου του Ελέγχου, το σεξ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές και ένα από τα χειρότερα προβλήματα. Οι κλίκες που νομοθετούν ξέρουν πολύ καλά ότι το σεξουαλικό στοιχείο αποτελεί γι’ αυτούς ένα μεγάλο εμπόδιο, αφού συνδέεται με την ικανότητα των ατόμων να δημιουργούν και να παίζουν, άρα με την αυτοσυνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.

Αν το σεξ μπορούσε ποτέ να εκφραστεί με ένα μανιφέστο, αναπόφευκτα θα επιβεβαίωνε την σαφή ανωτερότητά του και θα αρνιόταν να υποτάσσεται στα τεχνητά δεδομένα της ηθικής που έχουν κατασκευαστεί με αποκλειστικό σκοπό να υποδουλώσουν. Σε αυτή την υποδούλωση των ατόμων στην εξουσία, συμπεριλαμβάνονται η επιβολή της μονογαμίας που ενδυναμώνεται περαιτέρω από τον γάμο, και η δημιουργία μίας σειράς από ανασταλτικές παρεκτροπές του ελεύθερου ερωτισμού. Το ερωτικό ένστικτο μπλοκάρεται συστηματικά μέσα από έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό καταπίεσης.

Αυτή η συνεχής καταπίεση δημιουργεί ένα απόθεμα ενέργειας, το οποίο οι νομοθέτες και οι παπάδες είναι κανοί να το διοχετεύουν στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους και στην ισχυροποίηση των θέσεών τους στην κοινωνία και στο κράτος. Ο μηχανισμός αυτοσυντήρησής τους βασίζεται επάνω σε κανόνες και νόμους που αποσκοπούν ανοικτά στην καταπίεση της ελεύθερης εκδήλωσης της σεξουαλικής παρόρμησης, μία καταπίεση που αυτόματα υποστηρίζει την παραπέρα καταπίεση των μαζών. Η κατάρρευση όλου αυτού του πλέγματος κανόνων καταστολής είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μας στόχους, καθώς κάτι τέτοιο αυτόματα θα προκαλέσει γενικευμένη ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές και με ολόκληρο τον παρόντα «πολιτισμό». Μπορεί πολύ εύκολα κάποιος να αναλογιστεί εκείνον τον απέραντο ωκεανό καταπιεσμένης ενέργειας να αρχίσει να ξεχύνεται, να ξεχειλίζει πάνω από τα συμπαγή φράγματα προς κάθε κατεύθυνση.

Οι πολυάριθμες αρρώστιες του πνεύματος, οι νευρικές διαταραχές που προκαλούνται από αυτή την ψεύτικη ζωή κάτω από την κυριαρχία του Ελέγχου έχουν αυξηθεί σε απίθανα μεγάλες αναλογίες. Ζούμε ωστόσο ή μάλλον απλώς υπάρχουμε, μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο στην πραγματικότητα από «παρουσίες» που εμπεριέχουν το «όντως Όλον» δίχως όμως να το δείχνουν ή να το αναπαριστούν. Προέχει συνεπώς ανάμεσα στις προσωπικές μας εμπειρίες, και σε μία μικρότερη έκταση λειτουργώντας επίσης ως «παρουσίες» να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μία στοιχειώδη γνώση του «όντως Όλου». Καθώς όλοι οι τρόποι κατάκτησής ή προσέγγισης της γνώσης και της εμπειρίας είναι σχετικοί και υποθετικοί, ο πιο σίγουρος δρόμος για κάτι τέτοιο είναι η σταθερή επέκταση της γνώσης μας και μία συνεχής αναζήτηση της πλήρους εικόνας και της συνάφειάς της με εμάς τους ίδιους.

Η κατακερματισμένη και επινοημένη «φύση» της συνηθισμένης σκέψης και εμπειρίας που μας επιβάλλεται μέσα από τον κοινωνικό Έλεγχο, θα μπορούσε να θεραπευθεί μόνο εάν την αντικαθιστούσαμε με την αναζήτηση μίας δυναμικής ενότητας που συνεχώς θα αναπτύσσεται.

Ο έσχατος παραλογισμός στον οποίο έχουμε φθάσει σήμερα είναι ότι πιεζόμαστε και αισθανόμαστε ένοχοι ακριβώς επειδή λόγω του Χριστιανισμού έχουμε διδαχθεί να αισθανόμαστε ένοχοι, όταν θα έπρεπε κανονικά να έχουμε απαλλαγεί πρώτα από όλα από αυτή καθεαυτή την ιδέα της «πλάνης», του «λάθους» ή του «αμαρτήματος». Κατά κανόνα, η ενοχή ξεκινάει από μία πηγαία έλλειψη σεβασμού των ατόμων προς τον εαυτό τους ή από την συναναστροφή με άλλους που έχουν έναν τέτοιο (ενοχικό) τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Η αφετηρία αυτών των βασάνων είναι εκείνο που κυνικά παρουσιάζεται σαν ένα τάχα προαιώνιο λάθος («αμάρτημα») στο οποίο έχουμε υποτίθεται όλοι οι άνθρωποι υποπέσει.

Πράττοντας όμως εκείνο που εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε, οπλίζουμε τον εαυτό μας με την πιο δυνατή ικανοποίηση, συνδέοντας την ατομική πράξη με την συλλογική πρακτική  και κατακτώντας μία σπάνια ψυχική δύναμη, η οποία έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσα στο Τ.Ο.Ρ.Υ.

«ΚΑΘΕ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΗΔΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΆ ΑΠΩΛΕΣΘΕΙ».

Μία ηδονή, ευχαρίστηση, ικανοποίηση είναι δημιουργική μόνο εάν δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το βασίλειο του Ελέγχου. Αγαπώντας ό,τι μας ευχαριστεί, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουμε όσο γίνεται περισσότερο ελεύθερο χώρο μέσα στην καθημερινή μας ζωή, χώρο απαλλαγμένο από την μολυσματική παρουσία του Ελέγχου. Διαφορετικά δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε την δύναμη να ανατρέψουμε αυτόν τον γερασμένο κόσμο που η μούχλα του θα μεγαλώνει ολοένα ανάμεσά μας και αργά ή γρήγορα θα σαπίσει τα όνειρά μας.

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΘΑ ΣΗΜΑΝΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ»

Το να πάρουν οι άνθρωποι την ζωή τους στα χέρια τους, θα σημάνει την αρχή μία άλλης εποχής, μίας εποχής αυτοδιαχείρισης η οποία είναι άλλωστε ένας από τους πιο βασικούς μας στόχους. Από όσα ήδη συμπεριλάβαμε σε αυτό κείμενο, τίποτε δεν είναι σκέτη θεωρία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ίδια η ζωή χλευάζει άμεσα ακόμα και τις πιο υπέροχες θεωρίες.

Μόνο από την ηδονή γεννιέται το θάρρος και το γέλιο που γκρεμίζουν κανόνες, νόμους και όρια. Το θάρρος και το γέλιο που θα πέσουν με την αθωότητα ενός παιδιού επάνω σε εκείνους που αντιπροσωπεύουν την καταστολή, τον υπολογισμό, την εξουσία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να ανακαλυφθεί ένα κοινωνικό «νόημα» ακόμα και στις πιο χαρακτηριστικές μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι τρομακτικό, όπως δείχνει από μία πρώτη ματιά, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ύπαρξη πολλών αβύσσων διαφοράς ανάμεσα σε διαφορετικά υποκειμενικά «νοήματα». Στις συλλογικές ανθρώπινες δραστηριότητες υπάρχει «νόημα» μόνο όταν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες σε αυτές πιστεύουν ότι υπάρχει νόημα.

Εκεί οφείλεται η όλη σύγχυση ή οι διάφοροι τεχνητοί μύθοι σχετικά με εμάς, μύθοι που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους που είναι έξω από τους κύκλους μας. Κανένα τυπικό δεν υπάρχει που να πρέπει να προταχθεί στους συμμετέχοντες , καμμία ανάγκη να υπάρξει μία πρόνοια για τήρηση κανόνων από τους συμμετέχοντες και αυ΄το για τον απλό λόγο ότι οι συνηθισμένες, συμβατικές αξίες και η έννοια της πραγματικότητας έχουν απλοποιηθεί με ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα πίστης.

Μία κοινωνία Ελέγχου βασισμένη στην εκμετάλλευση της ζωής, αποκτά την ενέργεια που της είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει από έναν συνεχώς παρόντα φόβο. Αυτός ο φόβος έχεις αρχίσει να μοιράζεται πλέον «δημοκρατικότατα», έτσι ώστε με γραφειοκρατικό τρόπο να καταστεί «φυσική» κατάσταση και να κτυπάει στις καρδιές μας σαν να είναι αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής.

Φαίνεται ότι σε τελική ανάλυση ο μοναδικός φόβος που συνεχώς υπάρχει μέσα μας είναι ο φόβος να νοιώσουμε ηδονή. Η ουσία του Τ.Ο.Ρ.Υ. είναι εκείνη ακριβώς η μαγική ολοκλήρωση στην οποία αποσυντίθεται ο Έλεγχος. Η ιδέα είναι να εφαρμοσθεί η τεχνική των cut-ups (του κατακερματισμού της πολυσύνθετης πραγματικότητας) στην Συμπεριφορά.

Μέθοδός μας είναι μία σύγχρονη, μη μυστικιστική, συμμετοχή στην Μαγεία, σκοπός είναι ένας αυτοπροσδιορισμός του συνειδητού και του ασυνείδητου των ατόμων. Αυτό που τελικά επιδιώκουμε είναι να εξουδετερωθεί και να κτυπηθεί στην καρδιά της η βαθύτερη έννοια του κοινωνικού Ελέγχου.

Για εμάς, το ελεύθερο Άτομο είναι η έσχατη πραγματικότητα και η μεγαλύτερη δύναμή μας.

The Temple ov Psychic Youth.

(Δημοσιεύθηκε στο 23ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη» το καλοκαίρι του 1990)