Αντι-εξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

bibliodiadromes_2h41.jpg

.

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
..

bibliodiadromes_241«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 24, Απρίλιος 2004

.

.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/pDmmS-6BY

Advertisements

Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Η βομβιστική επίθεση του IRA στο Μπράιτον της Βρετανίας το 1984

grand-hotel-following-bomb-attack-1984-10-12Η Βόμβα του ΙΡΑ «κόβει» στα δύο το Γκράντ Οτέλ στο Μπράιτον, όπου διαμένει η πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ και μέλη του υπουργικού συβουλίου της.


.

Ήταν 12 Οκτωβρίου του 1984 όταν στις 2.54 π.μ μια βόμβα εκρήγνυται στο μπάνιο του δωματίου 629 στο πολυτελές ξενοδοχείο “Grand Hotel” στο Μπράιτον της Βρετανίας.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου ένας ευγενικός κύριος με το όνομα Roy Walsh είχε κλείσει το συγκεκριμένο δωμάτιο για μερικές μέρες. Κατά την διάρκεια της παραμονής του τοποθέτησε στο χώρο του μπάνιου έναν εκρηκτικό μηχανισμό εφοδιασμένο με έναν αυτοσχέδιο πυροκροτητή μεγάλης χρονοκαθυστέρησης, κατασκευασμένο απο ενα timer προγραμματισμού αυτόματης εγγραφής συσκευής βίντεο και προγραμματισμένο να εκραγεί μετά απο αρκετές μέρες, κατά την διάρκεια δηλαδή παραμονής της Μάργκαρετ Θάτσερ στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, στα πλαίσια ενός συνεδρίου του συντηρητικού κόμματος.
Στην πραγματικότητα αυτός ο ευγενικός κύριος με τις όχι και τόσο ευγενικές προθέσεις ήταν ο Patrick Magee ένας νεαρός μαχητής του IRA ο οποίος είχε αναλάβει την ευθύνη για την επιχείρηση της εκτέλεσης της Μάργκαρετ Θάτσερ ως μια πράξη εκδίκησης απέναντι στους νεκρούς απεργούς πείνας μεταξύ των οποίων και ο Μπομπι Σάντς στις φυλακές το 1983.
Την στιγμή της έκρηξης οι περισσότεροι επισκέπτες ήταν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους, ενώ ορισμένοι διασκέδαζαν στο μπαρ του ξενοδοχείου συζητώντας για τις αποφάσεις του συνεδρίου οι οποίες αφορούσαν μεταξύ άλλων και την κατασταλτική στρατηγική που θα ακολουθούσαν εναντίων της απεργίας των ανθρακωρύχων που διαμαρτύρονταν για τις ιδιωτικοποιήσεις των ορυχείων και ειχε κοστίσει περισσότερο απο 1.5 δις λίρες στην βρετανική κυβέρνηση.
Η Θάτσερ ήταν στην σουίτα της μαζί με την γραμματέα της και ολοκλήρωνε την ομιλία που θα εκφωνούσε ενώ στο κρεβάτι κοιμόταν ο άντρας της Ντένις.
Από την έκρηξη κατέρρευσε ένα τμήμα του ξενοδοχείου ενώ άνοιξε ένας κρατήρας μέχρι το ισόγειο του κτηρίου. Η κρεβατοκάμαρα της Θάτσερ καταστράφηκε όμως αυτή και ο άντρας της γλύτωσαν από την επίθεση. Πέντε μελη και συγγενείς του συντηριτικου κόμματος δεν είχαν την ίδια τύχη αφου έπεσαν νεκροί ενώ αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν.

Η ίδια η Θάτσερ αφού άλλαξε ρούχα έκανε δηλώσεις μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες προσπαθώντας να δείξει ότι η ζωή συνεχίζεται όμως όλοι ήξεραν ότι τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο.
Την επόμενη μέρα ο IRA αναλαμβάνει την ευθύνη δηλώνοντας μεταξύ άλλων “Σήμερα είμασταν άτυχοι, αλλά να θυμάστε πως εμείς αρκεί να είμαστε τυχεροί μόνο μια φορά, ενώ αντιθέτως εσείς θα πρέπει να είστε τυχεροί διαρκώς”

Ο Patrick Magee συνελήφθη τον Ιουνίο του 1985 στην Γλασκόβη και καταδικάστηκε σε 8 φορές ισόβια κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε μετά απο 14 χρόνια, ύστερα απο σχετική συμφωνία του IRA. Σχετικά με την επίθεση που πραγματοποίησε είχε δηλώσει “Καταφέραμε να καταστρέψουμε δυο βασικές στρατηγικές τους, η απεργία πείνας κατέστρεψε την έννοια της εγκληματικοποιησης μας και η βόμβα στο Μπράιτον κατέστρεψε την έννοια του περιορισμού ως προς την δυνατότητα της δράσης μας.”

.

wood_245916202

.

.

Ø

ΠΗΓΗ: ΝΡΧ

Krav Maga και αντιναζί!

DSC_20161013_110634_662.JPG

Όπου ανοίγει ένα γυμναστήριο, ξυλοφορτώνεται ένας ναζί!

Ομοφυλοφιλία και ναζισμός

tumblr_lhl6ygi3WT1qh6tkco1_1280.jpg

.

.

Στο βιβλίο The Pink Swastika, των Scott Lively και Kevin Abrams καθώς επίσης και στο Homosexuality: The Essence of Nazism, του Michael W. Johnson, υποστηρίζεται η ομοφυλοφιλική καταγωγή του ναζιστικού κινήματος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τις αρχές του 20ου, η ομοφυλόφιλη επιθυμία γνώριζε στη Γερμανία μια περίοδο άνθησης.

Το σκάνδαλο Eulenburg στην αυλή του Κάιζερ Wilhelm II, οι θεωρίες περί Τρίτου φύλου του Magnus Hirschfeld, η ίδρυση από τον ίδιο των προσκοπικών κινημάτων με την επωνυμία Wandervogel, ομάδων νεαρών ανδρών που διαβιούσαν στη φύση και καλλιεργούσαν τον ανδρισμό τους κατά τα πρότυπα των αρχαίων Σπαρτιατών, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι παιδεραστές αρχίζουν να πληθαίνουν. Το μόνο που τους λείπει είναι μια οργάνωση, αλλά απ’ ότι φαίνεται πρέπει ήδη να υπάρχει γράφει ο Engels σε μια επιστολή του προς τον Marx.
Τα τάγματα της ναζιστικής νεολαίας, τα Freikorps, θα προέλθουν, κάποιες δεκαετίες αργότερα, μέσα απ’ αυτά τα παρακμάζοντα προσκοπικά κινήματα και θα διοικούνται σε έναν μεγάλο βαθμό από ομοφυλόφιλους και παιδεραστές.
Πολλές ηγετικές μορφές του ναζιστικού κινήματος ήταν φανερά ομοφυλόφιλοι όπως ο Rudolf Hess και ο Ernst Röhm που επάνδρωσαν τα SA με ομοφυλόφιλους διοικητές.
Υποψίες εγείρονται ακόμη και για τον ίδιο τον Hitler.
Οι Samuel Igra και Hermann Rauschning, αναφέρονται σε επίσημα στοιχεία της αστυνομίας που διαβεβαιώνουν ότι ο Hitler, γνωστός στο ναζιστικό περιβάλλον και ως ο ωραίος Αδόλφος
, Der Schoen Adolf, ήταν μια αρσενική πόρνη στη Βιέννη το 1907 – 1912, αλλά και στο Μόναχο την περίοδο 1912 – 1914.
Ο Hitler είχε σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και της ανιψιάς του, αλλά όλες οι σχέσεις του ήταν αποτυχημένες.

“Ο φασισμός”, σημειώνει ο φιλόσοφος Vladimir Jankelevitch σ’ ένα πυρετικό του χειρόγραφο το 1944, “εκπληρώνει την παλιά ομοφυλόφιλη τάση των Γερμανών, εκείνη που απ’ τον ωραίο Ζίγκφριντ μέχρι τον ποιητή Στέφαν Γκέοργκ παθιάζει τη γοτθική φαντασία. Οι άντρες μεταξύ τους, οι γυναίκες στις κουζίνες (θυμηθείτε το σύνθημα: Kinder, Kirche, Kuche). Η ζωή στην ύπαιθρο, η τρέλα των γυαλιστερών στολών, ένα κάποιο ελληνικό νιτσεϊκό ιδανικό για την αρσενική ομορφιά, τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να τροφοδοτούν έτι περαιτέρω μια παραδοσιακή κλίση του στρατού του Γουλιέλμου. Η χιτλερική ψευτοαρετή μπορεί να θεωρηθεί η εξέγερση της αντεστραμμένης αρρενωπότητας εναντίον του θηλυκού και επίπλαστου πολιτισμού που ενσαρκώνεται απ’ την Γαλλία. Ο Χίτλερ, ο άντρας χωρίς γυναίκες, είναι ο όμορφος βάρβαρος, ο εγκρατής, ο αδιάφορος απέναντι στις σειρήνες της απόλαυσης, σε όλες τις filles – fleurs. Ο νεοσπαρτιατικός φανφαρονισμός, η μέγαλη εκτίμηση για τις λεγόμενες “νεανικές” κινήσεις, έχει επίσης παιδεραστική καταγωγή. Ξεφυλλίστε τα περιοδικά τους: δεν περιλαμβάνουν παρά κρουστά, αθλητές, ρωμαϊκά προφίλ, παραληρηματική αρρενωπότητα.”.
“Η στρατοκρατία” θα σημειώσει και ο Wilhelm Reich, “στηρίζει την ομαδική, ψυχολογική της επίδραση σ’ έναν ερωτικό μηχανισμό: η αισθησιακή έλξη της στολής, η γενετήσια διέγερση που προκαλούν με τη ρυθμική τους κίνηση οι παρελάσεις είναι όλα αισθησιακά συμφέροντα που χρησιμοποιούνται συνειδητά.”

.

.

Πολλά επίσης από τα τελετουργικά σύμβολα του ναζισμού προήλθαν από το ομοφυλόφιλο περιβάλλον, όπως ο χαιρετισμός «Sieg Heil», το διπλό “SS”, ακόμη και το ανεστραμμένο Ροζ Τρίγωνο που χαρακτήριζε τους ομοφυλόφιλους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας διωγμός που ποτέ δεν πήρε όμως διαστάσεις γενοκτονίας, όπως στην περίπτωση των Εβραίων, αλλά όπως φαίνεται έγινε μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών βιομηχάνων που χορηγούσαν το ναζιστικό κόμμα και είχαν αρχίσει να θορυβούνται από τις διαστάσεις που έπαιρνε το ομοφυλόφιλο ζήτημα. Οι ομοφυλόφιλοι μάλιστα που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα ήταν κυρίως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, οι “femmes”, αυτοί που εκτρέπονταν στο α-τόπημα του γυναικείου ίχνους και όχι οι “butches”, που επένδυαν και επιδείκνυαν την αρρενωπότητά τους. Η θηλυπρέπεια και η παρενδυσία είναι συνθήκες που αντιστρέφουν τα σημεία του βιολογικού ίχνους, διαταράσσοντας έτσι το νόημα της ναζιστικής ιδέας.

Αν όλα τα παραπάνω μας αποκαλύπτουν μια φανερή, κεκαλυμμένη ή λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του ναζιστικού κινήματος, μας εξιστορούν και κάτι ακόμη που το αφήνουν όμως ανερμήνευτο: τον εντοπισμό του παραβατικού, πολιτικού ίχνους στο σεξουαλικό φαντασιακό. Σ’ αυτή τη σφαίρα του σεξουαλικού που πραγματώνει και αληθεύει τις αναπαραστάσεις μας, ενθυλακώνοντάς τες στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Ο ναζισμός είναι μια τέτοια σκηνή, μια σκηνή της σαγήνης, αλλά “η σαγήνη είναι πάντα μια σαγήνη του κακού”, όπως θα πει ο Baudrilland. Η φαντασιακή δυνατότητα του ίδιου του κακού να διαβιώνει μέσα στον κόσμο σε πείσμα κάθε ηθικής ή πολιτικής καταστολής του.

“Οι κοινωνικά παραβατικές συμπεριφορές προσλαμβάνουν τη σαγήνη του κινδύνου, ακριβώς επειδή δελεαζόμαστε ακατάπαυστα από την ιδέα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη. Αυτό που φαντάζει εκτός ορίων γίνεται σέξι και εντρυφώντας στο ενδιαφέρον μας για το ταμπού νιώθουμε άτακτοι” θα πει χαρακτηριστικά η Halberstam.
Ο ναζισμός είναι η μόνη ιδεολογία που δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το καθεστώς της σαγήνης αλλά απεναντίας επένδυσε πάνω του. Όλες οι άλλες ιδεολογίες επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον άνθρωπο στο περιβάλλον μιας εξορθολογισμένης κοινωνικότητας, όπως η σοβιετική αισθητική, για παράδειγμα, που αφιέρωσε τον άνθρωπο της στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, στη στοχοπροσήλωση της κοινωνικής του ιδέας, αποκλείοντάς τον από το περιβάλλον της σαγήνης και των παρεκκλίσεων.
Αντιθέτως απ’ τη σκηνή του ναζισμού αυτό που εκπέμπεται είναι μόνο σαγήνη, η σαγήνη του Ενός, που διαπερνά ακαριαία το πλήθος, το συν-κινεί, το έλκει, το δια-στρέφει, το θηλυκοποιεί, (ο Hitler αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια πράξη βιασμού πάνω στο θήλυ ίχνος της μάζας), αυτός ο θρίαμβος εν τέλει του σωματικού.

.

.

Στη ναζιστική αισθητική αυτό που σχηματοποιείται είναι το ίχνος ενός φαντασιακού: το ωραίο, αψεγάδιαστο, υγιές σώμα που διατίθεται στον ηγέτη και στη χαρά των συντρόφων του. Κυρίως η εικόνα του αντρικού σώματος, του φερέλπι, νεαρού μαχητή, που πραγματώνεται και πνευματώνεται στον άθλο της γενναιότητάς του αλλά και στο προνόμιο της καταγωγής. Μια φαντασμαγορική εικονοποιία που από τη μια επιχειρεί να αναδείξει το ίχνος μιας ανθρωπολογικής διαφοράς και από την άλλη να καθιερώσει τη σαγηνευτική σκηνή της ναζιστικής ιδέας. Μια σκηνή που εκθέτει τη σεξουαλικότητά της και πνευματικοποιεί την εκδήλωση της πραγματικότητάς της.
“Σε αντίθεση προς την άφυλη αγνότητα της επίσημης κομμουνιστικής τέχνης”, θα πει η Sontag, “η ναζιστική είναι φιλήδονη και ταυτόχρονα εξιδανικευτική. Μια ουτοπική αισθητική που υποδηλώνει έναν ιδεώδη ερωτισμό: μια σεξουαλικότητα μετασχηματισμένη στο μαγνητισμό των ηγετών. Το φασιστικό ιδεώδες είναι να μετατρέψει τη σεξουαλική ενέργεια σε ‘πνευματική’ δύναμη προς όφελος της κοινότητας”.

Μια σεξουαλικοποιημένη δηλαδή ομοψυχία που “διακλαδίζεται” (Deleuze), μέσα στο σώμα, ηδονίζοντάς το. Μια σεξουαλικότητα που άρχεται βέβαια από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του δασκάλου και του μαθητή και της ομοερωτικής τους σχέσης και που δύσκολα χωρά στο πλαίσιο μιας μονοσήμαντης σεξουαλικής στρατηγικής, όπως επιχειρούν να την καθηλώσουν οι ιστορικοί που προαναφέρθηκαν. Τα ανδρικά γυμνά της ναζιστικής τέχνης, που κοσμούσαν τους δημόσιους χώρους των γερμανικών πόλεων, είναι εδώ για να σαγηνεύσουν και για να υπομνηματίσουν περισσότερο μια εσωτερική κατάσταση, παρά για να εκθέσουν την εδραμάτισή της. Εξέθεταν όχι τόσο την πραγματικότητα της γυμνότητάς τους, όσο την ιδέα μιας ποθητής αρρενωπότητας. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που αποσύρει απ’ το ανάγλυφό της τις σεξουαλικές της εντάσεις. Είναι έτσι σώματα σχεδόν ουδέτερα, με απαλυμένα τα σεξουαλικά τους όργανα, ενδεδυμένα μόνο τη γυμνότητά τους. Ένα καθαρό πρότυπο, αυτή η ιδέα του αρείου σώματος, ο αντικατοπτρισμός του ποθητού του ίχνους και πάντα σ’ αυτό το καθεστώς της απέκδυσης της ζωής, ένα απ’ τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της ναζιστικής τέχνης. Δεν είναι το σάρκινο που εκτίθεται στο γλυπτό, αλλά το γλυπτό που διεγείρει το σάρκινο. Οι εικόνες έτσι της Riefenstahl και ειδικά των κολυμβητών της από την Ολυμπία, είναι στιγμές μιας αποσβολωτικής ομορφιάς αλλά και μιας μοναδικής συγκίνησης. Εμβληματικά, ιδεόληπτα σώματα που εμψυχώνουν τη μυθολογική καταγωγή τους και δι-εγείρουν τη μυθοπλαστική τους αλήθειά.

Ο Hans Surén, στο βιβλίο του η Γυμναστική των Γερμανών, αναφέρει σχετικά: “Η ενατένιση ενός καλοσχηματισμένου σώματος ασκεί μια βαθιά παιδαγωγική επίδραση, από άποψη όχι μόνο σωματική, αλλά και ηθική. Η γυμνότητα ενός ευγενούς σώματος αποτελεί μια σημαντική προτροπή για μίμηση, πράγμα που το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες…Οι Έλληνες καταφθάνουν από παντού. Οι χαλαροί και φαρδιοί χιτώνες τους που πέφτουν με χάρη στους ώμους, καλύπτοντας μόνο ένα μέρος του σώματος. Τα γυμνά μπράτσα τους, ροδισμένα από τον ήλιο, καλοφτιαγμένα, που εισέρχονται στο στάδιο. Αυτή η νεολαία με τα υπέροχα σώματα, γυμνά ως επί το πλείστον και μαυρισμένα, προσφέρει ένα εκπληκτικό θέαμα”.

Ο νεαρός αθλητής και μαχητής σαγηνεύεται, ενδίδει, αλλά και πάλι συγκρατεί τη ζωική του ενέργεια για το πεδίο του στίβου ή της μάχης, αλλά και γι’ αυτή την ακαταμάχητη σαγήνη του θανάτου. Γι αυτό και η θέση των γυναικών στη ναζιστική κοινωνία και κουλτούρα ήταν πάντοτε μια θέση υποχώρησης, καθότι αναγνωριζόταν ως ένα υπονομευτικό, ως προς την στόχευση του ανδρός, φύλο. Ό, τι εντόπισε το εξασκημένο βλέμμα της Riefenstahl και στην κοινότητα των Νούμπα. Οι γυναίκες στην χιτλερική κοινωνία ήταν απλώς μηχανές αναπαραγωγής φυλετικά καθαρών παιδιών. Το σεξουαλικό φαντασιακό του νεαρού άνδρα έτσι, διαθλάται πάνω στην εγγύτητα του συντρόφου του. Συνθήκη που αναγνωρίζεται μάλιστα σε όλα τα ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές ή ο στρατός.

Ο Leo Bersani αναφέρεται σ’ αυτή τη “συναισθηματικοποίηση των ένοπλων δυνάμεων ή των εργατών, που μπορεί η ίδια να προεκβάλλει και να εξαγνίσει μια χαρακτηριστική σεξουαλική προτίμηση.”

Ο εμός σύντροφος γίνεται εδώ η πηγή μιας λιβιδινικής έντασης που δεν μορφοποιείται αναγκαστικά πάνω στο θηλυκό ή αρσενικό εκλιπών ίχνος, αλλά σ’ αυτό το ίδιο το καθεστώς της παραβατικότητας που δομεί την επιθυμία και την απόλαυση. Η επιθυμία άλλωστε, εντοπίζεται πάντα αλλού, είναι αυτό το αλλού, η δια-στροφή της ταυτότητας, το παιγνίδισμά της, η εκ-τροπή της, η ανωνυμία της και γι αυτό η διαθεσιμότητά της. Ο ναζισμός κυοφορήθηκε αργά μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συντροφικότητας, στις προσκοπικές οργανώσεις των Wandervogel που προαναφέραμε. Περιβάλλοντα όπου ο σύντροφος αναλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τη θηλυκοποίησή του, όχι την θηλυπρέπεια του, απεναντίας, αλλά τη διά-θεσή του στη φαλλική υπεροχή. Ο άθλος του νεαρού μαχητή γίνεται σ’ αυτή τη κουλτούρα και το συνώνυμο μιας καυλωτικής επιθυμίας, μια καθολική μορφή ηδονισμού που συνέχει το φαντασιακό και εκπληρώνει την πραγματικότητά του. Μια ταυτοποιητική σαγήνη όπου το υποκείμενό της δεν αντιστρέφεται αλλά εκτρέπεται, δεν χάνει τη ταυτότητα του, αλλά τη θεωρεί στη σκηνή του ομοίωσής του.

Η Judith Halberstam σημειώνει: “Αυτό το είδος του ανδρισμού συνέπεσε με μια εθνικιστική και συντηρητική έμφαση στην ανωτερότητα της ανδρικής κοινότητας και με μια φυλετική απόρριψη της θηλυκότητας. Πράγματι, μεταξύ αυτών των πρώιμων ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, οι άρρενες Εβραίοι θεωρούταν άντρες που είχαν εκθηλυνθεί από την επένδυσή τους στην οικογένεια και το σπίτι, ένα πεδίο που θα έπρεπε αφήνεται στις γυναίκες και οι οποίοι, όπως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, δεν ανταποκρίνονταν στο ανδροπρεπές καθήκον τους να παραμείνουν δεσμευμένοι στους λοιπούς αρρενωπούς άνδρες και σε μια ταγμένη στον ανδρισμό πολιτεία και δημόσια σφαίρα”.

Η σκηνή εδώ της αρρενωπότητας είναι μια ενσαρκωμένη εντύπωση και όχι ένα κενό παιγνίδι εντυπώσεων, όπως περιγράφει τη σαγήνη ο Baudrillard, αλλά μια έλξη, και μια εντύπωση, που επιστρέφει μορφοποιώντας το υποκείμενό της, δομώντας το ολοκληρωτικά. Η παθητικότητα της ελκτικής φοράς μετουσιώνεται εδώ σε δομική ενεργητικότητα, σε μια παλινδρομική κίνηση που ενσαρκώνει την επιθυμία, αυτή την αυθεντικότητα της σκηνής.

.

.

Στο περιβάλλον αυτού του ηδονισμού μια σκηνογραφία πάθους εκθέτει τον υλικό της περίγυρο, ερεθιστικά αντικείμενα που δι-εγείρουν σκηνές του διαστροφικού: η ηδονή του βιασμού, οι φετιχιστικές καθηλώσεις, η μαζοχιστική εργαλειοθήκη, αυτή η στολή των SS, τα εφαρμοστά παντελόνια, τα στρατιωτικά διακριτικά, οι γυαλιστερές μπότες, τα δερμάτινα ρούχα, σινιάλα όλα μιας ασυναγώνιστης σαγήνης που συγκροτεί μια ιδιαίτερη και περίκλειστη σεξουαλική εμπειρία. Ναζιστικά εξαρτήματα, που αυτονομούνται μέσα στη σφαίρα του σεξουαλικού, σε μια ξεχωριστή πορνο-γραφική κατηγορία, απεκδυόμενα το καταγωγικό, πολιτικό τους context. Μια σαδομαζοχιστική γραφικότητα, παραδομένη στις οξυμένες της αναπαραστάσεις, στη πραγματικότητα του αναφορικού.

“Υπάρχουν κάποια ισχυρά και αναπτυσσόμενα ρεύματα σεξουαλικού πάθους”, θα πει η Sontag, “τα ρεύματα εκείνα που κινούνται υπό την ονομασία του σαδομαζοχισμού, και τα οποία κάνουν το παιγνίδι με το ναζισμό να παίρνει μια ερωτική όψη. Αυτές οι σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και πρακτικές συναντώνται τόσο ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους, μολονότι η ερωτικοποίηση του ναζισμού είναι ορατή προπάντων μεταξύ των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο σαδομαζοχισμός είναι το μεγάλο σεξουαλικό μυστικό των τελευταίων χρόνων και όχι το ερωτικό ξεφάντωμα”.

Απ’ το υπόγειο λοιπόν δώμα του σαδομαζοχισμού η φασιστική εμπειρία καθίσταται η σκηνή της διαστροφής και της παράβασης. Μια παραβατικότητα που δεν συντονίζεται τόσο με κάποια προτάγματα σεξουαλικής απελευθέρωσης όσο με μια ασυνείδητη απόφαση υποταγής στην κυριαρχία του άλλου. Μια δουλική κάθειρξη του υποκειμένου όταν αυτό χειραγωγείται σιδηροδέσμιο και φιμωμένο υπό τις προσταγές του κυρίου του ή της ντομινατρίς του. Η αποθέωση μιας σωματοποιημένης πρακτικής, ή ενός μηχανοποιημένου σώματος, που εξαντλεί το πάθος του στη χειρονομία των εξαρτημάτων του. Η κυρίαρχη άλλωστε σκηνή του σεξ ήταν πάντα η σκηνή των αναπαραστάσεών του, η θεατρικοποίηση της πράξης του, η ηδονοβλεπτική διάσταση των ρόλων του. Το σαδομαζοχιστικό περιβάλλον, με τη μελαγχολική επαναληπτικότητα των χειρονομιών του, αποδίδει στη σεξουαλική εμπειρία έναν θανατόληπτο οίστρο. Μια απόκοσμη σαγήνη που εξαντλεί τα υποκείμενά της, στη πρόσ-τυχη στάση της εκφόρτισής τους. Το σεξουαλικό φαντασιακό που γίνεται εδώ η απόλυτη εξουσιαστική μηχανή, η δι-έγερση της. Η σαγήνη του Κυρίου και η μαζοχιστική προσήλωση του Δούλου, απο-καλύπτουν έναν λόγο που εκχέεται τώρα μέσα από τις ηδονιστικές εκδορές και εκχυμώσεις του σώματος, αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής, ο θρίαμβος, όπως θα έλεγε ο Baudrillard, του πραγματικού.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, μια θριαμβική, όσο και μυστική σημειουργία, ανακτά τις εκφράσεις της. Το ναζιστικό μπουντουάρ αναλαμβάνει σήμερα τη θέση που του αναλογεί, στα άρματα των gay prides, στους body builders με τις δερμάτινες εξαρτήσεις τους, στις στολές των μηχανόβιων, στη φυλή των gay skinheads, στην εικονογραφία του Tom of Finland, στο έργο του Bruce LaBruce, αλλά και στη βίλα των οργίων του Salo.

Μια πληθυντική τάση της gay κουλτούρας που ενσαρκώνει τη φασιστική αισθητική μιας επιθετικής σεξουαλικότητας, μιας S/M επιθυμίας να ανακτηθεί η γυμνότητα του ανθρώπου, το πιο βίαιο και διεστραμμένο της ίχνος. Με εξαίρεση τη γραφή Sade, η ναζιστική σημειουργία καθιερώνει, μέσα σε μια υπεραισθητική διάσταση, αυτή τη διαφάνεια του Κυρίου και του Δούλου.
Τους σεξουαλικοποιεί και τους δύο, σαγηνεύοντάς τους, μετατρέποντάς τους σε σεξουαλικούς ρόλους και πραγματώνοντάς τους στη σφαίρα του καθημερινού. Μια γραφή, η ναζιστική γραφή, που αναγνωρίζεται σ’ αυτό το περίκλειστο αλλού της επιθυμίας, ως η βιαιότητα μιας αλήθειας, η βαναυσότητά της, η πιο ερημική στιγμή του ψυχισμού.

.

Το βίντεο και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Bruce LaBruce.

ΠΗΓΗ: https://leximata.blogspot.gr/2013/11/blog-post_24.html

.

agapi-re-mounia-kriti

Τζον Στάινμπεκ – Τα σταφύλια της οργής (1939)

dorothea-lange-migrant-mother-series-41

(Αφιερωμένο στους εξεγερμένους της Γαλλίας)

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, “Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

.

“ Η Καλιφόρνια ήταν πρωτύτερα του Μεξικού και η γης της των Μεξικανών˙ και μια ορδή κουρελιάρηδες και έξαλλοι Αμερικανοί χίμηξαν πάνω της. Και ήταν τόσο πεινασμένοι για ένα κομμάτι γης, που πήραν τη γης, σφετερίστηκαν προνόμια, κατάργησαν προνόμια, φοβέρισαν και τρομοκράτησαν οι πεινασμένοι και έξαλλοι εκείνοι άνθρωποι˙ και φύλαγαν με τα ντουφέκια τη χώρα που είχαν σφετεριστεί.”

“…Μην ανεβάζεις την εμπιστοσύνη σου ψηλά ως τα πουλιά και δεν θα σέρνεσαι κατόπι μαζί με τα σκουλήκια.”

“…Είναι μια χώρα λεύτερη.
Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος , σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πληρώσεις τη λευτεριά σου.”

“…Ο Κέϊσι είπε: Έχω γυρίσει τον τόπο. Όλοι ρωτούν το ίδιο. Που θα φτάσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δε θα φτάσουμε ποτέ μας πουθενά. Πάντα σε πορεία. Θα βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε πορεία. Γιατί δεν κάθονται να το σκεφτούν οι άνθρωποι; Τώρα έχουμε ξεσηκωμό…
Απ’ τον κατατρεγμό έρχονται οι άνθρωποι σε απελπισία και επαναστατούν.”

“…είχα βαλθεί με όλα μου τα δυνατά να πολεμήσω το διάβολο, γιατί φανταζόμουν πως ο διάβολος ήταν ο εχθρός.
Μα κάτι πολύ χειρότερο απ’ το διάβολο κρατάει στα νύχια του τον τόπο, και δε θα τον παρατήσει αν δεν κοπεί κομματάκια κομματάκια.”

“…..Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μ’ όλο πουν θα υπάρχουν ακόμα οι βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι μια απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.”

“…Το πρόσεξα όπου κι αν σταθήκαμε. Πεινάνε οι άνθρωποι για κρέας και λαρδί, και όταν το βρούνε δεν τους θρέφει. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο την πείνα ζητούσαν προσευχές….Μα δε φελάνε πια οι προσευχές.
Οι προσευχές δεν προμηθέψανε ποτέ λαρδί και κρέας. Για το κρέας και το λαρδί χρειάζονται γουρούνια.(……)
Οι άνθρωποι ζητάνε να ζήσουν μια ζωή πρεπούμενη και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Και σαν γεράσουν πια, να κάθονται στην πόρτα τους και ν’ αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα. Και όσο είναι νέοι, να χορεύουν, να τραγουδούν και να πλαγιάζουν μαζί. Θέλουν να τρώνε, να μεθούν και να δουλεύουν.”

.

.

“…Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν. Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά, και τα σπυριά της πελλάγρας διογκώνονταν στα πλευρά τους. Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.”

“…Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”  

“…Στην ερημιά για νάβρει την ψυχή του πήγε, μα εκεί ανακάλυψε πως δεν έχει δική του ψυχή. Λέει πως έχει ένα κομματάκι από μια μεγάλη, από μια θεόρατη ψυχή. Λέει πως δε φελλά η ερημιά, γιατί το κομματάκι αυτό η ψυχή του είναι τίποτα, εξόν αν βρίσκεται μαζί με την υπόλοιπη και νά’ ναι μια ολάκερη ψυχή.”

“…Καμιά δουλειά…Δίχως δουλειά, ούτε λεπτά ούτε φαΐ.
Ένας άνθρωπος που’ χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στο αλέτρι κι έπειτα για το αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τα αφήσει να ψοφήσουν της πείνας όσο καιρό σταματά η δουλειά.
Εκείνα είναι άλογα-εμείς είμαστε άνθρωποι.”

.

Τζον Στάινμπεκ(1902-1968) – Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

.

(Κι η Αμερική μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους ομοίους μου και για τους ομοίους σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.)