Ομοφυλοφιλία και ναζισμός

tumblr_lhl6ygi3WT1qh6tkco1_1280.jpg

.

.

Στο βιβλίο The Pink Swastika, των Scott Lively και Kevin Abrams καθώς επίσης και στο Homosexuality: The Essence of Nazism, του Michael W. Johnson, υποστηρίζεται η ομοφυλοφιλική καταγωγή του ναζιστικού κινήματος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τις αρχές του 20ου, η ομοφυλόφιλη επιθυμία γνώριζε στη Γερμανία μια περίοδο άνθησης.

Το σκάνδαλο Eulenburg στην αυλή του Κάιζερ Wilhelm II, οι θεωρίες περί Τρίτου φύλου του Magnus Hirschfeld, η ίδρυση από τον ίδιο των προσκοπικών κινημάτων με την επωνυμία Wandervogel, ομάδων νεαρών ανδρών που διαβιούσαν στη φύση και καλλιεργούσαν τον ανδρισμό τους κατά τα πρότυπα των αρχαίων Σπαρτιατών, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι παιδεραστές αρχίζουν να πληθαίνουν. Το μόνο που τους λείπει είναι μια οργάνωση, αλλά απ’ ότι φαίνεται πρέπει ήδη να υπάρχει γράφει ο Engels σε μια επιστολή του προς τον Marx.
Τα τάγματα της ναζιστικής νεολαίας, τα Freikorps, θα προέλθουν, κάποιες δεκαετίες αργότερα, μέσα απ’ αυτά τα παρακμάζοντα προσκοπικά κινήματα και θα διοικούνται σε έναν μεγάλο βαθμό από ομοφυλόφιλους και παιδεραστές.
Πολλές ηγετικές μορφές του ναζιστικού κινήματος ήταν φανερά ομοφυλόφιλοι όπως ο Rudolf Hess και ο Ernst Röhm που επάνδρωσαν τα SA με ομοφυλόφιλους διοικητές.
Υποψίες εγείρονται ακόμη και για τον ίδιο τον Hitler.
Οι Samuel Igra και Hermann Rauschning, αναφέρονται σε επίσημα στοιχεία της αστυνομίας που διαβεβαιώνουν ότι ο Hitler, γνωστός στο ναζιστικό περιβάλλον και ως ο ωραίος Αδόλφος
, Der Schoen Adolf, ήταν μια αρσενική πόρνη στη Βιέννη το 1907 – 1912, αλλά και στο Μόναχο την περίοδο 1912 – 1914.
Ο Hitler είχε σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και της ανιψιάς του, αλλά όλες οι σχέσεις του ήταν αποτυχημένες.

“Ο φασισμός”, σημειώνει ο φιλόσοφος Vladimir Jankelevitch σ’ ένα πυρετικό του χειρόγραφο το 1944, “εκπληρώνει την παλιά ομοφυλόφιλη τάση των Γερμανών, εκείνη που απ’ τον ωραίο Ζίγκφριντ μέχρι τον ποιητή Στέφαν Γκέοργκ παθιάζει τη γοτθική φαντασία. Οι άντρες μεταξύ τους, οι γυναίκες στις κουζίνες (θυμηθείτε το σύνθημα: Kinder, Kirche, Kuche). Η ζωή στην ύπαιθρο, η τρέλα των γυαλιστερών στολών, ένα κάποιο ελληνικό νιτσεϊκό ιδανικό για την αρσενική ομορφιά, τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να τροφοδοτούν έτι περαιτέρω μια παραδοσιακή κλίση του στρατού του Γουλιέλμου. Η χιτλερική ψευτοαρετή μπορεί να θεωρηθεί η εξέγερση της αντεστραμμένης αρρενωπότητας εναντίον του θηλυκού και επίπλαστου πολιτισμού που ενσαρκώνεται απ’ την Γαλλία. Ο Χίτλερ, ο άντρας χωρίς γυναίκες, είναι ο όμορφος βάρβαρος, ο εγκρατής, ο αδιάφορος απέναντι στις σειρήνες της απόλαυσης, σε όλες τις filles – fleurs. Ο νεοσπαρτιατικός φανφαρονισμός, η μέγαλη εκτίμηση για τις λεγόμενες “νεανικές” κινήσεις, έχει επίσης παιδεραστική καταγωγή. Ξεφυλλίστε τα περιοδικά τους: δεν περιλαμβάνουν παρά κρουστά, αθλητές, ρωμαϊκά προφίλ, παραληρηματική αρρενωπότητα.”.
“Η στρατοκρατία” θα σημειώσει και ο Wilhelm Reich, “στηρίζει την ομαδική, ψυχολογική της επίδραση σ’ έναν ερωτικό μηχανισμό: η αισθησιακή έλξη της στολής, η γενετήσια διέγερση που προκαλούν με τη ρυθμική τους κίνηση οι παρελάσεις είναι όλα αισθησιακά συμφέροντα που χρησιμοποιούνται συνειδητά.”

.

.

Πολλά επίσης από τα τελετουργικά σύμβολα του ναζισμού προήλθαν από το ομοφυλόφιλο περιβάλλον, όπως ο χαιρετισμός «Sieg Heil», το διπλό “SS”, ακόμη και το ανεστραμμένο Ροζ Τρίγωνο που χαρακτήριζε τους ομοφυλόφιλους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας διωγμός που ποτέ δεν πήρε όμως διαστάσεις γενοκτονίας, όπως στην περίπτωση των Εβραίων, αλλά όπως φαίνεται έγινε μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών βιομηχάνων που χορηγούσαν το ναζιστικό κόμμα και είχαν αρχίσει να θορυβούνται από τις διαστάσεις που έπαιρνε το ομοφυλόφιλο ζήτημα. Οι ομοφυλόφιλοι μάλιστα που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα ήταν κυρίως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, οι “femmes”, αυτοί που εκτρέπονταν στο α-τόπημα του γυναικείου ίχνους και όχι οι “butches”, που επένδυαν και επιδείκνυαν την αρρενωπότητά τους. Η θηλυπρέπεια και η παρενδυσία είναι συνθήκες που αντιστρέφουν τα σημεία του βιολογικού ίχνους, διαταράσσοντας έτσι το νόημα της ναζιστικής ιδέας.

Αν όλα τα παραπάνω μας αποκαλύπτουν μια φανερή, κεκαλυμμένη ή λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του ναζιστικού κινήματος, μας εξιστορούν και κάτι ακόμη που το αφήνουν όμως ανερμήνευτο: τον εντοπισμό του παραβατικού, πολιτικού ίχνους στο σεξουαλικό φαντασιακό. Σ’ αυτή τη σφαίρα του σεξουαλικού που πραγματώνει και αληθεύει τις αναπαραστάσεις μας, ενθυλακώνοντάς τες στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Ο ναζισμός είναι μια τέτοια σκηνή, μια σκηνή της σαγήνης, αλλά “η σαγήνη είναι πάντα μια σαγήνη του κακού”, όπως θα πει ο Baudrilland. Η φαντασιακή δυνατότητα του ίδιου του κακού να διαβιώνει μέσα στον κόσμο σε πείσμα κάθε ηθικής ή πολιτικής καταστολής του.

“Οι κοινωνικά παραβατικές συμπεριφορές προσλαμβάνουν τη σαγήνη του κινδύνου, ακριβώς επειδή δελεαζόμαστε ακατάπαυστα από την ιδέα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη. Αυτό που φαντάζει εκτός ορίων γίνεται σέξι και εντρυφώντας στο ενδιαφέρον μας για το ταμπού νιώθουμε άτακτοι” θα πει χαρακτηριστικά η Halberstam.
Ο ναζισμός είναι η μόνη ιδεολογία που δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το καθεστώς της σαγήνης αλλά απεναντίας επένδυσε πάνω του. Όλες οι άλλες ιδεολογίες επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον άνθρωπο στο περιβάλλον μιας εξορθολογισμένης κοινωνικότητας, όπως η σοβιετική αισθητική, για παράδειγμα, που αφιέρωσε τον άνθρωπο της στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, στη στοχοπροσήλωση της κοινωνικής του ιδέας, αποκλείοντάς τον από το περιβάλλον της σαγήνης και των παρεκκλίσεων.
Αντιθέτως απ’ τη σκηνή του ναζισμού αυτό που εκπέμπεται είναι μόνο σαγήνη, η σαγήνη του Ενός, που διαπερνά ακαριαία το πλήθος, το συν-κινεί, το έλκει, το δια-στρέφει, το θηλυκοποιεί, (ο Hitler αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια πράξη βιασμού πάνω στο θήλυ ίχνος της μάζας), αυτός ο θρίαμβος εν τέλει του σωματικού.

.

.

Στη ναζιστική αισθητική αυτό που σχηματοποιείται είναι το ίχνος ενός φαντασιακού: το ωραίο, αψεγάδιαστο, υγιές σώμα που διατίθεται στον ηγέτη και στη χαρά των συντρόφων του. Κυρίως η εικόνα του αντρικού σώματος, του φερέλπι, νεαρού μαχητή, που πραγματώνεται και πνευματώνεται στον άθλο της γενναιότητάς του αλλά και στο προνόμιο της καταγωγής. Μια φαντασμαγορική εικονοποιία που από τη μια επιχειρεί να αναδείξει το ίχνος μιας ανθρωπολογικής διαφοράς και από την άλλη να καθιερώσει τη σαγηνευτική σκηνή της ναζιστικής ιδέας. Μια σκηνή που εκθέτει τη σεξουαλικότητά της και πνευματικοποιεί την εκδήλωση της πραγματικότητάς της.
“Σε αντίθεση προς την άφυλη αγνότητα της επίσημης κομμουνιστικής τέχνης”, θα πει η Sontag, “η ναζιστική είναι φιλήδονη και ταυτόχρονα εξιδανικευτική. Μια ουτοπική αισθητική που υποδηλώνει έναν ιδεώδη ερωτισμό: μια σεξουαλικότητα μετασχηματισμένη στο μαγνητισμό των ηγετών. Το φασιστικό ιδεώδες είναι να μετατρέψει τη σεξουαλική ενέργεια σε ‘πνευματική’ δύναμη προς όφελος της κοινότητας”.

Μια σεξουαλικοποιημένη δηλαδή ομοψυχία που “διακλαδίζεται” (Deleuze), μέσα στο σώμα, ηδονίζοντάς το. Μια σεξουαλικότητα που άρχεται βέβαια από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του δασκάλου και του μαθητή και της ομοερωτικής τους σχέσης και που δύσκολα χωρά στο πλαίσιο μιας μονοσήμαντης σεξουαλικής στρατηγικής, όπως επιχειρούν να την καθηλώσουν οι ιστορικοί που προαναφέρθηκαν. Τα ανδρικά γυμνά της ναζιστικής τέχνης, που κοσμούσαν τους δημόσιους χώρους των γερμανικών πόλεων, είναι εδώ για να σαγηνεύσουν και για να υπομνηματίσουν περισσότερο μια εσωτερική κατάσταση, παρά για να εκθέσουν την εδραμάτισή της. Εξέθεταν όχι τόσο την πραγματικότητα της γυμνότητάς τους, όσο την ιδέα μιας ποθητής αρρενωπότητας. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που αποσύρει απ’ το ανάγλυφό της τις σεξουαλικές της εντάσεις. Είναι έτσι σώματα σχεδόν ουδέτερα, με απαλυμένα τα σεξουαλικά τους όργανα, ενδεδυμένα μόνο τη γυμνότητά τους. Ένα καθαρό πρότυπο, αυτή η ιδέα του αρείου σώματος, ο αντικατοπτρισμός του ποθητού του ίχνους και πάντα σ’ αυτό το καθεστώς της απέκδυσης της ζωής, ένα απ’ τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της ναζιστικής τέχνης. Δεν είναι το σάρκινο που εκτίθεται στο γλυπτό, αλλά το γλυπτό που διεγείρει το σάρκινο. Οι εικόνες έτσι της Riefenstahl και ειδικά των κολυμβητών της από την Ολυμπία, είναι στιγμές μιας αποσβολωτικής ομορφιάς αλλά και μιας μοναδικής συγκίνησης. Εμβληματικά, ιδεόληπτα σώματα που εμψυχώνουν τη μυθολογική καταγωγή τους και δι-εγείρουν τη μυθοπλαστική τους αλήθειά.

Ο Hans Surén, στο βιβλίο του η Γυμναστική των Γερμανών, αναφέρει σχετικά: “Η ενατένιση ενός καλοσχηματισμένου σώματος ασκεί μια βαθιά παιδαγωγική επίδραση, από άποψη όχι μόνο σωματική, αλλά και ηθική. Η γυμνότητα ενός ευγενούς σώματος αποτελεί μια σημαντική προτροπή για μίμηση, πράγμα που το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες…Οι Έλληνες καταφθάνουν από παντού. Οι χαλαροί και φαρδιοί χιτώνες τους που πέφτουν με χάρη στους ώμους, καλύπτοντας μόνο ένα μέρος του σώματος. Τα γυμνά μπράτσα τους, ροδισμένα από τον ήλιο, καλοφτιαγμένα, που εισέρχονται στο στάδιο. Αυτή η νεολαία με τα υπέροχα σώματα, γυμνά ως επί το πλείστον και μαυρισμένα, προσφέρει ένα εκπληκτικό θέαμα”.

Ο νεαρός αθλητής και μαχητής σαγηνεύεται, ενδίδει, αλλά και πάλι συγκρατεί τη ζωική του ενέργεια για το πεδίο του στίβου ή της μάχης, αλλά και γι’ αυτή την ακαταμάχητη σαγήνη του θανάτου. Γι αυτό και η θέση των γυναικών στη ναζιστική κοινωνία και κουλτούρα ήταν πάντοτε μια θέση υποχώρησης, καθότι αναγνωριζόταν ως ένα υπονομευτικό, ως προς την στόχευση του ανδρός, φύλο. Ό, τι εντόπισε το εξασκημένο βλέμμα της Riefenstahl και στην κοινότητα των Νούμπα. Οι γυναίκες στην χιτλερική κοινωνία ήταν απλώς μηχανές αναπαραγωγής φυλετικά καθαρών παιδιών. Το σεξουαλικό φαντασιακό του νεαρού άνδρα έτσι, διαθλάται πάνω στην εγγύτητα του συντρόφου του. Συνθήκη που αναγνωρίζεται μάλιστα σε όλα τα ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές ή ο στρατός.

Ο Leo Bersani αναφέρεται σ’ αυτή τη “συναισθηματικοποίηση των ένοπλων δυνάμεων ή των εργατών, που μπορεί η ίδια να προεκβάλλει και να εξαγνίσει μια χαρακτηριστική σεξουαλική προτίμηση.”

Ο εμός σύντροφος γίνεται εδώ η πηγή μιας λιβιδινικής έντασης που δεν μορφοποιείται αναγκαστικά πάνω στο θηλυκό ή αρσενικό εκλιπών ίχνος, αλλά σ’ αυτό το ίδιο το καθεστώς της παραβατικότητας που δομεί την επιθυμία και την απόλαυση. Η επιθυμία άλλωστε, εντοπίζεται πάντα αλλού, είναι αυτό το αλλού, η δια-στροφή της ταυτότητας, το παιγνίδισμά της, η εκ-τροπή της, η ανωνυμία της και γι αυτό η διαθεσιμότητά της. Ο ναζισμός κυοφορήθηκε αργά μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συντροφικότητας, στις προσκοπικές οργανώσεις των Wandervogel που προαναφέραμε. Περιβάλλοντα όπου ο σύντροφος αναλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τη θηλυκοποίησή του, όχι την θηλυπρέπεια του, απεναντίας, αλλά τη διά-θεσή του στη φαλλική υπεροχή. Ο άθλος του νεαρού μαχητή γίνεται σ’ αυτή τη κουλτούρα και το συνώνυμο μιας καυλωτικής επιθυμίας, μια καθολική μορφή ηδονισμού που συνέχει το φαντασιακό και εκπληρώνει την πραγματικότητά του. Μια ταυτοποιητική σαγήνη όπου το υποκείμενό της δεν αντιστρέφεται αλλά εκτρέπεται, δεν χάνει τη ταυτότητα του, αλλά τη θεωρεί στη σκηνή του ομοίωσής του.

Η Judith Halberstam σημειώνει: “Αυτό το είδος του ανδρισμού συνέπεσε με μια εθνικιστική και συντηρητική έμφαση στην ανωτερότητα της ανδρικής κοινότητας και με μια φυλετική απόρριψη της θηλυκότητας. Πράγματι, μεταξύ αυτών των πρώιμων ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, οι άρρενες Εβραίοι θεωρούταν άντρες που είχαν εκθηλυνθεί από την επένδυσή τους στην οικογένεια και το σπίτι, ένα πεδίο που θα έπρεπε αφήνεται στις γυναίκες και οι οποίοι, όπως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, δεν ανταποκρίνονταν στο ανδροπρεπές καθήκον τους να παραμείνουν δεσμευμένοι στους λοιπούς αρρενωπούς άνδρες και σε μια ταγμένη στον ανδρισμό πολιτεία και δημόσια σφαίρα”.

Η σκηνή εδώ της αρρενωπότητας είναι μια ενσαρκωμένη εντύπωση και όχι ένα κενό παιγνίδι εντυπώσεων, όπως περιγράφει τη σαγήνη ο Baudrillard, αλλά μια έλξη, και μια εντύπωση, που επιστρέφει μορφοποιώντας το υποκείμενό της, δομώντας το ολοκληρωτικά. Η παθητικότητα της ελκτικής φοράς μετουσιώνεται εδώ σε δομική ενεργητικότητα, σε μια παλινδρομική κίνηση που ενσαρκώνει την επιθυμία, αυτή την αυθεντικότητα της σκηνής.

.

.

Στο περιβάλλον αυτού του ηδονισμού μια σκηνογραφία πάθους εκθέτει τον υλικό της περίγυρο, ερεθιστικά αντικείμενα που δι-εγείρουν σκηνές του διαστροφικού: η ηδονή του βιασμού, οι φετιχιστικές καθηλώσεις, η μαζοχιστική εργαλειοθήκη, αυτή η στολή των SS, τα εφαρμοστά παντελόνια, τα στρατιωτικά διακριτικά, οι γυαλιστερές μπότες, τα δερμάτινα ρούχα, σινιάλα όλα μιας ασυναγώνιστης σαγήνης που συγκροτεί μια ιδιαίτερη και περίκλειστη σεξουαλική εμπειρία. Ναζιστικά εξαρτήματα, που αυτονομούνται μέσα στη σφαίρα του σεξουαλικού, σε μια ξεχωριστή πορνο-γραφική κατηγορία, απεκδυόμενα το καταγωγικό, πολιτικό τους context. Μια σαδομαζοχιστική γραφικότητα, παραδομένη στις οξυμένες της αναπαραστάσεις, στη πραγματικότητα του αναφορικού.

“Υπάρχουν κάποια ισχυρά και αναπτυσσόμενα ρεύματα σεξουαλικού πάθους”, θα πει η Sontag, “τα ρεύματα εκείνα που κινούνται υπό την ονομασία του σαδομαζοχισμού, και τα οποία κάνουν το παιγνίδι με το ναζισμό να παίρνει μια ερωτική όψη. Αυτές οι σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και πρακτικές συναντώνται τόσο ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους, μολονότι η ερωτικοποίηση του ναζισμού είναι ορατή προπάντων μεταξύ των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο σαδομαζοχισμός είναι το μεγάλο σεξουαλικό μυστικό των τελευταίων χρόνων και όχι το ερωτικό ξεφάντωμα”.

Απ’ το υπόγειο λοιπόν δώμα του σαδομαζοχισμού η φασιστική εμπειρία καθίσταται η σκηνή της διαστροφής και της παράβασης. Μια παραβατικότητα που δεν συντονίζεται τόσο με κάποια προτάγματα σεξουαλικής απελευθέρωσης όσο με μια ασυνείδητη απόφαση υποταγής στην κυριαρχία του άλλου. Μια δουλική κάθειρξη του υποκειμένου όταν αυτό χειραγωγείται σιδηροδέσμιο και φιμωμένο υπό τις προσταγές του κυρίου του ή της ντομινατρίς του. Η αποθέωση μιας σωματοποιημένης πρακτικής, ή ενός μηχανοποιημένου σώματος, που εξαντλεί το πάθος του στη χειρονομία των εξαρτημάτων του. Η κυρίαρχη άλλωστε σκηνή του σεξ ήταν πάντα η σκηνή των αναπαραστάσεών του, η θεατρικοποίηση της πράξης του, η ηδονοβλεπτική διάσταση των ρόλων του. Το σαδομαζοχιστικό περιβάλλον, με τη μελαγχολική επαναληπτικότητα των χειρονομιών του, αποδίδει στη σεξουαλική εμπειρία έναν θανατόληπτο οίστρο. Μια απόκοσμη σαγήνη που εξαντλεί τα υποκείμενά της, στη πρόσ-τυχη στάση της εκφόρτισής τους. Το σεξουαλικό φαντασιακό που γίνεται εδώ η απόλυτη εξουσιαστική μηχανή, η δι-έγερση της. Η σαγήνη του Κυρίου και η μαζοχιστική προσήλωση του Δούλου, απο-καλύπτουν έναν λόγο που εκχέεται τώρα μέσα από τις ηδονιστικές εκδορές και εκχυμώσεις του σώματος, αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής, ο θρίαμβος, όπως θα έλεγε ο Baudrillard, του πραγματικού.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, μια θριαμβική, όσο και μυστική σημειουργία, ανακτά τις εκφράσεις της. Το ναζιστικό μπουντουάρ αναλαμβάνει σήμερα τη θέση που του αναλογεί, στα άρματα των gay prides, στους body builders με τις δερμάτινες εξαρτήσεις τους, στις στολές των μηχανόβιων, στη φυλή των gay skinheads, στην εικονογραφία του Tom of Finland, στο έργο του Bruce LaBruce, αλλά και στη βίλα των οργίων του Salo.

Μια πληθυντική τάση της gay κουλτούρας που ενσαρκώνει τη φασιστική αισθητική μιας επιθετικής σεξουαλικότητας, μιας S/M επιθυμίας να ανακτηθεί η γυμνότητα του ανθρώπου, το πιο βίαιο και διεστραμμένο της ίχνος. Με εξαίρεση τη γραφή Sade, η ναζιστική σημειουργία καθιερώνει, μέσα σε μια υπεραισθητική διάσταση, αυτή τη διαφάνεια του Κυρίου και του Δούλου.
Τους σεξουαλικοποιεί και τους δύο, σαγηνεύοντάς τους, μετατρέποντάς τους σε σεξουαλικούς ρόλους και πραγματώνοντάς τους στη σφαίρα του καθημερινού. Μια γραφή, η ναζιστική γραφή, που αναγνωρίζεται σ’ αυτό το περίκλειστο αλλού της επιθυμίας, ως η βιαιότητα μιας αλήθειας, η βαναυσότητά της, η πιο ερημική στιγμή του ψυχισμού.

.

Το βίντεο και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Bruce LaBruce.

ΠΗΓΗ: https://leximata.blogspot.gr/2013/11/blog-post_24.html

.

agapi-re-mounia-kriti

Advertisements

Ο χρωματικός καμβάς της αιωνιότητας (αποτύπωση ασήμαντων σκέψεων)

Το κράνος του Θόρν!

Ούτε τάξεις, ούτε έθνη, μήτε θρησκείες, αλλά ούτε και κανένα άλλο καθεστώς που διαχωρίζει η δημιουργεί νέες μάζες. Μόνος προορισμός εκείνο το μέρος που όλοι θα είναι ελεύθεροι και θα πεθαίνουν για την ελευθερία όλων.

Το μέρος εκείνο που το φύλο δεν θα αποτελεί τίποτα περισσότερο από έναν όρο στα βιβλία της βιολογίας με σκοπό να προσδιορίζει τη διαίρεση των έμβιων όντων, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.

Εκεί που ο καθένας θα δημιουργεί ενστικτωδώς και ελεύθερος, η εργασία θα είναι συνώνυμο της δολοφονίας και ο ορισμός της “εξουσίας” θα υφίσταται μονο σαν ένας παλιός θρύλος που θα χάνεται στα βάθη των αιώνων και τις αφηγήσεις.

Και οι μάζες; Τη μάζα αφήστε τη στο χάος και την νομοτελειακή ανάδυση μέσω του τυχαίου…Το χάος θα φροντίσει να μετατρέψει οτι ο άνθρωπος καπηλεύτηκε, καταχράστηκε και μετέτρεψε σε σκουπίδι…σε κάτι νέο μα πάνω απ’ ολα ελεύθερο.

Και εκεί πρέπει να είμαστε και εμείς, συνεπείς στο ραντεβού μας.

Υ.Γ: Τα άστρα συγκρούονται για να ξαναγεννηθούν απο την αρχή. Όμως για όσο διαρκεί η αναγέννηση αυτή ένας μεθυστικός χορός, μία αδιάκοπη έκσταση χρωμάτων λαμβάνει χώρα στο σημείο…ένα συναισθησιακό supernova, η αλλιώς…ο χρωματικός καμβάς της αιωνιότητας…

————-————-————-

Για την ιστορία στην εικόνα απεικονίζεται το “Κράνος του Thor”.

Ηρωικό μέγεθος ακόμη και για ένα Νορβηγό Θεό, το Κράνος του Thor είναι περίπου 30 έτη φωτός από τη μια άκρη στην άλλη. Στην πραγματικότητα, το κράνος μοιάζει περισσότερο με μια διαστρική φυσαλίδα, που το φυσάει ένας δυνατός άνεμος.

Γνωστό ως αστέρι Wolf-Rayet, το κεντρικό αστέρι είναι ένας εξαιρετικά καυτός γίγαντας που πιθανόν είναι σε σουπερνόβα σε πρώιμη φάση. Καταλογογραφημένο ως NGC 2359, το νεφέλωμα απέχει περίπου 15.000 έτη φωτός μακριά στον αστερισμό Canis Major.

Η εικόνα, δημιουργημένη χρησιμοποιώντας ευρέους και στενού πεδίου φίλτρα, καταγράφει τις έντονες λεπτομέρειες των δομών του νεφελώματος. Το γαλαζοπράσινο χρώμα οφείλεται στην ισχυρή εκπομπή ατόμων οξυγόνου.

Άλφα Στερητικό

ΥΓ2: Ηλιοβασίλεμα…στον πλανήτη Άρη…….:

Sunshine on Mars

Ξηλώνοντας τον ιστό του χρόνου

unnamed

Ενας ακόμη χρόνος πέρασε, ένας επιπλέον κόκκος άμμου προστέθηκε στην κοσμική κλεψύδρα του Σύμπαντος. Αν, όμως, ο χρόνος είναι μόνον ό,τι μετράνε τα ρολόγια ή τα ημερολόγια, τότε γιατί μας φαίνεται ατελείωτος όταν πλήττουμε και αδυσώπητος όταν γερνάμε; Τι σχέση μπορεί να έχει η εύπλαστη υποκειμενική εμπειρία του χρόνου που βιώνουμε καθημερινά με τον «απανθρωποποιημένο», δηλαδή μαθηματικοποιημένο, χρόνο της επιστήμης; Είτε ως ποτάμι που ρέει ατέρμονα είτε ως ακίνητος σκοτεινός ωκεανός μέσα στον οποίο ταξιδεύει το Σύμπαν, ο «χρόνος» παραμένει η πιο ασαφής και αινιγματική κατηγορία της ανθρώπινης σκέψης.

 

Τα βέλη του χρόνου δεν πλήττουν μόνο τη ζωή των ανθρώπων αλλά και τη ζωή των ανθρώπινων ιδεών. Και οι επιστημονικές ιδέες για τον χρόνο δεν αποτελούν εξαίρεση: μεταμορφώνονται, εξελίσσονται ή και αλλάζουν ριζικά προσφέροντάς μας, όπως ελπίζουμε, μια ακριβέστερη εικόνα του χρόνου.

Αρκεί να ανατρέξει κανείς στην ιστορία των ανθρώπινων ιδεών σχετικά με τον χρόνο και τον ρόλο του στην ανάπτυξη του κόσμου για να διαπιστώσει την εξέλιξη από τον κυκλικό χρόνο των αρχαίων Ελλήνων στον γραμμικό χρόνο των Εβραίων-Χριστιανών, και από αυτόν στον μαθηματικοποιημένο άχρονο χρόνο της κλασικής φυσικής.

Σύμφωνα με το κλασικό μοντέλο που διαμορφώθηκε από τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα, το Σύμπαν ήταν ένας απείρων διαστάσεων κλειστός χώρος στο εσωτερικό του οποίου τίποτα νέο δεν συνέβαινε ποτέ: τα πάντα ήταν προδιαγεγραμμένα και λειτουργούσαν στην εντέλεια χάρη στους αυστηρά αιτιοκρατικούς «νόμους της φύσης».

Τίποτα δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να διαταράξει αυτή τη μαγική εικόνα ενός απολύτως αιτιοκρατικού και αμετάβλητου, στους αιώνες των αιώνων, Σύμπαντος. Και όμως, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, χάρη στις ανακαλύψεις της θερμοδυναμικής, της γεωλογίας, της εξελικτικής βιολογίας, άρχισε να αναδύεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα της φύσης.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι απροσδόκητες ανακαλύψεις αυτών των νέων επιστημών αμφισβητούσαν το παραδεδεγμένο και ευρύτατα αποδεκτό μοντέλο επιστημονικής εξήγησης που είχε διαμορφωθεί σύμφωνα με το «παράδειγμα» της κλασικής φυσικής.

Πράγματι, τα πρώτα σοβαρά ρήγματα στη μέχρι τότε στατική και άχρονη περιγραφή των φυσικών φαινομένων προέκυψαν με την ανακάλυψη της αδιάκοπης εξέλιξης τόσο των ζωντανών οργανισμών όσο και του ίδιου του πλανήτη που τους φιλοξενεί, αλλά και ολόκληρου του ορατού Σύμπαντος, όπως θα διαπιστωθεί πολύ αργότερα από την κοσμολογία.

Αυτές οι μεγάλες κατακτήσεις θα επιβάλουν σταδιακά την ανάγκη επέκτασης της νέας ιστορικής προσέγγισης όχι μόνο για την εξήγηση του φυσικού κόσμου, αλλά και για τη βαθύτερη κατανόηση των ίδιων των φυσικών επιστημών που τον μελετούν: μέσα στον χρόνο δεν αλλάζει μόνον η φύση αλλά και οι ιδέες μας για τη φύση.

 

Ουροβόρος χρόνος

Η σύλληψη της έννοιας του «χρόνου» αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά και μεταφυσικά προβλήματα της αρχαιοελληνικής σκέψης. Απ’ ό,τι φαίνεται, στην κοσμογονία των Ορφικών υπάρχει ήδη κάποια μυθολογική ταύτιση του Χρόνου με τον Κρόνο (Θεό-πλανήτη), του οποίου η κυκλική περιφορά καθορίζει τη γένεση, τον θάνατο και την αναγέννηση των πάντων.

Κατόπιν, οι Πυθαγόρειοι, επηρεασμένοι πιθανά από τους Ορφικούς, θα περιγράψουν τον χρόνο ως «σφαίρα που περικλείει τα πάντα», όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης (στα «Φυσικά»), τον τοποθετούν δηλαδή στην εξώτερη σφαίρα του ουράνιου θόλου ως σκοτεινό ενορχηστρωτή της κοσμικής αρμονίας των σφαιρών.

Με τον Παρμενίδη αρχίζει η διαφοροποίηση του είναι από το γίγνεσθαι στον χρόνο του κόσμου. Αυτό που πραγματικά υπάρχει, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, είναι αιώνιο: χωρίς αρχή και τέλος (αγέννητο και άφθαρτο). Μια εντυπωσιακή ιδέα που θα γονιμοποιήσει όλες τις μετέπειτα ιδεαλιστικές αντιλήψεις στην επιστήμη (αστρονομία, μαθηματικά) αλλά και στη φιλοσοφία της αρχαιότητας.

Ωστόσο, το κείμενο όπου το πρόβλημα του χρόνου, δηλαδή της σχέσης τού είναι με το γίγνεσθαι, τίθεται σε όλο του το φιλοσοφικό μεγαλείο είναι ο «Τίμαιος» του Πλάτωνος. Σε αυτό το ύστερο έργο του, ο Πλάτων περιγράφει τον χρόνο ως «κινητή εικόνα της αιωνιότητας». Με αυτή την υποβλητική μεταφορά ο Πλάτων επιχειρεί να αναβαθμίσει, δηλαδή να εκκοσμικεύσει την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής περί κυκλικού ή ουροβόρου χρόνου. Και το εντυπωσιακό είναι ότι το πετυχαίνει μαθηματικοποιώντας την!

Οπως εύστοχα παρατηρεί ο φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης Βασίλης Κάλφας στο βιβλίο του «Φιλοσοφία και Επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα» (εκδ. Πόλις): «Ο Πλατωνικός Δημιουργός του κόσμου είναι πάνω απ’ όλα προικισμένος γεωμέτρης που εγκαθιστά μαθηματική τάξη σε ένα Σύμπαν αταξίας και αναρχίας».

Το επόμενο βήμα θα το πραγματοποιήσει ο Αριστοτέλης ορίζοντας τον χρόνο ως «τον αριθμό της κίνησης σύμφωνα με το πριν και το μετά»: η ταύτιση του χρόνου με τη μέτρηση της κίνησης στον χώρο έχει ήδη συντελεστεί. Πολύ αργότερα, κατά τον 17ο αιώνα, από αυτή τη γεωμετρικοποίηση της κίνησης θα προκύψει η επαναστατική ιδέα του «απόλυτου χρόνου»!

 

gothic5

 

Ο άχρονος χρόνος της φυσικής

Ολοι οι πρωταγωνιστές της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης (Καρτέσιος, Γαλιλαίος και Νεύτωνας) θα στηρίξουν το αντιαριστοτελικό οικοδόμημα της νέας φυσικής φιλοσοφίας πάνω σε αυτήν ακριβώς την αριστοτελική ιδέα του χρόνου ως μετρήσιμης ποσότητας της κίνησης στον χώρο. Πρόκειται, ωστόσο, για τη μαθηματικοποίηση μιας γραμμικής και όχι πλέον κυκλικής σύλληψης του χρόνου. Σπάζοντας όμως τον κύκλο του ουροβόρου χρόνου οι φυσικοί φιλόσοφοι δημιούργησαν μια βαθιά τομή στην ανθρώπινη εμπειρία του χρόνου. Εκτοτε οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ζουν σε ένα γραμμικό συμμετρικό «φυσικό» χρόνο μολονότι οι ίδιοι εξακολουθούν να βιώνουν την υποκειμενική εμπειρία ενός ασύμμετρου «αφύσικου» χρόνου, όπου το πριν προηγείται πάντα του μετά.

Για την κλασική φυσική ο χρόνος δεν κυλάει προς μία κατεύθυνση, δεν παράγει τίποτα νέο. Οπως το έθεσε ο Νεύτωνας στην εισαγωγή του μεγάλου βιβλίου του «Philosophie Naturalis Principia Mathematica»: «Ο απόλυτος, αληθινός και μαθηματικός χρόνος, αφ’ εαυτού και από την ίδια του τη φύση, ρέει ομοιόμορφα χωρίς να εξαρτάται από τίποτα το εξωτερικό…». Με άλλα λόγια, ο υποκειμενικός χρόνος που βιώνουν οι άνθρωποι, για τον Νεύτωνα και την κλασική επιστήμη είναι μια ψευδαίσθηση που καμία απολύτως σχέση δεν έχει με τον απόλυτο κοσμικό χώρο και χρόνο. Ετσι όμως στον πυρήνα της νεωτερικής επιστήμης παρεισφρέει δόλια η πλατωνική εικόνα του χρόνου ως κινούμενου ειδώλου της αιωνιότητας.

Η ιδέα ενός απόλυτου χρόνου όχι μόνον άντεξε σθεναρά, αλλά και κυριάρχησε στην επιστημονική σκέψη για περισσότερο από τρεις αιώνες. Ωσπου στις αρχές του εικοστού αιώνα ένας νεαρός φυσικός ανέτρεψε το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα της κλασικής φυσικής.

Το όνομα του νεαρού επαναστάτη ήταν Αλμπερτ Αϊνστάιν. Μολονότι η θεωρία του ονομάστηκε «ειδική θεωρία της σχετικότητας», εν τούτοις δεν είχε τίποτα το σχετικιστικό στον πυρήνα της. Το αντίθετο, μάλιστα, επιχειρούσε να απαλλάξει τη φυσική από τα ανυπέρβλητα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί από τις «αφύσικες» έννοιες του απόλυτου χώρου και χρόνου και τα προνομιακά -ή αδρανειακά- συστήματα αναφοράς που υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν την αντικειμενική παρατήρηση της φύσης.

Πράγματι, το 1905 η ειδική θεωρία της σχετικότητας ανέτρεψε οριστικά και αμετάκλητα τις νευτώνειες έννοιες του απόλυτου χώρου και χρόνου. Δεν κατάφερε όμως να αποκαταστήσει τον δημιουργικό ρόλο του χρόνου στη διαμόρφωση της θεμελιώδους δομής της ύλης (υποατομικά σωματίδια) αλλά και στην εξέλιξη του ορατού μας Σύμπαντος! Εξάλλου, όπως θα εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Αϊνστάιν σε ένα περίφημο γράμμα του: «Η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον αποτελεί μόνο μια ψευδαίσθηση, έστω κι αν πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση».

Αν όμως ο χρόνος είναι απλώς μία παράμετρος στη φυσική περιγραφή του Σύμπαντος, αν αποτελεί μόνο μία επιπλέον διάσταση στο τετραδιάστατο συνεχές που ονομάζεται «χωρόχρονος», δηλαδή μια επιπλέον μαθηματική συντεταγμένη που αυξάνεται ή μειώνεται από το άπειρο παρελθόν στο άπειρο μέλλον, τότε γιατί το Σύμπαν δεν είναι στατικό αλλά συνεχώς εξελίσσεται; Γιατί ο χρόνος είναι ασύμμετρος και χωρίζεται πάντα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον; Τέλος, γιατί όλα τα πολύπλοκα φυσικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, περιέχουν καταγεγραμμένο στη δομή τους μόνο το παρελθόν αλλά όχι το μέλλον τους;

 

Δραπετεύοντας από την αιωνιότητα

Ολες οι χημικές αντιδράσεις είναι μη αναστρέψιμες, όλα τα βιολογικά και κοσμολογικά φαινόμενα είναι επίσης μη αναστρέψιμα· για να μη μιλήσουμε για την ανθρώπινη ιστορία. Η μη αναστρεψιμότητα υποδεικνύει ότι υπάρχουν ένα ή περισσότερα βέλη του χρόνου που χαράζουν τις ατραπούς της εξέλιξης των φυσικών συστημάτων.

Η συνειδητοποίηση ότι το Σύμπαν δεν είναι στατικό αλλά εξελίσσεται διαρκώς, δημιουργώντας νέες, πιο σύνθετες δομές, υποδεικνύει επίσης τη δημιουργική και απολύτως φυσική δράση του χρόνου πάνω στην οργάνωση του Σύμπαντος.

Η μη αναστρεψιμότητα στη φύση αποτελεί όχι μόνο την εκδήλωση της δημιουργικής δράσης του χρόνου πάνω στα πολύπλοκα φυσικά συστήματα, αλλά και την ουσιαστική προϋπόθεση για την εμφάνιση όλων των εξελικτικών φαινομένων: από την κοσμολογική εξέλιξη μέχρι τη βιολογική εξέλιξη της ζωής και από τη νοητική εξέλιξη στο ζωικό βασίλειο μέχρι την ανθρώπινη ιστορία.

Η πολύπλοκη αλλά ιδιότυπη «χρονομηχανή» που βρίσκεται μέσα στο κρανίο μας και μας επιτρέπει να επιβιώνουμε ως νοήμονα όντα ίσως να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πειράματα στην ιστορία του χρόνου. Χάρη σε αυτή τη βιολογική χρονομηχανή που αποκαλούμε ανθρώπινο νου μπορούμε να δραπετεύσουμε από την παραλυτική δυνάστευση της ψευδαίσθησης αιωνιότητας. Ισως γι’ αυτό έχει πάντα νόημα η ευχή: ευτυχισμένος ο «καινούργιος» χρόνος. *

 

ΠΗΓΗ: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=3135

Ο «αιώνιος γυρισμός» του Νίτσε και το «θεώρημα επανάληψης» …

Ο «αιώνιος γυρισμός» του Νίτσε και το «θεώρημα επανάληψης» …

… του Πουανκαρέ

Γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο», συνεπαρμένος από την φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου Φρήντριχ Νίτσε:

 “….o χρόνος, συλλογίστηκες είναι απεριόριστος˙ η ύλη είναι περιορισμένη˙ αναγκαστικά λοιπόν θα ’ρθει πάλι στιγμή που όλοι ετούτοι οι συνδυασμοί της ύλης θα ξαναγεννηθούν οι ίδιοι, οι απαράλλαχτοι. Ύστερα από χιλιάδες αιώνες ένας άνθρωπος σαν και μένα, εγώ ο ίδιος, θα σταθώ πάλι στο βράχο τούτον τον ίδιο και θα ξανάβρω την ίδια ιδέα. Κι όχι μονάχα μια φορά, αναρίθμητες φορές˙ καμιά λοιπόν ελπίδα το μελλούμενο να ’ναι καλύτερο, καμιά σωτηρία˙ πάντα οι ίδιοι, απαράλλαχτοι, θα στριφογυρίζουμε στον τροχό του χρόνου. Και τα πιο εφήμερα καταντούν έτσι αιώνια, κι η πιο ασήμαντη πράξη παίρνει ανυπολόγιστη πια σημασία…..“

H έννοια του «αιώνιου γυρισμού» ή «αιώνιας επιστροφής» του Νίτσε εμφανίζεται για πρώτη φορά στον αφορισμό 341 της “Χαρούμενης Επιστήμης” ως ένα υποθετικό ερώτημα:
Το πιο βαρύ βάρος 
Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα, ερχόταν ένας δαίμονας και γλιστρούσε μέσα στην υπέρτατη μοναξιά σου και σούλεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, πρέπει να την ξαναρχίσεις από την αρχή, και να την ξαναρχίζεις αδιάκοπα˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙ αντίθετα, μάλιστα! Ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή ευχαρίστηση, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα όσα ένιωσες στη ζωή σου θα ξαναρθούν, κάθε τι το άρρητα μεγάλο και το άρρητα μικρό που έχει μέσα της, όλα θα ξαναρθούν, και θα ξαναρθούν με την ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή…. κι αυτή η αράχνη θα ξαναρθεί, κι αυτό το σεληνόφωτο ανάμεσα στα δέντρα, κι αυτή η στιγμή, κι εγώ ο ίδιος! Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη των σκονών!»… Δεν θάπεφτες κατάχαμα, δεν θάτριζες τα δόντια σου και δεν θα καταριώσουν αυτό το δαίμονα; Εκτός πια, αν έχεις ζήσει κάποια θαυμαστή στιγμή, οπότε θα του απαντούσες: «Είσαι θεός˙ ποτές μου δεν άκουσα τόσο θείο λόγο!»

 

Φρήντριχ Νίτσε 1844 – 1900

Φρήντριχ Νίτσε 1844 – 1900

Κι αν σου γινόταν έμμονη αυτή η σκέψη, ίσως θα σε μεταμόρφωνε, κι ίσως και να σ’ εκμηδένιζε˙ και θ’ αναρωτιώσουν για το κάθε τι: «Το θέλεις αυτό; το ξαναθέλεις; μια φορά; πάντα; επ’ άπειρον;» κι αυτό το ερώτημα θα βάραινε επάνω σου με αποφασιστικό και τρομερό βάρος! Ή πάλι, Άχ πόσο θάπρεπε ν’ αγαπάς τον εαυτό σου και τη ζωή, ώστε να μην ποθείς πια τίποτ’ άλλο απ’ αυτή την υπέρτατη κι αιώνια διαβεβαίωση!“

Ο Νίτσε αφιέρωσε αρκετά χρόνια μελετώντας την φυσική επιστήμη της εποχής του για να έχουν επιστημονικό υπόβαθρο οι φιλοσοφικές του ιδέες.
Η επιστημονική βάση του «αιώνιου γυρισμού» είναι ένα «αληθές» θεώρημα του Γάλλου μαθηματικού Henri Poincaré  το «θεώρημα επανάληψης» σύμφωνα με το οποίο:
«Ένα σύστημα πεπερασμένης ενέργειας, περιορισμένο σε έναν πεπερασμένο όγκο, μετά από ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, επιστρέφει στην αρχική του κατάσταση».

Henri Poincaré 1854 -1912

Henri Poincaré 1854 -1912

Κατά συνέπεια εφόσον ο αριθμός των συστατικών του σύμπαντος είναι πεπερασμένος, μπορεί να σχηματίσει πεπερασμένο μόνον πλήθος διαφορετικών συνδυασμών. Αφού σχηματιστούν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί, τα συστατικά του σύμπαντος επιστρέφουν «αναγκαστικά» κάποτε στην αρχική τους κατάσταση. Και αυτό συμβαίνει άπειρες φορές, εφόσον έχουμε στη διάθεσή μας άπειρο χρόνο…

Το θεώρημα φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι αντιφάσκει με το θεώρημα Η του Boltzmann, αν θεωρήσουμε ότι η σχέση του θεωρήματος dH/dt≤0 ισχύει σε κάθε χρονική στιγμή. Δεδομένου όμως ότι αυτό δεν είναι απαίτηση του θεωρήματος Η – δεν υφίσταται κανένα παράδοξο.(Το μέγεθος Η συνδέεται άμεσα με την εντροπία S του συστήματος, το μέγεθος που μετράει την αταξία του συστήματος)
Ένα σύστημα θα μπορούσε να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση – σύμφωνα με το θεώρημα Poincaré – χωρίς να παραβιάζεται ο 2ος νόμος της θερμοδυναμικής.
Μια πρόχειρη εκτίμηση δείχνει ότι η διάρκεια ενός κύκλου Poincaré είναι της τάξης του eN, όπου Ν είναι ο συνολικός αριθμός των μορίων του συστήματος. Έστω ότι N ~ 10 23, τότε η χρονική διάρκεια ενός κύκλου Poincaré είναι εξαιρετικά μεγάλη: 101023 sec ή 101023 ηλικίες σύμπαντος (θεωρούμε ότι η ηλικία του σύμπαντος είναι της τάξης  ~ 10 10 έτη).
Αυτός είναι ο χρόνος που απαιτείται για να επιστρέψει το σύστημα στην αρχική του κατάσταση – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο νέος κύκλος που θα ακολουθήσει θα είναι πανομοιότυπος με τον προηγούμενο!
Είναι φανερό ότι οι χρόνοι αυτοί δεν έχουν σχέση με φυσική!

 

ΠΗΓH:  http://wp.me/p1gQHZ-150

Η αρχιτεκτονική του χάους

Nebula_Space
Ανακαλύπτοντας τα μυστικά της επιβίωσης σ’ έναν αβέβαιο κόσμο

 

Τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε πως κάτι -μια φυσική δομή ή ένα κοινωνικό σύστημα- «βυθίστηκε» ή «κατέρρευσε» στο χάος;

ep-2-thumb-largeΑπό την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η επίκληση του χάους γίνεται αποκλειστικά για να περιγράψουμε διεργασίες αποδιοργάνωσης, αποσάθρωσης και καταστροφής. Οι περισσότεροι από εμάς είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι η εισβολή του χάους στα φυσικά, κοινωνικά, οικονομικά ή βιολογικά συστήματα οδηγεί, αναπόδραστα και νομοτελειακά, στην αποδόμησή τους: η επικράτηση του χάους ισοδυναμεί με πλήρη αποδιοργάνωση, και άρα με ολοκληρωτική καταστροφή κάθε μορφής οργάνωσης.

Θα πρέπει συνεπώς να ακούγεται τρελό ή και ολότελα παράδοξο το να τολμά κανείς να μιλά για «αρχιτεκτονική του χάους», υπονοώντας ότι πίσω από την αταξία κρύβεται κάποιο είδος οργάνωσης. Κοντολογίς, ότι ακόμη και οι χαώδεις δυναμικές κρύβουν κάποια… δομή.

Στο άκουσμα τέτοιων προκλητικών δηλώσεων ο δύσπιστος αναγνώστης θα μπορούσε να αντιτείνει: οι μεγάλες φυσικές καταστροφές, όπως ο πρόσφατος μεγα-σεισμός στην Ιαπωνία, η τελευταία διεθνής οικονομική κρίση ή οι επιδημίες ασθενειών που ταλανίζουν την ανθρωπότητα δεν αποτελούν άραγε τα απτά όσο και τραγικά παραδείγματα της «καταστροφικής δύναμης» και της «οργής» της φύσης, της εισβολής δηλαδή του «παράλογου» χάους στην εύτακτη και εύρυθμη ανθρώπινη πραγματικότητα;

Με πολλά επιχειρήματα θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς αυτή την αφελή κρυπτοθεολογική και άκρως απλοϊκή ταύτιση της φύσης με τις «δυνάμεις του κακού». Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι ολότελα ακατανόητο το πώς και το γιατί η φύση θα έπρεπε (ή θα μπορούσε!) να είναι «οργισμένη» ή «εκδικητική» με τους ανθρώπους.

Με αφορμή λοιπόν τις πρόσφατες φυσικές και κοινωνικοοικονομικές καταστροφές έχει, πιστεύουμε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε αν, και σε ποιο βαθμό, η σύγχρονη επιστημονική σκέψη είναι όντως σε θέση να κατανοεί αφ’ ενός τη χαώδη και ενίοτε καταστροφική δυναμική της φύσης και αφ’ ετέρου τα νοητικά κολλήματα και τις γνωσιακές προκαταλήψεις που, μέχρι πολύ πρόσφατα, μας εμπόδιζαν να αναγνωρίζουμε -και ακόμη λιγότερο να κατανοούμε- το ρόλο και τη σημασία των χαοτικών φαινομένων.

Εξάλλου, όπως θα δούμε, η αναγνώριση του δημιουργικού ρόλου του χάους και των χαοτικών δυναμικών στην εξέλιξη των πολύπλοκων συστημάτων -φυσικών και κοινωνικών- συνεπάγεται τη ριζική αναθεώρηση όχι μόνο της κυρίαρχης, μέχρι πρόσφατα, επιστημονικής μεθόδου, αλλά και της ίδιας της επιστημονικής ορθολογικότητας. Ισως μάλιστα έτσι μπορεί να εξηγηθεί η επίμονη παραγνώριση και η συστηματική υποβάθμιση του χάους από την επιστημονική σκέψη.

Η διάψευση των βεβαιοτήτων

«Η επιστήμη εξακολουθεί να είναι η εξ αποκαλύψεως προφητική περιγραφή του κόσμου, όπως αυτός φαίνεται από ένα θεϊκό ή δαιμονικό σημείο αναφοράς». Με αυτό το καυστικό σχόλιο ο νομπελίστας Ιλια Πριγκοζίν και η στενή συνεργάτις του Ιζαμπέλ Στέντζερς στιγματίζουν τις μεταφυσικές προϋποθέσεις και τις ιδεοληψίες της κλασικής φυσικής, δηλαδή της επιστήμης του Νεύτωνα, «του νέου Μωυσή, στον οποίο αποκαλύφθηκε η αλήθεια του κόσμου», όπως επισημαίνουν στο σπουδαίο βιβλίο τους «Τάξη μέσα από το Χάος» (βλ. ελλ. έκδ. Κέδρος).

Πράγματι, ήδη από το 17ο αιώνα, την εποχή της διαμόρφωσης της νεότερης επιστημονικής μεθόδου από τους Γαλιλέο, Καρτέσιο και Νεύτωνα, η κατανόηση και η τεχνολογική ιδιοποίηση του φυσικού κόσμου βασίστηκε στην αναγωγιστική σκέψη και πρακτική: στην απλοποίηση των προβλημάτων, μέσω των κατάλληλων μαθηματικών εργαλείων, και στη συστηματική αναγωγή των σύνθετων φαινομένων σε πιο απλά, τα οποία και θεωρούνταν «η αιτία» των πρώτων.

Μάλιστα, πάνω σε αυτό ακριβώς το υπερφιλόδοξο αναγωγιστικό πρόγραμμα θα θεμελιωθεί σχεδόν το σύνολο της νεότερης σκέψης και της κοινωνικής πρακτικής: από τη φιλοσοφία μέχρι τις πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Ετσι, σταδιακά επικράτησε ένας ιδιαίτερα παραγωγικός και αιτιοκρατικός τρόπος σκέψης (ντετερμινισμός) που, αργά ή γρήγορα, υποσχόταν να μας αποκαλύψει τα προαιώνια και τελικά αίτια όλων των φαινομένων: όχι μόνο των φυσικών ή των βιολογικών, αλλά και των ανθρωπολογικών ή των κοινωνικών.

Δυστυχώς όμως, παρά τις επίμονες προσπάθειες της «κλασικής» επιστήμης, αποδείχτηκε ότι όλα ανεξαιρέτως τα ορατά ή μακροσκοπικά συστήματα, αυτά δηλαδή που μελετούν οι αστροφυσικοί, οι γεωλόγοι, οι βιολόγοι, οι μηχανικοί, οι οικονομολόγοι, οι γιατροί, υπακούουν σε δύο τουλάχιστον βασικές αρχές οργάνωσης:

  1. Οι απλοί νόμοι δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην σε απλές συμπεριφορές, και
  2. ελάχιστες και φαινομενικά ασήμαντες μεταβολές στις παραμέτρους που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο (δηλαδή μη γραμμικό) σύστημα, μπορεί να οδηγήσουν στο μέλλον σε πολύ μεγάλες αλλαγές στη δομή και τη συμπεριφορά του.

Φανταστείτε, λοιπόν, τις δραματικές συνέπειες που είχε η πρόσφατη και εντελώς απρόσμενη ανακάλυψη ότι οι απολύτως ντετερμινιστικοί φυσικοί νόμοι και οι κανόνες οργάνωσης της φύσης οδηγούν κατά κανόνα σε εντελώς χαώδεις και απρόβλεπτες συμπεριφορές (και το αντίστροφο)!

Και, όπως αποδείχτηκε, πρόκειται για το πολύ συνηθισμένο φαινόμενο που σήμερα αποκαλείται «ντετερμινιστικό χάος» (σημειώστε το οξύμωρο των δύο όρων). Ερευνώντας μάλιστα τέτοια χαοτικά φαινόμενα οι επιστήμονες θα διαπιστώσουν ότι είναι πάντα και εγγενώς «μη γραμμικά»: δεν μπορούμε να προβλέψουμε τη μελλοντική τους συμπεριφορά, ακόμη και αν γνωρίζουμε επαρκώς τις αρχικές συνθήκες ή τις προγενέστερες καταστάσεις τους. Ομως, για όλες αυτές τις εξελίξεις θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο μας σχετικά με τον ανεπίλυτο δεσμό που συνδέει πλέον άρρηκτα την αταξία με τη γένεση και τη διατήρηση της πολυπλοκότητας.

Συχνά ταυτίζουμε -εσφαλμένα- το χάος με την απόλυτη αταξία, δηλαδή με την απουσία κάθε οργάνωσης και εσωτερικής συνοχής: «χαώδεις» είναι οι καταστάσεις ή τα φαινόμενα που θεωρούμε ότι δεν υπόκεινται σε ακριβείς κανόνες ή νόμους και συνεπώς αντιστέκονται σε κάθε μας προσπάθεια πρόβλεψης, ελέγχου ή τεχνολογικής χειραγώγησής τους. Πρόκειται, ενδεχομένως, για μια νοητική στάση που πολύ πιθανά σχετίζεται με την ίδια την οργάνωση και τη λειτουργία του ανθρώπινου νου.

Η ακαταμάχητη έλξη του… χάους

Εντούτοις, σήμερα το χάος έχει πλέον εισβάλει επίσημα και μάλιστα πολύ δημιουργικά στην ανθρώπινη σκέψη: και όχι μόνο, όπως στο παρελθόν, ως το μέτρο της άγνοιάς μας, αλλά ως η απαραίτητη προϋπόθεση για μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει! Η εγγενής αστάθεια και η ευαισθησία από τις αρχικές συνθήκες, με άλλα λόγια η χαώδης ή, αν προτιμάτε, η μη γραμμική δυναμική, θεωρούνται πλέον τα τυπικά γνωρίσματα όλων των πολύπλοκων δομών (φυσικών ή τεχνητών): από την εύρυθμη λειτουργία της ανθρώπινης καρδιάς μέχρι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τώρα, ένα εύλογο αλλά εξαιρετικά ανησυχητικό ερώτημα που προκύπτει από αυτές τις εξελίξεις είναι το εξής: Οι σημερινοί πολιτικοί, πέρα από τα επιστημονικοφανή πυροτεχνήματα που κατά καιρούς χρησιμοποιούν, διαθέτουν άραγε τα απαραίτητα γνωστικά εργαλεία για να κατανοήσουν, και κυρίως για να αντιμετωπίσουν, την πολύπλοκη δυναμική τάξης-αταξίας, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στην τρέχουσα κρίση του κυρίαρχου μοντέλου διαχείρισης της κοινωνίας;

Διότι είναι πλέον σαφές ότι για τη σημερινή πολύμορφη πλανητική κρίση -κρίση ταυτόχρονα γεωλογική, οικολογική και κοινωνικοοικονομική- ευθύνεται πρωτίστως το κλασικό γραμμικό, αναγωγιστικό και απολύτως απλοϊκό πρότυπο κατανόησης και διαχείρισης της χαώδους δυναμικής που συνεπάγεται αλλά και προϋποθέτει η νέα «παγκοσμιοποιημένη» ανθρώπινη κατάσταση.

.

Oι μη γραμμικές αλληλεπιδράσεις

Ο αλλόκοτος βρόχος: τάξη – αταξία

.

Μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα στη δυτική σκέψη κυριαρχούσε η άποψη ότι για την επιστημονική «εξήγηση», και συνεπώς για την ουσιαστική κατανόηση, οποιουδήποτε φαινομένου αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι η ανακάλυψη των «αιτιών» και των «νόμων» που καθορίζουν την εμφάνιση και την ανάπτυξή του.

ep-3-thumb-largeΑκόμη και αυτή η ίδια η ορθολογικότητα της ανθρώπινης σκέψης θεωρούσαν ότι ταυτίζεται και εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητά της να ερμηνεύει «αιτιοκρατικά» τα περίπλοκα φαινόμενα που διερευνά, είτε αυτά είναι φυσικά είτε κοινωνικά.

Με ποια εργαλεία όμως μπορούμε να αποτιμήσουμε την επιτυχία ή όχι μιας επιστημονικής εξήγησης, δηλαδή μιας αιτιοκρατικής περιγραφής; Ο ασφαλέστερος τρόπος είναι προφανώς η μαθηματικοποίηση του προβλήματος. Και, ως γνωστόν, οι διαφορικές εξισώσεις αποτελούν αποδεδειγμένα τον πλέον επιτυχή τρόπο «μετάφρασης» στη γλώσσα των μαθηματικών των γραμμικών, δηλαδή των αυστηρά ντετερμινιστικών διασυνδέσεων μεταξύ αιτίας – αποτελέσματος.

Πράγματι, όπως απέδειξε το 17ο αιώνα ο Νεύτων, εφαρμόζοντας το διαφορικό λογισμό στην περιγραφή των φυσικών φαινομένων, μπορούμε όχι απλώς να εξηγήσουμε νομοτελειακά (π.χ. με το νόμο της βαρύτητας) τη δυναμική των φυσικών φαινομένων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αλλά και να ενοποιήσουμε φυσικά φαινόμενα που μέχρι τότε φαίνονταν εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους: από την πτώση ενός μήλου πάνω στη Γη μέχρι την κίνηση ενός πλανήτη ή ενός δορυφόρου γύρω από τον Ηλιο.

Η εκδίωξη από τον γραμμικό παράδεισο

Σύμφωνα με το παραπάνω γραμμικό-αιτιοκρατικό πρότυπο εξήγησης, μικρά αίτια προκαλούν πάντα μικρά αποτελέσματα, ενώ όλες οι σημαντικές ή οι μεγάλες αλλαγές που παρατηρούνται προκύπτουν, υποτίθεται, αποκλειστικά από την αθροιστική συσσώρευση πολλών μικρών αιτιών.

Εντούτοις, ανέκαθεν ήταν γνωστό ότι πάρα πολλά φυσικά ή κοινωνικά φαινόμενα ήταν, και σε μεγάλο βαθμό παραμένουν ακόμη και σήμερα, μη προβλέψιμα. Τυπικά παραδείγματα είναι οι ξαφνικές αλλαγές του καιρού, οι μεγάλοι καταστροφικοί σεισμοί, η εκδήλωση μιας ασθένειας ή η ταχύτατη διάδοση μιας επιδημίας, καθώς και οι σοβαρές χρηματοπιστωτικές κρίσεις ή οι μεγάλες ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές.

Και δυστυχώς, όπως συνειδητοποιούμε καθημερινά, η περιγραφή μέσω γραμμικών εξισώσεων τόσο των πολλαπλών αιτιών όσο και της πολύπλοκης δυναμικής αυτών των φαινομένων είναι όχι μόνον εξαιρετικά δύσκολη αλλά και άκρως παραπλανητική. Αλλά και οι όποιες προβλέψεις μας σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη τέτοιων πολύπλοκων φαινομένων αποδεικνύονται εξίσου επισφαλείς και αβέβαιες.

Πώς όμως εξηγείται αυτή η εμφανής ανεπάρκεια και η προβλεπτική αποτυχία του παραδοσιακού γραμμικού και ντετερμινιστικού τρόπου σκέψης; Η συνήθης απολογητική στρατηγική που υιοθετούν αρκετοί ειδικοί είναι να επικαλούνται την προσωρινή άγνοιά μας ορισμένων παραμέτρων. Με άλλα λόγια, διατείνονται ότι η εξόφθαλμη αδυναμία μας να κατανοούμε ή να προβλέπουμε τέτοια περίπλοκα φαινόμενα δεν οφείλεται καθόλου στην απλοϊκή και απλουστευτική μέθοδο προσέγγισής τους αλλά στην παράλειψη κάποιας υποθετικής μεταβλητής, την οποία «απλώς» δεν λαμβάνουμε υπόψη μας επειδή την αγνοούμε!

Και όπως θα δούμε, μόνο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η διεθνής επιστημονική κοινότητα άρχισε να προβληματίζεται σοβαρά γύρω από τη θεωρητική και την πρακτική αναγκαιότητα εφαρμογής κάποιων εναλλακτικών, δηλαδή μη γραμμικών μοντέλων εξήγησης. Αν, πάντως, θέλει κανείς να προσδιορίσει την επίσημη ημερομηνία εισόδου της χαώδους δυναμικής στην επιστήμη της φυσικής, θα πρέπει να ανασύρει από τη σκόνη της ιστορίας το πρωτοποριακό, μολονότι επί πολλά χρόνια λησμονημένο, έργο του Ζιλ-Ανρί Πουανκαρέ.

Ο μεγαλοφυής Γάλλος φυσικός και μαθηματικός δημοσίευσε το 1889 (!) μια εντυπωσιακή μελέτη με τον φαινομενικά αθώο τίτλο «Σχετικά με το πρόβλημα των τριών σωμάτων και τις εξισώσεις της δυναμικής» (βλ. ειδικό πλαίσιο). Σε 270 σκοτεινές σελίδες αυτός ο συντηρητικός επαναστάτης απέδειξε μαθηματικά ότι το μεγάλο όνειρο της κλασικής φυσικής για την πλήρη πρόβλεψη της μελλοντικής συμπεριφοράς ενός σύνθετου φυσικού συστήματος, το οποίο αποτελείται μόνο από τρία αλληλεπιδρώντα σώματα, είναι καταδικασμένο να μείνει απραγματοποίητο, και όχι τόσο εξαιτίας πρακτικών αδυναμιών αλλά αντίθετα από εγγενή φυσικά αίτια!

Η ανακάλυψη, και κυρίως η αποδοχή, της εγγενούς αστάθειας όλων των μη γραμμικών συστημάτων -της πλειονότητας δηλαδή των φυσικών, των βιολογικών και των κοινωνικών δομών- επιβάλλει ασύλληπτους περιορισμούς, ταυτόχρονα όμως ανοίγει και νέες δυνατότητες στην ανθρώπινη γνώση. Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι πολλές εκδηλώσεις της χαοτικής συμπεριφοράς ενός πολύπλοκου συστήματος δεν προκύπτουν -ούτε βέβαια εξηγούνται- από τα συστατικά μέρη που αποτελούν αυτό το σύστημα.

Χάος από το πέταγμα μιας… πεταλούδας

Τυπικό παράδειγμα αυτής της νέας συλλογικής και αναδυόμενης μη γραμμικής συμπεριφοράς αποτελεί η πρόβλεψη του καιρού. Ολοι γνωρίζουμε εμπειρικά ότι το χειμώνα κάνει κρύο ενώ το καλοκαίρι ζέστη. Πολύ πιο δύσκολο είναι να καθορίσουμε εκ των προτέρων, δηλαδή να προβλέψουμε, τις ακριβείς καιρικές συνθήκες που θα εκδηλωθούν, ας πούμε, έπειτα από δέκα ή περισσότερες ημέρες. Και όμως, γνωρίζουμε αρκετά καλά από ποιες βασικές μεταβλητές εξαρτάται ο καιρός σε έναν τόπο μια δεδομένη χρονική στιγμή. Παρ’ όλα αυτά ο ορίζοντας πρόβλεψης του μελλοντικού καιρού παραμένει απελπιστικά περιορισμένος.

Το γιατί συμβαίνει αυτό το ανακάλυψε το 1963 ο Εντουαρντ Λόρεντζ όταν, θέλοντας να προσομοιώσει στον υπολογιστή ένα μοντέλο πρόβλεψης του καιρού, εισήγαγε τρία είδη δεδομένων -θερμοκρασία, πίεση του αέρα και ταχύτητα του ανέμου- υπό τη μορφή τριών συζευγμένων μεταξύ τους μη γραμμικών εξισώσεων. Οι εξισώσεις είναι μεταξύ τους συζευγμένες, επειδή τα αποτελέσματα κάθε εξίσωσης εισάγονται ως ακατέργαστα δεδομένα στις επόμενες εξισώσεις, δημιουργώντας έναν βρόχο ανάδρασης. Ετσι, χωρίς να το γνωρίζει, ο Λόρεντζ επανέλαβε ό,τι είχε κάνει πριν από 60 χρόνια ο Πουανκαρέ. Και μάλιστα κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα: όπως ακριβώς τα τρία ουράνια σώματα, έτσι και οι τρεις ανατροφοδοτούμενες καιρικές μεταβλητές μάς αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός μη γραμμικού χαοτικού συστήματος, η συμπεριφορά του οποίου, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, είναι ουσιαστικά απρόβλεπτη. Και αυτό γιατί το καιρικό σύστημα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο ακόμη και στις πιο ασήμαντες επιρροές. Ετσι, ακραία καιρικά φαινόμενα σε έναν τόπο μπορεί να πυροδοτηθούν από το φτερούγισμα μιας πεταλούδας σε κάποια μακρινή περιοχή!

Εκπληξη προκαλεί το ότι χρειάστηκε να περάσουν πάνω από εξήντα χρόνια μέχρι οι φυσικοί να αρχίσουν να ανακαλύπτουν «εκ νέου» και να συνειδητοποιούν τις απρόσμενες επιστημονικές και φιλοσοφικές συνέπειες της πρωτοποριακής έρευνας του Πουανκαρέ.

.

Η πρώτη «ντροπαλή» εμφάνιση του χάους

.

Το πρόβλημα των «τριών σωμάτων» αποτελεί την πιο απλή εκδοχή του προβλήματος της αμοιβαίας αλληλεπίδρασης των «πολλαπλών σωμάτων», που επί έναν αιώνα αποτελούσε τον εφιάλτη της νευτώνειας δυναμικής.

ep-6-thumb-largeΓια να μελετήσει αυτή την ασύλληπτης δυσκολίας σπαζοκεφαλιά, ο Πουανκαρέ αποφάσισε να υιοθετήσει μια γεωμετρική ή ακριβέστερα μια τοπολογική προσέγγιση του προβλήματος, δηλαδή να αναλύσει τις τροχιές των τριών αλληλεπιδρώντων σωμάτων στο χώρο των φάσεων. Πρόκειται για έναν αφηρημένο μαθηματικό χώρο που αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμος και βολικός για την αναπαράσταση περίπλοκων δυναμικών αλληλεπιδράσεων.

Αναλύοντας υπομονετικά τα γραφήματα που προέκυπταν από την είσοδο ενός τρίτου σώματος, κατέληξε στο εξωφρενικό συμπέρασμα ότι μακροχρόνιες προβλέψεις είναι αδύνατες διότι οι μαθηματικές εξισώσεις, δηλαδή οι σειρές που περιγράφουν τις τροχιές των τριών αλληλεπιδρώντων ουράνιων σωμάτων, όχι μόνο δεν συγκλίνουν σε κάποιες προκαθορισμένες θέσεις, αλλά αντίθετα αποκλίνουν!

Πρώτος λοιπόν ο Πουανκαρέ έδειξε πόσο ουτοπικό και πρακτικά ανεφάρμοστο ήταν το φιλόδοξο πρόγραμμα της «κλασικής» φυσικής για την ασφαλή πρόβλεψη και την πλήρη ντετερμινιστική περιγραφή όλων των φυσικών φαινομένων. Ανοίγοντας έτσι το δρόμο -χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί και ο ίδιος- για την επέλαση του χάους στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη.

.

η αυθόρμητη ανάδυση της πολυπλοκότητας

Αυτοοργάνωση: η απάντηση στην αβεβαιότητα

.

Στο συλλογικό φαντασιακό των δυτικών κοινωνιών αλλά και της κάθε επιστήμης, η έρευνα της πραγματικότητας έχει αξία και νόημα μόνο στο μέτρο που μας αποκαλύπτει τους «αιώνιους» και «αμετάβλητους» νόμους της φύσης.

epistimi-1-thumb-largeΦανταστείτε λοιπόν πόσο δυσάρεστη έκπληξη ήταν για τους ειδικούς και το ευρύτερο κοινό, όταν διαπίστωσαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ακόμη και η πλήρης γνώση των βασικών νόμων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την πλήρη κατανόηση των φαινομένων ούτε οδηγεί, κατ’ ανάγκην, σε ασφαλείς προβλέψεις για τη μελλοντική τους συμπεριφορά.

Πράγματι, όπως είδαμε στα δύο προηγούμενα άρθρα μας, περί τα τέλη του 1960 όλο και περισσότεροι επιφανείς επιστήμονες άρχισαν να συνειδητοποιούν αφενός πόσο μάταιη ήταν κάθε προσπάθεια «αναγωγής» των περισσότερων φυσικών φαινομένων στις απλούστερες δομικές τους μονάδες και αφετέρου πόσο ανέφικτη ήταν η «ακριβής πρόβλεψη» της συμπεριφοράς των πολύπλοκων συστημάτων (φυσικών και κοινωνικών): από τις τροχιές τριών αλληλεπιδρώντων ουράνιων σωμάτων μέχρι τη δυναμική των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η νεκροφιλική τάξη και…

Μέχρι πρόσφατα ταυτίζαμε το χάος με την απόλυτη ή παράλογη αταξία, δηλαδή με την απουσία κάθε μορφής οργάνωσης και εσωτερικής συνοχής: «χαώδεις» θεωρούνται οι καταστάσεις ή τα φαινόμενα που πιστεύουμε (εσφαλμένα) ότι δεν υπόκεινται σε ακριβείς κανόνες ή νόμους και συνεπώς αντιστέκονται σε κάθε μας προσπάθεια πρόβλεψης, ελέγχου ή τεχνολογικής χειραγώγησης.

Ωστόσο, όπως θα δούμε, η αναγνώριση της πανταχού παρουσίας της εγγενούς αστάθειας, και άρα της μη προβλεψιμότητας της χαώδους δυναμικής, θα ανοίξει νέους δρόμους για μια πολύ βαθύτερη, αν και όχι πλήρη, κατανόηση των πολύπλοκων συστημάτων.

Αρα, η εισβολή του χάους τόσο στη φύση όσο και στην ανθρώπινη σκέψη όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται καταστροφική αλλά, αντίθετα, μπορεί να είναι άκρως δημιουργική.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την επιστήμη της φυσικής, η οποία αποτελούσε το γνωστικό και μεθοδολογικό πρότυπο για κάθε άλλη «θετική» επιστήμη, η αναγνώριση αυτών των δύο ανυπέρβλητων περιορισμών της γνώσης μας -η διττή αδυναμία πλήρους αναγωγής και ασφαλούς πρόβλεψης- αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα επώδυνο επιστημολογικό σοκ. Σαν να μην έφτανε η θεμελιώδης «αρχή απροσδιοριστίας» της κβαντικής μικροφυσικής, τώρα επιβάλλεται να αποδεχτούμε κάποια σαφή και μη παρακάμψιμα όρια στη γνώση και του μακρόκοσμου!

Πράγματι, η πρώτη θεωρητική αποκρυστάλλωση της παντοδυναμίας της αταξίας, αλλά και της θεωρητικής-πρακτικής αδυναμίας να εξηγήσουμε την προέλευση της τάξης και της πολυπλοκότητας, διατυπώθηκε ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Αυτός ο αδιάψευστος μέχρι σήμερα φυσικός νόμος ορίζει ότι η αταξία στο ορατό Σύμπαν τείνει να μεγαλώνει επειδή η συνολική ενέργεια που περιέχει τείνει βαθμιαία να υποβαθμίζεται. Με άλλα λόγια, η συνολική «εντροπία» του Σύμπαντος μπορεί μόνο να αυξάνει με το πέρασμα του χρόνου.

Αν όμως ισχύει αυτός ο αδυσώπητος νόμος της συμπαντικής υποβάθμισης της ενέργειας και άρα της μεγιστοποίησης της αταξίας, τότε πώς εξηγείται η ανάδυση και η εξέλιξη μέσα στο Σύμπαν εξαιρετικά πολύπλοκων φαινομένων, όπως π.χ. η γένεση και η εξέλιξη των γαλαξιών ή της ζωής, καθώς και η επιβίωση των ανθρώπων με τις περίπλοκες και εξαιρετικά ενεργοβόρες κοινωνίες τους;

Η αχίλλειος πτέρνα της «κλασικής» θερμοδυναμικής ήταν ότι όλοι υπέθεταν πως αυτή ισχύει και εφαρμόζεται μόνο σε «κλειστά» και «απομονωμένα» συστήματα, σε ιδανικά δηλαδή συστήματα που δεν ανταλλάσσουν ύλη και ενέργεια με το περιβάλλον τους. Προφανώς, μέσα στο γνωστό μας Σύμπαν τέτοια συστήματα σε κατάσταση απόλυτης θερμικής ισορροπίας αποτελούν μόνο θεωρητικές αφαιρέσεις. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι περιόρισαν τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής στη μελέτη αποκλειστικά καταστάσεων ισορροπίας αποτελούσε έναν αδικαιολόγητο αυτοπεριορισμό της καθολικής εφαρμοσιμότητας αυτού του νόμου. Αντίθετα, όπως κατ’ επανάληψη διαπίστωσαν, ενώ έχει καθολική ισχύ, ο νόμος αυτός αφήνει πολλά περιθώρια και ελευθερίες για τη δημιουργία πολύπλοκων δομών!

Μακριά από τη θερμοδυναμική ισορροπία, η οποία ισοδυναμεί με τον ενεργειακό θάνατο και την απόλυτη αταξία, η φύση μπορεί να αυτο-οργανώνεται και να πολυπλοκοποιείται, κοντολογίς να αποκτά ιστορία. Ενα ακόμη παράδειγμα όπου η ισχύς των φυσικών νόμων δεν αποκλείει καθόλου -ούτε όμως και επιβάλλει νομοτελειακά!- την ανάδυση πολύπλοκων φυσικών δομών και απρόβλεπτων συμπεριφορών.

…η ζωτική αταξία

Αν το μηχανικό ρολόι ήταν το τεχνολογικό πρότυπο της νεωτερικής «κλασικής» επιστήμης, τότε η μετα-νεωτερική επιστήμη του χάους και της πολυπλοκότητας έχει ασφαλώς ως πρότυπό της τον ψηφιακό υπολογιστή. Και είναι βέβαιο ότι καμία από τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις και τις ακριβείς μαθηματικές περιγραφές των ασταθών συστημάτων και της χαώδους δυναμικής τους δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς την πρωτόγνωρη δυνατότητά μας να εκμεταλλευόμαστε τις απίστευτες υπολογιστικές δυνατότητες των υπολογιστών.

Το σύνολο των θεωριών του χάους και των μηχανισμών της ασταθούς και μη προβλέψιμης χαώδους συμπεριφοράς μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως η εφαρμογή, στην επιστήμη αλλά και στην κοινωνία, των νέων κατηγοριών και των κριτηρίων που συνεπάγεται η συστηματική χρήση των υπολογιστών. Σκεφτείτε τη μαζική και ενίοτε καταχρηστική εφαρμογή των υπολογιστικών εννοιών της πληροφορίας ή της ανάδρασης (feedback)!

Ολα τα σύγχρονα μαθηματικά εργαλεία για την περιγραφή και την αναπαράσταση του χάους στηρίχθηκαν κυρίως στην αξιοποίηση των υπολογιστών: από τους «παράξενους ελκυστές», που καθορίζουν τη μη γραμμική συμπεριφορά κάθε ασταθούς συστήματος, μέχρι τη δημιουργική «αυτο-ομοιότητα» που παρουσιάζουν οι εντυπωσιακές μορφοκλασματικές δομές (fractals) της νέας γεωμετρίας φράκταλ του Μπενουά Μάντελμπροτ.

Χάρη σε τέτοια «απτά» υπολογιστικά μοντέλα, η σύγχρονη επιστήμη κατάφερε να επιβεβαιώσει ποικιλοτρόπως την υποψία που διατύπωσε πριν από πολλές δεκαετίες ο Πουανκαρέ. Σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι για τη δυναμική αστάθεια και άρα για την εγγενή μη προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς των πολύπλοκων συστημάτων δεν ευθύνεται η απουσία αυστηρών φυσικών νόμων. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει: απολύτως γνωστοί και ντετερμινιστικοί νόμοι οδηγούν στο χάος, δηλαδή σε τεράστιες αποκλίσεις στη συμπεριφορά κάθε πολύπλοκου συστήματος, εξαιτίας ελάχιστων αλλαγών στις αρχικές συνθήκες ή στις βασικές μεταβλητές του συστήματος.

Και υπό αυτήν ακριβώς την έννοια, ενώ στα πολύ απλά συστήματα η αταξία και το χάος λειτουργούν μάλλον καταστροφικά, στα πολύπλοκα συστήματα η αστάθεια και η αταξία λειτουργούν εποικοδομητικά, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην περαιτέρω εξέλιξη και πολυπλοκοποίησή τους. Ενα απρόσμενο και ρηξικέλευθο συμπέρασμα που, μολονότι επιβεβαιώνεται από πλήθος επιστημονικών παρατηρήσεων, εντούτοις διστάζουμε να το υιοθετήσουμε ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης της επιστημονικής γνώσης και της κοινωνίας.

Ο μύθος της παντογνωσίας

Στο κλείσιμο του δεύτερου άρθρου μας για το χάος (βλ. «Ε» 26-03-11) διατυπώσαμε την απορία γιατί χρειάστηκε να περάσουν πάνω από εξήντα χρόνια μέχρι να αρχίσουν οι φυσικοί να ανακαλύπτουν «εκ νέου» και να συνειδητοποιούν τις απρόσμενες επιστημονικές και φιλοσοφικές συνέπειες της πρωτοποριακής έρευνας του Ζιλ-Ανρί Πουανκαρέ.

Η απάντηση σε αυτό το φαινομενικά αθώο ερώτημα δεν είναι ούτε απλή ούτε προφανής. Και αυτό γιατί σε αυτή τη συστηματική «παράλειψη» εμπλέκονται όχι μόνο οι συνήθεις συντηρητικές αντιδράσεις της επιστημονικής κοινότητας απέναντι σε ριζικά νέες ή και επαναστατικές προσεγγίσεις, αλλά και το γεγονός ότι η αποδοχή του χάους και της μη προβλεψιμότητας ανατρέπει οριστικά κάθε ελπίδα για μια απλή και ενιαία εξήγηση της φύσης. Ελπίδα που αποτέλεσε, και ώς έναν βαθμό αποτελεί ακόμη, τον θεμελιωτικό μύθο της κλασικής επιστήμης.

Και μολονότι, κατά το παρελθόν, η κλασική επιστήμη είχε οδηγήσει στους μεγάλους θριάμβους της ανθρώπινης σκέψης -από τη νευτώνεια μηχανική μέχρι τη θεωρία της σχετικότητας- σήμερα αποδεικνύεται εμπόδιο όχι μόνο για το βάθεμα των γνώσεών μας αλλά και για τη συνειδητοποίηση των νέων κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε: πολύπλοκα κοινωνικά προβλήματα που δεν επιδέχονται πλέον γραμμικές και απλοϊκές λύσεις.

.

ΠΗΓΗ: 

ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ

http://www.enet.gr/?i=news.el.episthmh-texnologia&id=264570

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=26/03/2011&id=262525

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=26/03/2011&id=262524

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=260729

Η εξουσία και ο φόβος μπροστά στην ηδονή

Το κείμενο που ακολουθεί συνοψίζει μία σειρά από απόψεις που ωστόσο όλες τους έχουν βασιστεί στις κεντρικές ιδέες που παράγει ο πυρήνας του σχήματος που ονομάζεται T.O.P.Y. (The Temple ov Psychic Youth). Ελπίζουμε ότι σε αυτά που ακολουθούν θα δοθούν έμμεσα πολλές απαντήσεις σχετικά με το T.O.P.Y., καθώς σε εμάς δεν υπάρχουν ορισμοί.

Τόσο στην αρχική του φάση, όσο και στην συνέχειά του, το T.O.P.Y. είναι τέτοιο ώστε να αποφεύγεται κάθε στήριξη σε πρόσκαιρους ορισμούς που χρησιμεύουν μόνο για να καταπιέζουν τους ανθρώπους και να τους κρατούν στο παρελθόν, κάτι που τους αφήνει στο έλεος εκείνων ακριβώς των δυνάμεων ενάντια στις οποίες μάχεται το T.O.P.Y.

Δεν πρόκειται για κάποιο ακαδημαϊκού τύπου σωματείο που αναζητάει την γνώση με την κοινώς αποδεκτή έννοια, αλλά αντίθετα για μία συλλογικότητα της οποίας οι ιδέες, οι σκοποί και οι πρακτικές βρίσκονται σε διαρκή ρευστότητα, έτσι ώστε (όσο αυτό είναι δυνατό) να αντικατοπτρίζει αυτή τις ιδιαίτερες ατομικές σκέψεις των προσώπων που συνθέτουν το ευρύ πληροφοριακό / ερευνητικό δίκτυό της.

Κατ’ αρχάς κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθούμε με την παρούσα χώρο / χρονική πραγματικότητα στην οποία καλούνται τα άτομα να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μία πραγματικότητα άμεσα σχετιζόμενη με την δομή της δυτικού τύπου κοινωνίας, η οποία ελάχιστα μόνο έχει αλλάξει εδώ και αρκετούς αιώνες.

Πρόκειται για μίας φεουδαρχική κοινωνία, όπου η μεγάλη βάση του λαού χρησιμοποιείται ως ενεργειακή φυσική πηγή (πρώτη ύλη) έως την εξάντλησή της. Πηγή μίας Ενέργειας που χρησιμοποιείται και πάλι ενάντια σε εκείνους ακριβώς από τους οποίους αντλείται. Αυτή η διαδικασία αυτο-αναπαράγεται και μεγεθύνεται επίσης από μόνη της προς όφελος των συμφερόντων που διαχειρίζονται εκείνοι που την ελέγχουν. Καθώς μάλιστα αυτές οι προνομιούχες ομάδες κληρονομούν τον ιερατικού τύπου ρόλο τους, καταλήγουν να μην ελέγχουν πια εκείνες τον ίδιο τον Έλεγχο. Ο Έλεγχος απολαμβάνει μία καρκινωματική, παρασιτική ζωή σε βάρος όλων όσων του ανήκουν.

Σε τακτές περιόδους, ο Έλεγχος, όπως και ο καρκίνος, μπαίνει απρόσκλητος μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς, εδώ όμως κατά κανόνα από την βιολογική γέννησή τους, αναπαράγεται σε βάρος τους και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, επηρεάζοντας αρνητικά τα άτομα που χρησιμοποιεί ως ξενιστές του.

Από το ψυχρό νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου αφαιρείται από τα άτομα το μυστήριο της γέννησής τους, μέχρι την εκπαίδευσή τους και την μετατροπή τους σε κωδικούς αριθμούς, κυριαρχεί μία εκ των προτέρων προγραμματισμένη διαδικασία που ακολουθεί τα άτομα σε όλη τους την ζωή. Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς έτσι ώστε να εμφυτεύει την υπακοή σε μία προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων και να καθιστά αποδεκτές τις κληρονομούμενες αξίες και μέτρα, με άλλα λόγια να κάνει τους ανθρώπους να αποδέχονται την αδυναμία τους να καλυτερεύσουν έστω και λίγο την τωρινή κατάστασή τους που είναι η χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια ιδιότητα του υπήκοου.

Αναπόσπαστα δεμένη με αυτό είναι η δύναμη της γλώσσας που δίνει στα πράγματα μία γενικότερη ιδεολογική κατεύθυνση και μας σπρώχνει στο να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα, όπως αυτή μας παρουσιάζεται, σαν τάχα τον μοναδικό δρόμο από το ένα σημείο στο άλλο. Το άτομο έχει αφεθεί χωρίς ελπίδα σε αυτή την κατάσταση και όλος ο μηχανισμός του Ελέγχου είναι εναντίον του:  η προσφερόμενη συνολική εικόνα του παρόντος, η κοινωνική δομή, η πολιτική, η Θρησκεία, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η πυρηνική και μονογαμική οικογένεια.

Ο Έλεγχος βασίζεται στην χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Καθώς το κύκλωμα του Ελέγχου μπορεί να καταλήξει βραχυ-κύκλωμα, ο Έλεγχος χρειάζεται να καταναλώνει τεράστιες ποσότητες χρόνου και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλει συνεχώς χρονικά όρια στους υπηκόους του και το πετυχαίνει αυτό μέσα από την κουλτούρα σε όλες τις μορφές της, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τα παρόμοια, όπου υπάρχει πάντα αρχή, μέση και τέλος και άκαμπτες ακολουθίες χωρίς την ελάχιστη έστω παρεκτροπή. Έτσι ακριβώς θέλει ο Έλεγχος να γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Το άτομο όμως είναι μία πρόσκαιρη και παράλληλα προκαθορισμένη κατάσταση ρευστότητας. Δεν υπάρχουν γι’ αυτό προκαθορισμένα σημεία και ορισμοί, τελικές απαντήσεις ή εξειδικευμένες φόρμουλες. Η ζωή είναι τελείως απλά ένα ρεύμα, ή, για να το πούμε διαφορετικά, αποτελείται από μικρά – μικρά κομματάκια σε κάθε ελάχιστο επίπεδό της. Τα γεγονότα δεν συμβαίνουν μόνο για να ακολουθηθούν από κάποια επόμενά τους γεγονότα, αλλά ανά πάσα στιγμή μαζί με ένα πλήθος από γεγονότα που ήδη υπάρχουν μέσα στην ύπαρξη αντανακλώνται με πολύ διαφορετικές ερμηνείες στο ανθρώπινο ασυνείδητο.

Τα cut-ups αποτελούν μία αποτελεσματική μέθοδο για να επισημάνει κανείς έγκαιρα και να βραχυκυκλώσει τον Έλεγχο. Η ζωή είναι άθροισμα συνεχών κυμάτων από κατατεμαχισμένα πράγματα ή γεγονότα σε κάθε επίπεδό της. Είναι ένας τρόπος να προσδιοριστεί (περιγραφεί) η αποκάλυψη της πραγματικότητας και η πολυπλοκότητα του ατόμου στο (και από το) οποίο αυτή έχει κληροδοτηθεί .

Ο Έλεγχος αρνείται την διαίσθηση και το ένστικτο ειδικότερα, καθώς και τα όνειρα όλων των ειδών, όπως άλλωστε και την χωρίς συγκεκριμένο σκοπό σκέψη. Αποδεδειγμένα ωστόσο μπορεί κάποιος να πιστεύει στην ύπαρξη πολύ περισσότερων πιθανοτήτων για το κάθε τι, από όσες μας έχει κάνει να δεχόμαστε ο Έλεγχος που κανονίζει προς όφελός του τον κοινωνικό προγραμματισμό.

Οι αντιστασιακοί κανόνες συμπεριφοράς και ψυχολογικές αντιλήψεις έχουν ήδη δημιουργήσει το απαραίτητο κίνητρο για ν’ αρχίσει κανείς να αναρωτιέται για τα δεδομένα που μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτά ή ακόμα και να τα αρνηθεί. Τίποτε δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτό πριν αναλυθεί και δίχως να εκτιμηθεί προηγουμένως εάν οι αξίες που μεταφέρει είναι καλές για τα άτομα. Ο σκεπτικισμός δεν καταστρέφει διαδικασίες, αλλά βοηθάει να αντιληφθεί κανείς τον Έλεγχο και να ερμηνεύσει τις μεθόδους του.

Μία από τις πιο ύπουλες μεθόδους του Ελέγχου είναι ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός στις μυριάδες δογματικές εκδοχές του διδάσκει ότι το σεξ είναι αμαρτωλό, όταν δεν το καταστέλλει μέσα από αμέτρητους κανόνες. Για τους εξουσιαστές και για εκείνους που ασχολούνται με τον νομοθετικό έλεγχο αυτού του ίδιου του Ελέγχου, το σεξ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές και ένα από τα χειρότερα προβλήματα. Οι κλίκες που νομοθετούν ξέρουν πολύ καλά ότι το σεξουαλικό στοιχείο αποτελεί γι’ αυτούς ένα μεγάλο εμπόδιο, αφού συνδέεται με την ικανότητα των ατόμων να δημιουργούν και να παίζουν, άρα με την αυτοσυνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.

Αν το σεξ μπορούσε ποτέ να εκφραστεί με ένα μανιφέστο, αναπόφευκτα θα επιβεβαίωνε την σαφή ανωτερότητά του και θα αρνιόταν να υποτάσσεται στα τεχνητά δεδομένα της ηθικής που έχουν κατασκευαστεί με αποκλειστικό σκοπό να υποδουλώσουν. Σε αυτή την υποδούλωση των ατόμων στην εξουσία, συμπεριλαμβάνονται η επιβολή της μονογαμίας που ενδυναμώνεται περαιτέρω από τον γάμο, και η δημιουργία μίας σειράς από ανασταλτικές παρεκτροπές του ελεύθερου ερωτισμού. Το ερωτικό ένστικτο μπλοκάρεται συστηματικά μέσα από έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό καταπίεσης.

Αυτή η συνεχής καταπίεση δημιουργεί ένα απόθεμα ενέργειας, το οποίο οι νομοθέτες και οι παπάδες είναι κανοί να το διοχετεύουν στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους και στην ισχυροποίηση των θέσεών τους στην κοινωνία και στο κράτος. Ο μηχανισμός αυτοσυντήρησής τους βασίζεται επάνω σε κανόνες και νόμους που αποσκοπούν ανοικτά στην καταπίεση της ελεύθερης εκδήλωσης της σεξουαλικής παρόρμησης, μία καταπίεση που αυτόματα υποστηρίζει την παραπέρα καταπίεση των μαζών. Η κατάρρευση όλου αυτού του πλέγματος κανόνων καταστολής είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μας στόχους, καθώς κάτι τέτοιο αυτόματα θα προκαλέσει γενικευμένη ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές και με ολόκληρο τον παρόντα «πολιτισμό». Μπορεί πολύ εύκολα κάποιος να αναλογιστεί εκείνον τον απέραντο ωκεανό καταπιεσμένης ενέργειας να αρχίσει να ξεχύνεται, να ξεχειλίζει πάνω από τα συμπαγή φράγματα προς κάθε κατεύθυνση.

Οι πολυάριθμες αρρώστιες του πνεύματος, οι νευρικές διαταραχές που προκαλούνται από αυτή την ψεύτικη ζωή κάτω από την κυριαρχία του Ελέγχου έχουν αυξηθεί σε απίθανα μεγάλες αναλογίες. Ζούμε ωστόσο ή μάλλον απλώς υπάρχουμε, μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο στην πραγματικότητα από «παρουσίες» που εμπεριέχουν το «όντως Όλον» δίχως όμως να το δείχνουν ή να το αναπαριστούν. Προέχει συνεπώς ανάμεσα στις προσωπικές μας εμπειρίες, και σε μία μικρότερη έκταση λειτουργώντας επίσης ως «παρουσίες» να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μία στοιχειώδη γνώση του «όντως Όλου». Καθώς όλοι οι τρόποι κατάκτησής ή προσέγγισης της γνώσης και της εμπειρίας είναι σχετικοί και υποθετικοί, ο πιο σίγουρος δρόμος για κάτι τέτοιο είναι η σταθερή επέκταση της γνώσης μας και μία συνεχής αναζήτηση της πλήρους εικόνας και της συνάφειάς της με εμάς τους ίδιους.

Η κατακερματισμένη και επινοημένη «φύση» της συνηθισμένης σκέψης και εμπειρίας που μας επιβάλλεται μέσα από τον κοινωνικό Έλεγχο, θα μπορούσε να θεραπευθεί μόνο εάν την αντικαθιστούσαμε με την αναζήτηση μίας δυναμικής ενότητας που συνεχώς θα αναπτύσσεται.

Ο έσχατος παραλογισμός στον οποίο έχουμε φθάσει σήμερα είναι ότι πιεζόμαστε και αισθανόμαστε ένοχοι ακριβώς επειδή λόγω του Χριστιανισμού έχουμε διδαχθεί να αισθανόμαστε ένοχοι, όταν θα έπρεπε κανονικά να έχουμε απαλλαγεί πρώτα από όλα από αυτή καθεαυτή την ιδέα της «πλάνης», του «λάθους» ή του «αμαρτήματος». Κατά κανόνα, η ενοχή ξεκινάει από μία πηγαία έλλειψη σεβασμού των ατόμων προς τον εαυτό τους ή από την συναναστροφή με άλλους που έχουν έναν τέτοιο (ενοχικό) τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Η αφετηρία αυτών των βασάνων είναι εκείνο που κυνικά παρουσιάζεται σαν ένα τάχα προαιώνιο λάθος («αμάρτημα») στο οποίο έχουμε υποτίθεται όλοι οι άνθρωποι υποπέσει.

Πράττοντας όμως εκείνο που εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε, οπλίζουμε τον εαυτό μας με την πιο δυνατή ικανοποίηση, συνδέοντας την ατομική πράξη με την συλλογική πρακτική  και κατακτώντας μία σπάνια ψυχική δύναμη, η οποία έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσα στο Τ.Ο.Ρ.Υ.

«ΚΑΘΕ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΗΔΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΆ ΑΠΩΛΕΣΘΕΙ».

Μία ηδονή, ευχαρίστηση, ικανοποίηση είναι δημιουργική μόνο εάν δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το βασίλειο του Ελέγχου. Αγαπώντας ό,τι μας ευχαριστεί, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουμε όσο γίνεται περισσότερο ελεύθερο χώρο μέσα στην καθημερινή μας ζωή, χώρο απαλλαγμένο από την μολυσματική παρουσία του Ελέγχου. Διαφορετικά δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε την δύναμη να ανατρέψουμε αυτόν τον γερασμένο κόσμο που η μούχλα του θα μεγαλώνει ολοένα ανάμεσά μας και αργά ή γρήγορα θα σαπίσει τα όνειρά μας.

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΘΑ ΣΗΜΑΝΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ»

Το να πάρουν οι άνθρωποι την ζωή τους στα χέρια τους, θα σημάνει την αρχή μία άλλης εποχής, μίας εποχής αυτοδιαχείρισης η οποία είναι άλλωστε ένας από τους πιο βασικούς μας στόχους. Από όσα ήδη συμπεριλάβαμε σε αυτό κείμενο, τίποτε δεν είναι σκέτη θεωρία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ίδια η ζωή χλευάζει άμεσα ακόμα και τις πιο υπέροχες θεωρίες.

Μόνο από την ηδονή γεννιέται το θάρρος και το γέλιο που γκρεμίζουν κανόνες, νόμους και όρια. Το θάρρος και το γέλιο που θα πέσουν με την αθωότητα ενός παιδιού επάνω σε εκείνους που αντιπροσωπεύουν την καταστολή, τον υπολογισμό, την εξουσία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να ανακαλυφθεί ένα κοινωνικό «νόημα» ακόμα και στις πιο χαρακτηριστικές μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι τρομακτικό, όπως δείχνει από μία πρώτη ματιά, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ύπαρξη πολλών αβύσσων διαφοράς ανάμεσα σε διαφορετικά υποκειμενικά «νοήματα». Στις συλλογικές ανθρώπινες δραστηριότητες υπάρχει «νόημα» μόνο όταν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες σε αυτές πιστεύουν ότι υπάρχει νόημα.

Εκεί οφείλεται η όλη σύγχυση ή οι διάφοροι τεχνητοί μύθοι σχετικά με εμάς, μύθοι που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους που είναι έξω από τους κύκλους μας. Κανένα τυπικό δεν υπάρχει που να πρέπει να προταχθεί στους συμμετέχοντες , καμμία ανάγκη να υπάρξει μία πρόνοια για τήρηση κανόνων από τους συμμετέχοντες και αυ΄το για τον απλό λόγο ότι οι συνηθισμένες, συμβατικές αξίες και η έννοια της πραγματικότητας έχουν απλοποιηθεί με ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα πίστης.

Μία κοινωνία Ελέγχου βασισμένη στην εκμετάλλευση της ζωής, αποκτά την ενέργεια που της είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει από έναν συνεχώς παρόντα φόβο. Αυτός ο φόβος έχεις αρχίσει να μοιράζεται πλέον «δημοκρατικότατα», έτσι ώστε με γραφειοκρατικό τρόπο να καταστεί «φυσική» κατάσταση και να κτυπάει στις καρδιές μας σαν να είναι αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής.

Φαίνεται ότι σε τελική ανάλυση ο μοναδικός φόβος που συνεχώς υπάρχει μέσα μας είναι ο φόβος να νοιώσουμε ηδονή. Η ουσία του Τ.Ο.Ρ.Υ. είναι εκείνη ακριβώς η μαγική ολοκλήρωση στην οποία αποσυντίθεται ο Έλεγχος. Η ιδέα είναι να εφαρμοσθεί η τεχνική των cut-ups (του κατακερματισμού της πολυσύνθετης πραγματικότητας) στην Συμπεριφορά.

Μέθοδός μας είναι μία σύγχρονη, μη μυστικιστική, συμμετοχή στην Μαγεία, σκοπός είναι ένας αυτοπροσδιορισμός του συνειδητού και του ασυνείδητου των ατόμων. Αυτό που τελικά επιδιώκουμε είναι να εξουδετερωθεί και να κτυπηθεί στην καρδιά της η βαθύτερη έννοια του κοινωνικού Ελέγχου.

Για εμάς, το ελεύθερο Άτομο είναι η έσχατη πραγματικότητα και η μεγαλύτερη δύναμή μας.

The Temple ov Psychic Youth.

(Δημοσιεύθηκε στο 23ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη» το καλοκαίρι του 1990)

David Cooper – Η πολιτική του οργασμού

Image

(Απόσπασμα από εκτενές κείμενο του γνωστού αντι-ψυχίατρου Νταίηβιντ Κούπερ, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981)

Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν 2 άτομα, μήτε καν 1. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.

Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…

…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.
Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να μεταδίδουμε πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.

Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.

Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν «κάνει έρωτα» μία ή δύο φορές την εβδομάδα ή το δεκαπενθήμερο ή τον μήνα για 10 λεπτά περίπου, το κάνει έχοντας ακυρώσει τις συνθήκες χρόνου για τον οργασμό. Ο άνδρας που έχει εσωτερικεύσει την μηχανική ρουτίνα της εργασίας του, την εκφράζει στην συνέχεια μέσα από το σώμα του και έχει πρόωρη εκσπερμάτωση. Ο Βίλχελμ Ράϊχ αναγνώρισε βέβαια ότι η εκσπερμάτωση δεν σημαίνει οργασμό αλλά ότι αντίθετα ο οργασμός είναι κάτι περισσότερο από μία μηχανική «κατάλληλη αποβολή των σωματικών εντάσεων». Ως εμπειρία, ο οργασμός είναι μία ανανεωτική κίνηση έξω από το παλιό και πίσω σε ένα καινούργιο μυαλό, με την παρουσία ενός άλλου ατόμου, στο οποίο μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη χωρίς να απαιτούνται ψεύτικες υποσχέσεις για ένα «μέλλον».

Η γυναίκα επίσης με την σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό παρθενική κλειτορίδα, έχει προσαρμοστεί σε τέτοιον βαθμό που δέχεται και αυτή παθητικά όλη αυτήν την ρουτίνα, δίχως και αυτή να επιχειρεί τίποτε παραπάνω. Θα μπορούσε κανείς να αντιστρέψει την «προτεσταντική» εργασιακή ηθική και να πει ότι το «νωρίς στο κρεββάτι και ξύπνημα νωρίς» κάνει τον άνθρωπο «άχρηστο, φτωχό και αργόστροφο». Υγιής, πλούσιος και έξυπνος, είναι μόνο για τον «άλλον» κόσμο.

Antipsiquiatría Dr. Adolfo Vásquez Rocca 6

Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.

Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.

Η καταπίεση όσον αφορά τις υλικές ανάγκες, την τροφή, την ζεστασιά και την στέγη, δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει την ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει βέβαια να επαναστατήσουμε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε «επανάσταση για τι ;». Και αυτό θα γίνει μόνο αφού προηγουμένως διαλύσουμε κάθε ταμπού, όλοι μαζί και με συμμετοχή όλου του κόσμου. Οι καινούργιοι απελευθερωμένοι τρόποι να απολαμβάνουμε τις σχέσεις μας, δεν δημιουργούν ωστόσο αυτόματα και μία αλλαγή στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, συνεπώς ο κατασταλτικός καπιταλιστικός χρόνος πρέπει επίσης να διαλυθεί, να καταστραφεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην «Κομμούνα του Παρισιού», το 1871, οι κομμουνάροι ενστικτωδώς πυροβολούσαν τα ρολόγια, που στα μάτια τους αντιπροσώπευαν τον καπιταλιστικό χρόνο…

…Με το να παράγουμε για τον εαυτό μας και όχι για να δημιουργήσουμε υπεραξία, δημιουργούμε χρόνο για τον εαυτό μας, χρόνο που μας χρειάζεται για να γνωριστούμε, να ζήσουμε, να παίξουμε και να δημιουργήσουμε σχέσεις, χωρίς την καταστολή της ώρας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πολύ περισσότερα αγαθά παράγονται για να εξαπατήσουν τους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην «παραίσθηση της ευτυχία», παρά για να υπηρετήσουν τις ελεύθερες και ειλικρινείς σχέσεις. Και όπως ακριβώς υπάρχει αυτός ο παραλογισμός των άχρηστων καταναλωτικών προϊόντων, έτσι υπάρχει και ο παραλογισμός των εκατομμυρίων εργαζομένων στα μεγάλα εμπορικά υπερκαταστήματα, στην διαφήμιση, στις τράπεζες και σε πολλούς άλλους ατελείωτους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, που δεν παράγουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ εκτός από κέρδη για τους εργοδότες και επίσης τρόπους διαιώνισης της κερδοφορίας αυτής.