Ο φθόνος του συμβιβασμένου

cropped-cropped-cropped-20707106_10211929240498051_1083880803_o

.

Στις αχανείς εκτάσεις της κοινωνικής ζούγκλας μπορούν να παρατηρηθούν διαφορετικά είδη ανθρωποτύπων που όντας συμβιβασμένοι με τον κόσμο γύρω τους προσπαθούν να βρουν μια φόρμουλα επιβίωσης. Διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που κατανοούν την αδύναμη θέση που έχουν ως καταπιεσμένοι απέναντι στον κόσμο της εξουσίας και των καταναγκασμών που τους επιβάλλονται και εφευρίσκουν διάφορους τρόπους να αντιμετωπίζουν αυτήν την πραγματικότητα.

Κάποιοι προσπαθούν να κρατήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους, να θέτουν κάποιες κόκκινες γραμμές οι οποίες αν προσβληθούν θα ξεσηκωθούν και θα εξεγερθούν, προσπαθώντας λιγότερο ή περισσότερο να αγωνίζονται, έστω και πιο μετριοπαθώς, για παραπάνω χαλάρωση των όρων καταπίεσης και εκμετάλλευσης που τους υποβάλλονται. Κάποιοι άλλοι, κουρασμένοι ενδεχομένως ψυχολογικά από τη συνεχόμενη αναγκαστική αποδοχή των καταπιεστικών συμβάσεων, μπορεί να επιλέξουν μια ζωή πλήρως ρηξιακή, σε πλήρη σύγκρουση με το πλαίσιο κυριαρχίας και να το φτάσουν στα άκρα ακόμα κι αν αυτό είναι πλήρως αυτοκαταστροφικό. Κάποιοι μπορεί να βρίσκονται σε μια γραμμή αποδοχής πολλών συμβάσεων στη ζωή τους αλλά έχοντας επίγνωση αυτής της σύμβασης, αποδέχονται την κατάσταση στην οποία τους φέρνει η αδυναμία τους να αντιδράσουν, αλλά συγκινούνται ή ενθουσιάζονται με μια πράξη αντίδρασης όταν προέρχεται από άλλους. Τέτοιοι άνθρωποι παρόλο που μπορεί να μην τολμούν να προβούν σε ηρωικές υπερβάσεις και να μπουν στη φωτιά της ιστορίας, εν τούτοις πολλές φορές όταν έχει χρειαστεί έχουν σταθεί ψυχικά αλλά και πρακτικά υπέρ όσων το κάνουν. Σε κρίσιμες στιγμές έχουν παράσχει καταφύγιο, έχουν διασώσει, έχουν αρνηθεί να καταδώσουν ακόμα και με κίνδυνο της ελευθερίας ή της ζωής τους. Αλλά αυτό βέβαια δε συμβαίνει τυχαία. Συμβαίνει γιατί μέσα τους γνωρίζουν με ποιο στρατόπεδο τάσσονται. Αναγνωρίζουν την πηγή της καταπίεσης και της καταδυνάστευσης που υφίστανται όπως και τους φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς αυτής. Περιττό να πούμε πως πλέον, στη δική μας εποχή, άνθρωποι σαν κι αυτούς βρίσκονται κυρίως στις σελίδες των βιβλίων.

Υπάρχει όμως και ένα άλλος είδος καταπιεσμένου που αφθονεί γύρω μας. Είναι αυτός που συμβιβάζεται , όχι αναγκαστικά γιατί νιώθει ότι είναι θύμα εκβιαστικών απαιτήσεων από την πλευρά της κυριαρχίας και ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά κυρίως γιατί “ΠΡΕΠΕΙ”. Όπου βρεθεί και όπου σταθεί διαρκώς φροντίζει να κάνει γνωστό σε όλους γύρω του, ακόμα και αν κανείς δεν τον έχει ρωτήσει, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να υπακούμε τους ανώτερους μας, πρέπει να ακολουθούμε τους κανονισμούς, τους νόμους, τις διατάξεις ,πρέπει να είμαστε τίμιοι και να μη δίνουμε δικαιώματα περί του αντιθέτου, πρέπει να καθόμαστε στα αυγά μας όταν έχει φασαρίες, να μην μπλέκουμε, να μην ασχολούμαστε με πράγματα πέρα από τα πλαίσια που προβλέπει το άγραφο δίκαιο της οικογενείας ή το επίσημο γραμμένο δίκαιο της πολιτείας.

Τέτοιους ανθρώπους όλοι ξέρουμε, όλες έχουμε γνωρίσει και έχουμε δει. Για την ακρίβεια είναι παντού γύρω μας. Το είδος του καταπιεσμένου για τον οποίο μιλάμε, αυτός ο homo conformer έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να γίνεται αντιληπτός και να δίνει το στίγμα του. Έχει μια αστείρευτη διάθεση για γκρίνια, μια ξινίλα μόνιμα χαραγμένη στα μούτρα του και του φταίνε διαρκώς όλα όσα γίνονται εκτός πλαισίων. Θα τον δούμε ας πούμε σε κάποιο μέσο μεταφοράς να δυσφορεί με όσους δεν κόβουν εισιτήριο στα ΜΜΜ γιατί “αν λειτουργούσαν όλοι έτσι τι νόημα έχουν οι κανονισμοί, μαλάκες είμαστε οι υπόλοιποι που κόβουμε εισιτήριο κανονικά;” Το ίδιο μοτίβο γκρίνιας μπορεί να επαναληφθεί σε άπειρες παραλλαγές καθώς τα πράγματα που ενοχλούν το homo conformer δεν έχουν τελειωμό.

Βασικά είναι το ίδιο άτομο που πάντα θέλει να κάνει μάθημα όταν γίνονται καταλήψεις σε σχολεία και σχολές ( “μαλάκες είμαστε εμείς δηλαδή που έχουμε κάνει τόση προετοιμασία και μελέτη;”) , που πάντα ενοχλείται όταν κάποια κοινωνική κινητοποίηση μπλοκάρει κάτι, είτε είναι κάποια διαδήλωση στο κέντρο της πόλης, είτε κάποια απεργία που βραχυκυκλώνει κοινωφελής υπηρεσίες όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τομέας καθαριότητας, ΜΜΜ, αεροδρόμια, λιμάνια, εθνικές οδοί, τελωνεία, νοσοκομεία, (“δηλαδή εμείς τι φταίμε να ταλαιπωριόμαστε σα μαλάκες”) ή που πάντα θέλει να εργαστεί στη δουλειά του όταν γίνεται κάποια απεργία (“μαλάκας είμαι δηλαδή εγώ να ρισκάρω να με απολύσουν;”)Φυσικά ο homo conformer δεν είναι μαλάκας όπως κάτι άλλα χάπατα να παρασέρνεται σαν πρόβατο από ιδεολογίες, κόμματα και παρατάξεις ωστόσο δηλώνει ενεργός πολίτης και ψηφίζει κάθε τετραετία φροντίζοντας να δείξει σε όλους τους τόνους την δυσφορία του για επιλογές τύπου άκυρα/λευκά (“ εγώ γιατί πάω σα μαλάκας και ψηφίζω”).

Τον homo conformer βέβαια τον ενοχλούν και πολλά άλλα πράγματα. Τον ενοχλούν όσοι άλλοι δεν κάθονται στα αυγά τους όπως αυτός αλλά αντιδρούν με διάφορους τρόπους απέναντι σε εκφάνσεις της καταπίεσης και της εξουσίας ειδικά αν μια τέτοια αντίδραση εμπεριέχει και ένα ποσοστό βίας (“ δηλαδή τι, μαλάκες είμαστε εμείς; δε ξέραμε και εμείς άμα είναι να το κάναμε αυτό, ;”). Μολονότι βέβαια δεν αντιδρά σχεδόν ποτέ για το οτιδήποτε , και παρά το γεγονός ότι πάντα είναι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει παρόλα αυτά άποψη και για το επιχειρησιακό κομμάτι δράσεων ή ακόμα και για τη στοχοθεσία (“ σιγά μην ήμουν μαλάκας να παίξω τον κώλο μου για κάτι τέτοιο” ή “ εγώ αν ήταν να κάνω κάτι δε θα πήγαινα σα το μαλάκα σε κάτι τόσο εύκολο θα χτυπούσα κάτι πολύ πιο δυνατό” ). Τον ενοχλούν επίσης, και τον ενοχλούν πολύ τα συνθήματα στους τοίχους, ότι  κι αν γράφουν. Είναι από αυτούς που συχνά αν δουν κάποιον να γράφει στη γειτονιά τους ή κάτω από το σπίτι τους θα αρχίσουν αμέσως τα “γιατί δε τα γράφεις αυτά στο σπίτι σου ρε;”

O homo conformer μπορεί να μην ξεσηκώνεται ποτέ αλλά ξέρει ότι αν θέλει μπορεί (παρόλο που δε θέλει) να τα κάνει όλα όπα. Μόνιμη επωδός του όταν βλέπει στις ειδήσεις μια σπασιματική ή έναν εμπρησμό είναι το “ε καλά αυτή τη μαλακία θα μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε, γιατί δεν πάνε σε καμιά βουλή να τους παραδεχτώ;”. Φυσικά ακόμα κι αν γίνει αυτό πάλι θα έχουν μια απάντηση , θα γυρίσουν και θα πουν “ μπράβο ρε, καλοί μαλάκες είστε, κάνατε μια τρύπα στο νερό , ρίξατε το κράτος”.
Αυτό το συμβιβασμένο ανθρωπάκι, παρά το γεγονός ότι αρκετά συχνά βλέπει ταινίες ή σειρές με κυριλέ τύπους που κλέβουν με θεαματικούς τρόπους καζίνο, γκαλερί, τράπεζες κτλ. και καραγουστάρει, αν στην πραγματική ζωή μάθει ότι ληστεύτηκε κάποια τράπεζα, ειδικά αν οι δράστες είναι αναρχικοί, θίγεται κατάφωρα, η αξιοπρέπεια του και βγαίνει από τα ρούχα του (να τους μπαγλαρώσουν να μάθουν, μαλάκες είμαστε εμείς που δουλεύουμε μια ζωή, δεν ξέραμε να κλέψουμε άμα θέλαμε;)

Όπως θα έχει γίνει μάλλον σαφές μέχρι τώρα, ο συγκεκριμένος τύπος συμβιβασμένου ανθρώπου δεν είναι και πολύ συμπαθητικός. Για την ακρίβεια είναι ακριβώς αυτό που αναρωτιέται διαρκώς: μαλάκας, και μάλιστα τιτανοτεράστιος. Κάθε φορά που μπορεί να μας τύχει μια απρογραμμάτιστη συζήτηση με κάποιον του είδους τους μετά έχουμε τόσα νεύρα που νιώθουμε ότι θα μπορούσαμε να πέσουμε με αμάξι σε μια στάση λεωφορείου γεμάτη κόσμο. Ακόμα και οι πλέον επίμονοι μέσα στο κίνημα που είναι κατά των εύκολων αφορισμών γιατί πιστεύουν ότι οι πάντες θα μπορούσαν να μεταστραφούν, αν κάτσουν να συνομιλήσουν 5 λεπτά με έναν τέτοιο άνθρωπο θα θέλουν να τον πατήσουν με τρακτέρ. Και θα έχουν δίκιο.

Οι ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες δεν διαμορφώνονται μόνο βάση ορθολογικών κριτηρίων και ψυχρών υπολογισμών. Από μια τέτοια άποψη δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμιά απολύτως εξήγηση για το πώς άτομα από την τάξη των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια τόσο lawful προσωπικότητα, υποτακτική πέρα ως πέρα και ικανή να προκαλεί μια απαξία και μια αποστροφή όχι μόνο με πολιτικά και ηθικά κριτήρια αλλά ακόμα και με αισθητικά.
Είτε ένα άτομο αντιδρά σε όλες τις περιπτώσεις με τους παραπάνω τρόπους , ή σε ορισμένες από αυτές, το ψυχολογικό του υπόβαθρο παραμένει κάπως ίδιο. Κατά βάση πρόκειται για άτομα, που αν και νομιμόφρονα και υποτακτικά, ενίοτε έχουν κρίσεις συνείδησης και ηθικών αμφιβολιών ως προς τη ζωή και τις επιλογές τους. Αντί όμως να στραφούν σε μια, έστω μερική, ρήξη με όσα τους καταπιέζουν, αναπτύσσουν ένα σύνδρομο τρομερής μικρόψυχης ζήλιας απέναντι σε όσους και όσες τολμούν κάποια υπέρβαση στη ζωή τους. Αυτή η αντιδραστική ζήλια μετατρέπεται σε έναν δηλητηριώδη φθόνο που κατατρώει τον εσωτερικό τους ψυχισμό με την μεθοδικότητα που ένας καρκίνος καταστρέφει το σώμα ενός οργανισμού, οδηγώντας τους στο να μισούν και να εχθρεύονται πλέον όλα εκείνα τα οποία θεωρούν ή νιώθουν ότι δε μπορούν να κάνουν. Έτσι , αντί να μισούν και να εχθρεύονται όσους τους αναγκάζουν να ζουν σε συνθήκες αναξιοπρέπειας, όσους τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται, όσους παίρνουν αποφάσεις για τις δικές τους ζωές, μισούν μέσα από τα βάθη της ψυχής τους, τους εξεγερμένους, τους αρνητές, τις ιερόσυλες και απείθαρχες αυτού του κόσμου.

Αυτού του τύπου η αντίδραση είναι το τελευταίο ψυχολογικό αποκούμπι, ένα ultimum refugium ή αλλιώς η έσχατη καταφυγή των ανθρώπων που δε μπορούν να υποφέρουν την ίδια τους την αναξιοπρέπεια και δουλοπρέπεια. Διαρκώς πρέπει να φταίνε οι άλλοι, όσοι και όσες κινητοποιούνται, καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους, συμμετέχουν σε διαδηλώσεις, συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής, προβαίνουν σε οργανωμένα σαμποτάζ, λεηλατούν τους ναούς του πλούτου ή βγάζουν από τη μέση καθάρματα που υπηρετούν τον κόσμο της εξουσίας, της βαρβαρότητας και της εκμετάλευσης. Για αυτά τα άτομα εχθρός είναι κάθε άνθρωπος που τολμά να υψώνει το ανάστημα του απέναντι στη μπότα της εξουσίας ενώ εκείνος που κάθεται να τον τσαλαπατούν σαν το σκουλήκι μέσα στη λάσπη, είναι υπόδειγμα ανθρώπου στην κοινωνία, ένας καθώς πρέπει πολίτης με πρόσωπο στον κόσμο.

Τα επιχειρήματα δε με τα οποία στρέφονται ενάντια σε κάθε μικρή ή μεγάλη πράξη ανταρσίας, έχουν την τάση να παραλλάσσονται ανάλογα την περίσταση και τη συγκυρία. Μπορεί να κάνουν επίκληση στον πολιτισμό, τον ανθρωπισμό, τον αντί-φανατισμό ή ακόμα και στο ρίσκο επιδείνωσης των όρων επιβολής και καταστολής μιας εξουσίας. Έτσι διαμορφώνεται διαρκώς ένα πλαίσιο στο οποίο τα υποκείμενα κάποιας ανταρσίας να καθίστανται απολίτιστοι, βάρβαροι, φανατικοί ή στη χειρότερη άτομα ανεύθυνα χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες των πράξεων τους, τις οποίες θα πληρώσουν όσοι κάθονται στα αυγά τους και δεν προκαλούν. Η ποικιλία αυτών των αιτιάσεων ενάντια σε εκφάνσεις ανταρσίας υποδηλώνουν σε πολλές περιπτώσεις και διαφορά προέλευσης. Μπορεί να προέρχονται από συντηρητικά ή προοδευτικά χείλη, από δεξιά ή αριστερά, μερικές (ελάχιστες είναι η αλήθεια) φορές ακόμα και αναρχικά.

Ωστόσο αυτό το σώμα των νομιμοφρόνων δεν είναι διόλου αμελητέο. Τουναντίον είναι πολύ υπολογίσιμο μέγεθος και δυναμική εντός της κοινωνίας, από τη στιγμή κιόλας ειδικά που καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο κοινωνικό χώρο. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κοινωνικό corpus των ζηλόφθονων συμβιβασμένων αποτελεί την Πέμπτη φάλαγγα της ψυχολογικής καταστολής των εξεγερμένων. Κι αυτό γιατί η ψυχολογική επίδραση που μπορεί να προκαλούν στα εξεγερμένα υποκείμενα είναι καταλυτική. Είναι δυνατόν έτσι η ίδια η ζωτική θέληση για εξέγερση, αντίσταση και επίθεση στον κόσμο της εξουσίας να στραγγαλίζεται από συνεχόμενες τύψεις, υπαρξιακές κρίσεις για το ποιοι είμαστε, που πάμε, τι θέλουμε, σε ποιους απευθυνόμαστε ως και τύψεις ή ενοχές για ενδεχόμενα αντίποινα της εξουσίας ή κάποια δυσχέρεια των όρων κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής. Αρχίζουν να παρουσιάζονται διαρκείς προβληματισμοί γύρω από το πώς φανούμε αν κάνουμε το Α ή το Β , ή αν γράψουμε την τάδε αντί της δείνα πρότασης. Μπορεί να μας καταλάβει ένα τεράστιο άγχος για το πώς δε θα φανούμε βάρβαροι, απολίτιστοι , φανατικοί, ανεύθυνοι και χίλια άλλα δύο που μπορεί να μας επισύρουν και στη συνέχεια αρχίζει ο αυτό- περιορισμός. Περιορισμός στην κλίμακα της δράσης, περιορισμός στην κλίμακα του ριζοσπαστικού λόγου και προταγμάτων και εν συνεχεία μια πλήρη διολίσθηση στην αποριζοσπαστικοποίηση, το συντηρητισμό , την αυτό- λογοκρισία και την ηττοπάθεια. Πολλές φορές είναι τέτοια η αμυντική θέση που νιώθουν ότι πρέπει να πάρουν άτομα του κόσμου του αγώνα, ώστε συχνά όταν κατά τη διάρκεια δημόσιων παρεμβάσεων τους κράζουν διερχόμενοι περαστικοί , απαντούν ως άλλοι Ιωβ “μα εμείς για εσάς το κάνουμε, για σας αγωνιζόμαστε” .

Ε όχι λοιπόν. Δεν το κάνουμε για αυτούς και δεν αγωνιζόμαστε για λογαριασμό κανενός και καμίας που δε θέλει να αγωνιστεί. Το σύνθημα “ Το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι και όχι οι ρουφιάνοι και οι προσκυνημένοι” δεν έχει βγει τυχαία. Αποτελεί πρώτα και κύρια το πρώτο και σημαντικότερο ψυχολογικό ανάχωμα μας απέναντι σε αυτήν την αυτό-καταστολή των τύψεων, των ενοχών και των υπαρξιακών αγχών που έρχεται να μας υποβάλει το corpus της νομιμοφροσύνης. Δεν είμαστε εμείς, όσοι και όσες πνιγόμαστε από την υπάρχουσα πραγματικότητα και εξεγειρόμαστε, απολογούμενοι για κάτι. Σε ποιον και γιατί θα απολογηθούμε; Δεν έχουμε να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν. Σε κανέναν δε χρωστάμε κάτι. Πόσο μάλλον σε άτομα που αισθάνονται διαρκώς ανώτερα και πιο έξυπνα από όλους μας ενώ είναι πρωταθλητές στην γονυκλισία και την υποτακτικότητα.

Όταν αντιληφθούμε πως αυτό το κοινωνικό κομμάτι δεν είναι φίλα προσκείμενο σε μια προοπτική κοινωνικής σύγκρουσης και πως δε μπορούμε, και ούτε θα έπρεπε να θέλαμε εξαρχής, να το κατευνάσουμε ή να το πάρουμε με το μέρος μας , θα νιώσουμε πραγματικά τόσο απελευθερωμένοι/ες που θα αντιληφθούμε ότι η πραγματική μας δυναμική σαν χώρος, σαν κίνημα, σαν κόσμος της εξέγερσης και της ρήξης με το υπάρχον βρίσκεται πολύ πιο πάνω από όσο πιστεύαμε και ότι κατά βάση εμείς οι ίδιοι την περιορίζαμε μην τυχόν και δυσαρεστήσουμε τον συμβιβασμένο που φθονεί…..

.

ΠΗΓΗ:  https://the-blast.espivblogs.net/2019/06/21/o-fthonos-toy-symvivasmenoy/

Λοστρέ – Λένος Χρηστίδης

143207-xristidis_lenos215

.
(ένα απόσπασμα)

Ποιοι είναι όλοι αυτοί που, όταν φεύγουν από το σαλόνι τους, μένει το βαθούλωμα στον καναπέ τους; Τι είναι όλοι αυτοί; Είναι αυτοί που πλημμυρίζει το σπίτι τους και αντί να το καθαρίσουν σκέφτονται μόνο να ρίξουν την κυβέρνηση. Μπορεί να βουλιάζω στη λάσπη, αλλά θα τους εκδικηθώ. Όλους. Ποιους; Κάποιους. Κάποιον. Γιατί; Έτσι. Είναι αυτοί που παρακολουθούν το βουλωμένο από φύλλα λούκι που αυτοί δεν καθάρισαν να πλημμυρίζει την περιουσία τους, το σπιτάκι τους, χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο «φορτώνουν» και «φορτώνουν»,
«Γαμημένε πρωθυπουργέ, θα σε γαμήσω να μάθεις, κι εσένα και τους Αμερικάνους και τους Παναθηναϊκούς, εσύ θα πληρώσεις για το κακό που με βρήκε γιατί εσύ φταις». Είναι αυτοί που στη χειρότερη χιονοθύελλα των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών ξεκινούν για εκδρομούλα με την οικογένεια και χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες παρακάμπτοντας τις ικεσίες των μετεωρολόγων με το επιχείρημα «Γάμησέ τους, μωρέ, τι ξέρουν οι μαλάκες, εγώ έχω κανονίσει Σαββατοκύριακο κυνήγι και να πάν’ να γαμηθούν όλοι, κάνε αυτό που σου λέω, γυναίκα, μη σε πάρει κι εσένα ο διάολος» και μετά τους βρίσκουν παγωμένους σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων να γαμοσταυρίζουν το γαμημένο Υπουργό Καιρού. Είναι αυτοί που θα κάνουν αυτό που θέλουν για να δείξουν σε όλους ότι τους γράφουν στ’ αρχίδια τους, ότι «Εγώ θα τους γράψω όλους γιατί εγώ γαμώ τον καιρό, τη φύση, τον κόσμο όλο και όλους όσοι δεν είναι Εγώ, δηλαδή όλους, γιατί Εγώ είμαι Εγώ». «Ε, Εσύ είσαι παγωμένος και πλημμυρισμένος, μαλάκα».

Είναι αυτοί που επιβεβαιώνονται γαμώντας τις γυναίκες των «κολλητών» τους, όχι γιατί τις ερωτεύτηκαν -πράγμα θεμιτό-, αλλά για να βλέπουν τον «κολλητό» από ψηλά, «καβάλα», για να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά, λίγο πιο ψηλά. Είναι οι τσαμπουκάδες βαρύμαγκες που σε περίπτωση κινδύνου εξαφανίζονται ως διά μαγείας, οι «Κρατάτε με, μην τον σκίσω», είναι οι παιχταράδες με τα μπεγλέρια και τα κομπολόγια και τον φραπέ και το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά, που αν τους αφαι-ρέσεις τα μπεγλέρια, τα κομπολόγια, τον φραπέ, το τάβλι και το ύφος ασήκωτου γαμιά δε θα μείνει τίποτα, «πουφ», αέρας, θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν καθόλου και ποτέ και καθόλου. Είναι οι γκόμενες που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς τον γκόμενο-φαλλό, που δεν υπάρχουν καν χωρίς τον παιχταρά τους, που δεν έχουν φίλους, ζωή, ενδιαφέροντα, μόνο το ασαφές -γραμμένο στο DNA τους- όνειρο της κυρίας του κυρίου, που με το βαμμένο νύχι χτυπά νευρικά το δερμάτινο τιμόνι του Τσερόκι περιμένοντας στο φανάρι με τέρμα το λαϊκό ίνδαλμα στο πειρατικό σι-ντί ενώ με την άκρη του ματιού της προκαλεί το λεβέντη που μαρσάρει από δίπλα.

Είναι αυτοί που εξαντλούν τη μόρφωσή τους σε περισπούδαστα ιλουστρασιόν βιβλία του τύπου Πλατωνισμός-Μαρξισμός-Φροϋδισμός-Καπιταλισμός: Είκοσι αιώνες φιλοσοφία σε εκατό σελίδες, και που μετά την εμβριθή ανάγνωσή τους καταθέτουν α-πόψεις όπως: «Η φιλοσοφία είναι συστηματοποίηση ιδεών». Ναι, ε; Ε, ναι λοιπόν, είναι. Και; Μετά; Είναι οι γκόμενες που εξαντλούν την ευαισθησία τους στην αγορά σι-ντί κομψευάμενων λιμοκοντόρων τραγουδιστών-τραγουδοποιών οι οποίοι ψιλοχαριεντίζονται -χαλαρά- με μαλλί κομμωτηρίου ατημέλητο, γιατί «Στ’ αρχίδια μου η εμφάνιση, μωρέ, το ροκ είναι τρόπος ζωής», και με άσπρες πουκαμίσες ψιλοτσαλακωμένες τραγουδούν, ποθοκλείνοντας τα μάτια, στίχους όπως: «Η καρδία της ψυχής/κι η ψυχή της καρδιάς /σ’ αγαπώ /μ’ αγαπάς», χαμογελώντας αθώα και γλυκά και οδηγώντας τις ψαγμένες θαυμάστριες σε αισθαντικές ονειρώξεις.

Είναι αυτοί που χάνουν τον ουρανό με τ’ άστρα όταν εξαφανίζεται η περιουσία τους στο Χρηματιστήριο και φταίνε οι άλλοι, λες και δεν την έβαλαν οι ίδιοι με τα χεράκια τους και μάλιστα κομπάζοντας για την εμπνευσμένη κίνησή τους. Είναι αυτοί που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πόσο ξεφτίλα είναι η τηλεόραση και τους τρέχουνε τα σάλια όταν πετύχουνε καμιά στραβοδόντα σιλικονόβυζη σελέμπριτι στο τοπικό κωλάδικο, αυτοί που άμα βγει στο γυαλί ένας τυχαίος μαλάκας και πει ότι η μάνα τους είναι ένα αιμοσταγές κτήνος, θ’ αντιμετωπίζουν στο εξής τη μανούλα τους που τους μεγάλωσε με το γάλα της ως γαμημένο αιμοβόρο παλιόσκυλο, ως φορέα πανώλης, ως λυσσασμένο κομουνιστή, ομοφυλόφιλο, πρεζάκια, σατανιστή, τρομοκράτη, Σκοπιανό, αράπη, ότι τέλος πάντων επιλέξει ο ειδήμων στο γυαλί, αυτοί που γκρεμίζεται η γη κάτω από τα πόδια τους όταν η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία ενός επιχειρηματία «τρώει μια πεντάρα» από την αντίστοιχη επιχείρηση ενός παρόμοιου επιχειρηματία και όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες ζούνε καλά κι ευτυχισμένα μεταξύ τους ενώ οι οπαδοί των επιχειρήσεών τους αλληλοδέρνονται, αλληλοκαίγονται, αλληλοσφάζονται για μια ιδέα, για μια φανέλα, για μια σημαία με τον λογότυπο της εταιρείας, είναι αυτοί οι ωραίοι τύποι που δε χτίζουν συναισθηματικές σχέσεις αλλά «Μάνα των παιδιών μου, μαγείρισσα και υπηρέτρια», που δεν έχουν φίλους αλλά αυλικούς, κόλακες και ισοπαιχταράδες που στην καλύτερη περίπτωση μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και μερικές φορές τις γυναίκες τους, αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους ούτε για ένα λεπτό, «οι άνθρωποι του πλήθους», που δεν έχουν να πουν τίποτα στον εαυτό τους, που δεν περνάνε καλά μαζί του, που δεν τον αντέχουν, που χρειάζονται πάντα κάποιον, κάποιαν ή κάποιους γύρω τους για να υπάρχουν.

Είναι αυτοί που «Δε μασάνε», «Δεν κωλώνουν», «Δεν ψαρώνουν», «Δεν καταλαβαίνουν Χριστό», αυτοί που «Τα παίρνουν στο κρανίο», αυτοί που «Άμα τους τη δώσει, γαμάνε και δέρνουνε», αυτοί που αγοράζουν το «καλύτερο και φθηνότερο», το «γρηγορότερο και οικονομικότερο», το «τελευταίας τεχνολογίας», αυτό που «Δεν υπάρχει», το ηλεκτρονικό πατατόμετρο, τον υδραυλικό καρπουζοκόφτη, τις αθόρυβες μασαζοπαντούφλες, αυτό που δεν έχει ο γείτονας, ο «κολλητός», αυτό που δεν έχει κανένας παρά μόνον αυτός. Αυτός και μερικά εκατομμύρια μαλάκες σαν κι αυτόν σκορπισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου τούτου.

Είναι αυτά τα πλάσματα γύρω μας που επικαλούνται τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως απόδειξη της δικής τους ανωτερότητας, απορρίπτοντας ακόμα και την αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης -έστω ενεργητικής- ομοφυλοφιλίας στην Αρχαία Ελλάδα, οι ίδιοι που πραγματικά πιστεύουν ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν ο μόνος από τους μεγάλους κατακτητές της ιστορίας που έφτασε στην άκρη του κόσμου χωρίς να πειράξει ούτε μυρμήγκι απ’ όπου πέρασε, ιδρύοντας Πολιτιστικούς Συλλόγους και Μέγαρα Μουσικής στα πανευτυχή και αλαλάζοντα χωριά της Ασίας. Είναι αυτοί που «ξέρουν» από πολιτική, ποδόσφαιρο, τέχνη, οικονομία, οικολογία, φιλοσοφία, ιστορία, μπάσκετ και σεξ.

Ξέρουν τα πάντα, απόλυτα, εμπιστέψου τους. Ξέρουν τα πάντα «εκ των έσω», χωρίς να έχουν εμβαθύνει ούτε για μια στιγμή ακόμα και στο πιο ασήμαντο θέμα, απορροφώντας πληροφορίες από «ενημερωτικές» εκπομπές αναλφάβητων ειδικών που με τη σειρά τους απορροφούν πληροφορίες και γνώσεις από λάιφ στάιλ σούπερ γουάου περιοδικά και εφημερίδια όπως ακριβώς η μύγα ρουφάει τα σκατά.

Είναι οι «Μου αρέσει ο μαρξισμός, αλλά επί χούντας περνάγαμε ωραία», οι «Κοίτα, φίλε, η Τέχνη πέθανε μετά την Αρχαία Ελλάδα. Τότε φτιάχνανε γαμιστερά αγάλματα, όχι μαλακίες», οι «Έλα, μωρέ, δεν τα ξέρεις τώρα, τα ‘χουνε κάνει πλακάκια οι Αμερικάνοι με τους Εβραίους και τους Ρώσους και τους Κινέζους για να γαμήσουνε την Ελλαδίτσα, μια ζωή τα ίδια, μας φοβούνται, αλλά θα τους γαμήσουμε», οι «Η γυναίκα είναι ίση με τον άντρα, αλλά χωρίς τον πούτσο μου είναι ένα αρχίδι».

Είναι αυτοί. Κι από την άλλη είμαστε εμείς. Ποιοι είμαστε εμείς; Οι άλλοι….

Ο λαός σας γνωρίζει…και θα σας τσακίσει και πάλι!

oafi
.
Πάντα γούσταρα τον Παφίλη όταν έπαιρνε θέση ενάντια στους φασίστες, όσο και ας βρισκόμαστε (κακά τα ψέμματα) σε αντίπαλα στρατόπεδα…Οι βασικοί λόγοι που αρχικά συμπάθησα τον Παφίλη είναι γιατί όλη του αυτή η εμπάθεια και το αντιφασιστικό μένος που βγάζει κάθε φορά που απευθύνεται προς το μέρος κάποιου φασίστα, εκτός του οτι φαίνεται στα μάτια πως εκείνη την ώρα το ζεί ο άνθρωπος και οτι αρρωσταίνει…παράλληλα νομίζω πως είναι και ολοφάνερο οτι δεν κρύβεται κανέναν ίχνος σκοπιμότητας πίσω απ’ολο αυτό, αλλά ούτε και να να πρόκειται για κάποιο “επικοινωνιακό τρίκ”.
.
Νομίζω πως είναι αρκετά σημαντικοί λόγοι για να συμπαθείς κάποιον, που όπως και πολλούς άλλους δεν τον γνωρίζεις προσωπικά…παρα μόνο μέσω του βήματος του αστικού κοινοβουλίου, με το τελευταίο να φαντάζει εντελώς περιττό να αναλυθεί, για όλους τους λόγους του κόσμου! Άλλοι τοσοι λόγοι λοιπόν καθιστούν τον Θανάση Παφίλη του ΚΚΕ, εαν όχι αξιοπρεπή τουλάχιστον συμπαθητικό και είναι πραγματικά απίστευτο το γεγονός του να βλέπεις έναν άνθρωπο που όπως και να το κάνουμε ενώ είναι κομμάτι της εξουσίας…απο την άλλη να έχει αυθόρμητες αντιδράσεις όταν εχει να κάνει με φασίστες, να κινείται ενστικτωδώς πολλές φορές η να υψώνει ανάστημα, όπως και το να σχηματίζεται στα μάτια του πάντα το ΙΔΙΟ αντιφασιστικό βλέμμα!
.
Όταν λοιπόν ο Παφίλης βγάζει έξω τον αντιφα Παφίλη κλειδώνει πραγματικά…σκαλώνει το κεφάλι του πως το λένε. Δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστεύω οτι πάνω σε μια τέτοια μανούρα πως δεν θα τον ένοιαζε καθόλου να χάσει ακόμη και τη θέση του απο το κόμμα, και γιατί όχι και σε μια πιο “πριβέ” περίπτωση να εκτελέσει ακόμη και κάποιο φασιστικό σκουπίδι. Πραγματικά πεθαίνω κάθε φορά που ξεκινάει να τα χώνει και η ηδη κάπως “ιδιαίτερη” (και με αρκετές δώσεις “μαγκιάς”) προφορά του…ξεφεύγει τελείως και λέξη με την λέξη γίνεται όλο και πιο “πεζοδρομιακή” ;-ρ
.
…εν κατακλείδι, απο τη στιγμή που θα υποπέσει στην αντίληψη του Παφίλη κάποιος φασίστας και πολύ περισσότερο απο τη στιγμή που θα του απευθύνει τον λόγο και για όσο χρονικό διάστημα διαρκέσει αυτή η “επικοινωνία”…όλο εκείνο το διάστημα ο Παφίλης πάβει να είναι ΚΚΕς! Αν κάποιοι το βρίσκουν υπερβολικό…εντάξει…ίσως και να συνεχίζει ακόμη να είναι ΚΚΕς ο Παφίλης, όμως ξεκάθαρα είναι απο εκείνη την Κυβέρνηση βουνού (;-ρ) ….και οχι απο αυτό το αστικό έκτρωμα που ασελγεί εδώ και δεκαετίες ανενόχλητο πάνω στην έννοια του κομμουνισμού.
.
Εδώ το απολαυστικό και τελευταίο του ξεβράκωμα στο νεοναζιστικό μόρφωμα της χρυσής αυγής:
.
.
.
και ένα λίγο πιο παλιό…
.
.
.
ΥΓ: Παρόλα αυτά δεν μπορώ να μη σχολιάσω το γεγονός οτι το ξεβράκωμα του Παφίλη προς τους νεοναζί της ΧΑ, συνέβει παραμονές Αγ. Βαλεντίνου….η αλλιώς αν προτιμάτε τρεις μέρες πριν απο την επέτειο των 71 χρόνων απο τότε που το ΚΚΕ…έριχνε “χυλόπιτα” στους εξεγερμένους όλης της χώρας…εκτελώντας την ίδία μερα παράλληλα σε δημόσια θέα την αξιοπρέπεια….στη Βάρκιζα.
.
.
Άλφα Στερητικό

Η ιστορία του κίτς απο το ελληνικό (π)έθνος!

.
  • 1842, ο Γέρος του Μοριά και στρατηγός των ελλήνων Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με φουστανέλα, τσαρούχια με καρφιά και βρωμοκοπόντας φέτα με κατσικίσιο γάλα, διασχίζει το πλήθος σε κάποια δεξίωση στα Βασιλικά ανάκτορα! Το κιτς έχει είναι πλέον γεγονός!
  • 1967-1974, Οι γιορτές Αρετής που καθιέρωσε η χούντα στο Καλιμάρμαρο…μόλις είχαν παρελάσει τα άρματα με τους μαραθωνομάχους, τους αρχαίους Έλληνες κλπ, μπαίνει στο Παναθηναϊκό Στάδιο ταλαιπωρημένος, παραπατώντας και με ξεσκισμένα ρούχα ο Ξέρξης. Ο μαθητικός κόσμος που μεταφερόταν υποχρεωτικά σε τέτοιες κακόγουστες φιέστες, ξέσπασε τότε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα φωνάζοντας ρυθμικά «Ξέρξης – Ξέρξης»…
  • 1967-1974, Παράλληλα με την επταετία της χούντας μεσουράνησε και το άστρο της Βίκυ Λέανδρος! Όπως ο βασιλιάς Μίδας που οτι ακουμπούσε γινότανε χρυσός, ετσι και η Βίκυ Λέανδρος όποιο τραγούδι βιντεοσκοπούσε, αυτομάτως το αποτέλεσμα έβγαινε hyper-κιτς! Είναι ανδιαμφησβητητα η πρέσβειρα του κιτς της νεότερης ελληνικής ιστορίας, με τις φήμες να λένε πως ακόμη και αν επιχειρούσε να βιντεοσκοπήσει το οτιδήποτε στο ίδιο συνεργείο, αλλά και με τα ίδια μηχανήματα που κινηματογραφήθηκε η ταινία Avatar, τότε το αποτέλεσμα θα είμαι όπως πάντα ΚΙΤΣ!!
  • 2006-έως σήμερα, το ζεύγος Πατούλη!
.
Άλφα Στερητικό

Απ’τα μέρη οπου ο μεσαίωνας φαντάζει εικόνα απ’το μέλλον…

12391798_725690534233614_1487367007720934233_n (1)Είναι απίστευτο πραγματικά το πόσο πολύ τους έχει τσούξει για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών. Κανονικά θα έπρεπε να ντρεπόμαστε που όχι μόνο όλα αυτά συμβαίνουν εν έτη 2015, αλλά που χρειάζεται να τεθούν σε εφαρμογή νόμοι για να επιβάλουν το αυτονόητο…που χρειάζονται νόμοι για να πάμε ένα βήμα παραπέρα απ’τον μεσαίωνα…και όλα αυτά στην Ευρώπη του 2015. Αποκορύφωμα δε, το σημερινό ομοφοβικό παραλήρημα που εξέδωσε το χρόνια τώρα γνωστό και βρωμερό αλλά και τρισαθλιέ ΚΚΕ. (sic)
 
Γι’αυτό κι εγώ επειδή φτιάχνομαι με ότι κατουράει στην ηθική των αστών, με ότι τσαλακώνει την αισθητική τους αλλά και αποπατεί πάνω στην κανονικότητα και τα κοινωνικά τους στερεότυπα…η και επειδή απλά όπως έλεγε ο Πετρόπουλος “ότι διαταράζει την τάξη, συντείνει στη γαλήνη μου“…είπα να ποστάρω για να θυμηθούμε τα λόγια αυτής της τεράστιας μορφής του ΕΕΚ, Σάββα Μιχαήλ, απο παλαιότερη συνέντευξη τύπου, κατα την περίοδο των δικαστηρίων δίωξής του απο το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής:
 
«Είμαι τροτσκιστής, Εβραίος και αντιφασίστας. 
Ενσαρκώνω τη φαντασίωση του κάθε φασίστα.
Έπρεπε να ήμουν και ομοφυλόφιλος, 
όχι φυσικά ότι έχω κάποιο πρόβλημα,
για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι συμπαραστέκονται σε αυτόν τον αγώνα»
Σάββας Μιχαήλ
txt
.
ΥΓ: Μπορεί η εκκλησία να κήρυξε διήμερο εθνικό πένθος όμως κοντοζυγώνουν οι μέρες που θα πενθήσουν το έθνος τους. Αυτό είναι δέσμευση και οχι σαν των συριζαίων….
.
Άλφα Στερητικό

1464

IMG_20150524_054811

Όσο ρισπέκτ δίνω για την ευστοχία της στιχομυθίας για έναν απο τους πλέον σεξιστικούς χώρους (και όχι μόνο), όπως είναι αυτός του ελληνικού hip-hop. Άλλο τόσο φάουλ θεωρώ την παρουσία για το σύμβολο του θηλυκού γένους.

Όσο και να σκούζεις για ισότητα η να ουρλιάζεις για ελευθερία αυτοκαταργείσε αμέσως όταν ο αγώνας που διεξάγεις γίνεται υπο καποιο σύμβολο, μια σημαία, ένα λάβαρο, μια τάξη, μια κάστα, η οτιδήποτε άλλο το οποίο στηρίζει τη δυναμική του σε μάζες, αρα επομένως διαχωρίζει η ομαδοποιεί.

Ο λόγος που δεν υπάρχει “πραγματική” ελευθερία, είναι ακριβώς γιατί δεν μπορεί να υπάρξει “ψεύτικη”. Η ελευθερία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου αθροίσματος συμπτώσεων, αλλά ένα χαοτικά νομοτελειακό γεγονός. Αν δεν είναι συνώνυμη, τότε είναι σίγουρα το ΚΡΑΜΑ που συνθέτει στο 100% το στοιχείο της ΑΝΑΡΧΙΑΣ.

-Άλφα Στερητικό

Υ.Γ: Για την ιστορία: απο τοίχο του ΕΜΠ

Καλή φούντα η Κρητική, αλλά και λίγη κριτική δεν βλάπτει.

Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν την άποψή μου για τα ναρκωτικά και μάλιστα με θεωρούν απο τους “ακραία” σκεπτόμενους καθώς δεν διαχωρίζω τα ναρκωτικά σε καμία περίπτωση απο το πιο μαλακό μέχρι το πιο σκληρό και φυσικά είμαι υπέρ άρσης κάθε απαγόρευσης και διαχωρισμού των ουσιών. Γιατί είμαι της άποψης πως όπως και σε όλα τα πράγματα σε αυτή τη ζωή, οτι δεν μπορείς να δημιουργήσεις ανθρώπους και κυριότερα χρήστες οποιουδήποτε πράγματος μέσα απο απαγορεύσεις, παρα μόνο με σωστή ενημέρωση.

Όμως οι καιροί είναι πολύ παράξενοι, θα έπρεπε να ήμασταν σε πόλεμο και όμως δεν είμαστε, η καλύτερα είμαστε σε αυτόν τον πόλεμο μόνο που δεν έχουμε πάρει τα όπλα. Γι’αυτό συγχωρέστε με κάποιοι αλλά θεωρώ οτι μέσα σε τόσο παράξενους καιρούς το να πίνεις μπάφους μπροστά απο το άνδρο της καταπίεσης, στα σκαλιά του σύμβολου της εκμετάλλευσης και (ακόμη χειρότερα) του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, κάνει αγωνιζόμενους επιπέδου “ατενίστας” να αποκτούν αγωνιστική υπόσταση και τους δε αγανακτισμένους να φαντάζουν με δεύτερο ΕΑΜ.

Σε κάποιο legalize it είχα ακούσει απ’τον Σκαρίμπα κάτι αρκετά εύστοχο, είχε πει πως “Ζούμε σε έναν κόσμο με νόμιμα όπλα και παράνομα χόρτα”. Σκέψου απλά οτι τα όπλα είναι μονο για σένα παράνομα ενώ για τα κράτη υπάρχουν σε αφθονία…αντιστρόφως ανάλογα και με το χόρτο. Δεν είναι και τοσο παράνομο ουσιαστικά κακά τα ψέμματα και.. υπάρχει σε αφθονία επίσης.

Εννοείτε πως δεν πιστεύω οτι δεν θα αλλάζε κάτι αν κάποιος αντί να ηταν εκεί τώρα, πως θα έκανε το ίδιο στην πλατεία εξαρχείων όπως και ένα τυπικό σαββατο βράδυ. Είναι καθαρά θέμα αξιοπρέπειας και μόνο.

Άλφα Στερητικό

BJPJXlbCMAEwaoF

Προσοχή στο κενό ανάμεσα στην Άννυ και την αδρΆννυα

11238965_446992532124667_7490832556231898195_n

της Κ. Fullmoon:

.

Ένας στους τέσσερεις Έλληνες αγοράζουν σεξ με θύματα τράφικινγκ, ή με ανήλικα κορίτσια που τα εκμεταλλεύονται ξένες και εγχώριες μαφίες. Kορίτσια που καταλήγουν με Aids είτε γιατί το κολλάνε απ’ τη σύριγγα της πρέζας -που μπαίνει στη φλέβα τους ακόμα και παρά τη θέλησή τους για να μετατρέπονται σε άβουλα κομμάτια κρέας- είτε γιατί το κολλάνε από τα σάπια κομμάτια κρέας που αδειάζουν πάνω στο κορμί τους τα βίτσια τους χωρίς προφύλαξη.

Ένας στους τέσσερεις Έλληνες έχει αγοράσει σεξ, με κοπέλα που μπορεί να κλαίει σιωπηρά τη νύχτα απ’ το μαρτύριό της τρέμοντας μην ακουστεί και τη χτυπήσουν κι άλλο, ή που εύχεται με ματωμένη μύτη απ’ το ξύλο να πεθάνει, αλλά δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό, γιατί τόσο πολύ δεν ελέγχει τη ζωή της.

Τέσσερεις στους τέσσερεις Έλληνες καταδίκασαν χτες με φρίκη και αποτροπιασμό το έγκλημα σε βάρος της μικρούλας, ζητώντας να χορέψουν, να φτύσουν, να χέσουν, να κατουρήσουν πάνω στον τάφο του φονιά, πρεζάκια, πούστη, πατέρα, και κανιβαλίζοντας την πουτάνα, χασικλού μάνα. Ανάμεσά τους κράυγαζε κι ο ένας στους τέσσερεις, αυτός που ίσως θα γαμούσε την Άννυ στα δεκάξι της, στο κέντρο της Αθήνας ή όποιας άλλης πόλης της επιφύλασσε το μέλλον της αθλιότητας που αποκαλούνταν «ζωή» γι’ αυτό το κοριτσάκι, κι αφού εξελισσόταν σήμερα μέσα σε τέτοιες συνθήκες, μπορεί εύκολα να κατέληγε στα χέρια των εμπόρων της σάρκας, ή και της παιδικής πορνογραφίας αύριο.

Ο φονιάς πατέρας λίγο με ενδιαφέρει, γιατί η ψυχοπαθολογία του είναι τόσο βαθιά, που παροπλίστηκε από μόνος του στα 27 του και δόθηκε από μόνος του βορά στις αρένες του Καίσαρα. Θα καεί τώρα στην πυρά των μαγισσών που στήνονται για να μπορεί να αποστασιοποιείται από τις δικές του ευθύνες, ο νοικοκυραίος της διπλανής πόρτας -αυτός που τις νύχτες βολτάρει στην Αθηνάς στις ανήλικες πόρνες- να λυτρώνεται από τη δική του σαπίλα, να παίρνει άφεση για τη δική του συνενοχή με την ευλογία μιας κοινωνίας άρτου και θεαμάτων, που τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε σχέση με τέτοιους φονιάδες, έτσι ώστε να μουδιάζει τελικά χορτασμένος κι αυτοκατεσταλμένος μέσα στο παραιτημένο, νοσηρό τίποτα που δέχεται να έχει για ζωή.

Κι αφού πια αποδοθεί η δικαιοσύνη του όχλου στο φονιά, κι αφού χορτάσει τιμωρία ο ατιμώτητος τιμωρός, αυτός που γαμούσε προχτές την δεκαεξάχρονη Άννυ,Τερέζα, Αμίνα, Μαρία, Νιέβες, θα πέσει για ύπνο, παίζοντας πρώτα τη μαλακία που τον χαλαρώνει, και με τα μάτια κλειστά θα θυμάται τη φρέσκια προχτεσινή δεκαεξάχρονη σάρκα, και καθώς θα τρέμει στα σκοτεινά, θα προσέχει μην ακουμπήσει κατά λάθος τη γυναίκα του, και για να μη την ξυπνήσει, αλλά και για να μην τον ξενερώσει ο κώλος της, ο γεμάτος κυτταρίτιδα, και του πέσει. Αφού τελειώσει στα πνιχτά, λερώνοντας το μοσχομυριστό σώβρακο που του’χε η γυναίκα του σιδερωμένο, και καλά μπαλωμένο να μη φαίνεται, θα ροχαλίσει.

Το πρωί θα αφήσει λεφτά στη γυναίκα του για τη λαϊκή, για το φροντιστήριο των παιδιών και τη ΔΕΗ γαμωσταυρίζοντας για την ακρίβεια, θα φωνάξει στην κόρη του που φεύγει κι εκείνη για το σχολείο πως αν την ξαναδεί με τέτοιο μπλουζάκι σαν αυτό τις προάλλες που ήταν τα μισά βυζιά της έξω για θα την πατήσει κάτω, και θα φύγει για το μαγαζί.

Η γυναίκα του -η μία στις τέσσερεις Ελληνίδες που έχει για στεφάνι της και για κορώνα στο κεφάλι της κάποιον που γαμάει δεκαεξάχρονες για λεφτά- και που μεγαλώνει τα παιδιά για να γίνουν «σωστοί αθρώποι κι όχι ζωάδια», θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού, και τινάζοντας τα χαλιά, θα μιλήσει απ’ το μπαλκόνι με τη γειτόνισσα γι’ αυτή τη μαύρη με τα χαϊμαλιά και τις τζίβες, που μας έχει κουβαλήθεί εδώ και νοικιάζει στο υπόγειο, κι επειδή είναι βρωμιάρα έχουμε γεμίσει κατσαρίδες, και κυκλοφοράει με τον κώλο έξω όλη μέρα, και τη βλέπει κι ο γέρος του τρίτου και του τρέχουν τα σάλια, που δεν ντρέπεται δηλαδή κι αυτός εκατό χρόνων άνθρωπος, αλλά τι να πεις τώρα αυτός γέρος είναι, χαμένα τα’χει, το ξέκωλο φταίει.

Ύστερα θα πάει στη λαϊκή και γυρνώντας σπίτι να μαγειρέψει, θα περάσει από την εκκλησία -δεν πειράζει που είναι φορτωμένη σα μουλάρι και θα της φύγει ο πάτος- πρέπει ν’ ανάψει ένα κερί, είναι των Ταξιαρχών σήμερα.

Γυρίζοντας θα διασταυρωθεί στην εξώπορτα με τη φοιτήτρια με τα μωβ μαλλιά και τα σκουλαρίκια στη μύτη αυτή που είναι σαν μαϊμού, γι’ αυτό ταίριαξε με την αράπω – δεν ντρέπεται, και άραγε το ξέρουν οι γονείς της που της στέλουν λεφτά για να σπουδάσει ότι είναι όλο όλο σούξου μούξου με τη βρωμιάρα και της πάει το μούλικο βόλτα όταν πλένει τα σκαλιά αυτή, για να καλοπερνάνε και να μας κουβαληθούνε κι άλλοι!

Μετά μόλις μπει στο σπίτι, θα βάλει γρήγορα-γρήγορα το φαϊ και θα ανοίξει τηλεόραση μη χάσει τα νέα για τη συνέχεια μ’ αυτόν που έβρασε το παιδάκι, που να το βράσουν το τέρας αφού το παλουκώσουν και το γδάρουν ζωντανό πρώτα

Προσωπικά χέστηκα για το φονιά. Τον ξέρω κι εγώ όπως τον ξέρουν και τον δείχνουν όλοι. Το πρόβλημά μου είναι αυτό το απαλλαγμένο από κάθε κατηγορία, θανατηφόρο ζευγάρι, που μεγαλώνει τις αυριανές συνειδήσεις, και που όσο γλαφυρά κι αν το σκιαγραφώ πάνω στο χαρτί, όταν διασταυρώνομαι μαζί τους εκεί έξω, επειδή έχουν την ασυλία του όχλου στον οποίο ανήκουν και δεν τους αναγνωρίζω με τη μία, αν τους σκουντήσω στο δρόμο κατά λάθος, τους ζητάω συγνώμη, κι όταν τους πέφτουν τα ψώνια απ’ τη λαϊκή σκύβω να τους βοηθήσω να τα μαζέψουν.

.

ΠΗΓΗ: K. Fullmoon

Το’να χέρι νίβει τ’αλλο και τον Παλαμά ο γρόθος

Hungarian-students+toppled-Stalin-statue_1956

Ποτέ δεν μου άρεσε (και εξακολουθεί να μην μου αρέσει) να εκτοξεύω απειλές βρίσκοντας πάτημα τις ζωές αγωνιστών που βρίσκονται σε κίνδυνο. Πόσο μάλιστα όταν αυτός ο κίνδυνος προέρχεται από την μητέρα των μαχών την απεργία πείνας, εκεί οπού ο αγωνιστής δίνει την ύστατη μάχη με μοναδικό οδόφραγμα το ίδιο του το σώμα και όπλο τη ζωή του.

Εξάλλου είναι γελοίο να λες οτι αν πάθει ο τάδε το τάδε θα γίνει το τάδε….και είναι γελοίο για τον απλούστατο λόγο πως είναι δεδομένο. Είναι δεδομένο ότι θα ξεσπάσουν ταραχές μετά από ένα τέτοιο συμβάν και θα ήταν αναπόφευκτο να συμβεί σε οποιαδήποτε φάση της ιστορίας και να συνέβαινε κάτι ανάλογο, όπως αντίστοιχα οι κοινωνικές εκρήξεις για παράδειγμα οπού συνήθως είναι φυσικό επακόλουθο κάποιας κρατικής εν ψυχρό δολοφονίας.

Φυσικά το δεδομένο της υπόθεσης (οτι δηλαδή κάτι τέτοιο θα φέρει με μαθηματική ακρίβεια έναν γενικό ξεσηκωμό η τέλος πάντων μία εξέγερση), είναι ταυτόχρονα και το διαπιστευτήριο της δικιάς μας αδράνειας και όταν λέω “δικιά μας” φυσικά εννοώ των όσων “απολαμβάνουμε” αυτή την ψευδαίσθηση ελευθερίας και νομίζω πως θα έπρεπε να μας προβληματίζει και όχι να λειτουργεί ως πρόταγμα.

Όμως ο μόνος χρόνος που πραγματικά υφίσταται είναι το παρόν, και η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι οτι κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται σε απεργία πείνας για 20η μέρα (κάποιοι εισήλθαν ήδη στο νοσοκομείο), ζητώντας όχι απλά τα αυτονόητα, αλλά την κατάργηση νόμων και διατάξεων που ίσως και η χούντα να δίσταζε να περάσει…και όλα αυτα λίγους μήνες μετα το 2015 και ενω στην εξουσία φιγουράρει κάποιος αριστεροκυβερνητικός θίασος.

Βέβαια αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση είναι οτι αρκετούς απο τους προνομιούχους αυτη της υποτυπώδους ελευθερίας που αναφέρω παραπάνω, (άνθρωποι που αυτοχαρακτηρίζονται με διάφορα ελευθεριακά προσωνυμία) οτι το γεγονός που τους απασχολεί περισσότερο τις τελευταίες μέρες εστιάζεται γύρω απο ιστορίες με αγαλματάκια ακούνητα…που σε καμία περίπτωση δεν είναι μέρα. Νύχτα…η καλύτερα μαύρα μεσάνυχτα, τόσο μαύρα όσο και το Graffiti του πολυτεχνείου που τους έκανε να χάσουν τον ύπνο τους.

Επειδή λοιπόν όπως είπα και στην αρχή “το μετά είναι δεδομένο” και ντρέπομαι που του λέω όμως επειδή δεν έχετε αίσθηση της πραγματικότητας, να είστε σίγουροι πως αν υπάρξει η παραμικρή ζωτική απώλεια απ’την πλευρά των αγωνιστών σε αυτή την μάχη, οτι το μόνα αγάλματα που θα μείνουν όρθια σε ολόκληρο το λεκανοπέδιο Αττικής, θα είναι ο Καρνέζης και το άγαλμα των μικρών ερώτων στην πλατεία Εξαρχείων.

Ραντεβού σήμερα στα Προπύλαια στις 16:00 για την Μοτοπορεία αλληλεγγύης προς τα νοσοκομεία όπου νοσηλεύονται οι απεργοί πείνας…και απο εκεί μέχρι το γκρέμισμα κάθε φυλακής αλλά και κράτους, αριστερού η μη.

Άλφα Στερητικό

σε έψαχνα μεσα στη νύχτα και με έκαιγε η φωτιά

σε έψαχνα μεσα στη νύχτα και με έκαιγε η φωτιά

Χτες το βράδυ, μπροστά σε μια τράπεζα που καιγόταν με μια απόκοσμη μπλε φλόγα, στεκόταν ένας ηλικιωμένος με τη σημαία στον ώμο και τον έβγαζε φωτογραφίες ο στενότερός του συγγενής. Ίσως να την αναρτήσει πάνω από την τηλεόρασή του, σε φτηνή κορνίζα, με λεζάντα γραμμένη στο χέρι: καιρός να δούμε τις τράπεζες καμένες. Χωρίς να το ξέρει ο κύριος αυτός, υπέγραφε τη διαθήκη θανάτου μιας εικονικής χώρας. Ο κύριος αυτός, που δεν πρόλαβε να ζήσει εθνικά μεγαλεία για να λέει στα εγγόνια του, θα διατηρήσει αυτό το ενθύμιο για να το βλέπουν τα παιδιά του και να λένε: ε, ρε ο παππούς παληκάρι. Τέτοιους λεονταρισμούς μας δίδαξε το θέαμα να εκτιμούμε.

Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τα γεγονότα με βάση τις αυστηρές μας πολιτικές και ηθικές αρχές. Να χωρίζουμε την ήρα από το στάρι: αυτός είναι καλός, αυτός είναι ρουφιάνος. Αυτό είναι σωστό, αυτό είναι άσχημο. Ο δρόμος μας μαθαίνει πως τα πράγματα δεν είναι απολύτως έτσι, πως τα γεγονότα και οι άνθρωποι είναι γεμάτοι αντιφάσεις, πως οι καταστάσεις μπορούν να κριθούν και έτσι και αλλιώς.

Συνηθίζουμε να οραματιζόμαστε το διάλογο, τη συλλογική λήψη αποφάσεων, το κίνημα και την αταξική κοινωνία σαν ένα κόσμο ηθικό, όμορφο, αγγελικά πλασμένο. Ακόμα και κείνοι που δεν είναι πολιτικοποιημένοι, έχουν στο νου τους μια ιδεάπολη, ένα ιδανικό τρόπο ύπαρξης όπου όλες οι εντάσεις εξομαλύνονται, όλες οι αντιφάσεις λύνονται, όλοι είναι ευτυχισμένοι.

Στην πραγματικότητα όμως η βία είναι βασικό συστατικό της πολιτικής, της καθημερινής ζωής. Η βία είναι βασικό συστατικό και της συλλογικής λήψης αποφάσεων. Ο κόσμος προτιμά την τηλεόραση και το θέαμα γιατί εκεί βρίσκει την ολοκλήρωση αυτής της επιθυμίας, να είναι όλα καλά, να βγάζουν όλα νόημα, να είναι όλα ζυγισμένα. Να κρατάμε τη βία μέσα στο σπίτι, που όλα έχουν τη θέση τους, όμορφα ταχτοποιημένα από την πατριαρχία, όλοι στις θέσεις τους για το δράμα. Να εξορκίζουμε τη βία κάπου αλλού, εκεί που δε φαίνεται, στα γκέτο των μεταναστών, στα σύνορα, στις παραγκουπόλεις του τρίτου κόσμου. Φωνάζουμε και οδυρόμαστε όποτε η βία αυτή εισβάλλει στη ζωή μας, απρόσμενα, με το έτσι θέλω. Δε φωνάζουμε γιατί δεχτήκαμε βία, φωνάζουμε γιατί δεν είναι τα πράγματα στη θέση τους, ο καλός δε νικά στο τέλος, δεν εμφανίζεται το ιππικό να σώσει την κατάσταση. Στο δρόμο τα πράματα μπερδεύουν, πρέπει να δράσεις για να αλλάξει κάτι, πρέπει να ενώσεις τη φωνή σου με άλλους, να βρεις τρόπο να αρχίσεις ή να σταματήσεις ένα γεγονός. Η δημοκρατία είναι βρώμικο πράμα, πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου, δεν είναι κουστουμάκια και εσπρέσο και κλανιές στα έδρανα της βουλής.

Α, τι κρίμα που κάηκε ένα ιστορικό κτήριο της Αθήνας. Ρωτήστε, αυτούς που λυπούνται, ξέρουν που είναι το Αττικόν; ποιά ήταν η τελευταία φορά που πήγανε; είχανε πραγματικά οχτώ και εννιά ευρώ να σκάνε για να βλέπουν την τελευταία παραγωγή του κώλου στο “ομορφότερο σινεμά της Ευρώπης”; Δε λυπάμαι κανένα κτήριο, λυπάμαι τους ανθρώπους με τις χαραμισμένες τους ζωές και τα σφιγμένα δόντια. Αφού, ας το πάρουμε απόφαση, το Αττικόν δεν είχε τίποτα να μας διδάξει παρά το θάνατο, ας πεθάνει και αυτό μαζί με όλα τα μουσεία θανάτου.

Δείτε όμως και πόσα ιστορικά μνημεία αποκτήσαμε: το μαρμαροστρωμένο οδόστρωμα της σταδίου, στο ύψος της Κοραή, τα σχεδόν ισοπεδωμένα κράσπεδα της πανεπιστημίου, είναι τα νέα μνημεία. Ποιός θα περάσει από κει και δε θα νιώσει ανατριχίλα, μετά τις πολύωρες μάχες, στις οποίες χιλιάδες κόσμου κράτησε με το σώμα τις επιθέσεις μιας μίσθαρνης φασιστικής συμμορίας που βασικά ξεκαβλώνει πάνω σε όποιον λάχει, και η οποία έτρεχε πανικόβλητη όταν της τέλειωσαν τα χημικά; Ποιά ήταν η τελευταία φορά που νιώσατε ανατριχίλα στο Αττικόν; όταν είχε αφήσει κάποιος άξεστος ανοιχτή την πόρτα και έμπασε ρεύμα;

Είμαι βέβαιος πως ακόμα και κείνοι που ζορίστηκαν από τις καταστροφές και τα επεισόδια, ακόμα και κείνοι που στενεύτηκαν, αγκομάχησαν, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδυναμία τους, τις αντιφάσεις τους, τις αναστολές και τα συμπλέγματά τους, όλοι εκείνοι, θα ξαναβρεθούν στο δρόμο, λίγο αλλαγμένοι την επόμενη φορά. Αλλά θα ξαναβρεθούν. Γιατί πήραν για άλλη μια φορά αυτή τη γεύση της περιπέτειας, την ιδέα πως όλα παίζονται, αυτής την αίσθηση της βαθιάς συγκίνησης που σε ηλεκτρίζει όταν κάποιο χέρι σε τραβάει μέσα στο χαμό για να σε σώσει, το ρίγος που σε διαπερνά όταν ενώνεις τη φωνή σου με χιλιάδες άλλες ανθρώπινες φωνές.

Ανηφορίζοντας το έρημο πια κέντρο πέρασα από ένα σημείο που κοιμούνται αρκετοί άστεγοι (εκεί κοντά στο “στολίδι της Αθήνας”). Ένας από αυτούς είχε ξυπνήσει και περιεργαζόταν με απορία μια τρέντυ φόρμα που είχε ακόμα πάνω το ταμπελάκι από το κατάστημα: του την είχαν αφήσει πιτσιρικάδες που λεηλάτησαν τα καταστήματα στην Ερμού. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να τη φορέσει και πως. Αξία χρήσης το λένε αυτό.

Κάθεστε και μετράτε τα μηδενικά από τις ζημιές των πολυεθνικών για να μετράτε τη φτώχεια σας. Μετρήστε όμως κάτι άλλο: Πόσα ζευγάρια έκαναν έρωτα χτες βράδυ μετά από πολύ καιρό, ζέχνοντας δακρυγόνο, πόσες φιλίες ξαναδέθηκαν, πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν που είχαν να μιλήσουν χρόνια, πόσα βλέμματα πόθου ανταλλάχτηκαν μέσα από γυαλιά του σκι, πάνω από αντιασφυξιογόνες μάσκες; πόσοι άνθρωποι άφησαν να κυλήσει ένα δάκρυ που δεν ήταν από τα χημικά, αλλά από ένα κρυφό πόνο που μόνο χτες βράδυ κατάφερε να βρει μια διέξοδο; Αυτόν τον πλούτο που μαράζωνε πλάι μας τόσον καιρό, αυτόν τον άγριο πλούτο τον πήρατε άραγε μυρωδιά χτες βράδυ; Και το νιώσατε άραγε πως κάποια μέρα θα είναι δικός μας και πάλι;

ΠΗΓΗ: http://wp.me/pkY4X-4X