Όλα τα έθνη προσκυνούν σώβρακα και φανέλες…

IMG_20150523_061606

Επίσης κάπως παλιότερα γραμμένο, όμως λόγω του Euro 2016 στη Γαλλία και κυρίως επειδή λίγες μέρες πριν απο την έναρξή του, στη Γαλλία μαινόταν μια πολυήμερη και άγρια εξέγερση ενάντια στο ασφαλιστικό, είναι πιο επίκαιρο απο ποτέ αλλα και δικαιωμένο!
.

bonus τραγουδάκι:
.

<3 Ιστορία αγάπης στα Εξάρχεια στις 6 Δεκέμβρη <3

Αναρχοάπλυτος πλησίασε αλλοδαπή στην οδό Κάνιγγος καί μετά από εναν σύντομο διάλογο που είχαν μεταξύ τους, τραυμάτισαν αστυνομικούς

.

.

Πηγή: https://www.facebook.com/100010831777595/videos/111400722564320/?pnref=story

Νικόλας Άσιμος – Θέλεις να πατάς σταθερά

40-1me-syrma-4

.

Θέλεις να πατάς σταθερά

Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας μη με νομίζει κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
υπάρχουν μόνο στιγμές
συμπαντικές στιγμές

Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα
μωρό μου εκείνο το πρωινό
δίπλα στην σκάλα, πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια πλευρά πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμο.

.

-Νικόλας Άσιμος-

.

Όνειρο – Εν Πλω

To “Όνειρο” γράφτηκε απο τους “Εν Πλω” για τον Χρήστο Τσουτσουβή, η μάλλον ο θάνατος του Τσουτσουβή στις 15 Μαΐου του 1985 ύστερα απο ένοπλη συμπλοκή στου Γκύζη με κρατικά ένστολα γουρούνια έγινε αφορμή για να γραφτεί αυτό το τραγούδι. Οι “Εν Πλω” όμως στις 1/10/1987 ημέρα δολοφονίας του Μιχάλη Πρέκα επίσης απο μπάτσους, το αφιέρωσαν στη μνήμη του.

mixalis_prekas

.

Δε μου `χεις πει τόσα χρόνια αν μ’ έχεις νιώσει
όταν σου μίλαγα για `κείνα τα κλουβιά
δεν μου `χεις πει την καρδιά σου που την έχεις δώσει
όταν κάποιο χαμόγελο σβήνει γελώντας στον ήχο
στον ήχο μιας πιστολιάς…

Δε μου `χεις πει τόσα χρόνια αν έχεις μετανιώσει
όταν τριγύρναγες σε φίλους για δικά μου δανεικά
άσε με τώρα να πιστεύω σ’ ένα όνειρο με δόσεις
και να γυρνάω την πλάτη μου σε όσους με ρωτούνε
πως θα γίνω μεσ’ τη νύχτα
μια σκιά…

Όταν κάποιο χαμόγελο σβήνει στον ήχο…

Ø

.

Περισσότερες πληροφορίες για τους “Εν Πλω” θα βρείτε εδώ: http://elliniko-greek-rock.blogspot.gr/search/label/%CE%95%CE%9D%20%CE%A0%CE%9B%CE%A9

Ο μικρός βομβιστής

Athens-Christmas

Μου ‘παν έλα να φάμε ναζί
Αντίφα δράση ως την άκρη της γης
Κι εγώ γυρίζω απόψε για να τους βρω
Τα πόδια τους να σπάσω μ’ ένα λοστό

κρακ – κρακ – κρακ — κρααακ
κρακ – κρακ – κρακ — κρααακ

Μες στη νύχτα γαμώ το Χριστό
Τι βόμβα να τους βάλω που’ μαι φτωχό
Φέρνω τα γκάζια μου που τόσο αγαπώ
Στην πόρτα θα τους βάλω μηχανισμό

μπαμ – μπαμ – μπαμ — μπαααμ
μπαμ – μπαμ – μπαμ — μπαααμ

Μες στη νύχτα φασίστες θρηνούν
Για τα γραφεία τους που ψάχνουν να βρουν
Με τη φωτιά κρυμμένη μες στην καρδιά
Τη σβάστιγκα θα καίμε παντοτινά

αντιφά – φα – φα — φααα
αντιφά – φα – φα — φααα

.

ΠΗΓΗ: Κρυμμένα Indymedia!

Ενα rap για τον Killah P!

«Το μίσος»: Ελληνογαλλική συνεργασία για ένα κομμάτι αφιερωμένο στη μνήμη του Παύλου Φύσσα. Συμμετέχουν οι Diapo, Rudako και TLBM.

«Oι μολότοφ σα χελιδόνια ανακοινώνουν την άνοιξη 
στις δυνάμεις καταστολής.
Με θόρυβο ίδιο με αυτόν της ρουκέτας στην Αμερικάνικη πρεσβεία.
Το μίσος φέρνει μίσος.
Η εκεχειρία τον πόλεμο.
Ο πόνος φέρνει πόνο.
Δεν θα υπάρχει όπισθεν.
Σε σένα Παύλο, η δύναμη των λέξεων,
το τραγούδι των νεκρών…
Τι! Κι άλλος θάνατος…οο..Σκατά…!
Το δίλημμα είναι σαφές, ή πόλεμος ή κόλαση,
κόντρα στα χέρια μας, το σιδηρούν χέρι του νόμου, οι αστυνόμοι
έχουν σκυλιά που όταν μυρίζουν το θάρρος, ορμάν σα τρελά…
Είν’ η ίδια ιστορία, η ιστορία επαναλαμβάνεται,
το αίμα στο πεζοδρόμιο είναι φρέσκο, αλλά αδελφέ μου μην ανησυχείς,
γιατί το χέλι βρωμά απ΄τα αυγά κι απ’το κεφάλι,
και σαν μπούμερανγκ, ένα Στάλινγκραντ δημιουργείται στο 2013…

1o Refrain:
(Diapo & Rudako)
H Ευρώπη γεμάτη μπάτσους, σε κάθε γωνιά 100,
ατιμώρητοι σκοτώνουν για την τάξη…
(Mague & Therj)
Κάθε γωνιά και τόσοι μπάτσοι για την τάξη,
τρομοκρατούν και δεν τους νοιάζει.

Τουλούζη, Παρίσι, Αθήνα, Θεσσαλονίκη…
Με λόγια δεν θα σταματήσεις το μίσος και το φασισμό.
Δεν έχουν πολλή σημασία οι εποχές και το μέγεθος του πόνου,
όταν στον ορίζοντα φαίνονται μόνο κηδείες…
Υπό την καταπίεση, τα αδέλφια μου πεθαίνουν στη φυλακή.
Υπό τη δικιά μας πίεση, τα κάγκελα θα σπάσουν.
Φίλε μου, είναι συναγερμός!
Απόψε, ο εχθρός θα γνωρίσει την τιμή του αίματος και των δακρύων.
(Mague)
Δεν είναι οι σπατάλες, το lifestyle, η πολιτική κουφάλες,
μάγκα, out of time,
δεν βλέπουμε την τύφλα μας, για να ξυπνήσουν κάποιοι,
χάσαμε άνθρωπο από δίπλα μας, δεν είναι μόνο ο φασισμός 
η απειλή, μα και αυτός που τον χρησιμοποιεί,
κι ευθύνη βαραίνει τον καθένα,
όχι δε γνώριζα, έχε τα αρχίδια και πες 
απλά το αγνόησα…
3o Verse
(Mague)
Όχι δεν δέχομαι τη θεωρία των δύο άκρων,
τον πατέρα των πάντων, το μεταφυσικό,
και είν’ αφύσικο να ψάχνει κάποιος αίμα αγνό,
ένα πολιτικό βαμπίρ, στο πυρ, στο πυρ το εξώτερο,
και δεν ξέρω τί είναι χειρότερο, η κατάντια μιας κοινωνίας,
ότι όλοι είναι φοβισμένοι μπρος της αδικίας,
ό,τι μας χωρίζει, δεν μας ορίζει, όλοι μαζί….

Σύντροφε Κοιμάσαι – Μ. Γρηγορίου – Α. Αλέξανδρου

Από τον δίσκο Ανεπίδοτα Γραμματα του Μιχάλη Γρηγορίου σε ποιηση Άρη Αλεξάνδρου.  Τραγουδουν Αφροδίτη Μάνου – Σάκης Μπουλάς

Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο
Δίχως φόδρα στο σακάκι
Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
Γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
εκεί που έστρωνε την τρύπια κουρελού
μιλάμε για τη δήλωση
τις ώρες που έμενε σκυφτός
διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα.
Τότε θάπρεπε νάταν που μας έπιασε βροχή…

Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπο σου
στο τζάμι της βιτρίνας.
Κάτι ψιχάλες πέσαν στα μαλλιά σου και το σβήσανε.
Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
λέω πως αν ήταν να διαλέξω
θα γύριζα κοντά σου.
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
θα σε έπαιρνα μαζί μου.
Στο θάλαμο κρυώνουν.
Με τα πόδια στις κουβέρτες
με το παλτό στην πλάτη
παίζουν σκάκι.

Ο Νικόλας στη γωνιά
ξαναδιαβάζει το γράμμα του Σεπτέμβρη.
Σκαλίζει μες στις λέξεις
μετράει τα γρατσουνίσματα της πέννας
τούτο το σίγμα το πάτησε πολύ
και σε φιλώ – αχ θεέ μου
άλλοτες έγραφε πολύ
τόσο μικρό δελτάριο δε χώρεσε στην άκρη.

Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος

θέλω να σου γράψω
μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
κάτω απ’ τη βροχή;

<3

Όταν σε συγκινούν ακόμη τέτοιες απλές κινήσεις…και πιο συγκεκριμένα σε ταρακουνάνε (σε σημείο μάλιστα που να χασκογελάνε για ώρες μέχρι και τα μουστάκια σου)…τότε τα πράγματα είναι αρκετά σοβαρά..!! ;-ρ 

 

IMG_20140413_005703ff

 

❤ 

❤ 

Για την παλιά Λαχαναγορά Αγρινίου: ένα κείμενο και μερικές φωτογραφίες

αρνησεις-λαχαν

.

Από την δεκαετία του ’90, που εξελίσσονταν με πιο εντατικούς ρυθμούς η ανάπλαση των πόλεων, συλλογικότητες, συνελεύσεις και ομάδες του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου, καθώς και αρκετές νεολαιίστικες πρωτοβουλίες, έβαζαν ως αιχμή στο λόγο και στις δράσεις τους, το ζήτημα της επαναοικειοποίησης των δημοσίων χώρων με την προοπτική της απελευθέρωσής τους από τα δεσμά της ελεύθερης αγοράς. Σκοπός του κράτους και του κεφαλαίου ήταν και είναι η κερδοφορία μέσω της εμπορευματοποίησης περιοχών που μέχρι πρότινος ήταν ελεύθεροι και δημόσιοι. Στο Αγρίνιο τα παράδειγμα δεν είναι λίγα: καταστροφή αλσυλλίων και δασικών εκτάσεων στην περιοχή του Παλιού Αγίου Χριστοφόρου, ανάπλαση της Κεντρικής Πλατείας, κατασκευή της πλατείας Δημάδη, πεζοδρόμοι για να εξυπηρετούν τα τραπεζοκαθίσματα των καφετεριών, φωταγωγήσεις, ξεκίνημα της ανάπλασης της παλαιάς Λαχαναγοράς και τόσα ακόμη. Φτάνοντας στο σήμερα, όπου σημειώνεται η συνέχιση των εργασιών στην παλιά Λαχαναγορά και καθώς και η έναρξη της ανάπλασης – λεηλασίας του Δημοτικού Πάρκου, δεν αρκεί να μιλήσουμε μόνο για εμπορευματοποίηση των δημόσιων χώρων. Πλέον, καταδεικνύεται πως η ιδιωτικοποίηση του δημοτικού (δημόσιου) τομέα και των συλλογικών υποδομών έχει ως σκοπό την διάλυση της κοινωνικής ζωής και των κοινωνικών σχέσεων που υλοποιούνται και σε αυτούς χώρους, λαμβάνοντας πάντα υπόψην πως δημόσιος είναι ο χώρος που κομμάτια της κοινωνίας αποφασίζουν για λογαριασμό τους. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά πλέον πως οι ιδιωτικοποιημένοι (περιφραγμένοι) χώροι αποτελούν την απάντηση στον φόβο της απειλής των «άλλων» σε όλο και πιο πολωμένες πόλεις, σε όλο και πιο πολωμένες κοινωνίες…

Με αφορμή την συνέχιση των έργων ανάπλασης της Λαχαναγοράς, παρακάτω δημοσιεύουμε ένα παλιότερο κείμενο του Παροξυσμού σχετικά με την ιστορία της μέσα από τα …δικά της μάτια. Μια ιστορία που ανακατεύει την παλιά αγρινιώτικη κοινωνία με την «άλλη πλευρά» της κοινωνίας του σύγχρονου Αγρινίου που εκφράζεται και προτείνει μακριά από μεσολαβήσεις και εξουσιαστικές λογικές. Σαν παραμύθι… Και παραμένουμε με ένα προβληματισμό: σε λίγο που όλοι θα περπατάμε πιο γρήγορα, με μια ζωή ξένη, σε μια πόλη ξένη, όταν περάσουμε μπροστά από την εξώπορτα της κυρά Λαχαναγοράς, αυτή, θα μας κλείσει το μάτι;

.
.
Ένα κτίριο μιλάει: Μια ιστορία από την παλιά Λαχαναγορά Αγρινίου

.
Είμαι η παλαιά λαχαναγορά και σας χαιρετώ. Γεννήθηκα -χτίστηκα- για να είμαι ακριβής το 1933 και από τότε είμαι μόνιμη κάτοικος Αγρινίου… Έχω ζήσει πολλά. Ευτυχώς μέχρι τώρα έχω ζήσει και πολλά χρόνια. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται… Και επειδή η καιροί είναι χαλεποί και αύριο -μακριά από εμάς- μπορεί να μη ζω… και για να ακριβολογήσω και πάλι …μπορεί να έχω γκρεμιστεί …ή να με έχουν γκρεμίσει… θα ήθελα να πω την ιστορία μου.

Γενικά στη ζωή μου έχω περάσει από πολλές φάσεις… Ξέρεις τώρα… Και εμείς τα κτήρια αποκτάμε ζωή μέσα από τη ζωή αυτών που μας κατοικούν ή που μας χρησιμοποιούν… Γιατί ως γνωστό, τα ντουβάρια από μόνα τους δεν έχουν καμία απολύτως αξία.

Πέρασα από πολλές φάσεις λοιπόν. Η πρώτη μου φάση ήταν όταν με χτίζανε … Πότε δε ξέχασα την κραυγή από τον χτίστη που έπεσε από την στέγη μου. Ποτέ δε θα ξεχάσω τον πόνο που ένοιωσε και ένοιωσα και εγώ. Από τότε και μέχρι που πέθανε περπατούσε στραβά… Μετά, και αφού ήμουν έτοιμη, για πολλά χρόνια αποτέλεσα χώρο στέγασης των εμπορικών δραστηριοτήτων των ψαράδων και των μανάβηδων. Αυτό έγινε μέχρι το ‘90 περίπου. Και για να σας πω την αλήθεια, αυτή ήταν και η καλύτερη περίοδο της ζωής μου.

Καταρχήν δε ξεχάσω ποτέ τις μυρωδιές. Λένε πως τα ψάρια μυρίζουν άσχημα… Λάθος. Αν εντοπίσει κάποιος τη θάλασσα και το αλάτι στη μυρωδιά τους θα καταλάβει… Και τα πορτοκάλια, τα λεμόνια, τα μανταρίνια… Δυνατές μυρωδιές… Μυρωδιές που τώρα σπάνια τις συναντάς .. Ξεφλούδιζες ένα μανταρίνι και μοσχοβόλαγε ο τόπος… Σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια, κεράσια… Άλλο πράγμα.

Αλλά και οι συμπεριφορές των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Σήμερα, δεν ξέρω, οι άνθρωποι είναι γυαλισμένοι, ψυχροί και αγέρωχοι. Τότε ήταν αλλιώς. Πιο έξω καρδιά; Ποιο χαρούμενοι; Μήπως ήταν απλά περισσότερο ο εαυτός τους; Ωστόσο τα προβλήματα ήταν πολλά αλλά τους έβλεπες χαιρόντουσαν με τα απλά, τα καθημερινά. Το αεράκι που φυσάει, η μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή, η ζωντανή γεύση από ένα καλογινωμένο φρούτο και άλλα τέτοια που θεωρούνται και καλά ποιητικά…

Και οι σχέσεις ήταν διαφορετικές. Είχαν πολύ ένταση και αλήθεια. Ο κυρ Νίκος ο Χοντρός δε δίστασε να μείνει ολοτσιτσιδος σε καμιά 10αριά ανθρώπους μόνο και μόνο για να ζυγιστεί στη πλάστιγγα, να αποδείξει ότι ήταν ένα κιλό ελαφρύτερος για να κερδίσει ένα στοίχημα της πλάκας. Δεν το κέρδισε όμως. «Τσάμπα το στριπτίζ μωρέ Νικόλα», του είπαν μετά τα φιλαράκια του . Ενώ ο κυρ Τάσος έσπασε ένα-ένα όλα τα καρπούζια του για να ξεπλύνει την υποτιθέμενη προσβολή όταν του παραπονέθηκαν ότι είχε δώσει άγουρα καρπούζια. Αυτό ήταν έκφραση! Ως λαχαναγορά τότε δεν αποτελούσα σημείο μιας απλής εμπορικής συνδιαλλαγής. Αποτελούσα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς της πόλης… Όλοι οι παλιοί αγρινιώτες εργάτες και αγρότες είχαν περάσει από μένα. Κάθε μαγαζάκι είχε και απέξω και μερικά τελάρα ή στην καλύτερη κανα κουτσό τραπεζάκι για να κάθονται για παρέα οι φίλοι και οι οχτροί. Αλλά και οι τσαμπουκάδες ήταν και πιο έντονοι τότε. Πολύ πιο έντονοι. Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή. Εξάλλου καλύτερα τσαμπουκάς, παρά υποκρισία και μορφωμένες ρουφιανιές. Βέβαια και τότε υπήρχαν μπάτσοι και χαφιέδες όμως ούτε και τότε ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί.

Λίγο πριν το ‘90 και μετά τα πράγματα τα είδα να αλλάζουν. Ήρθαν και τα πολυκαταστήματα. Το κέντρο του Αγρινίου άρχισε να γίνεται ασφυκτικό. Τα κτίρια όλα ήταν ανήσυχα. Όταν συζητούσαμε μεταξύ μας όλο στη καταστροφή πήγαινε ο νους μας. Κάτι θα άλλαζε αλλά τι ακριβώς θα ήταν αυτό δε ξέραμε… Μάθαμε αργότερα το όνομά του: Ανάπλαση.

Το ‘90 έπαψα να είμαι λαχαναγορά και μετονομάστηκα σε «παλιά λαχαναγορά». Είπαν πως ένα τέτοιο κτίριο με τέτοια δραστηριότητα δεν μπορούσε να παραμείνει ενεργό στο κέντρο του Αγρινίου. Οι αθηναϊκές καταβολές θα ήταν αναπόφευκτες και η πόλη μου θα έπρεπε να φωταγωγηθεί. Τότε έπεσα σε κατάθλιψη και ακολούθησε μία απελπιστική περίοδος. Τα παλιά σπίτια που ήμασταν φίλοι και μιλούσαμε, ξαφνικά εξαφανίστηκαν. Στη θέση τους ξεφύτρωσαν μοντέρνες πολυκατοικίες. Οι σχέσεις μου με αυτές ήταν μόνο εχθρικές. Όπως επίσης και με τα σουπερ μάρκετ, τα κλαμπ, τα σχολεία, το Δημαρχείο και άλλα πολλά κτήρια. Γιατί οι άνθρωποι δεν ορίζουν αυτά τα κτίρια όπως θα έπρεπε, αλλά τα κτίρια αυτά είναι που ορίζουν τους ανθρώπους. Γιατί είπαμε ότι οι άνθρωποι είναι που πρέπει να δίνουν ζωή στα κτίρια. Για εκείνη την περίοδο λοιπόν μόνο σκοτεινές ιστορίες έχω να διηγηθώ… Ιστορίες και αστικούς μύθους που αραχνιάζουν πάντα κάθε είδους εγκαταλελειμμένα κτίρια: Σκυφτοί άνθρωποι, κατεστραμμένες ψυχές, πνεύματα και στοιχειά, ηρωίνη. Άστα να πάνε…

Και εκεί που νόμιζα κάπου το ‘98 πως όλα τελείωσαν και ευχόμουν να’ ρθει καμιά μπουλντόζα μπας και πάρει τέλος αυτή η παλιοκατάσταση, σκάνε κάτι τύποι ψιλοφρικιά και έτσι και μέσα σε λίγες μέρες χωρίς να πάρω γραμμή γέμισα με μουσικές και ανθρώπους ωραίους με περίεργα κουρέματα, ζωγραφιστά μπλουζάκια και παντελόνια, μποτάκια και παραμάνες αλλά κυρίως γέμισα με ιδέες και σκέψεις που δεν περιστρέφονταν γύρω από καβάτζες και λεφτά. Και αυτό μου άρεσε. Τους τύπους δεν τους είχα ξαναδεί ποτέ πριν . Έμαθα όμως για αυτούς: ήταν πανκ και αναρχικοί και προέρχονταν από ένα σπίτι που το είχαν βαπτίσει «Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Αγρινίου –Studio OverGround» (που λειτούργησε μέχρι το 2001 περίπου). Μετά από αυτό κάθε λίγο και λιγάκι έρχονταν αυτοί οι τύποι και όχι μόνο αυτοί αλλά και πολύ άλλοι, με στόλιζαν με πανό, με ζωγράφιζαν με σπρέι, με γέμιζαν με μουσική, κουβέντες και εικόνες. Μετά ήρθαν άλλοι με νέες ιδέες, άλλη ομιλία, άλλη μουσική, άλλες εικόνες. Και τελικά μπορώ να πω ότι ως ένα σημαντικό σημείο κατάφεραν το σκοπό τους: έγινα σημείο αναφοράς πάλι στη πόλη η τοπική κοινωνία ξανάνιωσε την παρουσία μου… Πολύ όμως είχα στραβώσει όταν κάποιοι τύποι προερχόμενοι από ένα άλλο κτήριο που δεν πολύ γουστάρω, τη Πανεπιστημιακή Σχολή, ήρθαν και έκαναν συναυλία με είσοδο. Και μαζί με εμένα είχαν στραβώσει και άλλοι πολλοί… Mα δεν καταλαβαίνω! Τόσες δεκαετίες μπαινοβγαίνει οποίος θέλει και όποτε θέλει και ήρθαν κάποιοι έξυπνοι να βγάλουν λεφτά από μένα. Ευτυχώς δε ξανάγινε.

Τα χρόνια πέρασαν, τα κτίρια άλλαξαν, άλλαξα και εγώ. Αν και πια δεν είμαι το σημείο αναφοράς που ήμουν, δεν ξεχάστηκα. Συνεχίζω να υπάρχω και είμαι χαρούμενη γιατί δίπλα από μένα, στο παλιό στάδιο της ΓΕΑ, έγινε μία πλατεία, μαύρο χάλι. Ή μάλλον άσπρο χάλι. Μία κάτασπρη μαρμαρένια πλατειά με μπετό και όλο ψύχρα, είναι τώρα ο νέος μου συγκάτοικος. Όχι δεν τρελάθηκα. Μπορεί η δεσποινίς πλατεία να μη μου αρέσει, άλλα μου αρέσει όλος ο κόσμος που σκάει εκεί. Πιτσιρικάδες με σκέιτ κάνουν φιγούρες όλη μέρα και το βράδυ γκαφιτάδες καταθέτουν την τέχνη τους. Από άσπρη η πλατεία έχει γίνει πολύχρωμος καμβάς ανεμελιάς. Μιας ανεμελιάς όχι αφασίας, μα ανεμελιά με τσαμπουκά. Και αυτό φάνηκε στη εκδήλωση που έκαναν κάποιοι από τους θαμώνες της πλατείας, που χωρίς καμία άδεια στήσανε τα όργανα και χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς έκαναν αυτό που θέλανε. Και φυσικά -τι παράληψη!- το πανό που πάντα κοσμεί το παράπλευρο τοίχωμα μου.

Εντάξει όπως και να το κάνουμε καλά είναι και τώρα… Αλλά μου λείπουν και οι παλιές καταστάσεις. Από τον κυρ Νικόλα το Χοντρό μέχρι και άλλους που ενώ ήταν ανέμελοι και δυναμικοί, ξαφνικά έφυγαν και άλλαξαν. Βέβαια ο κυρ Νικόλας έμεινε μέχρι τέλους ρεμάλι και μάγκας. Αλλά οι άλλοι; Γιατί ρε παιδιά τέτοια αλλαγή; Σε ένα κόσμο ετοιμόρροπο, δεν υπάρχουν καβάτζες. Γιατί να τα παραδώσετε τα όπλα; Κάτι ξέρω εγώ που τα λέω. Παρατηρώ και αν και ποτέ δεν επεμβαίνω, ξέρω, έχω δει, έχω μάθει. Επικοινωνώ με όλα τα κτίρια και καταλαβαίνω.

Καταστολή δεν είναι ο μπάτσος μόνο… Καταστολή είναι και οι ψεύτικες αναπνοές, ο ψεύτικος βηματισμός, η ψεύτικη ζωή. Και τελικά, όλοι αυτοί που έμειναν για πάντα νέοι, κορόιδα ήτανε;

.
Έντυπο δρόμου «Παροξυσμός», Τεύχος #10, 2007

(Μερικές φωτογραφίες από εκδηλώσεις στην παλιά Λαχαναγορά)

Ωχρά Σπειροχαίτη

bomb

laxanxas

mb

.

.

Αφίσες απο κάποιες εκδηλώσεις)

steki-kopila

steki

AFISA-AGRINIO-POLEMOS

AGRINIO-ANTIFA-EKD

.

ΠΗΓΗ: http://paroksismos.squat.gr/?p=3595

Λίγα λόγια για τον Μάρκο

tumblr_mmht0y3UXz1rxk8z8o1_1280

.

Γεννημένος στις 10 Μαΐου του 1905 στην Άνω Χώρα της Σύρου, ο Βαμβακάρης άφησε πίσω του τη χιλιοτραγουδισμένη «Φραγκοσυριανή» αλλά και περίπου άλλα 200 τραγούδια που αποτελούν θεμελιώδες κεφάλαιο στην ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Παιδί πολύτεκνης και φτωχής οικογένειας καθολικών, από παιδί αναγκάζεται να εργαστεί για να συνεισφέρει στην επιβίωση της οικογένειάς του ενώ γύρω στα 13 του μπάρκαρε ως λαθρεπιβάτης για την Αθήνα. Έκανε ότι δουλειά βρέθηκε στο δρόμο του προκειμένου να επιβιώσει: γαιανθρακεργάτης, χαμάλης, εκδορέας στα σφαγεία. Έρχεται σε επαφή με τους τεκέδες και τον κόσμο τους, όπου και ακούει έναν φημισμένο οργανοπαίχτη να παίζει μπουζούκι, κάτι που θα αλλάξει την πορεία της ζωής του. «…άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί…» έγραψε ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του.

Και έτσι έγινε, μέσα σε διάστημα έξι μηνών έμαθε μπουζούκι μόνος του και σύντομα γράφει τραγούδια δικά του. Την ίδια εποχή παντρεύεται για πρώτη φορά αλλά ο γάμος δεν θα έχει μεγάλη ζωή. Το 1933 είναι ο πρώτος που ηχογραφεί τραγούδι με μπουζούκι, το Καραντουζένι στην ODEON. To 1934 δημιουργεί μαζί με τους φίλους του, Γιώργο Μπάτη, Ανέστη Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή το πρώτο συγκρότημα με μπουζούκια.

giorgos-ampatis

Η ξακουστή τετράς του Πειραιά προσελκύει πλήθος κόσμου και η φήμη του Βαμβακάρη έχει ήδη εδραιωθεί. Μετά από μια επίσκεψη στην Σύρο γράφει την Φραγκοσυριανή, το διασημότερο τραγούδι του, το οποίο όμως έγινε γνωστό 25 χρόνια αργότερα, όταν το τραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ’ αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ’ ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν….. Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα: Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μάγια μου΄χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά… Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ‘ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή», έγραψε ο ίδιος για τη Φραγκοσυριανή.

Με την δικτατορία Μεταξά, πρέπει να προσαρμόσει τα τραγούδια του για να αποφύγει τη λογοκρισία και ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα για να βγάλει με το μπουζούκι του τα προς το ζην. Η φήμη του προηγείται του ιδίου και υπάρχει αναφορά για 50.000 θεατές σε συναυλία του στην Θεσσαλονίκη. Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ερμηνεύει τραγούδια προσαρμοσμένα για την περίσταση. Το φοβερό 1942 με τη γερμανική Κατοχή, ο Βαμβακάρης παντρεύεται για β’ φορά και αποκτά 5 παιδιά, από τα οποία θα επιζήσουν τα τρία.

Η δεκαετία του 1950 είναι σκληρή για τον Μάρκο Βαμβακάρη, ο οποίος εκτός από τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, βρίσκεται στο περιθώριο της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας ως προϊόν ξεπερασμένο. Την ίδια εποχή αφορίζεται από την Καθολική Εκκλησία για τον β’ γάμο του (ο αφορισμός ακυρώθηκε το 1966). Μπορεί στην Αθήνα να μην υπάρχει ενδιαφέρον από τις δισκογραφικές και τα κέντρα, στην Σύρο όμως, όπου εμφανίζεται ο Βαμβακάρης γίνεται το αδιαχώρητο.

Στα μέσα της δεκαετίας, με πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, η δισκογραφική Columbia προχωρά στην κυκλοφορία των τραγουδιών του Βαμβακάρη τραγουδισμένα τόσο από τον ίδιο όσο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, Στράτος Διονυσίου κ.α. Το 1960, ξεκινά η «δεύτερη» καριέρα του όπως είπε ο ίδιος. Του δίνεται εκ νέου η ευκαιρία να δουλέψει και πάλι σε λαϊκά πάλκα, και να δώσει συναυλίες.

Η συναυλία του στο θέατρο «Κεντρικό» είναι το αποκορύφωμα και η βιωματική στιχουργική του Μάρκου παραδίδει τη στιγμή στην ιστορία: «Μπουζούκι μου ποιος τόλπιζε στα τόσα μεγαλεία, στο θέατρο το κεντρικό να δώσεις συναυλία». Ο Μάρκος Βαμβακάρης έφυγε από τη ζωή στις 8 του Φλεβάρη του 1972, σε ηλικία 66 ετών, στο σπίτι του στην Κοκκινιά. Σήμερα θεωρείται αν όχι η σημαντικότερη, μία από τις κορυφαίες μορφές του ρεμπέτικου τραγουδιού.

.

vamvakaris2 copy

 

.

Θέλω να είμαι περήφανος..

Tράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ’ την αρχή ώς το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα ’χει στη δική του την ιστορία. Έχω σκοπό να δημοσιέψω κιόλας την ιστορία μου.

H χριστιανή που μου κάνει το γραμματικό λέει πως οι πρώτοι χριστιανοί ξεμολογιόντουσαν δυνατά, μπρος σε όλο τον κόσμο, κι όλος ο λαός τούς συγχωρούσε και ξαλάφρωναν για καλά. Όμως τώρα ο κόσμος είναι χαλασμένος και ξέρω πως σήμερα θα βρεθούνε πολλοί που θα σκεφτούνε πως έπρεπε να ντραπώ να ομολογήσω πολλά πράγματα. Eγώ θα πάρω το θάρρος τούς τέτοιους να μην τους λογαριάσω. O άνθρωπος, για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να μπορεί νά ’ρθει και στη θέση του άλλου, του ομοίου του. Γιατί απ’ όσα θα σας πω και τα παθήματα και τα φταιξίματα ίδια είναι. Kαι τα φταιξίματα είναι κι αυτά παθήματα.

Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Kαι γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος τού τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνια του και την ξενιτιά του.

Aυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγγνώμη και η συγχώρεση. Γι’ αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να ’ρθείτε και να μου σφίξτε το χέρι και να μου πείτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Nα μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Nα μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε.

Tώρα όλα αυτά βέβαια ανήκουν στο παρελθόν, και την παλιά μου ζωή τη θυμάμαι σαν ένα κακό όνειρο που όταν θα το ιδείς τινάζεσαι από το κρεβάτι σου. Έτσι περίπου τινάζομαι όταν αναπολώ την περασμένη μου ζωή και θυμηθώ τις κακές στιγμές της. Tώρα πια η ζωή μου είναι στρωμένη. Zω ήσυχος, οικογενειάρχης, με καλή και αγαπημένη γυναίκα και τα τρία μου αγόρια. O θεός να μας τα χαρίζει. Tα παιδιά μου τα λατρεύω κυριολεκτικά και τα σπουδάζω και τα τρία για να ζήσουν μεθαύριο άνθρωποι ηθικοί και χρήσιμοι στην κοινωνία, για να τα βλέπω και να τα καμαρώνω και να χαίρομαι.

Θέλω να είμαι περήφανος για τα παιδιά μου, έστω και αν εγώ δεν μπόρεσα να κάνω τους γονείς μου περήφανους για μένα. Aφού λοιπόν δεν μπόρεσα να κάνω τους γονείς μου να υπερηφανεύονται για μένα, ας κάνω το καθήκον μου σαν πατέρας.

Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972)

.

.

* Το αυτοβιογραφικό κείμενο στο τέλος του άρθρου είναι από το βιβλίο Mάρκος Bαμβακάρης, Aυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, 1978 και έχει δημοσιευθεί στο site του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.

ΠΗΓΕΣ:
http://tvxs.gr/node/31156

http://k-m-autobiographies.blogspot.gr/2007/05/3-m-b.html