Τζον Στάινμπεκ – Τα σταφύλια της οργής (1939)

dorothea-lange-migrant-mother-series-41

(Αφιερωμένο στους εξεγερμένους της Γαλλίας)

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, “Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

.

“ Η Καλιφόρνια ήταν πρωτύτερα του Μεξικού και η γης της των Μεξικανών˙ και μια ορδή κουρελιάρηδες και έξαλλοι Αμερικανοί χίμηξαν πάνω της. Και ήταν τόσο πεινασμένοι για ένα κομμάτι γης, που πήραν τη γης, σφετερίστηκαν προνόμια, κατάργησαν προνόμια, φοβέρισαν και τρομοκράτησαν οι πεινασμένοι και έξαλλοι εκείνοι άνθρωποι˙ και φύλαγαν με τα ντουφέκια τη χώρα που είχαν σφετεριστεί.”

“…Μην ανεβάζεις την εμπιστοσύνη σου ψηλά ως τα πουλιά και δεν θα σέρνεσαι κατόπι μαζί με τα σκουλήκια.”

“…Είναι μια χώρα λεύτερη.
Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος , σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πληρώσεις τη λευτεριά σου.”

“…Ο Κέϊσι είπε: Έχω γυρίσει τον τόπο. Όλοι ρωτούν το ίδιο. Που θα φτάσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δε θα φτάσουμε ποτέ μας πουθενά. Πάντα σε πορεία. Θα βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε πορεία. Γιατί δεν κάθονται να το σκεφτούν οι άνθρωποι; Τώρα έχουμε ξεσηκωμό…
Απ’ τον κατατρεγμό έρχονται οι άνθρωποι σε απελπισία και επαναστατούν.”

“…είχα βαλθεί με όλα μου τα δυνατά να πολεμήσω το διάβολο, γιατί φανταζόμουν πως ο διάβολος ήταν ο εχθρός.
Μα κάτι πολύ χειρότερο απ’ το διάβολο κρατάει στα νύχια του τον τόπο, και δε θα τον παρατήσει αν δεν κοπεί κομματάκια κομματάκια.”

“…..Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μ’ όλο πουν θα υπάρχουν ακόμα οι βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι μια απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.”

“…Το πρόσεξα όπου κι αν σταθήκαμε. Πεινάνε οι άνθρωποι για κρέας και λαρδί, και όταν το βρούνε δεν τους θρέφει. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο την πείνα ζητούσαν προσευχές….Μα δε φελάνε πια οι προσευχές.
Οι προσευχές δεν προμηθέψανε ποτέ λαρδί και κρέας. Για το κρέας και το λαρδί χρειάζονται γουρούνια.(……)
Οι άνθρωποι ζητάνε να ζήσουν μια ζωή πρεπούμενη και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Και σαν γεράσουν πια, να κάθονται στην πόρτα τους και ν’ αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα. Και όσο είναι νέοι, να χορεύουν, να τραγουδούν και να πλαγιάζουν μαζί. Θέλουν να τρώνε, να μεθούν και να δουλεύουν.”

.

.

“…Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν. Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά, και τα σπυριά της πελλάγρας διογκώνονταν στα πλευρά τους. Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.”

“…Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”  

“…Στην ερημιά για νάβρει την ψυχή του πήγε, μα εκεί ανακάλυψε πως δεν έχει δική του ψυχή. Λέει πως έχει ένα κομματάκι από μια μεγάλη, από μια θεόρατη ψυχή. Λέει πως δε φελλά η ερημιά, γιατί το κομματάκι αυτό η ψυχή του είναι τίποτα, εξόν αν βρίσκεται μαζί με την υπόλοιπη και νά’ ναι μια ολάκερη ψυχή.”

“…Καμιά δουλειά…Δίχως δουλειά, ούτε λεπτά ούτε φαΐ.
Ένας άνθρωπος που’ χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στο αλέτρι κι έπειτα για το αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τα αφήσει να ψοφήσουν της πείνας όσο καιρό σταματά η δουλειά.
Εκείνα είναι άλογα-εμείς είμαστε άνθρωποι.”

.

Τζον Στάινμπεκ(1902-1968) – Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

.

(Κι η Αμερική μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους ομοίους μου και για τους ομοίους σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.)

Πόσο διαρκεί μια μέρα στο σκοτάδι;

large_english_patient_blu-ray4x

Από τον «Άγγλο ασθενή» του Μάικλ Οντάατζε.

.

Αγάπη μου, σε περιμένω…

Πόσο διαρκεί μια μέρα στο σκοτάδι ή μια εβδομάδα…

Η φωτιά έσβησε τώρα και κρυώνω φοβερά.

Φοβάμαι ότι ξοδεύω το φως γράφοντας αυτά τα λόγια…

Πεθαίνουμε…Πεθαίνουμε πλούσιοι από εραστές, από γεύσεις που κατάπιαμε.

Από κορμιά , που τα κολυμπήσαμε σαν να ταν ποτάμια.

Από φόβους, που μέσα τους κρυφτήκαμε, σαν τη σπηλιά αυτή…

Θέλω όλα αυτά να χαραχτούν στο κορμί μου.

Εμείς είμαστε οι αληθινές χώρες και όχι αυτές με τα σύνορα τα χαραγμένα

στους χάρτες.

Ξέρω ότι θα έρθεις να με πας στο παλάτι των ανέμων.

Αυτό ήθελα πάντα. Να πάω σ ένα τέτοιο μέρος μαζί σου.

Με φίλους. Σε μια γη χωρίς χάρτες…

Το φως έσβησε κι εγώ γράφω…στο σκοτάδι…