Ομοφυλοφιλία και ναζισμός

tumblr_lhl6ygi3WT1qh6tkco1_1280.jpg

.

.

Στο βιβλίο The Pink Swastika, των Scott Lively και Kevin Abrams καθώς επίσης και στο Homosexuality: The Essence of Nazism, του Michael W. Johnson, υποστηρίζεται η ομοφυλοφιλική καταγωγή του ναζιστικού κινήματος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τις αρχές του 20ου, η ομοφυλόφιλη επιθυμία γνώριζε στη Γερμανία μια περίοδο άνθησης.

Το σκάνδαλο Eulenburg στην αυλή του Κάιζερ Wilhelm II, οι θεωρίες περί Τρίτου φύλου του Magnus Hirschfeld, η ίδρυση από τον ίδιο των προσκοπικών κινημάτων με την επωνυμία Wandervogel, ομάδων νεαρών ανδρών που διαβιούσαν στη φύση και καλλιεργούσαν τον ανδρισμό τους κατά τα πρότυπα των αρχαίων Σπαρτιατών, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι παιδεραστές αρχίζουν να πληθαίνουν. Το μόνο που τους λείπει είναι μια οργάνωση, αλλά απ’ ότι φαίνεται πρέπει ήδη να υπάρχει γράφει ο Engels σε μια επιστολή του προς τον Marx.
Τα τάγματα της ναζιστικής νεολαίας, τα Freikorps, θα προέλθουν, κάποιες δεκαετίες αργότερα, μέσα απ’ αυτά τα παρακμάζοντα προσκοπικά κινήματα και θα διοικούνται σε έναν μεγάλο βαθμό από ομοφυλόφιλους και παιδεραστές.
Πολλές ηγετικές μορφές του ναζιστικού κινήματος ήταν φανερά ομοφυλόφιλοι όπως ο Rudolf Hess και ο Ernst Röhm που επάνδρωσαν τα SA με ομοφυλόφιλους διοικητές.
Υποψίες εγείρονται ακόμη και για τον ίδιο τον Hitler.
Οι Samuel Igra και Hermann Rauschning, αναφέρονται σε επίσημα στοιχεία της αστυνομίας που διαβεβαιώνουν ότι ο Hitler, γνωστός στο ναζιστικό περιβάλλον και ως ο ωραίος Αδόλφος
, Der Schoen Adolf, ήταν μια αρσενική πόρνη στη Βιέννη το 1907 – 1912, αλλά και στο Μόναχο την περίοδο 1912 – 1914.
Ο Hitler είχε σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και της ανιψιάς του, αλλά όλες οι σχέσεις του ήταν αποτυχημένες.

“Ο φασισμός”, σημειώνει ο φιλόσοφος Vladimir Jankelevitch σ’ ένα πυρετικό του χειρόγραφο το 1944, “εκπληρώνει την παλιά ομοφυλόφιλη τάση των Γερμανών, εκείνη που απ’ τον ωραίο Ζίγκφριντ μέχρι τον ποιητή Στέφαν Γκέοργκ παθιάζει τη γοτθική φαντασία. Οι άντρες μεταξύ τους, οι γυναίκες στις κουζίνες (θυμηθείτε το σύνθημα: Kinder, Kirche, Kuche). Η ζωή στην ύπαιθρο, η τρέλα των γυαλιστερών στολών, ένα κάποιο ελληνικό νιτσεϊκό ιδανικό για την αρσενική ομορφιά, τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να τροφοδοτούν έτι περαιτέρω μια παραδοσιακή κλίση του στρατού του Γουλιέλμου. Η χιτλερική ψευτοαρετή μπορεί να θεωρηθεί η εξέγερση της αντεστραμμένης αρρενωπότητας εναντίον του θηλυκού και επίπλαστου πολιτισμού που ενσαρκώνεται απ’ την Γαλλία. Ο Χίτλερ, ο άντρας χωρίς γυναίκες, είναι ο όμορφος βάρβαρος, ο εγκρατής, ο αδιάφορος απέναντι στις σειρήνες της απόλαυσης, σε όλες τις filles – fleurs. Ο νεοσπαρτιατικός φανφαρονισμός, η μέγαλη εκτίμηση για τις λεγόμενες “νεανικές” κινήσεις, έχει επίσης παιδεραστική καταγωγή. Ξεφυλλίστε τα περιοδικά τους: δεν περιλαμβάνουν παρά κρουστά, αθλητές, ρωμαϊκά προφίλ, παραληρηματική αρρενωπότητα.”.
“Η στρατοκρατία” θα σημειώσει και ο Wilhelm Reich, “στηρίζει την ομαδική, ψυχολογική της επίδραση σ’ έναν ερωτικό μηχανισμό: η αισθησιακή έλξη της στολής, η γενετήσια διέγερση που προκαλούν με τη ρυθμική τους κίνηση οι παρελάσεις είναι όλα αισθησιακά συμφέροντα που χρησιμοποιούνται συνειδητά.”

.

.

Πολλά επίσης από τα τελετουργικά σύμβολα του ναζισμού προήλθαν από το ομοφυλόφιλο περιβάλλον, όπως ο χαιρετισμός «Sieg Heil», το διπλό “SS”, ακόμη και το ανεστραμμένο Ροζ Τρίγωνο που χαρακτήριζε τους ομοφυλόφιλους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας διωγμός που ποτέ δεν πήρε όμως διαστάσεις γενοκτονίας, όπως στην περίπτωση των Εβραίων, αλλά όπως φαίνεται έγινε μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών βιομηχάνων που χορηγούσαν το ναζιστικό κόμμα και είχαν αρχίσει να θορυβούνται από τις διαστάσεις που έπαιρνε το ομοφυλόφιλο ζήτημα. Οι ομοφυλόφιλοι μάλιστα που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα ήταν κυρίως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, οι “femmes”, αυτοί που εκτρέπονταν στο α-τόπημα του γυναικείου ίχνους και όχι οι “butches”, που επένδυαν και επιδείκνυαν την αρρενωπότητά τους. Η θηλυπρέπεια και η παρενδυσία είναι συνθήκες που αντιστρέφουν τα σημεία του βιολογικού ίχνους, διαταράσσοντας έτσι το νόημα της ναζιστικής ιδέας.

Αν όλα τα παραπάνω μας αποκαλύπτουν μια φανερή, κεκαλυμμένη ή λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του ναζιστικού κινήματος, μας εξιστορούν και κάτι ακόμη που το αφήνουν όμως ανερμήνευτο: τον εντοπισμό του παραβατικού, πολιτικού ίχνους στο σεξουαλικό φαντασιακό. Σ’ αυτή τη σφαίρα του σεξουαλικού που πραγματώνει και αληθεύει τις αναπαραστάσεις μας, ενθυλακώνοντάς τες στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Ο ναζισμός είναι μια τέτοια σκηνή, μια σκηνή της σαγήνης, αλλά “η σαγήνη είναι πάντα μια σαγήνη του κακού”, όπως θα πει ο Baudrilland. Η φαντασιακή δυνατότητα του ίδιου του κακού να διαβιώνει μέσα στον κόσμο σε πείσμα κάθε ηθικής ή πολιτικής καταστολής του.

“Οι κοινωνικά παραβατικές συμπεριφορές προσλαμβάνουν τη σαγήνη του κινδύνου, ακριβώς επειδή δελεαζόμαστε ακατάπαυστα από την ιδέα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη. Αυτό που φαντάζει εκτός ορίων γίνεται σέξι και εντρυφώντας στο ενδιαφέρον μας για το ταμπού νιώθουμε άτακτοι” θα πει χαρακτηριστικά η Halberstam.
Ο ναζισμός είναι η μόνη ιδεολογία που δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το καθεστώς της σαγήνης αλλά απεναντίας επένδυσε πάνω του. Όλες οι άλλες ιδεολογίες επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον άνθρωπο στο περιβάλλον μιας εξορθολογισμένης κοινωνικότητας, όπως η σοβιετική αισθητική, για παράδειγμα, που αφιέρωσε τον άνθρωπο της στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, στη στοχοπροσήλωση της κοινωνικής του ιδέας, αποκλείοντάς τον από το περιβάλλον της σαγήνης και των παρεκκλίσεων.
Αντιθέτως απ’ τη σκηνή του ναζισμού αυτό που εκπέμπεται είναι μόνο σαγήνη, η σαγήνη του Ενός, που διαπερνά ακαριαία το πλήθος, το συν-κινεί, το έλκει, το δια-στρέφει, το θηλυκοποιεί, (ο Hitler αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια πράξη βιασμού πάνω στο θήλυ ίχνος της μάζας), αυτός ο θρίαμβος εν τέλει του σωματικού.

.

.

Στη ναζιστική αισθητική αυτό που σχηματοποιείται είναι το ίχνος ενός φαντασιακού: το ωραίο, αψεγάδιαστο, υγιές σώμα που διατίθεται στον ηγέτη και στη χαρά των συντρόφων του. Κυρίως η εικόνα του αντρικού σώματος, του φερέλπι, νεαρού μαχητή, που πραγματώνεται και πνευματώνεται στον άθλο της γενναιότητάς του αλλά και στο προνόμιο της καταγωγής. Μια φαντασμαγορική εικονοποιία που από τη μια επιχειρεί να αναδείξει το ίχνος μιας ανθρωπολογικής διαφοράς και από την άλλη να καθιερώσει τη σαγηνευτική σκηνή της ναζιστικής ιδέας. Μια σκηνή που εκθέτει τη σεξουαλικότητά της και πνευματικοποιεί την εκδήλωση της πραγματικότητάς της.
“Σε αντίθεση προς την άφυλη αγνότητα της επίσημης κομμουνιστικής τέχνης”, θα πει η Sontag, “η ναζιστική είναι φιλήδονη και ταυτόχρονα εξιδανικευτική. Μια ουτοπική αισθητική που υποδηλώνει έναν ιδεώδη ερωτισμό: μια σεξουαλικότητα μετασχηματισμένη στο μαγνητισμό των ηγετών. Το φασιστικό ιδεώδες είναι να μετατρέψει τη σεξουαλική ενέργεια σε ‘πνευματική’ δύναμη προς όφελος της κοινότητας”.

Μια σεξουαλικοποιημένη δηλαδή ομοψυχία που “διακλαδίζεται” (Deleuze), μέσα στο σώμα, ηδονίζοντάς το. Μια σεξουαλικότητα που άρχεται βέβαια από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του δασκάλου και του μαθητή και της ομοερωτικής τους σχέσης και που δύσκολα χωρά στο πλαίσιο μιας μονοσήμαντης σεξουαλικής στρατηγικής, όπως επιχειρούν να την καθηλώσουν οι ιστορικοί που προαναφέρθηκαν. Τα ανδρικά γυμνά της ναζιστικής τέχνης, που κοσμούσαν τους δημόσιους χώρους των γερμανικών πόλεων, είναι εδώ για να σαγηνεύσουν και για να υπομνηματίσουν περισσότερο μια εσωτερική κατάσταση, παρά για να εκθέσουν την εδραμάτισή της. Εξέθεταν όχι τόσο την πραγματικότητα της γυμνότητάς τους, όσο την ιδέα μιας ποθητής αρρενωπότητας. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που αποσύρει απ’ το ανάγλυφό της τις σεξουαλικές της εντάσεις. Είναι έτσι σώματα σχεδόν ουδέτερα, με απαλυμένα τα σεξουαλικά τους όργανα, ενδεδυμένα μόνο τη γυμνότητά τους. Ένα καθαρό πρότυπο, αυτή η ιδέα του αρείου σώματος, ο αντικατοπτρισμός του ποθητού του ίχνους και πάντα σ’ αυτό το καθεστώς της απέκδυσης της ζωής, ένα απ’ τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της ναζιστικής τέχνης. Δεν είναι το σάρκινο που εκτίθεται στο γλυπτό, αλλά το γλυπτό που διεγείρει το σάρκινο. Οι εικόνες έτσι της Riefenstahl και ειδικά των κολυμβητών της από την Ολυμπία, είναι στιγμές μιας αποσβολωτικής ομορφιάς αλλά και μιας μοναδικής συγκίνησης. Εμβληματικά, ιδεόληπτα σώματα που εμψυχώνουν τη μυθολογική καταγωγή τους και δι-εγείρουν τη μυθοπλαστική τους αλήθειά.

Ο Hans Surén, στο βιβλίο του η Γυμναστική των Γερμανών, αναφέρει σχετικά: “Η ενατένιση ενός καλοσχηματισμένου σώματος ασκεί μια βαθιά παιδαγωγική επίδραση, από άποψη όχι μόνο σωματική, αλλά και ηθική. Η γυμνότητα ενός ευγενούς σώματος αποτελεί μια σημαντική προτροπή για μίμηση, πράγμα που το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες…Οι Έλληνες καταφθάνουν από παντού. Οι χαλαροί και φαρδιοί χιτώνες τους που πέφτουν με χάρη στους ώμους, καλύπτοντας μόνο ένα μέρος του σώματος. Τα γυμνά μπράτσα τους, ροδισμένα από τον ήλιο, καλοφτιαγμένα, που εισέρχονται στο στάδιο. Αυτή η νεολαία με τα υπέροχα σώματα, γυμνά ως επί το πλείστον και μαυρισμένα, προσφέρει ένα εκπληκτικό θέαμα”.

Ο νεαρός αθλητής και μαχητής σαγηνεύεται, ενδίδει, αλλά και πάλι συγκρατεί τη ζωική του ενέργεια για το πεδίο του στίβου ή της μάχης, αλλά και γι’ αυτή την ακαταμάχητη σαγήνη του θανάτου. Γι αυτό και η θέση των γυναικών στη ναζιστική κοινωνία και κουλτούρα ήταν πάντοτε μια θέση υποχώρησης, καθότι αναγνωριζόταν ως ένα υπονομευτικό, ως προς την στόχευση του ανδρός, φύλο. Ό, τι εντόπισε το εξασκημένο βλέμμα της Riefenstahl και στην κοινότητα των Νούμπα. Οι γυναίκες στην χιτλερική κοινωνία ήταν απλώς μηχανές αναπαραγωγής φυλετικά καθαρών παιδιών. Το σεξουαλικό φαντασιακό του νεαρού άνδρα έτσι, διαθλάται πάνω στην εγγύτητα του συντρόφου του. Συνθήκη που αναγνωρίζεται μάλιστα σε όλα τα ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές ή ο στρατός.

Ο Leo Bersani αναφέρεται σ’ αυτή τη “συναισθηματικοποίηση των ένοπλων δυνάμεων ή των εργατών, που μπορεί η ίδια να προεκβάλλει και να εξαγνίσει μια χαρακτηριστική σεξουαλική προτίμηση.”

Ο εμός σύντροφος γίνεται εδώ η πηγή μιας λιβιδινικής έντασης που δεν μορφοποιείται αναγκαστικά πάνω στο θηλυκό ή αρσενικό εκλιπών ίχνος, αλλά σ’ αυτό το ίδιο το καθεστώς της παραβατικότητας που δομεί την επιθυμία και την απόλαυση. Η επιθυμία άλλωστε, εντοπίζεται πάντα αλλού, είναι αυτό το αλλού, η δια-στροφή της ταυτότητας, το παιγνίδισμά της, η εκ-τροπή της, η ανωνυμία της και γι αυτό η διαθεσιμότητά της. Ο ναζισμός κυοφορήθηκε αργά μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συντροφικότητας, στις προσκοπικές οργανώσεις των Wandervogel που προαναφέραμε. Περιβάλλοντα όπου ο σύντροφος αναλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τη θηλυκοποίησή του, όχι την θηλυπρέπεια του, απεναντίας, αλλά τη διά-θεσή του στη φαλλική υπεροχή. Ο άθλος του νεαρού μαχητή γίνεται σ’ αυτή τη κουλτούρα και το συνώνυμο μιας καυλωτικής επιθυμίας, μια καθολική μορφή ηδονισμού που συνέχει το φαντασιακό και εκπληρώνει την πραγματικότητά του. Μια ταυτοποιητική σαγήνη όπου το υποκείμενό της δεν αντιστρέφεται αλλά εκτρέπεται, δεν χάνει τη ταυτότητα του, αλλά τη θεωρεί στη σκηνή του ομοίωσής του.

Η Judith Halberstam σημειώνει: “Αυτό το είδος του ανδρισμού συνέπεσε με μια εθνικιστική και συντηρητική έμφαση στην ανωτερότητα της ανδρικής κοινότητας και με μια φυλετική απόρριψη της θηλυκότητας. Πράγματι, μεταξύ αυτών των πρώιμων ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, οι άρρενες Εβραίοι θεωρούταν άντρες που είχαν εκθηλυνθεί από την επένδυσή τους στην οικογένεια και το σπίτι, ένα πεδίο που θα έπρεπε αφήνεται στις γυναίκες και οι οποίοι, όπως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, δεν ανταποκρίνονταν στο ανδροπρεπές καθήκον τους να παραμείνουν δεσμευμένοι στους λοιπούς αρρενωπούς άνδρες και σε μια ταγμένη στον ανδρισμό πολιτεία και δημόσια σφαίρα”.

Η σκηνή εδώ της αρρενωπότητας είναι μια ενσαρκωμένη εντύπωση και όχι ένα κενό παιγνίδι εντυπώσεων, όπως περιγράφει τη σαγήνη ο Baudrillard, αλλά μια έλξη, και μια εντύπωση, που επιστρέφει μορφοποιώντας το υποκείμενό της, δομώντας το ολοκληρωτικά. Η παθητικότητα της ελκτικής φοράς μετουσιώνεται εδώ σε δομική ενεργητικότητα, σε μια παλινδρομική κίνηση που ενσαρκώνει την επιθυμία, αυτή την αυθεντικότητα της σκηνής.

.

.

Στο περιβάλλον αυτού του ηδονισμού μια σκηνογραφία πάθους εκθέτει τον υλικό της περίγυρο, ερεθιστικά αντικείμενα που δι-εγείρουν σκηνές του διαστροφικού: η ηδονή του βιασμού, οι φετιχιστικές καθηλώσεις, η μαζοχιστική εργαλειοθήκη, αυτή η στολή των SS, τα εφαρμοστά παντελόνια, τα στρατιωτικά διακριτικά, οι γυαλιστερές μπότες, τα δερμάτινα ρούχα, σινιάλα όλα μιας ασυναγώνιστης σαγήνης που συγκροτεί μια ιδιαίτερη και περίκλειστη σεξουαλική εμπειρία. Ναζιστικά εξαρτήματα, που αυτονομούνται μέσα στη σφαίρα του σεξουαλικού, σε μια ξεχωριστή πορνο-γραφική κατηγορία, απεκδυόμενα το καταγωγικό, πολιτικό τους context. Μια σαδομαζοχιστική γραφικότητα, παραδομένη στις οξυμένες της αναπαραστάσεις, στη πραγματικότητα του αναφορικού.

“Υπάρχουν κάποια ισχυρά και αναπτυσσόμενα ρεύματα σεξουαλικού πάθους”, θα πει η Sontag, “τα ρεύματα εκείνα που κινούνται υπό την ονομασία του σαδομαζοχισμού, και τα οποία κάνουν το παιγνίδι με το ναζισμό να παίρνει μια ερωτική όψη. Αυτές οι σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και πρακτικές συναντώνται τόσο ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους, μολονότι η ερωτικοποίηση του ναζισμού είναι ορατή προπάντων μεταξύ των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο σαδομαζοχισμός είναι το μεγάλο σεξουαλικό μυστικό των τελευταίων χρόνων και όχι το ερωτικό ξεφάντωμα”.

Απ’ το υπόγειο λοιπόν δώμα του σαδομαζοχισμού η φασιστική εμπειρία καθίσταται η σκηνή της διαστροφής και της παράβασης. Μια παραβατικότητα που δεν συντονίζεται τόσο με κάποια προτάγματα σεξουαλικής απελευθέρωσης όσο με μια ασυνείδητη απόφαση υποταγής στην κυριαρχία του άλλου. Μια δουλική κάθειρξη του υποκειμένου όταν αυτό χειραγωγείται σιδηροδέσμιο και φιμωμένο υπό τις προσταγές του κυρίου του ή της ντομινατρίς του. Η αποθέωση μιας σωματοποιημένης πρακτικής, ή ενός μηχανοποιημένου σώματος, που εξαντλεί το πάθος του στη χειρονομία των εξαρτημάτων του. Η κυρίαρχη άλλωστε σκηνή του σεξ ήταν πάντα η σκηνή των αναπαραστάσεών του, η θεατρικοποίηση της πράξης του, η ηδονοβλεπτική διάσταση των ρόλων του. Το σαδομαζοχιστικό περιβάλλον, με τη μελαγχολική επαναληπτικότητα των χειρονομιών του, αποδίδει στη σεξουαλική εμπειρία έναν θανατόληπτο οίστρο. Μια απόκοσμη σαγήνη που εξαντλεί τα υποκείμενά της, στη πρόσ-τυχη στάση της εκφόρτισής τους. Το σεξουαλικό φαντασιακό που γίνεται εδώ η απόλυτη εξουσιαστική μηχανή, η δι-έγερση της. Η σαγήνη του Κυρίου και η μαζοχιστική προσήλωση του Δούλου, απο-καλύπτουν έναν λόγο που εκχέεται τώρα μέσα από τις ηδονιστικές εκδορές και εκχυμώσεις του σώματος, αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής, ο θρίαμβος, όπως θα έλεγε ο Baudrillard, του πραγματικού.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, μια θριαμβική, όσο και μυστική σημειουργία, ανακτά τις εκφράσεις της. Το ναζιστικό μπουντουάρ αναλαμβάνει σήμερα τη θέση που του αναλογεί, στα άρματα των gay prides, στους body builders με τις δερμάτινες εξαρτήσεις τους, στις στολές των μηχανόβιων, στη φυλή των gay skinheads, στην εικονογραφία του Tom of Finland, στο έργο του Bruce LaBruce, αλλά και στη βίλα των οργίων του Salo.

Μια πληθυντική τάση της gay κουλτούρας που ενσαρκώνει τη φασιστική αισθητική μιας επιθετικής σεξουαλικότητας, μιας S/M επιθυμίας να ανακτηθεί η γυμνότητα του ανθρώπου, το πιο βίαιο και διεστραμμένο της ίχνος. Με εξαίρεση τη γραφή Sade, η ναζιστική σημειουργία καθιερώνει, μέσα σε μια υπεραισθητική διάσταση, αυτή τη διαφάνεια του Κυρίου και του Δούλου.
Τους σεξουαλικοποιεί και τους δύο, σαγηνεύοντάς τους, μετατρέποντάς τους σε σεξουαλικούς ρόλους και πραγματώνοντάς τους στη σφαίρα του καθημερινού. Μια γραφή, η ναζιστική γραφή, που αναγνωρίζεται σ’ αυτό το περίκλειστο αλλού της επιθυμίας, ως η βιαιότητα μιας αλήθειας, η βαναυσότητά της, η πιο ερημική στιγμή του ψυχισμού.

.

Το βίντεο και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Bruce LaBruce.

ΠΗΓΗ: https://leximata.blogspot.gr/2013/11/blog-post_24.html

.

agapi-re-mounia-kriti

Προς το μηδέν του απείρου.

1476076_1392028211093912_3867882125531380689_n

 

Το να είσαι μισάνθρωπος όχι απλά δεν είναι ότι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί, αλλά αντιθέτως προσωπικά το κατατάσσω στα “χαρίσματα” ενός ανθρώπου. Ο απόπατος είναι το να ΑΓΑΠΑΣ μισά τους ανθρώπους, χωρίς να ξέρεις το γιατί η χωρίς να τους επιλέγεις.

Είναι ένας βούρκος που κολλάς μέσα του για πάντα και που τα απόνερα του απλώνονται μέχρι τα πόδια αυτών που τον προσπερνούν, για να γίνουν ο καταλύτης ώστε να χαράξει ο ίδιος εναν δρόμο σχεδόν μοναχικό. Αυτό που σήμερα όλοι αναμασάνε σαν καραμέλα και που επισυνάπτουν σαν κουσούρι, δηλαδή: Μισάνθρωπος!

Οι ημίμετρες αυτές συναισθηματικά καταστάσεις είναι και οι τελευταίες αναμνήσεις που έχει να θυμάται ένας “μισάνθρωπος” τον ημερών μας, τη στιγμή που απομακρύνετε απ’ τον αστραφτερό κόσμο του τίποτα και αυτό που τον διαχωρίζει από την κυριολεκτική σημασία της λέξης μισάνθρωπος, είναι αυτοί οι ένας, δύο-τρείς ανθρώποι που ο ίδιος ο “μισάνθρωπος” συνειδητά επέλεξε να είναι στη ζωή. Γιατι αν ο μισάνθρωπος “πουλεψε” απο μία κοινωνία συναισθηματικά ανεπαρκών, είναι επειδή ο ίδιος επιθυμούσε ακόμη και αν συνέβαινε για ΜΙΑ μόνο φορά στη ζωή του, τότε να αγαπούσε και να δινόταν ολοκληρωτικά.

Εγώ το περιγράφω ως ένα πρώιμο στάδιο ανιδιοτέλειας και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι λιγότερο για κάποιον που αρνήθηκε στεγνά την ασφάλεια του πλήθους, όντας ο ίδιος έτοιμος να σταθεί ακόμη και μπροστά σε σφαίρα για αυτούς που αγαπάει.

 

Άλφα Στερητικό
26/12/2014

Μαλάκες; Όχι ευχαριστώ, ξεκίνησα δίαιτα.

Εμείς είμαστε εύθυμοι άνθρωποι, αυθόρμητοι, αληθινοί και χαμογελαστοί. Σε σημείο τέτοιο, που η ασφυξία απο την κανονικότητα αυτού του κόσμου, μας αναγκάζει να καταφεύγουμε πολλές φορές για ανάσες στον παλιμπαιδισμό.

Τι τους θέλουμε ρε τους κακομούτσουνους στη ζωή μας; Τους μίζερους και τους μη εξελίξιμους; Ο μόνος αγέλαστος και μονίμως στραβωμένος που είναι αποδεκτός στη ζωή μου, είναι ο Χατζηστεφάνου, τον οποίο θεωρώ ιδιοφυΐα.

Κάποτε σε έναν παρόμοιο διάλογο περί των βασανιστών μας, η πάλαι άλλοτε  ψυχολόγος μου (μια μικροαστή συν δύο πτυχία) μου είχε πει ένα -κατ’ αυτήν- απόφθεγμα και μάλιστα με ύφος ρήτορα σαν δεύτερος Νίτσε, ότι “αυτοί οι άνθρωποι (οι βασανισταί, ντε) έχουν μια παράξενη γοητεία“…

!!!

Φοβερή επιστημονική διαπίστωση με εμφανείς επιρροές απο Φρόιντ που κάνει το εκκλησιαστικό ρητό του “πίστευε και μη έρευνα”  να φαντάζει με προϊόν ορθολογιστικής σκέψης…
Το μόνο μου αναπάντητο ερώτημα ύστερα απο τόσα χρόνια είναι, γιατί η μάνα μου έδινε χρήματα σε αυτό το “πράγμα“…

Χμ μάνα;

Οικογένεια…!

Ναι..αυτό είναι!

Ελληνική Οικογένεια υπο το καθεστώς πατριαρχίας. (και όχι μόνο)

 

Τα πράγματα είναι απλά:

Η “παράξενη γοητεία” που ένας “επιστήμονας-ειδήμονας” του καπιταλισμού αναγνωρίζει, ονοματίζει και αποδέχεται αφιλτράριστα, οφείλεται ξεκάθαρα στην Ελληνίδα μάνα που ανεχόταν εφ’ όρου ζωής τον grand-μαλάκα Ελληναρα πατέρα. Τον οποίο φυσικά και δεν διάλεξε, μόνο της τον επέβαλαν.

Φυσικά σε μία πατριαρχική (άρα και φασιστική) κοινωνία, αυτό είναι το “ελευθεριακό” κομμάτι…γιατί τα ήθη, τα πρέπει, η χριστιανική ηθική, οι δεσμοί αίματος, η κοινωνική κατακραυγή και ένα κάρο ακόμη άχρηστες μαλακίες (επινοήματα των εξουσιαστών) που απαρτίζουν ένα συζυγικό πακέτο, δεν αφήνουν περιθώριο επιλογών και εκεί σε συνάθροιση με το πέρας των χρόνων εγένετο η “παράξενη γοητεία“.

Παράξενα γοητευτικός είναι ο Γιώργος Κιμούλης, η ο Jeremy Irons, όχι ένας μαλάκας που αγαπάει μόνο τον εαυτούλη του και που χρεώνει τους άλλους με φανταστικές καταστάσεις που υπάρχουν μόνο στο μυαλό του και πηγάζουν απο εσωτερικές και πάλι ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ φοβίες.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν αγαπάνε τίποτα, παρά μόνο γίνονται για λίγο ανεκτοί όταν οι ανασφάλειες τους υποχωρούν, εως ότου να νιώσουν αδύναμοι και πάλι, για να θερίσουνε κεφάλια.

*Από τον καιρό που σταμάτησα να συμβουλεύομαι τα ζώδια και ξεκίνησα να ρίχνω πόρτα στους εγωπαθής, τους εγωκεντρικούς, κοινώς τους ΜΑΛΑΚΕΣ. Παρατήρησα καλυτέρευση στην ποιότητα της ζωής μου πιο άμεσα ακόμη και απο το βραχιολάκι του bios balance. (χιουμοράκι με αιχμές)

 

Υ.Γ: Λανθασμένα από πολύ κόσμο χρησιμοποιείται συνήθως για να χαρακτηρίσουν τους ΜΑΛΑΚΕΣ, η λέξη “εγωισμός“.
Ο εγωισμός είναι μια αρκετά παρεξηγημένη έννοια, και σαν κατάσταση όταν τα όριά του δεν υπερβαίνουν τις ατομικές ελευθερίες άλλων (έμμεσα η άμεσα), τότε θεωρώ ότι είναι μια υγιέστατη κατάσταση, που αν αναλυθεί σε βάθος χρόνου αποδεδειγμένα δρα προς κοινό όφελος.

 

Άλφα Στερητικό

(Αφιερωμένο στη Χαρά, που όσα χρόνια την γνωρίζω δεν υπήρξε το ελάχιστο του χρόνου που να συνυπήρξαμε και να μην ήμουν ο εαυτός μου)

Αλμπέρ Καμύ – Το παράλογο και η αυτοκτονία

 

Graffiti by Skitsofrenis

Στη φίλη και συντρόφισσα ” Σ” που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της από αυτοκτονία.

 

Albert_Camus_1f38

Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιχνίδια. Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε. Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ’ αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία. Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ’ αυτές για να τις καταλάβουμε.
.
Όταν διερωτώμαι πώς κρίνω ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι πιο αναγκαίο από ένα άλλο, απαντάω ότι η πραγματικότητα το αναγκάζει να τεθεί. Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Από μια άποψη έκανε καλά. Δεν άξιζε ν’ ανέβει στην πυρά γι’ αυτή την αλήθεια. Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ’ τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία. Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν). Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα. Πώς ν’ απαντήσουμε; Πάνω σ’ όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα – καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή – υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη. Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια. Σ’ ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια.
.
Αντιμετώπισαν πάντα την αυτοκτονία σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ όμως τίθεται το θέμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική σκέψη και την αυτοκτονία. Μια χειρονομία σαν κι αυτή ωριμάζει μέσα στη σιωπή της καρδιάς, με το ρυθμό που ωριμάζει ένα μεγάλο έργο. Ο ίδιος ο άνθρωπος το αγνοεί. Ένα βράδυ, κάνει την τελική χειρονομία. Μου έλεγαν για το διευθυντή κάποιας επιχείρησης που αυτοκτόνησε, πως είχε χάσει την κόρη του πριν πέντε χρόνια, πως από τότε είχε αλλάξει ριζικά και ότι αυτή η ιστορία “τον είχε φθείρει”. Δεν υπάρχει ακριβέστερη έκφραση. Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει πως αρχίζεις να φθείρεσαι. Η κοινωνία δε δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτές τις καταστάσεις. Το σαράκι βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί πρέπει να το αναζητήσουμε. Αυτό το θανάσιμο παιχνίδι που οδηγεί την αντιμέτωπη στο φως ύπαρξη, στη φυγή έξω απ’ αυτό, πρέπει να το παρακολουθήσουμε και να το καταλάβουμε.
.
Υπάρχουν πολλά αίτια σε μια αυτοκτονία και γενικά τα πιο φανερά δεν είναι τα κυριότερα. Σπάνια αυτοκτονεί κανείς (η υπόθεση εν τούτοις δεν αποκλείεται) από αντίδραση. Εκείνο που οδηγεί στην αυτοκτονία πάντα σχεδόν είναι ανεξέλεγκτο. Συχνά οι εφημερίδες αναφέρουν για “βαθιές μελαγχολίες” ή “για ανίατη ασθένεια”. Αυτές οι εξηγήσεις γίνονται δεκτές. Θα έπρεπε όμως να ξέρουμε μήπως την ίδια μέρα ένας φίλος του απελπισμένου του μίλησε μ’ έναν τόνο αδιάφορο. Αυτός ο φίλος είναι ο υπαίτιος. Γιατί αυτό φτάνει για να ξεσπάσουν οι θλίψεις και η κούραση που είναι ακόμα μετέωρες. (Δεν παραλείπουμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε το σχετικό χαρακτήρα αυτού του δοκιμίου. Πράγματι, η αυτοκτονία μπορεί να συνδεθεί με πολύ πιο έντιμα αίτια. Παράδειγμα: οι πολιτικές αυτοκτονίες, οι λεγόμενες αυτοκτονίες διαμαρτυρίας, στην κινεζική επανάσταση).
.
.
sisyphus
Αλλά, εάν είναι δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα ξεκίνησε για το θάνατο, είναι πιο εύκολο να αντλήσουμε από την ίδια την αυτοκτονία τα συμπεράσματα που μας αναγκάζει να βγάλουμε. Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως νικήθηκες απ’ τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε όμως τόσο μακριά μ’ αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι “δεν αξίζει τον κόπο” να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.
.
Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ’ τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ’ αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν.
.
Θέμα του δοκιμίου είναι αυτή ακριβώς η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία, το ακριβές μέτρο μέσα στο οποίο η αυτοκτονία αποτελεί μια λύση για το παράλογο. Μπορούμε να θέσουμε σαν αρχή πως για έναν άνθρωπο που δεν κοροϊδεύει, τις πράξεις του πρέπει να τις ρυθμίζει αυτό που πιστεύει γι’ αλήθεια. Η πίστη, λοιπόν, στον παραλογισμό της ύπαρξης πρέπει να ρυθμίζει την πορεία του. Η περιέργειά μας ν’ αναρωτηθούμε, ειλικρινά και χωρίς ψεύτικες συγκινήσεις, εάν ένα τέτοιο συμπέρασμα επιβάλλει να εγκαταλείψουμε ταχύτερα μια ακατανόητη κατάσταση, είναι θεμιτή. Εδώ, βέβαια, μιλάω για ανθρώπους διατεθειμένους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους.
.
Αυτό το πρόβλημα, τοποθετημένο με σαφήνεια, μπορεί να φαίνεται πως είναι απλό και άλυτο μαζί. Αλλά άδικα πιστεύουμε πως τα απλά προβλήματα έχουν απλές λύσεις και πως το εμφανές καταλήγεις στο εμφανές. Εκ των προτέρων, και αντιστρέφοντας τα δεδομένα του προβλήματος, φαίνεται πως δεν υπάρχουν παρά δυο φιλοσοφικές λύσεις, είτε αυτοκτονούμε είτε όχι, η λύση του ναι και η λύση του όχι. Θα ήταν πολύ ωραίο. Πρέπει, όμως, να πάμε με το μέρος εκείνων που, χωρίς να συμπεραίνουν, πάντα διερωτώνται. Δεν ειρωνεύομαι: αυτοί είναι οι περισσότεροι. Παρατηρώ ακόμα πως εκείνοι που απαντούν όχι, ενεργούν σαν να σκέφτηκαν, ναι. Πραγματικά, εάν δεχτώ το κριτήριο του Νίτσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σκέφτονται, ναι. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκείνοι που αυτοκτονούν είναι βέβαιοι για το νόημα της ζωής. Αυτές οι αντιφάσεις πάντα υπάρχουν. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ζωντανές όσο αυτήν τη στιγμή που η λογική, αντίθετα, είναι τόσο απαραίτητη. Η σύγκριση ανάμεσα στις φιλοσοφικές θεωρίες και τη συμπεριφορά εκείνων που τις διδάσκουν είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι μεταξύ των στοχαστών που δέχονται πως η ζωή δεν έχει νόημα κανείς δεν έφτασε στο σημείο να την αρνηθεί, εκτός απ’ τον Κιρίλωφ – που είναι μυθιστορηματικός ήρωας – τον Πενεγκρίνο (Έχω ακούσει να μιλάνε για ένα μεταπολεμικό συγγραφέα, εφάμιλλο του Περεγκρίνου, που αφού τελείωσε το πρώτο του βιβλίο αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει ενδιαφέρον γύρω απ’ το έργο του. Το ενδιαφέρον πράγματι δημιουργήθηκε, μα το βιβλίο κρίθηκε ως αποτυχημένο) – γνωστό απ’ τον Λουκιανό – και τον Ζυλ Λεκιέ που εκθειάζει την υπόθεση. Για να γελάσουν αναφέρουν συχνά τον Σοπενάουερ που έπλεκε το εγκώμιο της αυτοκτονίας μπροστά σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Δεν είναι αστείο αυτό. Το να μη σέβεσαι μ’ αυτό τον τρόπο το τραγικό, δεν είναι σπουδαίο, φτάνει όμως για να κρίνεις τον άνθρωπο.
.
.

580393_509319269097690_1963959989_nΠρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως – μπροστά σ’ αυτές τις αντιφάσεις και ασάφειες -δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην γνώμη που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και τη χειρονομία που κάνουμε για να την αφήσουμε; Δεν υπερβάλλουμε. Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ’ όλες τις αθλιότητες του κόσμου. Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ’ την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί. Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε. Σ’ αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα. Τελικά, η ουσιαστική αντίφαση υπάρχει σ’ αυτό που θα ονομάσω υπεκφυγή, γιατί συγχρόνως είναι κάτι λιγότερο και περισσότερο από την ικανοποίηση, με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Πασκάλ. Η θνητή υπεκφυγή είναι η ελπίδα και αποτελεί το τρίτο θέμα αυτού του δοκιμίου. Η ελπίδα μιας άλλης ζωής που πρέπει “να αξίζει”, ή η φρεναπάτη εκείνων που ζουν όχι για την ίδια τη ζωή, μα για κάποια μεγάλη ιδέα που τη διέπει, την εξυψώνει, της δίνει ένα νόημα και την προδίνει.

Έτσι όλα οδηγούν στη σύγχυση. Δεν είναι μάταιο το ότι ως εδώ παίζαμε με τις λέξεις και κάναμε πως πιστέψαμε ότι η άρνηση ενός νοήματος στη ζωή οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να τη ζεις. Πράγματι, σ’ αυτές τις δυο γνώμες δεν υπάρχει τίποτα το υπερβολικό. Πρέπει μονάχα να μη μας πλανήσουν οι συγχύσεις, οι διαστάσεις και οι ασάφειες που έχουμε μέχρι τώρα επισημάνει. Πρέπει να απομακρυνθούμε απ’ όλα αυτά και να πάμε κατ’ ευθείαν στο αληθινό πρόβλημα. Αυτοκτονεί κανείς γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ζήσει τη ζωή, να μια αναμφισβήτητη αλήθεια – άκαρπη όμως γιατί είναι αυτόδηλη. Αλλά μήπως αυτή η προσβολή, αυτή η άρνηση που μέσα της βυθίζουμε την ύπαρξη, οφείλεται στο ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα; Μήπως ο παραλογισμός της ζωής μας αναγκάζει να φύγουμε απ’ αυτή με την ελπίδα ή την αυτοκτονία; Να σε τι πρέπει ν’ απαντήσουμε, τι πρέπει να γνωστοποιήσουμε και να εξηγήσουμε παραμερίζοντας όλα τ’ άλλα. Το παράλογο οδηγεί στο θάνατο; Σ’ αυτό το πρόβλημα πρέπει να δώσουμε το προβάδισμα, τοποθετώντας το μακριά από κάθε μέθοδο σκέψης και πνευματικούς ακροβατισμούς. Σ’ αυτή την αναζήτηση, οι διαφορές, οι αντιφάσεις και η ψυχολογία, που ένα “αντικειμενικό” πνεύμα ξέρει πάντα να παρεμβάλλει σε όλα τα προβλήματα, δεν έχουν καμιά θέση. Εδώ, το μόνο που χρειάζεται, είναι μια σκέψη που δεν αιτιολογεί, δηλαδή μια σκέψη λογική. Αυτό δεν είν’ εύκολο. Το να σκέφτεσαι λογικά, είναι πάντα απλό. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν με τα ίδια τους τα χέρια ακολουθούν, έτσι, τη συναισθηματική τους πλευρά ως το τέλος. Η σκέψη της αυτοκτονίας μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία να θέσω το μοναδικό πρόβλημα που μ’ ενδιαφέρει: υπάρχει λογική που φτάνει ως το θάνατο; Δεν μπορώ να το μάθω παρά διανύοντας ανεπηρέαστα αυτό το μοναδικό φως της αλήθειας με τη βοήθεια ενός συλλογισμού που τον ονομάζω παράλογο συλλογισμό. Πολλοί άρχισαν να τον κάνουν. Δεν ξέρω αν εξακολουθούν.

Όταν ο Καρλ Γιάσπερς, ανακαλύπτοντας το ανέφικτο της ενιαίας συγκρότησης του κόσμου, αναφωνεί: “Αυτός ο περιορισμός με οδηγεί στον εαυτό μου απ’ όπου δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα, στην αντικειμενική άποψη που παρουσιάζω, με οδηγεί εκεί όπου ούτε εγώ ούτε η ύπαρξη του άλλου μπορεί να γίνει αντικείμενο για μένα”, επικαλείται, ύστερα από πολλούς άλλους, αυτούς τους έρημους και άνυδρους τόπους όπου η σκέψη φτάνει σ’ αδιέξοδο. Ύστερα από πολλούς άλλους, πραγματικά, αλλά πόσο βιαστικούς να βγουν από κει. Στην τελευταία αυτή καμπή που η σκέψη ταλαντεύεται φτάσαν πολλοί κι ανάμεσά τους οι πιο σεμνοί. Αυτοί που παραιτήθηκαν τότε από το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους. Άλλοι, πνευματικές προσωπικότητες, επίσης παραιτήθηκαν, κατέληξαν όμως στην αυτοκτονία της σκέψης τους που αποτελούσε τη γνησιότερη επανάστασή τους. Η πραγματική προσπάθεια είναι να επιμένεις στο αντίθετο όσο μπορείς και να εξετάζεις από κοντά την άμορφη βλάστηση αυτών των μακρινών τόπων, όσο είναι δυνατό. Τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να παρατηρήσει αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι, όπου το παράλογο, η ελπίδα κι ο θάνατος ανταλλάσσουν επιχειρήματα, είναι η επιμονή κι η διορατικότητα. Το πνεύμα μονάχα μ’ αυτά μπορεί ν’ αναλύσει – προτού περιγράψει κι αναστήσει – τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το βασικό κι ανάερο χορό.

 

  • Απο το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, “Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ – δοκίμιο πάνω στο παράλογο”.

Joshua Bell: Ένας βιολιστής στο μετρό…

08-Bell-Isserlis-Varjon-foto-Zeneakademia-Mohai-Balazs

.

Όπως θα δείτε και στο video που ακολουθεί, ένας άντρας ξεκίνησε να παίζει το βιολί του σε κεντρικό σταθμό του μετρό. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους. Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός.

Περισσότερο από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα αγόρι,περίπου τριών χρονών, το οποίο ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του το τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι,χωρίς καμία εξαίρεση, τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν μόνο 6 άνθρωποι, ενώ περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση.

Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια. Ο Bell αμείβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό!

Το συγκεκριμένο πείραμα, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;» Δείτε το video παρακάτω.. μια και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον..

 

ΠΗΓΗ: http://thevoyager.gr/2009/01/24/joshua-bell-metro/

μια οικογενειακή ιστορία καπιταλιστικής βίας- και αντίστροφα

.
.
.
Ήμουν δώδεκα χρονών όταν υπέστη για πρώτη φορά ψυχολογική βία.
.

Ήμασταν με την οικογένειά μου στην Λαπωνία για Χριστούγεννα. Ήταν η τελευταία μέρα των διακοπών όταν με έπιασαν τα κλάματα στην ιδέα ότι θα φεύγαμε. Δεν ήταν ότι περνούσα υπέροχα. Αλλά είχα αναστατωθεί με την εκμετάλλευση ταράνδων και χάσκι να σέρνουν έλκηθρα στα χιόνια, προσφέροντας αναψυχή σε πλούσιους τουρίστες. Αισθανόμουν ότι κάτι πρέπει να κάνω να τα βοηθήσω να ξεφύγουν απ’ την κατάσταση ακούσιας δουλείας που τα είχαν υποχρεώσει.
Το τελευταίο απόγευμα έκλαιγα πολύ. Οι γονείς μου αρχικά με πέρασαν για τρελή και δεν μου έδωσαν σημασία.
Εγώ δεν σταματούσα.
Επίμονη καθώς είμαι, αναζητούσα κάποιον να μου αποκαταστήσει αυτήν την φρικιαστική και βίαιη εικόνα της εκμετάλλευσης των ζώων, που προοιώνιζε μια άλλη γενικευμένη κοινωνική βία, την οποία αναπόφευκτα θα συνειδητοποιούσα λίγα χρόνια αργότερα. Αναζητούσα κάποιον να με καθησυχάσει, να μου κλείσει τα μάτια μπροστά στην σαδιστική διασκέδαση, σ’ αυτήν την χυδαία μεσοαστική απόλαυση, που εκπληρώνει τα κόμπλεξ ανωτερότητας του τουρισμού σε “εξωτικούς” πολιτισμούς.

Αναζητούσα κάποιον να μου δώσει μια εξήγηση. Η δομή της σύγχρονης ζωής ακολουθεί τους νόμους της ζούγκλας και “το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό”. Γι’ αυτό παιδί μου κοίτα κι εσύ να γίνεις μεγάλο ψάρι, σαν εμάς τους γονείς σου, γιατί αλλιώς θα σέρνεις έλκηθρα. 

Αναζητούσα κάποιον να μου δώσει μια εξήγηση. Μπορεί τα σκυλάκια και τα ταρανδάκια να σέρνουν έλκηθρα, αλλά κατά βάθος τους αρέσει πολύ. Χαίρονται που μας πηγαίνουν βόλτα, άλλωστε το αφεντικό τους πάντα τους έχει έτοιμο νόστιμο φαγάκι. Γι’ αυτό παιδί μου κοίτα κι εσύ να σέρνεις καλά το έλκηθρο και το αφεντικό σου θα σου δίνει πάντα νόστιμο φαγάκι.

Η εξήγηση αυτή ήρθε αρχικά από το στόμα της μητέρας μου. Ευαίσθητη και ευάλωτη η μητρική φιγούρα έπαιξε ρόλο συμβιβαστικό, προσπαθώντας να με κάνει να συναινέσω, να αποδεχτώ ότι “έτσι είναι τα πράγματα” και να πορευτώ ανάλογα στη ζωή μου.

Η εξήγηση δεν μου έφτασε, και τα δάκρυα συνέχισαν να κυλάνε. Ο δεύτερος οικογενειακός μηχανισμός που επιστρατεύτηκε ήταν ο Πατέρας. Ο πατέρας μου, εφευρετικός άνθρωπος καθώς είναι, απάντησε στο σοκ που είχα υποστεί συνειδητοποιώντας την άδικη αυτή κοινωνική βία, με τον πλέον πραγματικό τρόπο: με αντίστοιχη κι ακόμα περισσότερη βία.

Παρ’ ότι ο πατέρας μου συνήθιζε να μας δέρνει με τη λουρίδα αρκετά, ως παιδιά, εμένα και τον αδερφό μου, οι δημοκρατικές παραινέσεις της μητέρας μου εκείνη την ημέρα, τον έκαναν να επιστρατεύσει την επινοητικότητά του ώστε να μου ασκήσει βία μεν, χωρίς ωστόσο αυτή να σωματικοποιηθεί δε.

Η ιδέα του απλή: ως άνθρωπος της τεχνολογίας της επιτήρησης αποφάσισε να πάρει μια κάμερα και να με καταγράψει. Ξεκίνησε να με τραβάει βίντεο ενώ εγώ έκλαιγα γυρισμένη στο μαξιλάρι μου. Επέμενε να τραβήξει το πρόσωπό μου, τα δάκρυά μου που έτρεχαν. Εγώ αρνιόμουν να γυρίσω, κι όσο αρνιόμουν τόσο γέλαγε. Επίμονος εκείνος, επίμονη κι εγώ. Η κάμερα έγραφε.

Αισθανόμουν να ασφυκτιώ μέσα στο μαξιλάρι μου και γυρίζω λίγο το κεφάλι να πάρω αέρα, και τσουπ, νά’ τος, έτοιμος να προλάβει το γκρο πλαν.

Με κορόιδευε.

Με κορόιδευε και γελούσε δυνατά.

Στο γέλιο του άκουγα τα γέλια απόλαυσης των πλούσιων τουριστών στα έλκηθρα.

Δεν θυμάμαι πως τελείωσε εκείνη η ιστορία.
Ίσως γιατί δεν τελείωσε εκείνη η ιστορία.
Για πολλά χρόνια μπορούσα να ερωτευτώ μόνο σε συναισθηματικά χειριστικές και κακοποιητικές σχέσεις. Σε σχέσεις που τα δάκρυα, η θλίψη, ο πόνος, η απόγνωση είναι το θέαμα που τρέφει την απόλαυση του άλλου. Του δίνουν την επιβεβαίωση της ανωτερότητάς του, την χαρά του ελέγχου του πάνω μου.
Αισθανόμουν ότι την αξίζω αυτήν την κοροϊδία, αυτήν την ταπείνωση, αυτόν τον εξευτελισμό,γιατί είχα μάθει ότι έτσι κάνουν οι άνθρωποι όταν αγαπούν τους άλλους– όπως μ’ αγαπούσε και ο πατέρας μου.

Η ιστορία εκείνη δεν τελείωσε. Η βίαιη συμπεριφορά του πατέρα μου έρχεται στο μυαλό σε κάθε μιντιακή αναπαράσταση δυστυχίας- δημεύσεις σπιτιών, θύματα βιασμών, σεισμών και πολέμων, θύματα αστυνομικής καταστολής. Το ίδιο χαιρέκακο γέλιο αντηχεί εκκωφαντικά σε κάθε υποκριτική συμπαράσταση στους αδικημένους, σε κάθε μίζερη επιβεβαίωση ότι φορέας της δυστυχίας είναι πάντα ο Άλλος.

Η ιστορία εκείνη δεν τελείωσε πολύ απλά γιατί έχει έρθει η ώρα “όλες αυτές οι φρίκες να αποκτήσουν πρόσωπο”. Και ο δικός μου πατέρας είναι ένας απ’ αυτούς. Η οικογένεια είναι το πρώτο και το τελευταίο προπύργιο συντήρησης των σχέσεων εξουσίας. Η δική μου οικογένεια δεν μου έκρυψε ποτέ τίποτε από την κοινωνική πραγματικότητα που αντιμετώπισα αργότερα, δεν μου χάρισε την παραμικρή στιγμή συναισθηματικής ασφάλειας, τρυφερότητας, μόνο εξωτικές ψευδαισθήσεις ευημερίας.

Η οικογένειά μου είναι η ιδανική συνθήκη να αντιληφθεί κανείς την συνεργασία των μηχανισμών παραγωγής αλήθειας, συναίνεσης και κομφορμισμού. Όταν η συναίνεση και η δημοκρατία δεν φτάνουν, το θέαμα είναι εκείνο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυριαρχίας: γελοιοποίηση και εξευτελισμός όλων εκείνων που σοκάρονται από την εγγενή βιαιότητα του συστήματος.

Αυτή η πολεμική βία, στην πιο γυμνή της μορφή, η χυδαία επιβολή του ισχυρού στον αδύναμο και η κατάπνιξη κάθε ευαισθησίας του, είναι η πεμπτουσία της σύγχρονης κοινωνικής, έμφυλης και ταξικής οργάνωσης. Με την πρώτη ευκαιρία, τα δεινά, τα παρακάλια, οι δημοκρατικές αντεγκλήσεις των καταπιεσμένων, προκαλούν στους κυρίαρχους γέλια, πολλά χαιρέκακα εκκωφαντικά γέλια επιβεβαίωσης. Κι έτσι, μ’ αυτό το αστείο, με όλη αυτήν την απόλαυση διαιωνίζουν τον εαυτό τους.

Η παραπάνω ιστορία δεν αφορά κάποια φροϋδική ονείρωξη. Είναι όσο αληθινή όσο η διάχυτη κοινωνική εκμετάλλευση, ο ρατσιστικός και σεξιστικός εξευτελισμός ανθρώπων, η λεκτική και ψυχολογική βία στις προσωπικές σχέσεις. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια επικοινωνίας σε όσους αγωνίζονται να τελειώνουν με τα δάκρυα, και τις ικεσίες. Να τελειώνουν με τις ελπίδες σε ηγέτες, αρχηγούς, αφεντικά, πατεράδες. Αντίσταση είναι δημιουργία ισότιμων σχέσεων αξιοπρέπειας.
.
.
.

Ευχαριστώ τον πατέρα μου που μου το δίδαξε αυτό.
Και τον μισώ γιατί μου το δίδαξε με τον χειρότερο τρόπο.

.

.

.
.
.
Michael Andrews, Melanie and me swimming
(1978)
.
.
.
.
.