ανθρωπόκενοι στο s/s cyberia

fantasy-sky-glowing-stars-green-light-sea-ocean-wallpaper

.

Η απουσία ειδήσεων επιβάλει την κατασκευή τους. Πέρασαν δεκαετίες σκληρής προπόνησης, συνοδευόμενης από αυστηρή δίαιτα, σε δωμάτια, καφενεία, κινηματογράφους, γήπεδα, πάρκα και παιδικές χαρές, διαδρόμους αναμονής και υπόγεια με φτηνό ενοίκιο. Προπόνηση σκληρή στην αποφυγή του νοήματος, τρίπλες ανάμεσα στους περαστικούς, κατά τη διάρκεια συζητήσεων στη δουλειά, σε τυχαίες συναντήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αναπόφευκτα ραντεβού με τις παλιές μας πατρίδες από τα παιδικά μας χρόνια.

Η απουσία ειδήσεων επιβάλει την κατασκευή τους. Πέρασαν από μπροστά μας δεκάδες άνθρωποι, γνωριμίες της μιας βραδιάς και τις πενταετίας, του διπλανού γραφείου και του στριμώγματος σε club εν μέσω ύπνωσης. Παραμένουν στις μνήμες να περιμένουν, το πρώτο λεωφορείο για τη λήθη, μέσα από τις σκιές των πράξεων που συνοδεύουν τη συλλογική μας μοναξιά. Είναι νωρίς ακόμα, έχει δρόμο, περιθώριο και «θα δείξει, ποιος ξέρει …»

Η απουσία ειδήσεων επιβάλει την κατασκευή τους. Περνώντας δίπλα από δίπολα, ιδρωμένοι από άγχος, με πορεία ασήμαντη, ως εκ τούτου προδιαγεγραμμένη. Απόπειρες να σπάσει ο κύκλος, να χαθούμε στα πέρατα της οικουμένης χωρίς ταυτότητα, εκεί, που μας υποσχέθηκαν πως οι δρόμοι δεν θα έχουν όνομα. Μόνο που δεν λογαριάσαμε τον πόλεμο τριγύρω μας, νιώθοντας την μέθη όταν οι παρέες γελούσαν, για ασήμαντο αιτία και αφορμή, στις ιεροτελεστίες της νύχτας. Ακούσαμε τους ήχους των εχθροπραξιών, σκίσαμε σελίδες από τον μέλλοντα χρόνο και αλλάξαμε κουβέντα.

Η απουσία ειδήσεων επιβάλει τη κατασκευή τους. Η μαύρη ακολουθία απαιτεί, την υπακοή σε εκείνα τα μελλούμενα για τα οποία η τύχη έπαψε να μας χαμογελά όταν γεννηθήκαμε. Ακολουθούν εκείνες οι φιγούρες με το άλλο μισό του βλέμματος που σε ακολουθεί, σε κάθε βήμα, με τις ψιθυριστές ευγένειες της ανομολόγητης βίας, έτοιμες να δράσουν σε σχηματισμό μάχης, τηρώντας τις παραδόσεις αιώνων. Είναι έξω από τη πόρτα σου και ας μην τις έβλεπες από το μάτι τόσο καιρό. Περιμένουν εκεί που ο δρόμος έχει το πιο πολύ φως, γιατί η νύχτα έμαθε να μας κρύβει στην αγκαλιά της από όταν ήμασταν μικροί και καταλάβαμε τα πάντα για το πρωινό ξύπνημα. Συχνάζουν στις πλατείες γύρω από τα αγάλματα των ισχυρών αναντικατάστατων που γεμίζουν τα νεκροταφεία αυτού του κόσμου.

Η απουσία ειδήσεων επιβάλει την κατασκευή τους. Περπατάμε μέχρι που δεν πάει άλλο, τρέχουμε με καύσιμο την οργή που μας ξοδεύει, παραπονιόμαστε στους άδειους ουρανούς για εκείνους και εκείνες που δεν είναι είναι πια μαζί μας. Ζουν στις παρέες του μέλλοντος, οι αιωνίως χαμένοι, οι γκρινιάρηδες από κούνια, οι αλήτες που έκαναν παρέα στους φλώρους, τα φανζίν που λερώθηκαν από καφέ και τα νευρικά σχέδια σε χαρτί που βοήθησαν να ακούμε τις συζητήσεις γύρω μας. Ζουν και αναπνέουν οι νότες που δεν κούρδισαν ακριβώς, οι μισοτελειωμένοι πεζόδρομοι με λάσπες από την φθινοπωρινή βροχή, οι ανέλπιστες βοήθειες της τελευταίας στιγμής, εκείνα που σκεφτόμασταν, τα ξεχάσαμε και τα ξαναθυμηθήκαμε όταν δεν ενδιαφέρονταν κανένας. Ζουν οι προσπάθειες χρόνων που οδήγησαν σε χωρισμούς, οι κουβέντες που δεν οδήγησαν πουθενά, τα επιχειρήματα που δεν έπεισαν κανένα. Όλα αναπνέουν, παροδικά αναντικατάστατα, κρυστάλλινα θολά, μεθυστικά ξενέρωτα. Οι μυθοπλασίες μας. Οι δικές μας μυθοπλασίες.

καριόληδες, δεν μπορείτε

.

.

ΠΗΓΗ: https://risinggalaxy.wordpress.com/

Krav Maga και αντιναζί!

DSC_20161013_110634_662.JPG

Όπου ανοίγει ένα γυμναστήριο, ξυλοφορτώνεται ένας ναζί!

Το αναρχικό δράμα. “Αντιγόνη” μια αναρχική ηρωίδα

AntigoneOedipusCFJalabeat

.

Η αρχαία τραγωδία της Αντιγόνης έχει μελετηθεί και αναλυθεί μέσα στους αιώνες επανειλλημένα, παραμένοντας μέχρι σήμερα, χιλιάδες χρόνια μετά από τα πιο επαναστατικά δημιουργήματα.

Είναι αμφισβητήσιμο βέβαια πόσοι από τους θεατές που μέχρι σήμερα την έχουν παρακολουθήσει, κατανόησαν την επαναστατική της διάσταση ή έστω τόλμησαν να κάνουν την παραμικρή αναγωγή με το πώς οι ίδιοι λειτουργούν απέναντι στο καθεστώς και τους νόμους. Η Αντιγόνη εκπροσωπεί τον άνθρωπο που δεν υποτάσσεται, τον άνθρωπο που θεωρεί χρέος του την εξέγερση απέναντι στο άδικο και την τυφλή και βίαιη εξουσία.

Στις μέρες μας και λόγω των εξελίξεων και της προσπάθειας να εδραιωθεί παγκόσμια ένα αστυνομοκρατούμενο καθεστώς που θα υπηρετεί τους ιθύνοντες και τον καπιταλισμό, το πρόσωπο της Αντιγόνης παίρνει ακόμα μεγαλύτερη αξία. Δυστυχώς όμως ένα μεγάλο κομμάτι θεατών, παρακολουθεί χωρίς εσωτερικό προβληματισμό την τραγωδία αυτή, και μάλιστα συχνά χρησιμοποιείται απλά ως κομπασμός ή δήθεν δείγμα κουλτούρας η παρακολούθησή της.

Η πολιτική διάσταση της “Αντιγόνης” είναι καθοριστική, η τραγωδία του Σοφοκλή καθώς και η ηρωίδα του έχουν αποτελέσει σε παγκόσμιο επίπεδο αντικείμενο ανάλυσης, ακόμα και από ψυχαναλυτές όπως για παράδειγμα ο Patrick Guyomard, την έχουν χαρακτηρίσει ανατρεπτική, διαχρονικό σύμβολο της ελευθερίας, πιστή στους άγραφους νόμους και τα επιθετα και οι χαρακτηρισμοί που της έχουν προσδώσει θα μπορούσαν να συνεχίζονται σελίδες επί σελίδων.

Πριν αρκετά όμως χρόνια ο Ηenry Wood Nevinson τόλμησε να της προσδώσει ένα άλλο χαρακτηρισικό που σε πολλούς στενόμυαλους “πεπαιδευμένους” δεν θα αρέσει πιθανόν, την αποκάλεσε “αναρχική ηρωίδα” και μίλησε για αναρχικό δράμα. Αν συνυπολογίσουμε το πόσο διαστρεβλωμένη είναι η έννοια της αναρχίας και πόσο οι λάτρεις του κράτους και της “νομιμότητας” προσπαθούν να της προσδώσουν τα χειρότερα στοιχεία, η προσέγγιση αυτή του Nevinson υπήρξε ανατρεπτική για την εποχή του αλλά και για τις μέρες μας αλλά ταυτόχρονα απολύτως ταιριαστή με την ηρωίδα της τραγωδίας. Ο Henry Nevinson ήταν ένας διάσημος δημοσιογράφος στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, διάσημος για την έκθεση και την μελέτη του σχετικά με την δουλεία στην Αγκόλα και τα CocoaIslands. Ήταν συνδρομητής στο περιδικό ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και φίλος του Κροπότκιν και του Μαλατέστα. Το άρθρο του για την τραγωδία της Αντιγόνης αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Δοκίμια στην Ελευθερία (1909).

Και έρχονται οι σύγχρονες εξελίξεις και ο τρόπος λειτουργίας του “εξελιγμενου” κόσμου 100 χρόνια μετά να τον επιβεβαιώσουν. Ναι η Αντιγόνη, αποτελεί πράγματι μια αναρχική ηρωίδα, η εξέγερσή της χωρίς να συνυπολογίζει το προσωπικό της όφελος, χωρίς να σκέφτεται την ήσυχη, προστατευμένη οικογενειακή ζωή που την περίμενε εφόσον υπάκουε στον άρχοντα της πόλης αυτή απέναντι στον νομοταγή και απόλυτο τύραννο τον Κρέοντα, απέναντι στον Χορό με τους φιλήσυχους πολίτες που δεν μπορούν να κατανοήσουν το μεγαλείο της, σκύβουν το κεφάλι και το μόνο που κάνουν είναι να την λυπούνται.

Αρκεί μόνο μια ματιά γύρω μας και θα αντικρίσουμε παντού τον Κρέοντα και σαφώς τον “φιλήσυχο” Χορό, την καλόβολη και φοβισμένη Ισμήνη, ευτυχώς θα αντικρίσουμε σε καποια πρόσωπα όμως και την Αντιγόνη.

Ακολουθεί ένα μέρος της προσέγγισης του Nevisnon στην τραγωδία της Αντιγόνης σε μετάφραση του Χρήστου Μόρφου από το βιβλίο “Αρχαία Ελλάδα και Αναρχισμός” εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος”.

“Μια παράξενη αντίθεση κυριαρχούσε εκείνο το Σάββατο στην υπαίθρια παράσταση του Θεάτρου του Κολεγίου Μπραντφορντ….Καθαρά και καλοταϊσμένα αγόρια βρίσκονταν εκεί, έχοντας διδαχθεί, ως πρώτο κανόνα της ζωής, τη χωρίς δισταγμούς υπακοή. Μεταξύ των θεατών βρίσκονταν άνδρες και γυναίκες που δεν είχαν ποτέ παραβεί έναν ανθρώπινο νόμο ούτε είχαν αμφισβητήσει τους κανόνες των κυβερνητών ή της κοινωνίας, αλλά είχαν διδαχθεί να θεωρούν την εξέγερση ως ένα από τα χειρότερα εγκλήματα. Λίγοι απ’αυτούς είχαν ποτέ υποχρεωθεί να διακινδυνεύσουν κάτι παραπάνω από μια τρίχα της κεφαλής τους για τις αρχές τους. Ακόμα λιγότεροι, δεν διανοήθηκαν ποτέ να χάσουν ένα γεύμα για να βρουν το δίκαιο ή την αγάπη.

Μπροστά όμως, στο μακάριο βλέμμα τους παιζόταν η τραχύτερη τραγωδία εξέγερσης και δικαιοσύνης και έρωτα και σε πόσο διαφορετικό σκηνικό. Ο πόλεμος βρίσκεται στην απεχθέστερη στιγμή του – δυο μέρες μετά τη μάχη. Ο κάμπος της Βοιωτίας βράζει από την ζέστη…..Τα πτώματα των νεκρών Αργείων, που είχαν επιχειρήσει να καταλάβουν την πόλη, κείτονται βιαστικά θαμμένα στην άμμο και στις πέτρες έξω από τις επτά πύλες και εκείνα που μένουν άταφα, έχουν ήδη μαυρίσει από τον θάνατο και τον ήλιο. Η μυρωδιά της σήψης τους βρωμίζει τον αέρα…Ανάμεσά τους κείτεται ο Πολυνείκης, σκοτωμένος από τον αδερφό του, που κι αυτός έχει σκοτωθεί από τον Πολυνείκη – δύσμοιροι γόνοι αποτρόπαιων σχέσεων. Οι υπόλοιποι ας θαφτούν όσο πιο γρήγορα γίνεται, αυτό ήταν το ιερό έθιμο σ’όλους τους Έλληνες, γιατι ο θάνατος φέρνει τη συγχώρεση στους ανθρώπους. Αλλά για τον Πολυνείκη δεν θα επιτραπεί ταφή….Αυτή ήταν η προσταγή του Κρέοντα, που στέφτηκε βασιλιάς των Θηβών μετά τον θάνατο των δύο ανιψιών του. Η προσταγή διαλαλήθηκε σε ολόκληρη την πόλη και όριζε ότι οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων συλλαμβανόταν να επιχειρεί την ταφή του πτώματος, είτε ενταφιάζοντάς το, είτε καλύπτοντάς το με πέτρες ή χώματα, θα αντιμετώπιζε την ποινή του δημόσιου, μέχρι θανάτου, λιθοβολισμού σε χώρο που καθόριζε ο νόμος. Ένας φύλακας τοποθετήθηκε για τη φύλαξη του πτώματος.

Σε ένα τέτοιο σκηνικό αρχίζει το μεγάλο δράμα της εξέγερσης και εμφανίζεται η Αντιγόνη, αποφασισμένη να προχωρήσει στην ιερή παράβασή της…..Ο ποιητής βάζει στον πλευρό της την αδελφή της, την όμορφη και ευχάριστη Ισμήνη, ως ένα κοινό ανέμελο νου που υποτάσσεται στην εξουσία και παραμένει προσεκτικά στα πλαίσια του νόμου. Η Ισμήνη αναφέρει όλα τα τετριμμένα επιχειρήματα για να μην κάνει τίποτα. Είναι αδύνατον λέει : “Μα κι απαρχής να κυνηγά δεν πρέπει τ’αδύνατα κανείς”. Είναι πάντα μάταιο να προκαλείς ταραχές. Τα έργα υπερβάλλοντος ζήλου είναι περιττά. Εξάλλου οι αδερφές είναι φτωχές, αδύναμες γυναίκες, πολύ αδύναμες οι δυο τους για να εναντιωθούν στους άντρες. Κι επιπλέον σίγουρα αποτελεί καθήκον όλων των πολιτών να υπακούν στο κράτος και κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί γιατί υποτάχθηκε σε μια ανώτερη δύναμη. Αλλά ό,τι κι αν γίνει, εκείνη τουλάχιστον θα κρατήσει το μυστικό της αδερφής της.. και μ’ένα τελευταίο ίχνος ανθρωπιάς, επιμένει ότι τρέμει για την αγαπημένη της αδελφή, όχι για τον εαυτό της.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον Χορό. Ευγενικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, τυφλωμένοι από την ξεμωραμένη σύνεση της ηλικίας τους και των εθίμων. Κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν να την παρηγορήσουν με το επιχείρημα ότι είναι κάτι καλό να πεθαίνεις νέος και υγιής. Και μπορούμε να φαναστούμε την κατάπληξή τους όταν το αχάριστο κορίτσι απορρίπτει τα παρήγορα λόγια τους ως εμπαιγμό και τους ζητάει να έχουν τουλάχιστον την αιδώ να μείνουν σιωπηλοί μέχρι να φύγει. Μα γιατί; Αυτοί ζουν με την αιδώ και το νόμο! Έχουν γαλουχηθεί με το αγαπημένο τους απόφθεγμα “τίποτα που να ξεφεύγει από τα ειωθότα δεν έρχεται στη ζωή του ανθρώπου δίχως να φέρει συμφορές”. Κι έτσι παρ’ οτι θαυμάζουν απεριόριστα την ευφυΐα του ανθρώπου και καταπλήσσονται με την ικανότητα τους και τα επιτεύγματά του, τρομοκρατούνται μέχρι τρέλας όταν σκέφτονται την τόλμη ενός άνδρα ή μιας γυναίκας και προσεύχονται να μην καθίσει ποτέ δίπλα στην εστία τους κάποιος από εκείνους που δεν υπακούν στο νόμο. Το ίδιο και με τον έρωτα. Λένε πολλά ωραία πράγματα γι’αυτόν, αλλά τον φοβούνται μέχρι θανάτου. Υπάρχει κάτι στον έρωτα που αποδίδει μικρή σημασία στους νόμους κάτι αλόγιστο και άμετρο και η καρδιά που εμφορείται από τον έρωτα δεν είναι καλύτερη από την τρέλα.

Ο Κρέων παρουσιάζεται συνήθως ως ο τύπος του αιμοδιψούς τυράννου, η ενσάρκωση του ιδιότροπου δεσποτισμού. Αλλά αυτό είναι άδικο. Είναι απλά ο μέσος αξιωματούχος, ο μέσος σκλάβος του νόμου, της τάξης και της ρουτίνας. Σε κανονικούς καιρούς θα θεωρείτο ως ένας κυβερνήτης υπόδειγμα, που πάντοτε θέτει το δημόσιο συμφέρον πάνω από το δικό του. Μιλάει συνεχώς για το καθήκον και το κράτος. Είναι αφοσιωμένος στο κράτος ψυχή τε και σώματι και δικαιολογεί τα ενδεχόμενα λάθη του επαναλαμβάνοντας το ανιαρό, παλιό απόφθεγμα ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι καλύτερη από την ακυβερνησία. Εάν κάποιος του εναντιώνεται, υποψιάζεται αμέσως “οχλαγωγία” ή “φαυλότητα”. Όταν κάποιος διαφέρει από αυτόν φαντάζεται ότι δεν μπορεί να είναι παρά μόνο προδότης. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα η αποστροφή του σε οτιδήποτε απειλεί να ανατρέψει την επίσημη ρουτίνα.

Εν μέσω όλων αυτών των άξιων υποστηρικτών του νόμου στέκεται το εξεγερμένο κορίτσι, η Αντιγόνη, η ηρωικότερη μορφή της ελληνικής τραγωδίας, κατώτερη ίσως μόνο του επαναστάτη Προμηθέα που αψήφησε τις προσταγές του ίδιου του Δία….Το μέγα και κεντρικό θέμα του έργου είναι η προσφυγή της Αντιγόνης, αντί στους νόμους του κράτους στους αρχέγονους νόμους της τιμιότητας που βρίσκονται στην καρδιά όλων των ανθρώπων, που δεν επηρεάζονται και δεν περιορίζονται από την πανοπλία των φραγμών που θέτουν οι κυβερνήτες και οι υπήκοοι τους.

Η τέχνη του ποιητή διαχέει αυτή την ακαταμάχητη γοητεία σ’ολόκληρο το έργο, όμως για μια στιγμή συμπυκνώνεται στους ονομαστούς στίχους της Αντιγόνης :

“Γιατί δεν ήταν ο Δίας,

που μου τα ‘χε αυτά κηρύξει,

ούτε η συγκάτοικη με τους θεούς του Κάτω Κόσμου, η Δίκη, αυτούς τους νόμους

μες στους ανθρώπους όρισαν, και μήτε

πίστευα τόση δύναμη πως έχουν τα δικά σου κηρύγματα,

ώστ’ενώ είσαι θνητός να μπορείς των θεών τους νόμους

τους άγραφους κα ασάλευτους να βιάζεις.

Γιατί όχι σήμερα και χτες, μα αιώνια

ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει από πότε φανήκανε”.
.

Σ’αυτούς τους στίχους κρύβεται το μυστικό των παράξενων και απροσδιόριστων δυνάμεων, που οι κοινοί υπάκουοι στους νόμους, άνθρωποι, όπως η Ισμήνη και ο Κρέων και ο Χορός, βρίσκουν τόσο ενοχλητικές και τρομακτικές. Αυτές οι δυνάμεις είναι οι άγραφοι νόμοι και είναι γελοίο να πούμε ότι δεν θα πορευτούμε σύμφωνα μ’αυτούς, γιατί δεν έχουν περιορισμούς, ούτε όρια. Τα έθιμα, η παράδοση, οι δικαστικές αποφάσεις και οι ποινές δεν μπορούν ούτε καν να εισέλθουν στο έδαφος όπου αυτοί κινούνται και το καθήκον δεν έχει καμιά απολύτως θέση ανάμεσά τους.

Αυτά είνα τα μεγάλα ασυνείδητα ένστικτα του κόσμου, οι αμετάβλητες ορμές που λυτρώνουν την ανθρωπότητα από τους δισταγμούς και από την απρόθυμη υποταγή. Ο έρωτας είναι μία από αυτές, όπως λέει ο ποιητής, το θάρρος μια άλλη και μια τρίτη, είναι η άνομη ιερότητα που οδήγησε την Αντιγόνη στο να αψηφήσει ό,τι χειρότερο θα μπορούσαν να κάνουν εναντίον της το κράτος και ο λιθοβολισμός και η πείνα και η αυτοκτονία. Η Αντιγόνη δεν είναι σκληρή, με ψυχρή καρδιά. Όταν βρίσκει το πτώμα του αδερφού της να κείτεται άταφο στη γη την ακούμε να “βάζει τους θρήνους σαν το πικρό πουλί που βρίσκει άδεια την φωλιά του από τα μικρά του”. Λαχταρά την ζωή και τον έρωτα και τα παιδιά…Η εμπιστοσύνη της όμως στο δίκαιο ταλαντεύεται μόνο μια φορά και μόνο για μια στιγμή και είναι σημαντικό το ότι όχι μόνο κερδίσει στο τέλος τον Χορό κα τον Κρέοντα και ότι οι κοινοί άνθρωποι όπως λέει ο αγαπημένος της την θεωρούν εντέλει άξια για τα ανώτερα βραβεία…”

.

Henry Nevinson

.

1704184

.

ΠΗΓΗ: OmniaTv, Sylvia’s Blog

Ομοφυλοφιλία και ναζισμός

tumblr_lhl6ygi3WT1qh6tkco1_1280.jpg

.

.

Στο βιβλίο The Pink Swastika, των Scott Lively και Kevin Abrams καθώς επίσης και στο Homosexuality: The Essence of Nazism, του Michael W. Johnson, υποστηρίζεται η ομοφυλοφιλική καταγωγή του ναζιστικού κινήματος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως τις αρχές του 20ου, η ομοφυλόφιλη επιθυμία γνώριζε στη Γερμανία μια περίοδο άνθησης.

Το σκάνδαλο Eulenburg στην αυλή του Κάιζερ Wilhelm II, οι θεωρίες περί Τρίτου φύλου του Magnus Hirschfeld, η ίδρυση από τον ίδιο των προσκοπικών κινημάτων με την επωνυμία Wandervogel, ομάδων νεαρών ανδρών που διαβιούσαν στη φύση και καλλιεργούσαν τον ανδρισμό τους κατά τα πρότυπα των αρχαίων Σπαρτιατών, διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Οι παιδεραστές αρχίζουν να πληθαίνουν. Το μόνο που τους λείπει είναι μια οργάνωση, αλλά απ’ ότι φαίνεται πρέπει ήδη να υπάρχει γράφει ο Engels σε μια επιστολή του προς τον Marx.
Τα τάγματα της ναζιστικής νεολαίας, τα Freikorps, θα προέλθουν, κάποιες δεκαετίες αργότερα, μέσα απ’ αυτά τα παρακμάζοντα προσκοπικά κινήματα και θα διοικούνται σε έναν μεγάλο βαθμό από ομοφυλόφιλους και παιδεραστές.
Πολλές ηγετικές μορφές του ναζιστικού κινήματος ήταν φανερά ομοφυλόφιλοι όπως ο Rudolf Hess και ο Ernst Röhm που επάνδρωσαν τα SA με ομοφυλόφιλους διοικητές.
Υποψίες εγείρονται ακόμη και για τον ίδιο τον Hitler.
Οι Samuel Igra και Hermann Rauschning, αναφέρονται σε επίσημα στοιχεία της αστυνομίας που διαβεβαιώνουν ότι ο Hitler, γνωστός στο ναζιστικό περιβάλλον και ως ο ωραίος Αδόλφος
, Der Schoen Adolf, ήταν μια αρσενική πόρνη στη Βιέννη το 1907 – 1912, αλλά και στο Μόναχο την περίοδο 1912 – 1914.
Ο Hitler είχε σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και της ανιψιάς του, αλλά όλες οι σχέσεις του ήταν αποτυχημένες.

“Ο φασισμός”, σημειώνει ο φιλόσοφος Vladimir Jankelevitch σ’ ένα πυρετικό του χειρόγραφο το 1944, “εκπληρώνει την παλιά ομοφυλόφιλη τάση των Γερμανών, εκείνη που απ’ τον ωραίο Ζίγκφριντ μέχρι τον ποιητή Στέφαν Γκέοργκ παθιάζει τη γοτθική φαντασία. Οι άντρες μεταξύ τους, οι γυναίκες στις κουζίνες (θυμηθείτε το σύνθημα: Kinder, Kirche, Kuche). Η ζωή στην ύπαιθρο, η τρέλα των γυαλιστερών στολών, ένα κάποιο ελληνικό νιτσεϊκό ιδανικό για την αρσενική ομορφιά, τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να τροφοδοτούν έτι περαιτέρω μια παραδοσιακή κλίση του στρατού του Γουλιέλμου. Η χιτλερική ψευτοαρετή μπορεί να θεωρηθεί η εξέγερση της αντεστραμμένης αρρενωπότητας εναντίον του θηλυκού και επίπλαστου πολιτισμού που ενσαρκώνεται απ’ την Γαλλία. Ο Χίτλερ, ο άντρας χωρίς γυναίκες, είναι ο όμορφος βάρβαρος, ο εγκρατής, ο αδιάφορος απέναντι στις σειρήνες της απόλαυσης, σε όλες τις filles – fleurs. Ο νεοσπαρτιατικός φανφαρονισμός, η μέγαλη εκτίμηση για τις λεγόμενες “νεανικές” κινήσεις, έχει επίσης παιδεραστική καταγωγή. Ξεφυλλίστε τα περιοδικά τους: δεν περιλαμβάνουν παρά κρουστά, αθλητές, ρωμαϊκά προφίλ, παραληρηματική αρρενωπότητα.”.
“Η στρατοκρατία” θα σημειώσει και ο Wilhelm Reich, “στηρίζει την ομαδική, ψυχολογική της επίδραση σ’ έναν ερωτικό μηχανισμό: η αισθησιακή έλξη της στολής, η γενετήσια διέγερση που προκαλούν με τη ρυθμική τους κίνηση οι παρελάσεις είναι όλα αισθησιακά συμφέροντα που χρησιμοποιούνται συνειδητά.”

.

.

Πολλά επίσης από τα τελετουργικά σύμβολα του ναζισμού προήλθαν από το ομοφυλόφιλο περιβάλλον, όπως ο χαιρετισμός «Sieg Heil», το διπλό “SS”, ακόμη και το ανεστραμμένο Ροζ Τρίγωνο που χαρακτήριζε τους ομοφυλόφιλους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ένας διωγμός που ποτέ δεν πήρε όμως διαστάσεις γενοκτονίας, όπως στην περίπτωση των Εβραίων, αλλά όπως φαίνεται έγινε μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών βιομηχάνων που χορηγούσαν το ναζιστικό κόμμα και είχαν αρχίσει να θορυβούνται από τις διαστάσεις που έπαιρνε το ομοφυλόφιλο ζήτημα. Οι ομοφυλόφιλοι μάλιστα που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα ήταν κυρίως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, οι “femmes”, αυτοί που εκτρέπονταν στο α-τόπημα του γυναικείου ίχνους και όχι οι “butches”, που επένδυαν και επιδείκνυαν την αρρενωπότητά τους. Η θηλυπρέπεια και η παρενδυσία είναι συνθήκες που αντιστρέφουν τα σημεία του βιολογικού ίχνους, διαταράσσοντας έτσι το νόημα της ναζιστικής ιδέας.

Αν όλα τα παραπάνω μας αποκαλύπτουν μια φανερή, κεκαλυμμένη ή λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του ναζιστικού κινήματος, μας εξιστορούν και κάτι ακόμη που το αφήνουν όμως ανερμήνευτο: τον εντοπισμό του παραβατικού, πολιτικού ίχνους στο σεξουαλικό φαντασιακό. Σ’ αυτή τη σφαίρα του σεξουαλικού που πραγματώνει και αληθεύει τις αναπαραστάσεις μας, ενθυλακώνοντάς τες στις πιο μύχιες πτυχώσεις του ψυχισμού. Ο ναζισμός είναι μια τέτοια σκηνή, μια σκηνή της σαγήνης, αλλά “η σαγήνη είναι πάντα μια σαγήνη του κακού”, όπως θα πει ο Baudrilland. Η φαντασιακή δυνατότητα του ίδιου του κακού να διαβιώνει μέσα στον κόσμο σε πείσμα κάθε ηθικής ή πολιτικής καταστολής του.

“Οι κοινωνικά παραβατικές συμπεριφορές προσλαμβάνουν τη σαγήνη του κινδύνου, ακριβώς επειδή δελεαζόμαστε ακατάπαυστα από την ιδέα ότι η σεξουαλική έκφραση είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη. Αυτό που φαντάζει εκτός ορίων γίνεται σέξι και εντρυφώντας στο ενδιαφέρον μας για το ταμπού νιώθουμε άτακτοι” θα πει χαρακτηριστικά η Halberstam.
Ο ναζισμός είναι η μόνη ιδεολογία που δεν αντιστάθηκε σ’ αυτό το καθεστώς της σαγήνης αλλά απεναντίας επένδυσε πάνω του. Όλες οι άλλες ιδεολογίες επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον άνθρωπο στο περιβάλλον μιας εξορθολογισμένης κοινωνικότητας, όπως η σοβιετική αισθητική, για παράδειγμα, που αφιέρωσε τον άνθρωπο της στον ορίζοντα της ηθικότητάς του, στη στοχοπροσήλωση της κοινωνικής του ιδέας, αποκλείοντάς τον από το περιβάλλον της σαγήνης και των παρεκκλίσεων.
Αντιθέτως απ’ τη σκηνή του ναζισμού αυτό που εκπέμπεται είναι μόνο σαγήνη, η σαγήνη του Ενός, που διαπερνά ακαριαία το πλήθος, το συν-κινεί, το έλκει, το δια-στρέφει, το θηλυκοποιεί, (ο Hitler αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια πράξη βιασμού πάνω στο θήλυ ίχνος της μάζας), αυτός ο θρίαμβος εν τέλει του σωματικού.

.

.

Στη ναζιστική αισθητική αυτό που σχηματοποιείται είναι το ίχνος ενός φαντασιακού: το ωραίο, αψεγάδιαστο, υγιές σώμα που διατίθεται στον ηγέτη και στη χαρά των συντρόφων του. Κυρίως η εικόνα του αντρικού σώματος, του φερέλπι, νεαρού μαχητή, που πραγματώνεται και πνευματώνεται στον άθλο της γενναιότητάς του αλλά και στο προνόμιο της καταγωγής. Μια φαντασμαγορική εικονοποιία που από τη μια επιχειρεί να αναδείξει το ίχνος μιας ανθρωπολογικής διαφοράς και από την άλλη να καθιερώσει τη σαγηνευτική σκηνή της ναζιστικής ιδέας. Μια σκηνή που εκθέτει τη σεξουαλικότητά της και πνευματικοποιεί την εκδήλωση της πραγματικότητάς της.
“Σε αντίθεση προς την άφυλη αγνότητα της επίσημης κομμουνιστικής τέχνης”, θα πει η Sontag, “η ναζιστική είναι φιλήδονη και ταυτόχρονα εξιδανικευτική. Μια ουτοπική αισθητική που υποδηλώνει έναν ιδεώδη ερωτισμό: μια σεξουαλικότητα μετασχηματισμένη στο μαγνητισμό των ηγετών. Το φασιστικό ιδεώδες είναι να μετατρέψει τη σεξουαλική ενέργεια σε ‘πνευματική’ δύναμη προς όφελος της κοινότητας”.

Μια σεξουαλικοποιημένη δηλαδή ομοψυχία που “διακλαδίζεται” (Deleuze), μέσα στο σώμα, ηδονίζοντάς το. Μια σεξουαλικότητα που άρχεται βέβαια από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του δασκάλου και του μαθητή και της ομοερωτικής τους σχέσης και που δύσκολα χωρά στο πλαίσιο μιας μονοσήμαντης σεξουαλικής στρατηγικής, όπως επιχειρούν να την καθηλώσουν οι ιστορικοί που προαναφέρθηκαν. Τα ανδρικά γυμνά της ναζιστικής τέχνης, που κοσμούσαν τους δημόσιους χώρους των γερμανικών πόλεων, είναι εδώ για να σαγηνεύσουν και για να υπομνηματίσουν περισσότερο μια εσωτερική κατάσταση, παρά για να εκθέσουν την εδραμάτισή της. Εξέθεταν όχι τόσο την πραγματικότητα της γυμνότητάς τους, όσο την ιδέα μιας ποθητής αρρενωπότητας. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που αποσύρει απ’ το ανάγλυφό της τις σεξουαλικές της εντάσεις. Είναι έτσι σώματα σχεδόν ουδέτερα, με απαλυμένα τα σεξουαλικά τους όργανα, ενδεδυμένα μόνο τη γυμνότητά τους. Ένα καθαρό πρότυπο, αυτή η ιδέα του αρείου σώματος, ο αντικατοπτρισμός του ποθητού του ίχνους και πάντα σ’ αυτό το καθεστώς της απέκδυσης της ζωής, ένα απ’ τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της ναζιστικής τέχνης. Δεν είναι το σάρκινο που εκτίθεται στο γλυπτό, αλλά το γλυπτό που διεγείρει το σάρκινο. Οι εικόνες έτσι της Riefenstahl και ειδικά των κολυμβητών της από την Ολυμπία, είναι στιγμές μιας αποσβολωτικής ομορφιάς αλλά και μιας μοναδικής συγκίνησης. Εμβληματικά, ιδεόληπτα σώματα που εμψυχώνουν τη μυθολογική καταγωγή τους και δι-εγείρουν τη μυθοπλαστική τους αλήθειά.

Ο Hans Surén, στο βιβλίο του η Γυμναστική των Γερμανών, αναφέρει σχετικά: “Η ενατένιση ενός καλοσχηματισμένου σώματος ασκεί μια βαθιά παιδαγωγική επίδραση, από άποψη όχι μόνο σωματική, αλλά και ηθική. Η γυμνότητα ενός ευγενούς σώματος αποτελεί μια σημαντική προτροπή για μίμηση, πράγμα που το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες…Οι Έλληνες καταφθάνουν από παντού. Οι χαλαροί και φαρδιοί χιτώνες τους που πέφτουν με χάρη στους ώμους, καλύπτοντας μόνο ένα μέρος του σώματος. Τα γυμνά μπράτσα τους, ροδισμένα από τον ήλιο, καλοφτιαγμένα, που εισέρχονται στο στάδιο. Αυτή η νεολαία με τα υπέροχα σώματα, γυμνά ως επί το πλείστον και μαυρισμένα, προσφέρει ένα εκπληκτικό θέαμα”.

Ο νεαρός αθλητής και μαχητής σαγηνεύεται, ενδίδει, αλλά και πάλι συγκρατεί τη ζωική του ενέργεια για το πεδίο του στίβου ή της μάχης, αλλά και γι’ αυτή την ακαταμάχητη σαγήνη του θανάτου. Γι αυτό και η θέση των γυναικών στη ναζιστική κοινωνία και κουλτούρα ήταν πάντοτε μια θέση υποχώρησης, καθότι αναγνωριζόταν ως ένα υπονομευτικό, ως προς την στόχευση του ανδρός, φύλο. Ό, τι εντόπισε το εξασκημένο βλέμμα της Riefenstahl και στην κοινότητα των Νούμπα. Οι γυναίκες στην χιτλερική κοινωνία ήταν απλώς μηχανές αναπαραγωγής φυλετικά καθαρών παιδιών. Το σεξουαλικό φαντασιακό του νεαρού άνδρα έτσι, διαθλάται πάνω στην εγγύτητα του συντρόφου του. Συνθήκη που αναγνωρίζεται μάλιστα σε όλα τα ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές ή ο στρατός.

Ο Leo Bersani αναφέρεται σ’ αυτή τη “συναισθηματικοποίηση των ένοπλων δυνάμεων ή των εργατών, που μπορεί η ίδια να προεκβάλλει και να εξαγνίσει μια χαρακτηριστική σεξουαλική προτίμηση.”

Ο εμός σύντροφος γίνεται εδώ η πηγή μιας λιβιδινικής έντασης που δεν μορφοποιείται αναγκαστικά πάνω στο θηλυκό ή αρσενικό εκλιπών ίχνος, αλλά σ’ αυτό το ίδιο το καθεστώς της παραβατικότητας που δομεί την επιθυμία και την απόλαυση. Η επιθυμία άλλωστε, εντοπίζεται πάντα αλλού, είναι αυτό το αλλού, η δια-στροφή της ταυτότητας, το παιγνίδισμά της, η εκ-τροπή της, η ανωνυμία της και γι αυτό η διαθεσιμότητά της. Ο ναζισμός κυοφορήθηκε αργά μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον συντροφικότητας, στις προσκοπικές οργανώσεις των Wandervogel που προαναφέραμε. Περιβάλλοντα όπου ο σύντροφος αναλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τη θηλυκοποίησή του, όχι την θηλυπρέπεια του, απεναντίας, αλλά τη διά-θεσή του στη φαλλική υπεροχή. Ο άθλος του νεαρού μαχητή γίνεται σ’ αυτή τη κουλτούρα και το συνώνυμο μιας καυλωτικής επιθυμίας, μια καθολική μορφή ηδονισμού που συνέχει το φαντασιακό και εκπληρώνει την πραγματικότητά του. Μια ταυτοποιητική σαγήνη όπου το υποκείμενό της δεν αντιστρέφεται αλλά εκτρέπεται, δεν χάνει τη ταυτότητα του, αλλά τη θεωρεί στη σκηνή του ομοίωσής του.

Η Judith Halberstam σημειώνει: “Αυτό το είδος του ανδρισμού συνέπεσε με μια εθνικιστική και συντηρητική έμφαση στην ανωτερότητα της ανδρικής κοινότητας και με μια φυλετική απόρριψη της θηλυκότητας. Πράγματι, μεταξύ αυτών των πρώιμων ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, οι άρρενες Εβραίοι θεωρούταν άντρες που είχαν εκθηλυνθεί από την επένδυσή τους στην οικογένεια και το σπίτι, ένα πεδίο που θα έπρεπε αφήνεται στις γυναίκες και οι οποίοι, όπως οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι, δεν ανταποκρίνονταν στο ανδροπρεπές καθήκον τους να παραμείνουν δεσμευμένοι στους λοιπούς αρρενωπούς άνδρες και σε μια ταγμένη στον ανδρισμό πολιτεία και δημόσια σφαίρα”.

Η σκηνή εδώ της αρρενωπότητας είναι μια ενσαρκωμένη εντύπωση και όχι ένα κενό παιγνίδι εντυπώσεων, όπως περιγράφει τη σαγήνη ο Baudrillard, αλλά μια έλξη, και μια εντύπωση, που επιστρέφει μορφοποιώντας το υποκείμενό της, δομώντας το ολοκληρωτικά. Η παθητικότητα της ελκτικής φοράς μετουσιώνεται εδώ σε δομική ενεργητικότητα, σε μια παλινδρομική κίνηση που ενσαρκώνει την επιθυμία, αυτή την αυθεντικότητα της σκηνής.

.

.

Στο περιβάλλον αυτού του ηδονισμού μια σκηνογραφία πάθους εκθέτει τον υλικό της περίγυρο, ερεθιστικά αντικείμενα που δι-εγείρουν σκηνές του διαστροφικού: η ηδονή του βιασμού, οι φετιχιστικές καθηλώσεις, η μαζοχιστική εργαλειοθήκη, αυτή η στολή των SS, τα εφαρμοστά παντελόνια, τα στρατιωτικά διακριτικά, οι γυαλιστερές μπότες, τα δερμάτινα ρούχα, σινιάλα όλα μιας ασυναγώνιστης σαγήνης που συγκροτεί μια ιδιαίτερη και περίκλειστη σεξουαλική εμπειρία. Ναζιστικά εξαρτήματα, που αυτονομούνται μέσα στη σφαίρα του σεξουαλικού, σε μια ξεχωριστή πορνο-γραφική κατηγορία, απεκδυόμενα το καταγωγικό, πολιτικό τους context. Μια σαδομαζοχιστική γραφικότητα, παραδομένη στις οξυμένες της αναπαραστάσεις, στη πραγματικότητα του αναφορικού.

“Υπάρχουν κάποια ισχυρά και αναπτυσσόμενα ρεύματα σεξουαλικού πάθους”, θα πει η Sontag, “τα ρεύματα εκείνα που κινούνται υπό την ονομασία του σαδομαζοχισμού, και τα οποία κάνουν το παιγνίδι με το ναζισμό να παίρνει μια ερωτική όψη. Αυτές οι σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις και πρακτικές συναντώνται τόσο ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους όσο και ομοφυλόφιλους, μολονότι η ερωτικοποίηση του ναζισμού είναι ορατή προπάντων μεταξύ των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο σαδομαζοχισμός είναι το μεγάλο σεξουαλικό μυστικό των τελευταίων χρόνων και όχι το ερωτικό ξεφάντωμα”.

Απ’ το υπόγειο λοιπόν δώμα του σαδομαζοχισμού η φασιστική εμπειρία καθίσταται η σκηνή της διαστροφής και της παράβασης. Μια παραβατικότητα που δεν συντονίζεται τόσο με κάποια προτάγματα σεξουαλικής απελευθέρωσης όσο με μια ασυνείδητη απόφαση υποταγής στην κυριαρχία του άλλου. Μια δουλική κάθειρξη του υποκειμένου όταν αυτό χειραγωγείται σιδηροδέσμιο και φιμωμένο υπό τις προσταγές του κυρίου του ή της ντομινατρίς του. Η αποθέωση μιας σωματοποιημένης πρακτικής, ή ενός μηχανοποιημένου σώματος, που εξαντλεί το πάθος του στη χειρονομία των εξαρτημάτων του. Η κυρίαρχη άλλωστε σκηνή του σεξ ήταν πάντα η σκηνή των αναπαραστάσεών του, η θεατρικοποίηση της πράξης του, η ηδονοβλεπτική διάσταση των ρόλων του. Το σαδομαζοχιστικό περιβάλλον, με τη μελαγχολική επαναληπτικότητα των χειρονομιών του, αποδίδει στη σεξουαλική εμπειρία έναν θανατόληπτο οίστρο. Μια απόκοσμη σαγήνη που εξαντλεί τα υποκείμενά της, στη πρόσ-τυχη στάση της εκφόρτισής τους. Το σεξουαλικό φαντασιακό που γίνεται εδώ η απόλυτη εξουσιαστική μηχανή, η δι-έγερση της. Η σαγήνη του Κυρίου και η μαζοχιστική προσήλωση του Δούλου, απο-καλύπτουν έναν λόγο που εκχέεται τώρα μέσα από τις ηδονιστικές εκδορές και εκχυμώσεις του σώματος, αυτός ο ίδιος ο σφυγμός της ζωής, ο θρίαμβος, όπως θα έλεγε ο Baudrillard, του πραγματικού.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, μια θριαμβική, όσο και μυστική σημειουργία, ανακτά τις εκφράσεις της. Το ναζιστικό μπουντουάρ αναλαμβάνει σήμερα τη θέση που του αναλογεί, στα άρματα των gay prides, στους body builders με τις δερμάτινες εξαρτήσεις τους, στις στολές των μηχανόβιων, στη φυλή των gay skinheads, στην εικονογραφία του Tom of Finland, στο έργο του Bruce LaBruce, αλλά και στη βίλα των οργίων του Salo.

Μια πληθυντική τάση της gay κουλτούρας που ενσαρκώνει τη φασιστική αισθητική μιας επιθετικής σεξουαλικότητας, μιας S/M επιθυμίας να ανακτηθεί η γυμνότητα του ανθρώπου, το πιο βίαιο και διεστραμμένο της ίχνος. Με εξαίρεση τη γραφή Sade, η ναζιστική σημειουργία καθιερώνει, μέσα σε μια υπεραισθητική διάσταση, αυτή τη διαφάνεια του Κυρίου και του Δούλου.
Τους σεξουαλικοποιεί και τους δύο, σαγηνεύοντάς τους, μετατρέποντάς τους σε σεξουαλικούς ρόλους και πραγματώνοντάς τους στη σφαίρα του καθημερινού. Μια γραφή, η ναζιστική γραφή, που αναγνωρίζεται σ’ αυτό το περίκλειστο αλλού της επιθυμίας, ως η βιαιότητα μιας αλήθειας, η βαναυσότητά της, η πιο ερημική στιγμή του ψυχισμού.

.

Το βίντεο και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Bruce LaBruce.

ΠΗΓΗ: https://leximata.blogspot.gr/2013/11/blog-post_24.html

.

agapi-re-mounia-kriti