Παιχνίδια της γλώσσας – Δημήτρης Σολδάτος

slide_434806_5680992_free

Στην Ωραία Κοιμωμένη
που αν με ονειρευόταν
δεν θα την ξύπναγα ποτέ

.
Τ
ι περιμένεις να διαβάσεις σ’ ένα ποίημα;
Πες μου κι εγώ θα το γράψω
Μαγειρεύω καλά τις λέξεις όταν πεινάνε οι πράξεις
Δοκίμασε και θα δεις πόσο τυφλή είσαι στις γεύσεις
Η λέξη ΘΑΛΑΣΣΑ παραδείγματος χάριν
Κοίτα πόσο αλάτι κουβαλάει μέσα της
Για να μην σαπίζει το γαλάζιο
Και να νοστιμίζουν τα ναυάγια
Η λέξη ΕΡΩΤΑΣ εμπεριέχει πάντοτε μιαν απορία
Την προτιμώ απ’ την βεβαιότητα πως δεν μ’ αγαπάς
Απορία όμως σημαίνει και φτώχεια
Ποτέ δεν την εμπλούτισα που σ’ αγαπώ
Είδες πόσα παιχνίδια μπορεί να παίξει η γλώσσα;
.
Θέλεις να παίξουμε;
Θέλεις να κάνω εγώ το ρήμα
Κι εσύ να με κλείνεις μέσα στην αγκαλιά σου;
Δεν πειράζει που το «κλίνεις» γράφεται αλλιώς
Έτσι κι αλλιώς αν θέλουμε ν’ αγκαλιαστούμε
Πρέπει να υποπέσουμε σε λάθη
Έλα άνοιξε τα χέρια σου (σαν παρένθεση)
Κι εγώ θα κάνω σύμπτυξη στην λογική μου για να χωρέσω
«Για να χωρέσω»
Σαν να λέμε «για να ’χω» μια θέση «έσω»
Δηλαδή μέσα σου
Κι εκείνο το «ρ» που παρεμβάλλεται
Ανάμεσα στο «για να ’χω» και στο «έσω» τι θα το κάνουμε;
Αχ! Είδες;
Πάντα κάτι παρεμβάλλεται ανάμεσα σε σένα και σε μένα
Και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε
.
Γι’ αυτό σου λέω
Άσε μ’ ανάμεσα στην ποίηση και στην ζωή
«Άσε μ’ ανάμεσα»
Για κοίτα!
Αυτή η φράση διαβάζεται κι ανάποδα
Σαν να υπονοεί πως καμιά φορά δεν ξέρουμε
Ποια είν’ η αρχή και ποιο το τέλος
Ούτε πού τελειώνει η ποίηση
Και πού αρχινά η ζωή
.
Ποίηση
Ζωή
Για δες!
Μόνο ένα γράμμα έχουνε κοινό
Αν το βρεις
Ίσως να καταλάβεις γιατί και στα δύο γνώρισα την ήττα
.
Για κοίτα πόσο άδειες είναι οι λέξεις όταν γεμίζουν από έρωτα!
.
.
Από το “Nobel λόγω ατεχνίας”

 

(ευχαριστώ πολύ την Βαλέριανα που μου το έμαθε!)

τέσσερα κι ογδόντα – Κ.Κ.Μοίρης

9175_2013061514234000_2013-06-15 06.23.41

.

Το ΄ξερε, να πεις δεν το ‘ξερε; Ενάμιση χρόνο σερνόταν αυτός ο φόβος ανάμεσα στα πόδια του, τυφλό φίδι να ήταν θα ΄βρισκε το δρόμο να δαγκώσει.

Φεύγω για πάνω, σε δυο βδομάδες. Το σκέφτηκα πολύ, δεν πάει άλλο. Είπα να στα πω από κοντά, μη τα μάθεις αφού φύγω.

Όταν ο άλλος σου λέει φεύγω, λίγη σημασία έχει αν σου πει τώρα, σε τρεις βδομάδες, σε δέκα μήνες. Ειδικά όταν δεν είσαι συνδικαιούχος στο βιβλιάριο του χρόνου του. Για το σώμα και το κρεβάτι του, εδώ και καιρό, ούτε λόγος.
Την άκουγε χωρίς να μιλάει. Ανακάτευε τον καφέ που πάγωσε ανέγγιχτος, έκανε τρίμματα τα κουλουράκια και τα σκόρπισε στο πάτωμα, κοίταζε αφηρημένος την απόδειξη, τέσσερα κι ογδόντα, μια φορά σήκωσε το βλέμμα του για να δει τα μάτια της, εκείνη τα είχε κάτω, ούτε σ’ αυτό μπόρεσαν να συντονιστούν, κάποτε έχυναν μαζί, τώρα ούτε ματιές συναντιόντουσαν. Μικρό το κακό, σκέφτηκε, μερικές φορές γίνονται άσχημες πλαγιομετωπικές στις διασταυρώσεις.
Πέντε μήνες απλήρωτη, τα έτοιμα τέλειωσαν, δύσκολα θα κρατήσουν ανοιχτό το γραφείο, δεν είμαι και σε ηλικία να παριστάνω το κοριτσάκι ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά μεροκάματα. Μίλησα με την Kirsten, θα με φιλοξενήσει ένα-δυο μήνες στο σπίτι της μέχρι να τακτοποιηθώ. Χώρισε τον Οκτώβριο, θα είναι πιο εύκολα και για μένα έτσι.
Για σένα. Δεν το είπε, συνέχισε να σπέρνει ψίχουλα στα πλακάκια, μετά το δικό του έβαλε χέρι και στο δικό της. Τρίμματα εσύ τη ζωή μου, τρίμματα εγώ το κουλουράκι σου. Όλα θα προλάβουμε να τα ζήσουμε μαζί, κανείς δεν θα μ’ αγαπήσει όπως εσύ, σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα, οι λέξεις της, τα γράμματα, οι τόνοι, έπεφταν ψίχουλα στο πάτωμα, κατά λάθος έριξε και την απόδειξη, έσκυψε και την σήκωσε. Δεν μίλησε, είχε χίλια δυο να πει, θα άκουγε όμως χίλια τρία, η τελευταία λέξη πάντα δικιά της ήταν, της την είχε χαρίσει από καιρό, από τότε που κουράστηκε να βλέπει τη θυμωμένη πλάτη της κάθε φορά που ένιωθε στριμωγμένη. Ωραία πλάτη, όταν καθόταν πάνω του γυμνή και ιδρωμένη ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου αυτή η πλάτη. Του δικού του κόσμου, ο άλλος ήταν ολωνών, αυτός για τον δικό του μάζευε θαύματα, για τον κόσμο των άλλων δεν είχε χρόνο.

Δεν μ’ ακούς. Δεν μιλάς.

Σ’ ακούω. Δεν μιλάω. Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι ήθελες και τι έπρεπε να θέλω εγώ. Αρχίδια ήξερες. Μόνο μπορώ και μόνη μου ήξερες να λες, μη με πνίγεις όταν ήμουν κοντά, όταν σε χρειάζομαι πάντα λείπεις όταν ήμουν μακριά, ήξερες να μην σηκώνεις το τηλέφωνο όταν ήταν να πω έρχομαι, ήξερες να το σηκώνεις και να λες πάλι λείπεις; όταν ήξερες πως ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήξερες να λες όχι όταν δίψαγα για μισό ναι, ήξερες να λες ναι όταν αυτό θα με άφηνε νηστικό, ήξερες ν΄ αδειάζεις τα μάτια σου όταν έμπαινα μέσα τους, ήξερες να γεμίζεις τα δικά μου όταν έμπαινα μέσα σου για να πεινάω περισσότερο μετά. Τελικά εσύ ήξερες. Εγώ αρχίδια ήξερα.

Τι θα κάνεις πάνω; βρήκες κάτι εκεί; σίγουρα βρήκες, δεν θα ‘κανες ποτέ οτιδήποτε χωρίς πρόγραμμα εσύ. 

Δεν μίλησε. Τι να του πει… Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι μπορούσες και τι έπρεπε να μπορώ εγώ. Ανάμεσα στα θέλω μου και τα μπορώ σου, μια πτήση one way τώρα, δυο καφέδες και μια απόδειξη. Τέσσερα κι ογδόντα.

Μπορεί να ‘ρθω να σε δω κάποια στιγμή. Αν είσαι μόνη ακόμη.

Περίμενε να ακούσει ένα έλα. Ή ένα θα είμαι. Έστω ένα θα περιμένω. Δεν άκουσε τίποτε, δεν σήκωσε τα μάτια του, η ώρα ήταν εφτάμιση, τον περίμεναν σπίτι, πλήρωσε, φεύγουμε;
Φύγε πρώτος. Το τελειοποιήσαμε τόσο καιρό, μη χαλάσουμε τις συνήθειες. Στο αεροδρόμιο μην έρθεις, δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς, όταν φτάσω πάνω θα σου στείλω μήνυμα, «έφτασα, όλα καλά»Όλα καλά. Μ’ αυτό το απολειφάδι της τρεφόταν τόσο καιρό. Της χάιδεψε ένα δάχτυλο, αυτό που βρήκε πιο κοντά του, το αιφνιδίασε, δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Είχε ωραία δάχτυλα, λεπτά, μακριά, νόστιμα. Είχε. Όλα αόριστος πλέον. Βγήκε στο δρόμο, έκανε κρύο. Σκέφτηκε αυτόν που είχε πει «δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που θα σου λείψει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο χειμώνα- προς την επόμενη ανάπηρη άνοιξη». Δυο εικοσάχρονα φιλιόντουσαν στην είσοδο του Odeon, κάτω απ΄την αφίσα του Midnight in Paris. Γέλασε. Αυτά δεν θα πτωχεύσουν ποτέ κι ας μην αξιωθούν να δουν το Σηκουάνα από κοντά.
Την είδαμε την προκοπή κι αυτών που τον συνάντησαν, κάγχασε.

Χτύπησε το κινητό του. Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Τσαλάκωσε και πέταξε την απόδειξη, από σήμερα δυο και σαράντα…

.

ΠΗΓΗ: http://amancalledkkmoiris.com/

Μαλβίνα Κάραλη – Των εν ασκήσει λαμψάντων

ScreenShot994

.

Υπάρχει λοιπόν, ομορφιά μου, κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτόν. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου – παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου. Στον έρωτα, για παράδειγμα. Όποτε μπαίνω στον ολέθριο χώρο χωρίς το δραματουργικό μου οπλοστάσιο, καταλήγω ένας Δον Κιχώτης σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Ο ήρωάς μου, αν θυμάσαι, δεν μπορεί να εστιάσει στο θέμα του, δεν δύναται να εκφραστεί, του αρκεί η απλή αναφορά του ανόητου ονόματός της – Δουλτσινέα – για να γίνει γελοίος. Πόσο την αγαπάει, δεν ξέρει να το πει. Για να δηλώσει την αγάπη του, κάνει μια τούμπα στον αέρα, η πουκαμίσα του σηκώνεται, ο κώλος του μένει έκθετος μπροστά στα μάτια του υπηρέτη του. Ο Δον Κιχώτης εκείνη τη στιγμή είναι ο εαυτός του, αν με εννοείς. Μεγαλειώδες, θα πεις. Θα έκλαιγες μπροστά σε μια τέτοια σκηνή, ναι, είμαι σίγουρη, θα έκλαιγες. Μεγαλειώδες, αλλά και πάλι. Άχαρο. Διόλου δεν το θέλω.

Γιατί λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου, αφού μάλιστα αγαπώ τόσο τη μίμηση; Αφού συντάσσομαι με αυτό που λέει ο Τόμας Μαν: “Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν παρά να μιμείται πάντοτε κάτι που ήδη συνέβη”. Εκ γενετής σμίλευσα ένα και μόνο ρόλο, συρραφή από αγαπημένους θεατρικούς εαυτούς μου. Ξεκίνησα σαν Νίνα – έλεγα μονόλογο πηδώντας σκοινάκι – “Όταν τον δείτε, μην του πείτε τίποτα. Τον αγαπώ περισσότερο από πριν”. Μετά πρόσθεσα λίγη ιψενική Νόρα. Άνοιξα υπάκουα το στόμα μου, “για να δω μήπως το κοριτσάκι μου έφαγε σοκολατάκι και θα καταστρέψει τα δόντια του; Είπαμε. Όχι σοκολάτα”. Άλλες θεατρικές σεζόν ήμουν μια τέλεια θλιμμένη Μελισσάνθη – τι να τον κάνω τον ασαφή σου μακρόκοσμο, θα μείνω στον τιποτένιο κήπο μου, μωρό μου. Και πόσο τέλεια Άλκηστις υπήρξα… Μόνο εγώ από όλες τις τραγικές ηρωίδες θα γινόμουν εκουσίως Χείρωνας, θα κατέβαινα στον Κάτω Κόσμο για να ζήσει ο Αδαής. (Για να μη μάθει ποτέ πώς έζησε.) Μετά βαρέθηκα και έγινα η Λαβίνια. Όχι η μουγγή από τον Τίτο Ανδρόνικο – τότε ακόμα, μουγγή με τίποτα. Η άλλη, του Τόμας Έλιοτ. Αυτή, του Κοκτέιλ πάρτυ. Που φεύγει και κανείς δεν ξέρει πού πάει, αλλά πάντα επιστρέφει. Ό,τι ρόλο όμως και αν έπαιζα, ένα μυστήριο πράμα, προς το φινάλε το γύριζα πάντα σε νύφη. Εκεί επινοούσα τον πραγματικό εαυτό μου. Νύφη που κακοπάθησε – σε όλες τις παραλογές του δημώδους – νύφη από την Κούλουρη (α λα très Gaultier), μα πάνω από όλα νύφη από το Ματωμένο γάμο… “Και με όλα τα παιδιά του γιου σου κρεμασμένα πάνω από τα μαλλιά μου, εγώ πάλι θα έφευγα με τον άλλον, αν μου το ζητούσε”. Και πάει να εγκατασταθεί στο βασίλειο της δοκιμασίας.

Γι’ αυτό παντρεύτηκα με μαύρο νυφικό. Γιατί είχα παράσταση και ήθελα να είμαι μια μικρή Νουρία Εσπέρτ – και έτσι τη σκηνοθέτησα ανδαλουσιάνικα και της φόρεσα μαύρα της νύφης μου. Να αλλάξω λες διανομή; Μπα. Το αποκλείω. Δεν ξέρω να παίζω Μις Τζούλιες. Είμαι σαν τους ηθοποιούς του θεάτρου Νο, που ασκούνται σε ένα και μοναδικό ρόλο – μια ζωή. Γεννήθηκα νύφη, λέω σαν νύφη να συνεχίσω να κάνω καριέρα. Και είμαι τόσο γεννημένη νύφη που ποτέ δεν κατάλαβα πως χώρισα. Απλώς ξαναπαντρευόμουν. Έτσι το θέτω εγώ. Αυτή είναι η περίπτωσή μου. Όλη μου η ψυχανάλυση σε τρεις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο (φλερτ, ραντεβού, διαθεσιμότητες, συμβιώσεις, δεσμοί, τηλεφωνήματα και ένας που δεν είναι άντρας μου), όλα αυτά τα επίπονα με κάνουν καρδιακή. Με βγάζουν από το οικοσύστημά μου.

Δεχτείτε με λοιπόν, ω περιπέτειες της αρετής μου εσείς, έκθαμβοι αναγνώστες, με την αβλαβή (;) τρέλα μου. Έτσι θα πάω να κάνω οντισιόν στο Βασιλικό Θέατρο της Σουηδίας. Σαν τον Άντονι Πέρκινς – τελευταία σκηνή του Ψυχώ. Που καθόταν τυλιγμένος στην κουβέρτα του και δεν πείραζε τη μύγα – και αν με δει ο δεσμοφύλακας, θα καταλάβει πόσο άκακος είμαι. Πως ούτε μια μύγα πειράζω, θα κάθομαι στη σκηνή σιωπηλή – ένας κάθετος, εξπρεσιονίστικος φωτισμός θα πέφτει -, δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, όλοι ξέρουν ότι συνέχεια παντρεύομαι, θα καταλάβουν. Πως αυτός ο ρόλος γράφτηκε πάνω μου. Πως καμιά δεν θα τον παίξει καλύτερα…

Ø

l_-3-

Αποσπάσματα από το βιβλίο Σαββατογεννημένη – Τα τελευταία κείμενα της Μαλβίνας Κάραλη 2000-2001