Ο φθόνος του συμβιβασμένου

cropped-cropped-cropped-20707106_10211929240498051_1083880803_o

.

Στις αχανείς εκτάσεις της κοινωνικής ζούγκλας μπορούν να παρατηρηθούν διαφορετικά είδη ανθρωποτύπων που όντας συμβιβασμένοι με τον κόσμο γύρω τους προσπαθούν να βρουν μια φόρμουλα επιβίωσης. Διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που κατανοούν την αδύναμη θέση που έχουν ως καταπιεσμένοι απέναντι στον κόσμο της εξουσίας και των καταναγκασμών που τους επιβάλλονται και εφευρίσκουν διάφορους τρόπους να αντιμετωπίζουν αυτήν την πραγματικότητα.

Κάποιοι προσπαθούν να κρατήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους, να θέτουν κάποιες κόκκινες γραμμές οι οποίες αν προσβληθούν θα ξεσηκωθούν και θα εξεγερθούν, προσπαθώντας λιγότερο ή περισσότερο να αγωνίζονται, έστω και πιο μετριοπαθώς, για παραπάνω χαλάρωση των όρων καταπίεσης και εκμετάλλευσης που τους υποβάλλονται. Κάποιοι άλλοι, κουρασμένοι ενδεχομένως ψυχολογικά από τη συνεχόμενη αναγκαστική αποδοχή των καταπιεστικών συμβάσεων, μπορεί να επιλέξουν μια ζωή πλήρως ρηξιακή, σε πλήρη σύγκρουση με το πλαίσιο κυριαρχίας και να το φτάσουν στα άκρα ακόμα κι αν αυτό είναι πλήρως αυτοκαταστροφικό. Κάποιοι μπορεί να βρίσκονται σε μια γραμμή αποδοχής πολλών συμβάσεων στη ζωή τους αλλά έχοντας επίγνωση αυτής της σύμβασης, αποδέχονται την κατάσταση στην οποία τους φέρνει η αδυναμία τους να αντιδράσουν, αλλά συγκινούνται ή ενθουσιάζονται με μια πράξη αντίδρασης όταν προέρχεται από άλλους. Τέτοιοι άνθρωποι παρόλο που μπορεί να μην τολμούν να προβούν σε ηρωικές υπερβάσεις και να μπουν στη φωτιά της ιστορίας, εν τούτοις πολλές φορές όταν έχει χρειαστεί έχουν σταθεί ψυχικά αλλά και πρακτικά υπέρ όσων το κάνουν. Σε κρίσιμες στιγμές έχουν παράσχει καταφύγιο, έχουν διασώσει, έχουν αρνηθεί να καταδώσουν ακόμα και με κίνδυνο της ελευθερίας ή της ζωής τους. Αλλά αυτό βέβαια δε συμβαίνει τυχαία. Συμβαίνει γιατί μέσα τους γνωρίζουν με ποιο στρατόπεδο τάσσονται. Αναγνωρίζουν την πηγή της καταπίεσης και της καταδυνάστευσης που υφίστανται όπως και τους φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς αυτής. Περιττό να πούμε πως πλέον, στη δική μας εποχή, άνθρωποι σαν κι αυτούς βρίσκονται κυρίως στις σελίδες των βιβλίων.

Υπάρχει όμως και ένα άλλος είδος καταπιεσμένου που αφθονεί γύρω μας. Είναι αυτός που συμβιβάζεται , όχι αναγκαστικά γιατί νιώθει ότι είναι θύμα εκβιαστικών απαιτήσεων από την πλευρά της κυριαρχίας και ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά κυρίως γιατί “ΠΡΕΠΕΙ”. Όπου βρεθεί και όπου σταθεί διαρκώς φροντίζει να κάνει γνωστό σε όλους γύρω του, ακόμα και αν κανείς δεν τον έχει ρωτήσει, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να υπακούμε τους ανώτερους μας, πρέπει να ακολουθούμε τους κανονισμούς, τους νόμους, τις διατάξεις ,πρέπει να είμαστε τίμιοι και να μη δίνουμε δικαιώματα περί του αντιθέτου, πρέπει να καθόμαστε στα αυγά μας όταν έχει φασαρίες, να μην μπλέκουμε, να μην ασχολούμαστε με πράγματα πέρα από τα πλαίσια που προβλέπει το άγραφο δίκαιο της οικογενείας ή το επίσημο γραμμένο δίκαιο της πολιτείας.

Τέτοιους ανθρώπους όλοι ξέρουμε, όλες έχουμε γνωρίσει και έχουμε δει. Για την ακρίβεια είναι παντού γύρω μας. Το είδος του καταπιεσμένου για τον οποίο μιλάμε, αυτός ο homo conformer έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να γίνεται αντιληπτός και να δίνει το στίγμα του. Έχει μια αστείρευτη διάθεση για γκρίνια, μια ξινίλα μόνιμα χαραγμένη στα μούτρα του και του φταίνε διαρκώς όλα όσα γίνονται εκτός πλαισίων. Θα τον δούμε ας πούμε σε κάποιο μέσο μεταφοράς να δυσφορεί με όσους δεν κόβουν εισιτήριο στα ΜΜΜ γιατί “αν λειτουργούσαν όλοι έτσι τι νόημα έχουν οι κανονισμοί, μαλάκες είμαστε οι υπόλοιποι που κόβουμε εισιτήριο κανονικά;” Το ίδιο μοτίβο γκρίνιας μπορεί να επαναληφθεί σε άπειρες παραλλαγές καθώς τα πράγματα που ενοχλούν το homo conformer δεν έχουν τελειωμό.

Βασικά είναι το ίδιο άτομο που πάντα θέλει να κάνει μάθημα όταν γίνονται καταλήψεις σε σχολεία και σχολές ( “μαλάκες είμαστε εμείς δηλαδή που έχουμε κάνει τόση προετοιμασία και μελέτη;”) , που πάντα ενοχλείται όταν κάποια κοινωνική κινητοποίηση μπλοκάρει κάτι, είτε είναι κάποια διαδήλωση στο κέντρο της πόλης, είτε κάποια απεργία που βραχυκυκλώνει κοινωφελής υπηρεσίες όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τομέας καθαριότητας, ΜΜΜ, αεροδρόμια, λιμάνια, εθνικές οδοί, τελωνεία, νοσοκομεία, (“δηλαδή εμείς τι φταίμε να ταλαιπωριόμαστε σα μαλάκες”) ή που πάντα θέλει να εργαστεί στη δουλειά του όταν γίνεται κάποια απεργία (“μαλάκας είμαι δηλαδή εγώ να ρισκάρω να με απολύσουν;”)Φυσικά ο homo conformer δεν είναι μαλάκας όπως κάτι άλλα χάπατα να παρασέρνεται σαν πρόβατο από ιδεολογίες, κόμματα και παρατάξεις ωστόσο δηλώνει ενεργός πολίτης και ψηφίζει κάθε τετραετία φροντίζοντας να δείξει σε όλους τους τόνους την δυσφορία του για επιλογές τύπου άκυρα/λευκά (“ εγώ γιατί πάω σα μαλάκας και ψηφίζω”).

Τον homo conformer βέβαια τον ενοχλούν και πολλά άλλα πράγματα. Τον ενοχλούν όσοι άλλοι δεν κάθονται στα αυγά τους όπως αυτός αλλά αντιδρούν με διάφορους τρόπους απέναντι σε εκφάνσεις της καταπίεσης και της εξουσίας ειδικά αν μια τέτοια αντίδραση εμπεριέχει και ένα ποσοστό βίας (“ δηλαδή τι, μαλάκες είμαστε εμείς; δε ξέραμε και εμείς άμα είναι να το κάναμε αυτό, ;”). Μολονότι βέβαια δεν αντιδρά σχεδόν ποτέ για το οτιδήποτε , και παρά το γεγονός ότι πάντα είναι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει παρόλα αυτά άποψη και για το επιχειρησιακό κομμάτι δράσεων ή ακόμα και για τη στοχοθεσία (“ σιγά μην ήμουν μαλάκας να παίξω τον κώλο μου για κάτι τέτοιο” ή “ εγώ αν ήταν να κάνω κάτι δε θα πήγαινα σα το μαλάκα σε κάτι τόσο εύκολο θα χτυπούσα κάτι πολύ πιο δυνατό” ). Τον ενοχλούν επίσης, και τον ενοχλούν πολύ τα συνθήματα στους τοίχους, ότι  κι αν γράφουν. Είναι από αυτούς που συχνά αν δουν κάποιον να γράφει στη γειτονιά τους ή κάτω από το σπίτι τους θα αρχίσουν αμέσως τα “γιατί δε τα γράφεις αυτά στο σπίτι σου ρε;”

O homo conformer μπορεί να μην ξεσηκώνεται ποτέ αλλά ξέρει ότι αν θέλει μπορεί (παρόλο που δε θέλει) να τα κάνει όλα όπα. Μόνιμη επωδός του όταν βλέπει στις ειδήσεις μια σπασιματική ή έναν εμπρησμό είναι το “ε καλά αυτή τη μαλακία θα μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε, γιατί δεν πάνε σε καμιά βουλή να τους παραδεχτώ;”. Φυσικά ακόμα κι αν γίνει αυτό πάλι θα έχουν μια απάντηση , θα γυρίσουν και θα πουν “ μπράβο ρε, καλοί μαλάκες είστε, κάνατε μια τρύπα στο νερό , ρίξατε το κράτος”.
Αυτό το συμβιβασμένο ανθρωπάκι, παρά το γεγονός ότι αρκετά συχνά βλέπει ταινίες ή σειρές με κυριλέ τύπους που κλέβουν με θεαματικούς τρόπους καζίνο, γκαλερί, τράπεζες κτλ. και καραγουστάρει, αν στην πραγματική ζωή μάθει ότι ληστεύτηκε κάποια τράπεζα, ειδικά αν οι δράστες είναι αναρχικοί, θίγεται κατάφωρα, η αξιοπρέπεια του και βγαίνει από τα ρούχα του (να τους μπαγλαρώσουν να μάθουν, μαλάκες είμαστε εμείς που δουλεύουμε μια ζωή, δεν ξέραμε να κλέψουμε άμα θέλαμε;)

Όπως θα έχει γίνει μάλλον σαφές μέχρι τώρα, ο συγκεκριμένος τύπος συμβιβασμένου ανθρώπου δεν είναι και πολύ συμπαθητικός. Για την ακρίβεια είναι ακριβώς αυτό που αναρωτιέται διαρκώς: μαλάκας, και μάλιστα τιτανοτεράστιος. Κάθε φορά που μπορεί να μας τύχει μια απρογραμμάτιστη συζήτηση με κάποιον του είδους τους μετά έχουμε τόσα νεύρα που νιώθουμε ότι θα μπορούσαμε να πέσουμε με αμάξι σε μια στάση λεωφορείου γεμάτη κόσμο. Ακόμα και οι πλέον επίμονοι μέσα στο κίνημα που είναι κατά των εύκολων αφορισμών γιατί πιστεύουν ότι οι πάντες θα μπορούσαν να μεταστραφούν, αν κάτσουν να συνομιλήσουν 5 λεπτά με έναν τέτοιο άνθρωπο θα θέλουν να τον πατήσουν με τρακτέρ. Και θα έχουν δίκιο.

Οι ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες δεν διαμορφώνονται μόνο βάση ορθολογικών κριτηρίων και ψυχρών υπολογισμών. Από μια τέτοια άποψη δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμιά απολύτως εξήγηση για το πώς άτομα από την τάξη των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια τόσο lawful προσωπικότητα, υποτακτική πέρα ως πέρα και ικανή να προκαλεί μια απαξία και μια αποστροφή όχι μόνο με πολιτικά και ηθικά κριτήρια αλλά ακόμα και με αισθητικά.
Είτε ένα άτομο αντιδρά σε όλες τις περιπτώσεις με τους παραπάνω τρόπους , ή σε ορισμένες από αυτές, το ψυχολογικό του υπόβαθρο παραμένει κάπως ίδιο. Κατά βάση πρόκειται για άτομα, που αν και νομιμόφρονα και υποτακτικά, ενίοτε έχουν κρίσεις συνείδησης και ηθικών αμφιβολιών ως προς τη ζωή και τις επιλογές τους. Αντί όμως να στραφούν σε μια, έστω μερική, ρήξη με όσα τους καταπιέζουν, αναπτύσσουν ένα σύνδρομο τρομερής μικρόψυχης ζήλιας απέναντι σε όσους και όσες τολμούν κάποια υπέρβαση στη ζωή τους. Αυτή η αντιδραστική ζήλια μετατρέπεται σε έναν δηλητηριώδη φθόνο που κατατρώει τον εσωτερικό τους ψυχισμό με την μεθοδικότητα που ένας καρκίνος καταστρέφει το σώμα ενός οργανισμού, οδηγώντας τους στο να μισούν και να εχθρεύονται πλέον όλα εκείνα τα οποία θεωρούν ή νιώθουν ότι δε μπορούν να κάνουν. Έτσι , αντί να μισούν και να εχθρεύονται όσους τους αναγκάζουν να ζουν σε συνθήκες αναξιοπρέπειας, όσους τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται, όσους παίρνουν αποφάσεις για τις δικές τους ζωές, μισούν μέσα από τα βάθη της ψυχής τους, τους εξεγερμένους, τους αρνητές, τις ιερόσυλες και απείθαρχες αυτού του κόσμου.

Αυτού του τύπου η αντίδραση είναι το τελευταίο ψυχολογικό αποκούμπι, ένα ultimum refugium ή αλλιώς η έσχατη καταφυγή των ανθρώπων που δε μπορούν να υποφέρουν την ίδια τους την αναξιοπρέπεια και δουλοπρέπεια. Διαρκώς πρέπει να φταίνε οι άλλοι, όσοι και όσες κινητοποιούνται, καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους, συμμετέχουν σε διαδηλώσεις, συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής, προβαίνουν σε οργανωμένα σαμποτάζ, λεηλατούν τους ναούς του πλούτου ή βγάζουν από τη μέση καθάρματα που υπηρετούν τον κόσμο της εξουσίας, της βαρβαρότητας και της εκμετάλευσης. Για αυτά τα άτομα εχθρός είναι κάθε άνθρωπος που τολμά να υψώνει το ανάστημα του απέναντι στη μπότα της εξουσίας ενώ εκείνος που κάθεται να τον τσαλαπατούν σαν το σκουλήκι μέσα στη λάσπη, είναι υπόδειγμα ανθρώπου στην κοινωνία, ένας καθώς πρέπει πολίτης με πρόσωπο στον κόσμο.

Τα επιχειρήματα δε με τα οποία στρέφονται ενάντια σε κάθε μικρή ή μεγάλη πράξη ανταρσίας, έχουν την τάση να παραλλάσσονται ανάλογα την περίσταση και τη συγκυρία. Μπορεί να κάνουν επίκληση στον πολιτισμό, τον ανθρωπισμό, τον αντί-φανατισμό ή ακόμα και στο ρίσκο επιδείνωσης των όρων επιβολής και καταστολής μιας εξουσίας. Έτσι διαμορφώνεται διαρκώς ένα πλαίσιο στο οποίο τα υποκείμενα κάποιας ανταρσίας να καθίστανται απολίτιστοι, βάρβαροι, φανατικοί ή στη χειρότερη άτομα ανεύθυνα χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες των πράξεων τους, τις οποίες θα πληρώσουν όσοι κάθονται στα αυγά τους και δεν προκαλούν. Η ποικιλία αυτών των αιτιάσεων ενάντια σε εκφάνσεις ανταρσίας υποδηλώνουν σε πολλές περιπτώσεις και διαφορά προέλευσης. Μπορεί να προέρχονται από συντηρητικά ή προοδευτικά χείλη, από δεξιά ή αριστερά, μερικές (ελάχιστες είναι η αλήθεια) φορές ακόμα και αναρχικά.

Ωστόσο αυτό το σώμα των νομιμοφρόνων δεν είναι διόλου αμελητέο. Τουναντίον είναι πολύ υπολογίσιμο μέγεθος και δυναμική εντός της κοινωνίας, από τη στιγμή κιόλας ειδικά που καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο κοινωνικό χώρο. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κοινωνικό corpus των ζηλόφθονων συμβιβασμένων αποτελεί την Πέμπτη φάλαγγα της ψυχολογικής καταστολής των εξεγερμένων. Κι αυτό γιατί η ψυχολογική επίδραση που μπορεί να προκαλούν στα εξεγερμένα υποκείμενα είναι καταλυτική. Είναι δυνατόν έτσι η ίδια η ζωτική θέληση για εξέγερση, αντίσταση και επίθεση στον κόσμο της εξουσίας να στραγγαλίζεται από συνεχόμενες τύψεις, υπαρξιακές κρίσεις για το ποιοι είμαστε, που πάμε, τι θέλουμε, σε ποιους απευθυνόμαστε ως και τύψεις ή ενοχές για ενδεχόμενα αντίποινα της εξουσίας ή κάποια δυσχέρεια των όρων κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής. Αρχίζουν να παρουσιάζονται διαρκείς προβληματισμοί γύρω από το πώς φανούμε αν κάνουμε το Α ή το Β , ή αν γράψουμε την τάδε αντί της δείνα πρότασης. Μπορεί να μας καταλάβει ένα τεράστιο άγχος για το πώς δε θα φανούμε βάρβαροι, απολίτιστοι , φανατικοί, ανεύθυνοι και χίλια άλλα δύο που μπορεί να μας επισύρουν και στη συνέχεια αρχίζει ο αυτό- περιορισμός. Περιορισμός στην κλίμακα της δράσης, περιορισμός στην κλίμακα του ριζοσπαστικού λόγου και προταγμάτων και εν συνεχεία μια πλήρη διολίσθηση στην αποριζοσπαστικοποίηση, το συντηρητισμό , την αυτό- λογοκρισία και την ηττοπάθεια. Πολλές φορές είναι τέτοια η αμυντική θέση που νιώθουν ότι πρέπει να πάρουν άτομα του κόσμου του αγώνα, ώστε συχνά όταν κατά τη διάρκεια δημόσιων παρεμβάσεων τους κράζουν διερχόμενοι περαστικοί , απαντούν ως άλλοι Ιωβ “μα εμείς για εσάς το κάνουμε, για σας αγωνιζόμαστε” .

Ε όχι λοιπόν. Δεν το κάνουμε για αυτούς και δεν αγωνιζόμαστε για λογαριασμό κανενός και καμίας που δε θέλει να αγωνιστεί. Το σύνθημα “ Το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι και όχι οι ρουφιάνοι και οι προσκυνημένοι” δεν έχει βγει τυχαία. Αποτελεί πρώτα και κύρια το πρώτο και σημαντικότερο ψυχολογικό ανάχωμα μας απέναντι σε αυτήν την αυτό-καταστολή των τύψεων, των ενοχών και των υπαρξιακών αγχών που έρχεται να μας υποβάλει το corpus της νομιμοφροσύνης. Δεν είμαστε εμείς, όσοι και όσες πνιγόμαστε από την υπάρχουσα πραγματικότητα και εξεγειρόμαστε, απολογούμενοι για κάτι. Σε ποιον και γιατί θα απολογηθούμε; Δεν έχουμε να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν. Σε κανέναν δε χρωστάμε κάτι. Πόσο μάλλον σε άτομα που αισθάνονται διαρκώς ανώτερα και πιο έξυπνα από όλους μας ενώ είναι πρωταθλητές στην γονυκλισία και την υποτακτικότητα.

Όταν αντιληφθούμε πως αυτό το κοινωνικό κομμάτι δεν είναι φίλα προσκείμενο σε μια προοπτική κοινωνικής σύγκρουσης και πως δε μπορούμε, και ούτε θα έπρεπε να θέλαμε εξαρχής, να το κατευνάσουμε ή να το πάρουμε με το μέρος μας , θα νιώσουμε πραγματικά τόσο απελευθερωμένοι/ες που θα αντιληφθούμε ότι η πραγματική μας δυναμική σαν χώρος, σαν κίνημα, σαν κόσμος της εξέγερσης και της ρήξης με το υπάρχον βρίσκεται πολύ πιο πάνω από όσο πιστεύαμε και ότι κατά βάση εμείς οι ίδιοι την περιορίζαμε μην τυχόν και δυσαρεστήσουμε τον συμβιβασμένο που φθονεί…..

.

ΠΗΓΗ:  https://the-blast.espivblogs.net/2019/06/21/o-fthonos-toy-symvivasmenoy/

Προς μια ποιητική του ερεθισμού

egon-schiele

.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο υπάρχεις εσύ, εγώ και η κάβλα. Η σάρκα να  φλέγεται, οι πόθοι να ενώνονται. Αφηνόμαστε σε απέραντα λιβάδια ηδονής υπό την συνοδεία κραυγών και βογγητών. Ο φρενήρης ερωτισμός των βλεμμάτων, των αγγιγμάτων, των σωματικών υγρών, η στιγμιαία σωτηρία από τα δεινά της ύπαρξης.  Το δωμάτιο κατακτούν ανάσες και αναστεναγμοί, αυτή είναι η μουσική μας, αυτή είναι η κτηνώδης ποιητική μας. Ο αυθορμητισμός που μας κατακλύζει , διασκορπά τα ρούχα μας ενώ αυτά με την σειρά τους δημιουργούν το  δικό τους κολάζ στο δάπεδο. Χορός ορμών, ένωση υγρών, ξεπέρασμα ενοχών.  Εδώ δεν χωρούν χαρτιά, πίξελ, αποξένωση εδώ υπάρχουν σώματα που γίνονται ένα.  Ο εναγκαλισμός μας είναι η ενοποίηση, η μετατροπή του εφήμερου σε μοναδικό. Εδώ  δεν υπάρχουν πανοπλίες, πέφτουν οι μάσκες βρισκόμαστε γυμνοί.  Είμαστε η ζωντανή απόδειξη και ύπαρξη του πρωτόγονου μέσα στον πολιτισμό, η κατάποση και ενατένιση των σαρκικών χυμών. Νυχιές στο σώμα, ένδειξη συμπάθειας. Η πλήρης συμμετοχή ως διάχυση του εαυτού και ένωση στα πλαίσια του λυσσασμένου πόθου. Δεν μπορώ να συγκρατήσω την κάβλα μου για σένα γιατί είσαι η αρχή και το τέλος του κόσμου μου, του κόσμου αυτού της σάρκας. Επειδή το πιο αγνό βλέμμα του κόσμου είναι αυτό κατά την γέννηση και στο πιο όμορφο γαμήσι.

Θα μας κατηγορήσουν τα συμπλέγματα, η ενοχή, η χαιρεκακία, η ζηλοφθονία, το θέαμα οι τρισκατάρατοι υπερασπιστές τους και οι ρομαντικοί που δεν κατανοούν την ευτυχία του ότι είναι κάτοχοι ενός σώματος, αυτοί οι νάρκισσοι που μισούνε περισσότερο από όλα τον ίδιο τους τον εαυτό, αυτοί που στην θέα του γυμνού γυρίζουν από την άλλη το κεφάλι με μένος, αυτοί είναι οι εχθροί της σαρκώδους επιθυμίας, οι ανίκανοι να βιώσουν την μεθυστική γεύση των σωμάτων, την ειλικρίνεια του πάθους και την αυθεντικότητα της επιθυμίας.

«Όσοι δεν έχουν αισθανθεί μέχρι τα όρια τους τις απαιτήσεις της σάρκας για να τις λατρέψουν ή να τις μισήσουν είναι εξ’ ορισμού ανίκανοι να κατανοήσουν σε όλο τους το εύρος τις απαιτήσεις του πνεύματος.» P. Lewis

Αποτελεί όμως κάτι μαγικό αυτή η δίψα η ακόρεστη, η επαναληπτική ηδονή, πόθος ο αμετανόητος. Κάθε φορά που λατρεύουμε την σάρκα μαθαίνουμε κάτι ολότελα καινούργιο. Δεν θα ήθελα ποτέ να σβήσει η δίψα από μέσα μας. Γιατί η κάβλα είναι μία, από τις ουσιαστικότερες μορφές της ανθρώπινης επικοινωνίας, από τα τελευταία οχυρά που μετά βίας γλίτωσαν από την λεηλασία της ανηδονίας και της κατάθλιψης. Η κάβλα που μας κάνει να ονειρευόμαστε χωρίς να κοιμηθούμε. Η κάβλα που μεταμορφώνει τον κενό άνθρωπο σε σύμπαν ηδονών. Η κάβλα που δημιουργεί έναν άλλο κόσμο γύρω σου. Ο λόγος που τα σώματα βάζουν στις νύχτες φωτιά. Λαγνεία του βιώματος, αφορμή για φιλίες έχθρες, έρωτες. Κάβλα αβυσσαλέα. Εγώ, εσύ ο παραλογισμός, συνωμοσία σάρκας, πνεύματος και φαντασίας ξέφρενης. Φιληδονία που πυροδοτεί άλλες πραγματικότητες. Η αγκαλιά γεμάτη υγρά και ζεστασιά, χείλη που ανταλλάσουν σάρκα και μικρόβια. Κάβλα σημαίνει αφήνομαι ανοίγομαι σε σένα, μπαίνω μέσα σου και γινόμαστε ένα σώμα, βγαίνω και αντικρίζω φρίκη μοναξιάς και την απώλεια.

Γιατί όταν τελειώσουν όλα, τότε έρχεται η λύπη, λύπη νωχελική μέχρι την επόμενη συνάντηση. Post coitum omne animal triste est. Αγωνία και προσμονή. Γιατί όταν ο ένας στον άλλο ολικά δινόμαστε κάνουμε έρωτα με τα άστρα και ύστερα επέρχεται επώδυνη προσγείωση. Η πορεία προς την σάρκα και η αγάπη για ζωή. Γιατί είμαστε άνθρωποι είμαστε τρωτοί και για αυτό γιορτάζουμε, για αυτό λυπόμαστε, για αυτό δακρύζουμε, ονειρευόμαστε, γευόμαστε  και απολαμβάνουμε. Γιατί όσο θα γαμιόμαστε θα μας γνωρίζω περισσότερο.

.
ΠΗΓΗ: http://wp.me/p3bPIr-T

.
560168_3540780912003_207791354_n.jpg

<3 Ιστορία αγάπης στα Εξάρχεια στις 6 Δεκέμβρη <3

Αναρχοάπλυτος πλησίασε αλλοδαπή στην οδό Κάνιγγος καί μετά από εναν σύντομο διάλογο που είχαν μεταξύ τους, τραυμάτισαν αστυνομικούς

.

.

Πηγή: https://www.facebook.com/100010831777595/videos/111400722564320/?pnref=story

Β.Ραφαηλίδης – Πώς θα γίνεις ένας καλός ναζιστής

walking_dead_nazi_zombies_snow_wallpaper_1600x1200_1024x768

Οδηγίες του Βασίλη Ραφαηλίδη για να γίνεις καλός ναζιστής. Μην παραλείψετε στο τέλος να κάνετε το τεστ του καλού φασίστα!

.

Ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) είναι ένα λαϊκό, αρνητικά επαναστατικό κίνημα, συχνά ευρυτάτης λαϊκής αποδοχής Πράγμα που αρχίζει να προβληματίζει από τότε και τους μαρξιστές, και τους φιλελεύθερους μελετητές: πώς γίνεται μια βαρβαρότητα, και μάλιστα προαγγελθείσα στο Μάιν Καμπφ, που γράφηκε ανάμεσα στο 1924 και 1926, δηλαδή 7 χρόνια πριν ο συγγραφέας του γίνει δικτάτορας να έχει τη συγκατάθεση του λαού;

Είναι ανόητο να λέμε πως ο λαός παρασύρθηκε από τη ναζιστική προπαγάνδα. Προπαγάνδα κάνουν όλοι. Γιατί ο γερμανικός λαός δεν παρασύρθηκε από την κομουνιστική προπαγάνδα των Σπαρτακιστών λίγα χρόνια νωρίτερα; Γιατί δεν παρασύρθηκε απ’ τη συνεχή προπαγάνδα των αστικών κομμάτων απ’ το 1919 που υπάρχει το Δεύτερο Ράιχ; Όλοι γνώριζαν απ’ το δημοφιλέστατο Μάιν Καμπφ το 1933, τη χρονιά που ο Χίτλερ καταλαμβάνει δημοκρατικότατα την εξουσία, τι μαγειρεύει ο δικτάτορας που ποτέ δεν έκρυψε τα σχέδιά του. Κι ωστόσο ο λαός εγκρίνει την πολιτική του στο δημοψήφισμα της 19ης Αυγούστου 1934, με ποσοστό 82,2% και με 43.600.000 ψήφους. Δεν πρόκειται για αποτέλεσμα συναρτημένο με κάποια εκλογική «βία και νοθεία», ο Χίτλερ δεν είναι Καραμανλής για να καταφεύγει σε τέτοια ευτελή τερτίπια, πρόκειται για τη σαφέστατα εκφρασμένη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του γερμανικού λαού, πράγμα που θα κάνει πολλούς να πουν πως οι Γερμανοί έχουν την αυταρχικότητα στο αίμα τους ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που έχουν στα ήθη τους και όχι στο αίμα τους είναι μια αγάπη για την τάξη και την ακρίβεια. Αλλά αυτό δε δηλώνει κατ’ ανάγκην και μια εξ υπαρχής και εξ ορισμού προτίμηση των Γερμανών προς την αυταρχικότητα. Εντελώς το αντίθετο, ο σωστός δημοκράτης αποκλείεται να μην είναι ένας πειθαρχημένος και κυρίως αυτοπειθαρχημένος άνθρωπος.

1802_color_crazy_nazi_skull_decal__67531

Άλλωστε, στο καθαρά οικονομικό επίπεδο, ο Χίτλερ είναι οπαδός της ελεύθερης οικονομίας της οικονομίας της αγοράς. Μάλιστα, ελάχιστα διαφέρει η οικονομική του πολιτική απ’ αυτήν των σημερινών σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, που υποστηρίζουν μια ελεγχόμενη από το κράτος ελεύθερη αγορά. Το ναζιστικό κράτος είναι καπιταλιστικό κράτος, και δεν αναιρεί κανέναν απ’ τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας. Μη σας απατά το δεύτερο συνθετικό σοσιαλισμός στον όρο εθνικοσοσιαλισμός. Άλλωστε, και ο σοσιαλισμός του Στάλιν είναι εθνικοσοσιαλισμός κατά μίαν έννοια, αφού είναι σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα, δηλαδή εθνικός σοσιαλισμός – δηλαδή μαρξιστικό έκτρωμα. Ο σοσιαλισμός, είτε είναι διεθνιστικός είτε δεν είναι σοσιαλισμός. Ίσως όμως να είναι σοσιαλδημοκρατία, σαν αυτή που υπάρχει σήμερα σε πολλά κράτη της Ευρώπης και σαν αυτήν που θα μπορούσε να υπάρξει και στην Ελλάδα, αν ο πράσινος σοσιαλισμός δεν είχε μεγαλύτερη σχέση με τα πράσινα άλογα, παρά με τους πεινασμένους ανθρώπους, που οι δημαγωγοί τούς αντιμετωπίζουν σαν άλογα, που τα ταΐζεις όχι με χόρτο, οι άνθρωποι δεν τρων χόρτο, αλλά με κουτόχορτο – τα άλογα δεν τρων κουτόχορτο, γιατί δεν είναι κουτά σαν τους ανθρώπους.

Γιατί, λοιπόν, πέτυχε ο ναζισμός; Διότι ο φασισμός (ο ναζισμός είναι η ανώτερη και καταστροφικότερη μορφή φασισμού) πετυχαίνει εκεί που αποτυχαίνει ο σοσιαλισμός λέει ο Ντανιέλ Γκερέν. Αν δεν αποτύχαιναν οι γερμανοί Σπαρτακιστές (κομουνιστές) λίγο πριν απ’ την επιτυχία του Χίτλερ, ο ναζισμός μάλλον θα αποτύχαινε. Ίσιος να τρεπόταν σε σταλινισμό ο σπαρτακισμός της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αλλά ο σταλινισμός σε καμιά περίπτωση δεν είναι φασισμός. Αν και ολίγον εθνικοσοσιαλιστικός ο σταλινισμός είναι άλλης τάξεως κοινωνικό φαινόμενο. Ο φασισμός είναι ένας ερζάτς σοσιαλισμός που ενώνει τα καπιταλιστικά αιτήματα με την εύλογη απαίτηση της μάζας για καλύτερες συνθήκες ζωής. Ποτέ στην ιστορία οι μάζες δεν ακολούθησαν εκείνους που είχαν καλές ιδέες, εκτός κι αν αυτές κατέληγαν με τρόπο πραχτικό σε μια καλύτερη ζωή «εδώ και τώρα». Σημειώστε πως το παραπάνω εξόχως αποτελεσματικό σύνθημα πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ τον Χίτλερ. (Πόσα πράγματα δίδαξε αυτός ο άνθρωπος στους «σοσιαλιστές»!). ‘Αλλωστε, η μάζα ούτως ή άλλως σκέφτεται με το στομάχι. Με το κεφάλι σκέφτονται οι διανοούμενοι, αλλά κι αυτοί μόνο όταν είναι χορτάτοι. Η ικανοποίηση του αισθήματος της πείνας προηγείται ούτως ή άλλως από κάθε άλλη ικανοποίηση, ηθική, πνευματική, ψυχολογική. Νηστικό αρκούδι δε χορεύει, όταν βρεθεί κατά λάθος στο Χορό των Ιδανικών. Ούτε το μισοχορτάτο αρκούδι χορεύει ούτε το λαίμαργο.

APTOPIX_Germany_Art_Hitler_.source.prod_affiliate.84

Ο Χίτλερ πράγματι βοήθησε το γερμανικό λαό, που πράγματι άρχισε να τρώει κάπως καλύτερα επί των ημερών του. Μάλιστα, προσέφερε στους Γερμανούς και ένα πολύ φτηνό, λαϊκό αυτοκίνητο, το θρυλικό Φολκσβάγκεν, τη χελώνα, που παραγόταν μέχρι πρόσφατα. Φυσικά, στο τέλος του πολέμου και ο Χίτλερ και οι Γερμανοί, κι αυτοί που τον πίστεψαν κι αυτοί που δεν τον πίστεψαν, θα φαν όλοι μαζί το κεφάλι τους. Αλλά τη στιγμή που τρώει κανείς, εκτός που δεν μιλάει, όπως λέει η μαμά, δε σκέφτεται κιόλας. Κι όταν τα φας όλα, το μόνο που σου μένει στο τέλος για φάγωμα είναι το κεφάλι σου. Κακό πράγμα η βουλιμία, αλλά ακόμα πιο κακό η πείνα. Κι όταν ο πεινασμένος αρχίσει να τρώει, τρώει αναδρομικά και για λογαριασμό των πεινασμένων προγόνων του, που έζησαν και πέθαναν πεινασμένοι, όπως λέει ο φίλος μου Γιώργος Ψημένος. Ο αταβιστικός φόβος της πείνας είναι εγγεγραμμένος στα κύτταρά μας.

Ο Χίτλερ κινητοποίησε τόσο επιδέξια αυτόν τον πανάρχαιο αταβιστικό φόβο, που δε δυσκολεύτηκε καθόλου να πάρα μαζί του το 88,2% των πεινασμένων Γερμανών. ‘Αλλωστε, η πείνα ήταν αυτή που έσπρωξε και προς τον Λένιν ένα ανάλογο ποσοστό μουζίκων το 1917 στη Ρωσία. Δε φαντάζομαι να υπάρχει κανένας που να πιστεύει πως ο Ρώσοι έτρεξαν ομαδικά να τον υποστηρίξουν, γιατί μέσα σε πέντε μέρες, τόσες χρειάστηκε αυτός ο φοβερός άνθρωπος για να θέσει υπό τον έλεγχό του τα Σοβιέτ, κατάλαβαν την αξία και τη σημασία του μαρξισμού και του κομουνισμού.

Και για να έχει ο καθένας στη διάθεσή του έναν γνώμονα για να μετράει τη ροπή του προς τον ναζισμό, δίνουμε παρακάτω τα κύρια γνωρίσματα του καλού ναζιστή, ακόμα κι αυτού που δεν ξέρει ότι είναι ναζιστής και αυτοχαρακτηρίζεται όπως γουστάρει. Τα παίρνουμε περίπου έτοιμα απ’ το Μάιν Καμπφ.

wolfenstein-nazi

Ο καλός φασίστας, λοιπόν:

1) Πρέπει να βάζει την πατρίδα του πάνω κι απ’ το θεό.

2) Πρέπει να λατρεύει τους προγόνους και κυρίως να πιστεύει πως μπορεί να τους ξεπεράσει, όντας χάλιας.

3) Πρέπει να έχει όνειρα αυτοκρατορικά για την πατρίδα του, ας πούμε να ονειρεύεται την ανασύσταση της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ή όποιας άλλης.

4) Πρέπει να μισεί τους αστούς, που του φράσσουν το δρόμο για την «προαγωγή στην ανώτερη τάξη».

5) Πρέπει να μισεί τους κομουνιστές, που υπόσχοντα ισότητα, ενώ στη φύση κυριαρχεί η ανισότητα

6) Πρέπει να εξαφανίζει τους αδύνατους, γιατί το ίδιο κάνει και η φύση.

7) Πρέπει να λατρεύει τη φυσική ρώμη.

8) Πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει για τον Αρχηγό, προπονούμενος και με έναν λιγότερο ισχυρό και θανατηφόρο Αρχηγό, σαν τον Παπανδρέου ή τον Καραμανλή, ας πούμε.

9) Πρέπει να πιστεύει πως ο Αρχηγός είναι ο μεσσίας, και να θεωρεί τον άλλο μεσσία κάλπικο. Μέχρι που να συνηθίσει να λατρεύει μόνο τον Αρχηγό ως μεσσία, καλό θα είναι να πιστεύει και στον άλλο, για να κρατάει τη φόρμα του.

10) Πρέπει να νιώθει πολύ, μα πολύ άσχημα για την κακή του μοίρα, και να μη την εξαρτά απ’ τη βλακεία του κι απ’ τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την έλλειψη καλής και ικανής ηγετικής κεφαλής, γνωστής και σα Μεγάλο Κεφάλι.

11) Πρέπει να «πηδάει» όσο γίνεται πιο αραιά, για να μη σπαταλά τις δυνάμεις του, που τις χρειάζεται όλες για τη μάχη, είτε κατά του σατανά είτε κατά του σατανά κομουνιστή.

12) Πρέπει να προτιμάει για σύζυγο ή γκόμενα μια «γυναίκα του λαού», ας πούμε μια εμπορουπάλληλο απ’ το Μόναχο, σαν την Εύα Μπράουν, ένα σκέτο ζώον, που ο Χίτλερ την είχε μόνο για να την «πηδάει» μια φορά το εξάμηνο, γιατί αν έχανε δυνάμεις πώς θα κατέστρεφε την Ευρώπη; Στην ανάγκη καλή είναι για σύζυγος και μια αεροσυνοδός ή όποια άλλη, τέλος πάντων, εκ του λαού προερχόμενη, ώστε να λειτουργεί πολιτικά ο μύθος της Σταχτοπούτας. Σημειώστε πως ο Χίτλερ δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν έτρωγε κρέας και αγαπούσε πολύ τα ζώα, επειδή δεν αγαπούσε καθόλου τους ανθρώπους. (Ζωόφιλοι, συνεχίστε να αγαπάτε τα ζώα, δεν είναι ζώα όλοι οι ζωόφιλοι).

13) Πρέπει να στραγγαλίζει κάθε άνομη παρόρμηση, όπως ο Χίτλερ το φοβερό εκείνο ερωτικό του πάθος για μια ανιψιά του, κόρη της αδερφής του, που την υποχρέωσε να αυτοκτονήσει, για να μην τον σκανδαλίζει και χάνει δυνάμεις.

Αυτά. Και αν παρόλ’ αυτά δεν τα καταφέρετε να γίνετε ναζιστής τόσο το καλύτερο και για σας και για όλους μας

*********

random-141113020346-conversion-gate01-thumbnail-4

Aπό το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι

ΠΗΓΗ: http://antikleidi.com

Παναγιώτης Λιβερέτος. Ηγήθηκε της εξέγερσης στο ελληνικό Ποτέμκιν (Aeolian Wind), διώχθηκε και αυτοπυρπολήθηκε στην ταράτσα του σπιτιού του το 1977.

.

«Και τη στιγμή που η δομή, η ύπαρξη της εξουσίας των εκμεταλλευτών στηρίζεται καθαρά πάνω στη βία δεν αναγνωρίζουν σε μας ούτε τη στοιχειώδη αυτοάμυνα. Θέλουν να μας επιβάλουν έναν τρόπο ύπαρξης που αν τον δεχτούμε πιστεύω ότι δεν θα έχουμε κανένα δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι. Στη συνέχεια, όποιος αμφισβητεί αυτό το καλούπι κινδυνεύει να βρεθεί στη φυλακή. Χειρότερο πάντως από τη γυμνή βία της εξουσίας είναι η προπαγάνδα της, η ψυχολογική βία, αυτή που θέλει να σε πείσει εσένα τον ίδιο ότι είσαι κατηγορούμενος».

Παναγιώτης Λιβερέτος

.

.

Στις 29 Γενάρη του 1977, στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, το πλήρωμα του φορτηγού πλοίου M/V AEOLIAN WIND κήρυξε το πλοίο κοινωνική περιουσία των εργαζομένων. Οι ναυτικοί που συμμετέχουν στην εξέγερση παίρνουν τον έλεγχο του πλοίου, αρνούνται την εξουσία του πλοιάρχου και των αρχών, αναλαμβάνουν την διαχείριση της τροφοδοσίας τους και αρχίζουν να αυτοοργανώνονται. Κατεβάζουν την ελληνική σημαία που, ποδοπατημένη και κουρελιασμένη περιέρχεται στα χέρια του πλοιάρχου και στις 31 Γενάρη υψώνουν πανό με το οποίο μετονομάζουν το πλοίο σε M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΪΝΧΟΦ.

Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος που πήραν μέρος στην κατάληψη ναυτολογήθηκαν στον Πειραιά. Το πλοίο, παρά το ότι είχε τα κύρια χαρακτηριστικά του “σκυλοπνίχτη”, πήρε το ο.κ. του λιμεναρχείου Πειραιά και απέπλευσε με μόνη φροντίδα το να λειτουργήσουν οι μηχανές του.

Όμως οι συνθήκες διαβίωσης σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού (Πειραιάς-Ταραγκόνα-Λάγος-Σάντος-Ρίο ντε Τζανέιρο) μέχρι τη Βραζιλία διατηρήθηκαν στο επίπεδο της εξαθλίωσης, ξεκινώντας από τις τροφές και φτάνοντας στο νερό και την καθαριότητα.

Η εξέγερση του πληρώματος αντιμετωπίστηκε με τη βίαιη επίθεση της στρατιωτικής αστυνομίας της Βραζιλιανής χούντας ενάντια στους εξεγερμένους. Μία επίθεση που πραγματοποιήθηκε μετά από την άδεια που δόθηκε από το κράτος της Ελλάδας μέσω του προξένου Ευστρατίου Δούκα. Για μια ολόκληρη νύχτα τα επίλεκτα σώματα βίας του Βραζιλιανού κράτους επιτίθενται στους εξεγερμένους. Οι εξεγερμένοι ναυτικοί αιχμαλωτίζονται την 1η Φλεβάρη 1977 και οδηγούνται στα κρατητήρια της Federal Police όπου για έξη ολόκληρες μέρες ανακρίνονται και βασανίζονται από τα κρατικά κτήνη.

Στις 7 Φλεβάρη οι κρατούμενοι αρχίζουν απεργία πείνας.

Παρά τους πολλαπλούς εκβιασμούς και απειλές σε βάρος των κρατουμένων ο πρόξενος αναγκάζεται να υποχωρήσει αποδεχόμενος να τους στείλει στην Ελλάδα. Τότε μόνο (στις 10 Φλεβάρη 1977) οι αιχμάλωτοι διακόπτουν την απεργία πείνας.

Από τις 11 Φλεβάρη ο β’ μηχανικός Παναγιώτης Λιβερέτος δυσπιστώντας απέναντι στις προθέσεις των αρχών, προετοιμάζει σχέδιο για την απόδραση του προς την κατεύθυνση των απελευθερωμένων περιοχών της Βραζιλίας, προς τους μπαντονέρος.

Αλλά, στις 12 Φλεβάρη, οι συλληφθέντες της εξέγερσης, οδηγούνται στο αεροδρόμιο για να αναχωρήσουν στην Ελλάδα.

Ο Λιβερέτος μετά από τις στάσεις στη Μαδρίτη και τη Γενεύη παραμένει μία νύκτα στην πόλη και από κεί πηγαίνει στην Γερμανία. Αργότερα επιστρέφει στην Ελλάδα.

Η εξέγερση στο Aeolian Wind αποτελεί συστατικό του συνολικότερου κοινωνικού αγώνα.

Οι 14 ναυτικοί οι οποίοι συμμετείχαν στην εξέγερση παραπέμφθηκαν σε δίκη.

.

.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, η παρουσία και η συμμετοχή του οποίου σημάδεψε αυτήν την εξέγερση, γεννήθηκε το 1947 στην Κεφαλονιά από μια φτωχή οικογένεια. Φοιτά στην Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στην Κεφαλονιά και οργανώνεται στη «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη».

Στο στρατό αρνείται να συμμετάσχει στην πατριωτική παρέλαση της 21ης και γι’ αυτό το λόγο καταδικάζεται σε τρίμηνη φυλάκιση. Κλείνεται στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης.

Έρχεται σε επαφή με τις αναρχικές απόψεις και πρακτικές τον Ιούλιο του 1976, μέσω της «Επιτροπής για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε».

Μια ομάδα μελών της επιτροπής αυτής, συγκροτημένη πάνω στη βάση μιας κατ’ εξοχήν νομικίστικης υπεράσπισης και κατα συνέπεια τρομοκρατημένη μπροστά στις δραστηριότητες που αναπτύσσονταν (διαδηλώσεις, κλείσιμο της οδού Πατησίων, επίθεση στους φασίστες στα Εξάρχεια, σύγκρουση με τα ΜΑΤ), υπέσκαψε με πλήρη συνείδηση την ίδια την ύπαρξη της Επιτροπής. Με μια σειρά αθέμιτων και ανεπίτρεπτων ενεργειών που κορυφώθηκαν με την αυθαίρετη συνέντευξη τύπου, όπου εν ονόματι της και ενάντια σ’ όλες τις αποφάσεις «καταδικάζεται» η πρακτική του Ρόλφ Πόλε, επήλθε η αυτοδιάλυση της Επιτροπής.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, θα συνεχίσει να συμμετάσχει στις πενιχρές πλέον δραστηριότητες της «Ομάδας για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε», η οποία οργανώνει την τελευταία συγκέντρωση στα Προπύλαια.

Ο Λιβερέτος, πριν μπαρκάρει στο Aeolian Wind επεδίωκε την έκδοση μιας αναρχικής ναυτεργατικής εφημερίδας.

Έχοντας επιστρέψει πλέον στην Ελλάδα (Φλεβάρης του 1977), συμμετέχει στις δύο οργανωτικές συναντήσεις των «ομάδων αναρχικών εργαζομένων» για την «Πρωτομαγιά Ενάντια στη Μισθωτή Εργασία» και στα επεισόδια με στόχο την εκτροπή της «Πρώτης Εθνικής Ενωτικής πρωτομαγιάς».

Σχετικά με τα γεγονότα το «Βήμα» έγραψε στις 3 Μαΐου 1977:

«Τα επεισόδια τα δημιούργησε μια εκατοντάδα αναρχικών, που κατηγορούσαν τα κόμματα, και ειδικά την αριστερά, σαν… εκμεταλλευτές του λαού – για να μην επαναλάβουμε εδώ τη χυδαία λέξη που χρησιμοποιούσαν στις προκηρύξεις τους. (Σημ. ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ: Η ακριβής διατύπωση ήταν κόμματα νταβάδες της εργατιάς»). Η κυβέρνηση δια του κ. υπουργού Εργασίας και με τη σύμφωνη γνώμη του κ. υπουργού δημοσίας Τάξεως, μίλησε για «εξτρεμιστές της αριστεράς» κάνοντας μάλιστα αναφορά σε συγκεκριμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μαοϊκών αποχρώσεων. Αλλά, στην πραγματικότητα, τα μέλη των οργανώσεων αυτών, ήταν εκείνα που πριν από την αστυνομία, (υπογράμμιση του «Βήματος») πριν ακόμη εμφανισθούν στο χώρο των επεισοδίων τα ειδικά σώματα για τη διάλυση των, επετέθησαν (υπογράμμιση του «Βήματος») κατά των αναρχικών και τους απώθησαν από το χώρο του πολυτεχνείου».

Στις 4 Μαΐου 1977, σε συνέντευξη του στην «Καθημερινή» ο Χρ. Μπίστης, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΕΚΚΕ ομολογεί απροκάλυπτα ότι: « (Οι αναρχικοί) υποχώρησαν στη Στουρνάρα. Εκεί προσπάθησαν να στήσουν οδοφράγματα και να κάψουν ιδιωτικά αυτοκίνητα. Τους επιτεθήκαμε και εμποδίσαμε την πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Θέλω να τονίσω, ότι, όλες οι ενέργειες των «αναρχικών» ήταν άσκοπες και αδικαιολόγητες. Στις 1 και 30 το μεσημέρι σταμάτησαν όλα και διαλυθήκαμε ήσυχα».

Στις 8 Μαΐου 1977, στη δίκη για τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς, ο σκηνοθέτης Θ.Μαραγκός με εντολή της ηγεσίας της Μαρξιστικής Λενινιστικής οργάνωσης ΕΚΚΕ, καταθέτει ότι είναι αποφασισμένος να συμβάλει στην αποκάλυψη της ταυτότητας και στη σύλληψη των προβοκατόρων, προσφέροντας στη δικαιοσύνη το φίλμ που κινηματογράφησε όπου «φαίνεται καθαρά (με ακάλυπτο πρόσωπο) κάποιος «αναρχικός», που πετά εναντίον του Μπλοκ του ΕΚΚΕ στο Πολυτεχνείο, μια βόμβα Μολότωφ και οι αστυνομικοί που τον βλέπουν αδρανούν» («Νέα», 9 Μαΐου 1977).

Το πρόσωπο, για το οποίο γίνεται η αναφορά αυτή, δεν είναι άλλος από τον Παναγιώτη Λιβερέτο.

Οι απανταχού Μαρξιστές και οι κάθε λογής κομμουνιστές, δεν χάνουν ευκαιρία να εκδηλώνουν το μίσος τους απέναντι στους αγωνιζόμενους ανθρώπους, εκτοξεύοντας λασπολογίες και καταφεύγοντας σε χαφιεδολογίες. Στρέφονται μάλιστα με ιδιαίτερη μανία εναντίον εκείνων των ανθρώπων, που τους έχουν γνωρίσει πολύ καλά «από κοντά», «από τα μέσα» κι «από τα έξω».

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, ήταν ένας από αυτούς που ήξερε πολύ καλά αυτούς τους άσπονδους εχθρούς της Ελευθερίας και τους πολέμησε χωρίς δισταγμό.

Δεν είναι τυχαίο πώς το κράτος δίστασε πρωτόδικα να επιβάλει ποινές στους εξεγερμένους του Aeolian Wind που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της στάσης. Στη συνέχεια μετά από έφεση του υπουργού Ναυτιλίας Παπαδόγγονα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς καταδικάζονται σε στέρηση του ναυτικού τους φυλλαδίου από 12 έως 30 μήνες. Φυσικά, στο Λιβερέτο επιβάλλεται η μεγαλύτερη ποινή (30μήνες στέρηση).

Ό,τι δε μπόρεσε να πετύχει με άμεσο τρόπο το κράτος, ήρθαν τα συνήθη υποστυλώματα του να διεκπεραιώσουν.

Στις 10 Μαΐου 1977 γίνεται η δίκη με κατηγορούμενο τον Λιβερέτο για ξυλοδαρμό του Μαρξιστή δικηγόρου των εφοπλιστών Παναγιώτη Βρεττού. Ο ξυλοδαρμός έγινε στις 21 Μάρτη 1977 μετά την έξοδο του Βρεττού από το δικαστήριο.

Σ’ αυτή τη δίκη είναι παρόντα έξι μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ο δε αντιπρόεδρος Κυρ. Ρεσβάνης, που είχε ορισθεί από το Δ.Σ. σαν υπερασπιστής του Βρεττού, διάβασε απόφαση του Δ.Σ., με την οποία ζητούσε την «παραδειγματική τιμωρία του Παν. Λιβερέτου». Ας σημειωθεί πως το Δ.Σ. του Δικηγορικού αυτού Συλλόγου αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από μέλη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή «δι’ απρόκλητον και εν ψυχρώ επίθεσιν» και οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη διάρκεια της φυλάκισης του, κάνει 15 μέρες απεργία πείνας. Στο Εφετείο που γίνεται στις 29 Ιουλίου 1977, ο Βρεττός έρχεται σε συμβιβασμό και ο Λιβερέτος αποφυλακίζεται από τον Κορυδαλλό.

Στις 22 Αυγούστου 1977, στις 4 το πρωί, ο Παναγιώτης Λιβερέτος αυτοπυρπολείται στην ταράτσα του σπιτιού του στο Μπραχάμι σε ηλικία 30 ετών.

Οι εχθροί της ελευθερίας, δεν τον άφησαν ήσυχο, ούτε και στο τάφο του. Προσπάθησαν, με διάφορα δημοσιεύματα να τον ταπεινώσουν. Όμως οι αγωνιστές της ελευθερίας, με την ανιδιοτέλεια που τους διακατέχει, αποδείχνουν πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν την ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν τον αυτοσεβασμό τους.

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του αναρχικού Παναγιώτη Λιβερέτου, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε.

Να μην ξεχνάμε τον αγωνιστή, αλλά και τους κοινωνικούς αγώνες, στους οποίους η παρουσία του ήταν καταλυτική.

.

.

Αναδημοσίευση από “ΕΞΕΓΕΡΣΗ #10″ (1997)

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Παναγιώτη Λιβερέτο μπορούν να βρεθούν στο έντυπο ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ #11-Παναγιώτης Λιβερέτος -Η  ζωή και ο θάνατος ενός Αναρχικού.

Διευκρίνηση από Π.ΑΝ.Κ: Ο Παναγιώτης Λιβερέτος σπούδασε στην Βαλλιάνειο Επαγγελματική Σχολή Ληξουρίου και όχι στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων στο Αργοστόλι όπως λανθασμένα έγραψαν οι σύντροφοι της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ. Στην συνέχεια παρακολούθησε κάποια μαθήματα στην σχολή εμπορικού ναυτικού στο Αργοστόλι.