Νικόλας Άσιμος – Θέλεις να πατάς σταθερά

40-1me-syrma-4

.

Θέλεις να πατάς σταθερά

Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας μη με νομίζει κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
υπάρχουν μόνο στιγμές
συμπαντικές στιγμές

Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα
μωρό μου εκείνο το πρωινό
δίπλα στην σκάλα, πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια πλευρά πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμο.

.

-Νικόλας Άσιμος-

.

Τότε, τώρα και πάντα

12208303_417237785137438_7569769903824549475_n

Όση σεροτονίνη και ντοπαμίνη και να εχει εκκρίνει ο εγκέφαλος μου απο την ωρα εκείνη που έγινες αντιληπτή στο οπτικό μου πεδίο…μόλις οι ήχοι σου φτάσουν στα αφτιά μου, τα πάντα ξεφτιλίζονται και καταπνίγονται  απο μια έκρηξη αδρεναλίνης που μου πλημυρίζει τον εγκέφαλο

Όπως οι ήχοι απο τα σπασίματα εκείνη το πρωινό στη Βουκουρεστίου, που με το έτσι θέλω, για ώρες, αφήναμε στην ιστορία του έθνους ΤΟΥΣ, τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ ιερά μάρμαρα για πάντα. Τότε που κάναμε τον μέχρι χθες πιο σικάτο και ακριβότερο εμπορικό δρόμο της χώρας, να μετατραπεί σε ένα πεδίο μάχης με αυστυρά απαγορεύμενη την είσοδο στους μπουρζουάδες, αλλά και μη προσβάσιμο για τα ένστολα σκυλιά τους. Η μόνη μέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας που κάποιοι πετούσαν πέτρες υπο σκιά, ΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΝΤΑΛΑ…και η Βουκουρεστίου με τη σειρά της γινόταν ο πρώτος πεζόδρομος στον κόσμο, οπου τα εναέρια ποσοστά μάζας πέτρας ξεπερνούσαν αυτά του λιθόστρωτου….

Τότε, τώρα και πάντα. Εκτελούσαμε την εξουσία, ακυρώναμε την καταστολή και κρύβαμε τον ήλιο. Τότε με πέτρες, τώρα κάνοντας έρωτα και πάντα ενωμένοι.

Άλφα Στερητικό

Ø

Η “απολογία” του Νίκου Μαζιώτη ενώπιον του μικτού ορκωτού κακουργοδικείου της Αθήνας, το 1999

Nikos-Maziotis-570 copy

.

.

Καταρχήν, εγώ δε θέλω να το παίξω καλό παιδί εδώ που αναγκάστηκα να έρθω. Δε θα απολογηθώ, γιατί δε θεωρώ τον εαυτό μου εγκληματία. Είμαι επαναστάτης. Δεν έχω να μετανιώσω για τίποτα. Είμαι περήφανος γι αυτό που έκανα. Για το μόνο που έχω να μετανιώσω είναι για το τεχνικό λάθος που έγινε και δεν εξερράγη η βόμβα, στην οποία μετά βρέθηκε το αποτύπωμα και κατέληξα εδώ που κατέληξα. Είναι το μόνο για το οποίο έχω να μετανιώσω. Και για κάτι άλλο έχω να μετανιώσω: τα πράγματα δεν έπρεπε να ήταν στο σπίτι μου, έπρεπε να ήταν αλλού.

Πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι, παρόλο που είστε δικαστές και κάθεστε πιο ψηλά από μένα, πολλές φορές οι επαναστάτες, κι εγώ συγκεκριμένα, σας έχω κρίνει πολύ πριν με κρίνετε εσείς. Είμαστε σε αντίθετα στρατόπεδα, εχθρικά στρατόπεδα.

Οι επαναστάτες, η επαναστατική δικαιοσύνη -επειδή δεν πιστεύω ότι αυτό το δικαστήριο είναι δικαιοσύνη, είναι δικαιοσύνη με πολλά εισαγωγικά- οι επαναστάτες λοιπόν, πολλές φορές κρίνουν πολύ πιο ανελέητα τους εχθρούς τους, όταν έχουν την ευκαιρία να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Θα ξεκινήσω από πολλά χρόνια πριν. Εδώ δεν έχουμε να δικάσουμε κανένα έγκλημα δικό μου. Αντίθετα, θα πούμε για εγκλήματα, αλλά όχι δικά μου. Θα πούμε για εγκλήματα του Κράτους, των μηχανισμών, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας…

Πρώτη φορά που μπορώ να πω ότι πολιτικοποιήθηκα ήταν όταν έλαβα μέρος σε μια διαδήλωση το 1985. Ήταν 17 Νοεμβρίου. Tότε ήμουν δεκατεσσάρων- δεκαπέντε χρονών, και κάποιος αστυνομικός, ο κύριος Μελίστας, είχε σκοτώσει έναν δεκαπεντάχρονο, τον Μιχάλη Καλτεζά. Φόνος! Δεν είχα λάβει μέρος στα επεισόδια εκείνης της νύχτας. Το ίδιο βράδυ έγινε κατάληψη του Χημείου και μπήκαν ειδικές αστυνομικές δυνάμεις και έβγαλαν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Την επομένη έγινε κατάληψη του Πολυτεχνείου από πέντε χιλιάδες άτομα – αν θυμάμαι καλά, ήμουνα και μικρός τότε, δεν είχα καλές πληροφορίες. Οι καταλήψεις αυτές έγιναν ακριβώς σαν αντίδραση για το φόνο του Καλτεζά από τον αστυνομικό Μελίστα. Η δικαιοσύνη, πέντε χρόνια αργότερα, το Γενάρη του ’90, τον αθώωσε τον Μελίστα.

Ήθελα να πω με αυτό ότι στην ουσία εσείς είστε ηθικοί αυτουργοί εγκλημάτων, για μένα τουλάχιστον. Γι αυτό έβαλα χίλια εισαγωγικά στη λέξη δικαιοσύνη.

Τότε, το Γενάρη-Φλεβάρη του ’90 είχα λάβει κι εγώ μέρος στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, που είχε γίνει ως αντίδραση στην αθώωση του Μελίστα για το φόνο του Καλτεζά. Είχαν γίνει επεισόδια, καταστροφές, είχαν σπαστεί μαγαζιά, είχαν πέσει πέτρες, μολότοφ… Στα γεγονότα αυτά συμμετείχα κι εγώ. Από τότε και μετά μπορούσα να πω συνειδητοποιημένα ότι είμαι αναρχικός.

Κι όταν λέω αναρχικός, εννοώ ότι είμαι εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου. Ότι σκοπός μας είναι η ανατροπή του Κράτους και του καπιταλιστικού καθεστώτος. Θέλουμε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς ιεραρχία και χωρίς κυριαρχία.

Το μεγαλύτερο ψέμα όλων των εποχών είναι ότι το Κράτος είναι η κοινωνία. Απ’ ό,τι θυμάμαι και ο Νίτσε το είπε αυτό, ότι το Κράτος λέει ψέματα, ψεύδεται.

Είμαστε αυτοί που εναντιωνόμαστε στο διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, είμαστε ενάντια στο διαχωρισμό σε αυτούς που διατάζουν κι αυτούς που εκτελούν διαταγές. Αυτή η εξουσιαστική δομή διαπερνά την κοινωνία και αυτή τη δομή θέλουμε να την καταστρέψουμε. Είτε με ειρηνικά είτε και με βίαια μέσα, ακόμα και με τα όπλα· δεν έχω κανένα πρόβλημα πάνω σε αυτό.

Θα διαψεύσω τον αδερφό μου, που είπε πριν από λίγο ότι “δεν τα ήθελε τα όπλα για πόλεμο αυτός”. Για πόλεμο ήταν. Μπορεί όντως να κάθονταν κι εκεί που ήταν. Τα όπλα όμως είναι όπλα πολέμου, δεν τα έχεις για να τα κρατάς στο σπίτι, αλλά μπορεί και να τα κρατούσα έτσι όπως ήταν. Αλλά είναι όντως όπλα πολέμου, και πόλεμο κάνω… Και η βόμβα στο υπουργείο ήταν πράξη πολέμου.

*

Από το ’90 μέχρι σήμερα έχω καταδικαστεί μερικές φορές για τη δράση μου, για πολλαπλές μορφές δράσης.

Έχω καταδικαστεί για άρνηση στράτευσης. Όχι γιατί είχα πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, το έχω επαναλάβει και στο στρατοδικείο αυτό. Άλλωστε το γεγονός ότι αυτή τη φορά είχα όπλα σημαίνει ότι δεν έχω πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, και δεν είμαι καθόλου ειρηνιστής. Γιατί επίσης, ούτε η κοινωνία είναι ειρηνική, ούτε το Κράτος είναι ειρηνικό. Εφόσον λοιπόν δέχομαι βία, θα απαντήσω με βία.

Έχω περάσει εφτά μήνες σε στρατιωτικές φυλακές, έχω καταδικαστεί για ανυποταξία και λιποταξία. Τη δεύτερη φορά βγήκα μετά από 51 ημέρες απεργία πείνας.

Έχω συλληφθεί το ’94 στην κατάληψη της ΑΣΟΕΕ μαζί με 51 άλλους συντρόφους μου, όταν έκαναν απεργία πείνας ο Γιώργος Μπαλάφας και ο Οδυσσέας Καμπούρης. Ήταν και αυτή, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ, μια πράξη αλληλεγγύης. Σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαμε ούτε να συγκεντρωθούμε πουθενά, ούτε να διαδηλώσουμε, είχαμε αποφασίσει να καταλάβουμε ένα πανεπιστήμιο και να το χρησιμοποιήσουμε ως εστία αντιπληροφόρησης, για την υπόθεση του Γιώργου Μπαλάφα και του Οδυσσέα Καμπούρη, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι.

Το ’95 με συνέλαβαν μαζί με άλλους πεντακόσιους στην εξέγερση του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο. Η κατάληψη εκείνη είχε γίνει γιατί υπήρχαν διάφοροι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές – ο Κώστας Καλαρέμας, ο Οδυσσέας Καμπούρης, ο Γιώργος Μπαλάφας που είχε ξανασυλληφθεί, ο Σπύρος Δαπέργολας, κάποιοι διαδηλωτές από τη Θεσσαλονίκη που είχαν συλληφθεί όταν χτυπήθηκε μια πορεία στις 14 Νοέμβρη, ο Χριστόφορος Μαρίνος-, και γιατί είχε γίνει εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού. Γι αυτό καταδικάστηκα σε ένα χρόνο μαζί με πολλούς άλλους συντρόφους μου. Για όλες αυτές τις πράξεις, και εγώ και οι σύντροφοί μου, αναλάβαμε στο ακέραιο τις ευθύνες μας.

Σε όλη λοιπόν τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, από τότε που μπορώ να πω ότι λέγομαι αναρχικός, έχω χρησιμοποιήσει διάφορους τρόπους δράσης. Έχω γράψει κι έχω μοιράσει προκηρύξεις, έχω κάνει αφισοκολλήσεις, έχω συμμετάσχει σε καταλήψεις, είτε βίαιες είτε ειρηνικές. Για παράδειγμα, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ δεν είχε κανένα βίαιο στοιχείο, κι όμως μπήκαν τα ΕΚΑΜ και τα ΜΑΤ και μας έβγαλαν. Μπήκαν μάλιστα κουκουλοφόροι των ΕΚΑΜ με κόφτη για να κόψουν τις αλυσίδες.

Στο Πολυτεχνείο δεν το παίξαμε καλά παιδιά, χωρίς όμως να αποδεχθούμε τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Είπαμε γιατί μπήκαμε μέσα. Εγώ μάλιστα μετά από καιρό, στο στρατοδικείο που έγινε το ’98, πήρα ευθύνη και για τη σημαία· είπα ότι εγώ την έκαψα. Τη θεωρώ σύμβολο εχθρικής δύναμης. Στον καθένα που βλέπω την ελληνική σημαία βλέπω τον εχθρό μου, γιατί τη φοράνε οι αστυνομικοί, τη φοράνε οι στρατιωτικοί… Είναι το σύμβολο του εχθρού.

*

Σκοπός δικός μας, στα πλαίσια αυτού του αγώνα του αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού, είναι να συνδεθούμε με διάφορους κοινωνικούς αγώνες. Σκοπός μας επίσης είναι, μπαίνοντας σε αυτούς τους αγώνες, να προσπαθούμε να φτάσουμε τα πράγματα στα άκρα, δηλαδή να οξύνουμε τις συγκρούσεις αυτών των κοινωνικών κομματιών με το Κράτος και την αστυνομία. Να ωθήσουμε τους αγωνιζόμενους ανθρώπους να ξεπεράσουν τα θεσμικά πλαίσια, τα συνδικάτα, τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, όλους αυτούς τους χειραγωγούς, που για μας είναι εχθροί της ανθρώπινης ελευθερίας. Πολλοί σύντροφοί μου, με τις μικρές τους δυνάμεις, έχουν εμπλακεί σε πολλούς αγώνες. Θα σας τους πω συγκεκριμένα.

Το 1989, σε έναν αγώνα περιβαλλοντικού χαρακτήρα πάλι, στην Αραβησσό Γιαννιτσών, οι κάτοικοι δεν ήθελαν να εκμεταλλευτεί τις πηγές τους ο Οργανισμός Ύδρευσης της Θεσσαλονίκης για να υδρεύσει τη Θεσσαλονίκη. Είχαν συγκρουστεί τότε με την αστυνομία και τα ΜΑΤ, είχαν κάψει αντλίες νερού, είχαν ανάψει φωτιές, είχαν στήσει οδοφράγματα… Και κάποιοι σύντροφοί μας από τη Θεσσαλονίκη είχαν συμμετάσχει σε αυτό τον αγώνα, και είχαν συλληφθεί μάλιστα.

Το 1990, άρχισε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα (αυτή η επίθεση που παγκόσμια είχε αρχίσει από το ’80 με τις κυβερνήσεις Ρήγκαν-Θάτσερ) η οποία συνίσταται στην αποβιομηχάνιση, την απόλυση εργαζομένων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, δηλαδή το “κόψιμο” μισθών, συντάξεων, ιατρικής περίθαλψης… Αυτή η επίθεση, ενώ στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική γινόταν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην Ελλάδα ξεκίνησε από το 1990.

Το πρώτο σχέδιο ήταν οι “προβληματικές” επιχειρήσεις. Κι εδώ το 1990-91 είχαν γίνει καταλήψεις σε πολλά εργοστάσια της χώρας, στο Μαντούδι, στο Λαύριο, στην Πάτρα. Πάλι κάποιοι σύντροφοί μας, με τις μικρές τους δυνάμεις, ήταν και εκεί. Συγκεκριμένα, στο Μαντούδι και στην Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Πάτρα.

Μετά έχουμε το μαθητικό κίνημα του ’90-’91, το οποίο ήταν μεγαλειώδες κίνημα, κατά τη γνώμη μου. Κατάφερε να ανατρέψει το νόμο του τότε υπουργού Παιδείας, του Κοντογιαννόπουλου, που παραιτήθηκε μάλιστα. Η τότε κυβέρνηση της Δεξιάς, στην προσπάθειά της να καταστείλει το κίνημα, έβαλε παρακρατικούς να σπάσουν τις καταλήψεις, με αποτέλεσμα το φόνο του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα. ’λλο ένα έγκλημα του κράτους.

Εδώ θα μετρήσουμε εγκλήματα του κράτους, κανένα έγκλημα δικό μου.

Σαν απάντηση στη δολοφονία του Τεμπονέρα είχε γίνει μια διαδήλωση χιλιάδων ατόμων. Συμμετείχαμε κι εμείς, που οξύναμε τα πράγματα. Έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία, καταλήφθηκε πάλι το Πολυτεχνείο για δυο μέρες. Φωτιές, οδοφράγματα, σπασίματα… Μάλιστα έγινε κι άλλο έγκλημα εκείνες τις μέρες, στις 10 Γενάρη του ’91. Επάνω στις συγκρούσεις, τα ΜΑΤ πυρπόλησαν με δακρυγόνα το κτίριο του Κ. Μαρούση, το πολυκατάστημα στην Πανεπιστημίου. Τέσσερις πολίτες απανθρακώθηκαν. Και γι αυτό το έγκλημα κανένας δεν πλήρωσε, καμία δικαιοσύνη δεν είπε τίποτα. Το “κουκούλωσαν”.

Ένα χρόνο μετά, σύντροφοί μου -εγώ δεν ήμουνα προσωπικά, αλλά δεν έχει σημασία- συμμετέχουν στις συμπλοκές στο αμαξοστάσιο του Βοτανικού, το καλοκαίρι του 1992, όταν η κυβέρνηση θέλησε να ιδιωτικοποιήσει την ΕΑΣ. Και έγιναν συγκρούσεις μαζί με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ. Και τότε κάποιοι υπάλληλοι της ΕΑΣ είχαν φυλακιστεί για δολιοφθορά, σαμποτάζ… Έσπαγαν τα λεωφορεία των ΣΕΠιτών, των ρουφιάνων ιδιοκτητών που είχαν αγοράσει τα λεωφορεία. Κι εκεί, με τις μικρές τους δυνάμεις, οι αναρχικοί ήταν παρόντες.

Πριν αναφερθώ στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού, θέλω να πω τα τελευταία παραδείγματα με τους καθηγητές πέρυσι και με το πρόσφατο μαθητικό κίνημα, το χειμώνα του ’98-’99. Κι εκεί ήμασταν παρόντες. Ένας σύντροφος που κατέθεσε χτες, ο Βασίλης Ευαγγελίδης, προσπάθησε να μιλήσει γι αυτό. Είχε συλληφθεί στις συμπλοκές που έγιναν το Γενάρη του ’99, στο μαθητικό συλλαλητήριο.

Γενικά, όπου υπάρχουν ταραχές, όπου υπάρχουν συγκρούσεις, θέλουμε να είμαστε μέσα. Να εκτρέπουμε τα πράγματα. Για μας, δεν είναι έγκλημα αυτό. Στην ουσία, οι ταραχές είναι η “λαϊκή κυριαρχία” που λένε οι επαγγελματίες πολιτικοί. Εκεί εκφράζεται η ελευθερία…

*

Ας πάμε τώρα και στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Πολύ πριν εγώ βάλω τη βόμβα, άλλοι σύντροφοι είχαν πάει στα χωριά, είχαν μιλήσει με τους κατοίκους, είχαν βγάλει μπροσούρα για την εξέγερση, για τα επεισόδια τον Οκτώβρη του 1996. Πιο συγκεκριμένα όμως στον αγώνα του Στρυμονικού θα αναφερθώ λίγο πιο μετά. Πρώτα θέλω να μιλήσω για την ενέργεια αυτή καθεαυτή.

Εμπνεύστηκα, για να πω την αλήθεια, να βάλω αυτή τη βόμβα για τον εξής λόγο: Επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι είχαν ξεπεράσει τα όρια, από μόνοι τους. Αν ήταν ένας αγώνας μέσα στα θεσμικά πλαίσια, έτσι όπως προσπαθούν να κρατούν περιορισμένους τους αγώνες τα συνδικάτα και οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, αν περιοριζόταν δηλαδή σε μια διαμαρτυρία χλιαρή, ακίνδυνη, ανώδυνη, ίσως και να μην έκανα τίποτα.

Αλλά οι σύντροφοι εκεί πάνω – που δεν είναι βέβαια αναρχικοί αλλά δεν με ενδιαφέρει εμένα αυτό, πολίτες είναι που θέλουν κι αυτοί την ελευθερία τους – είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Είχαν συγκρουστεί τρεις φορές με την αστυνομία – μία στις 17 Οκτώβρη του ’96, μια στις 25 Ιούλη του ’97 και μια στις 9 Νοέμβρη του ’97 -, είχαν κάψει περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, είχαν κάψει γεωτρύπανα της TVX, είχαν μπει μέσα στα μεταλλεία στην Ολυμπιάδα και είχαν καταστρέψει μέρος των εγκαταστάσεων. Κάποιοι έκαναν κι ένα είδος αντάρτικου. Tα βράδια έβγαιναν με κυνηγετικές καραμπίνες και πυροβολούσαν στον αέρα για εκφοβισμό των αστυνομικών. Και λέω, πολύ μάγκες είναι αυτοί· μας έχουν ξεπεράσει κι εμάς δηλαδή.

Και ακολούθησε καταστολή, ειδικά το ’97, όταν κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος στην περιοχή. Ο αστυνομικός διευθυντής Χαλκιδικής έβγαλε διάταγμα με το οποίο απαγορεύονταν οι διαδηλώσεις, οι συναθροίσεις. Είχαν πάει ΕΚΑΜ επάνω, είχαν πάει και αστυνομικές αύρες, για πρώτη φορά μετά το 1980. Και τις είχαν στείλει τώρα εκεί, στα χωριά της Χαλκιδικής. Και λέω, κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς, εδώ στην Αθήνα. Δεν μπορεί να δέχονται καταστολή οι άλλοι εκεί πάνω κι εμείς να καθόμαστε…

Το υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης, στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου και Μιχαλακοπούλου, ήταν ένα από τα κέντρα αυτής της ιστορίας. Ο αγώνας του Στρυμονικού ήταν ένας αγώνας ενάντια στην “ανάπτυξη”, τον “εκσυγχρονισμό”, όλες αυτές τις μπούρδες που λένε. Πίσω από αυτές τις εκφράσεις, κρύβονται τα κέρδη των πολυεθνικών, τα κέρδη και των “δικών μας” καπιταλιστών, των Ελλήνων, τα κέρδη των κρατικών αξιωματούχων, του ελληνικού κράτους, των γραφειοκρατών, αυτών που παίρνουν τις μίζες, των τεχνικών εταιρειών… Όλων αυτών. Καμία σχέση δεν έχει η “ανάπτυξη” και ο “εκσυγχρονισμός” που λένε με την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Καμία σχέση.

Οπότε έβαλα κι εγώ μια βόμβα. Ο σκοπός ήταν αυτός που είχα πει και στην ανάληψη ευθύνης. Στο κείμενο του Φεβρουαρίου του ’98 λέω: Η τοποθέτηση του μηχανισμού σκοπό είχε την αποστολή ενός διπλού πολιτικού μηνύματος. Τα πάντα είναι πολιτικά. Ακόμη κι όταν χρησιμοποιείς τέτοια μέσα, πολιτικά είναι τα μηνύματα. Κι ο πόλεμος ο ίδιος είναι ένα μέσο πολιτικής πίεσης. Και σε αυτή την περίπτωση, ένα πολιτικό μέσο ήταν κι αυτό, μια πολιτική πρακτική. Μήνυμα καταρχήν προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, ότι “μάγκες, δεν είστε μόνοι σας, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που μπορεί να βρίσκονται 600 χιλιόμετρα μακριά από εσάς, αλλά που ενδιαφέρονται”. Όχι για προσωπικούς λόγους… Εγώ δεν ξέρω κανέναν από κει προσωπικά. ’λλοι σύντροφοί μου ξέρουν. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Δε θίχτηκε το δικό μου το σπίτι στο φινάλε, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

Απλά η αρχή μου και γενικά η αρχή των αναρχικών, και άλλων επαναστατών μη-αναρχικών, είναι η εξής: η κοινωνική ελευθερία είναι μία και αδιαίρετη. Όπου λοιπόν θίγεται ένα επιμέρους κομμάτι της ελευθερίας, στην ουσία είναι σα να θίγεται στο σύνολό της. ’ρα, εφόσον θίγονται οι ελευθερίες αυτών, θίγονται και οι δικές μου. Ο πόλεμος ο δικός τους θα είναι και δικός μου, σε μια περιοχή που ο “κυρίαρχος λαός” -μια έκφραση που πάλι χρησιμοποιούνε οι επαγγελματίες πολιτικοί- δε θέλει αυτό που θέλουνε το κράτος και το κεφάλαιο, τη μεταλλουργία χρυσού της TVX.

Από την άλλη έχω πει ότι, εντάξει, κάποιες ζημιές θα γίνονταν -εν γνώσει μου. Ναι, είχα πρόθεση να κάνω υλικές ζημιές. Δηλαδή τι υλικές ζημιές; Στη τζαμαρία, στο συγκεκριμένο σημείο, τι υλικές ζημιές; Ή στην αποθήκη έξω από την οποία τοποθέτησα το μηχανισμό; Κατ’ εμέ, οι ζημιές θα ήταν ελάχιστες. Αλλά ακόμα κι αν ήταν μεγαλύτερες από ελάχιστες, δεν παίζει για μένα κανένα ρόλο. Γιατί η ελευθερία δε συγκρίνεται με τις υλικές ζημιές μιας τζαμαρίας, ενός κρατικού αυτοκινήτου ή μιας κρατικής ιδιοκτησίας. Για μένα, το υπουργείο δεν είναι εγκατάσταση κοινής ωφέλειας, όπως λένε οι κατηγορίες. Κρατικής ωφέλειας ναι, κοινωνικής ωφέλειας όχι.

Ουσιαστικά όμως, ακόμη κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός, εγώ το μήνυμά μου το έστειλα. Βέβαια πιάστηκα, γιατί έκανα αυτό το τεχνικό λάθος κι άφησα ένα αποτύπωμα. Ακόμη όμως κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός και δεν έγιναν καθόλου υλικές ζημιές, το μήνυμα το έστειλα. Και το λάβατε και εσείς και το κράτος, αλλά και οι κάτοικοι του Στρυμονικού. Ξέρω πως λένε ότι είμαι δικός τους άνθρωπος, χωρίς να με έχουν δει ποτέ, κι ας μην με γνώριζαν ποτέ. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα απ’ αυτό. Και φυσικά, το επαναλαμβάνω, δε μετανιώνω καθόλου.

*

Θα αναφερθώ λίγο στα τεχνικά. Ακριβώς επειδή είμαι κοινωνικός επαναστάτης και στην ουσία όταν λες ότι είσαι κοινωνικός επαναστάτης, είναι σαν να μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Όχι σαν δηλαδή. Μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Εφόσον έχω αυτή την αρχή λοιπόν, δε θα μπορούσα να βλάψω κανέναν πολίτη. Θα μπορούσα να βλάψω αστυνομικό. Αυτούς τους θεωρώ εχθρούς μου. Κι εσείς είστε εχθροί μου. Σας διαχωρίζω δηλαδή. Κάνω σαφέστατο ταξικό διαχωρισμό. Απ’ τη μια έχουμε αυτούς, απ’ την άλλη τους άλλους. Παρόλ’ αυτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχα καμία πρόθεση να βλάψω ούτε τον κύριο αστυνομικό φρουρό του υπουργείου, ούτε κανέναν άλλο· πόσο μάλλον πολίτη.

Η διαδικασία που χρησιμοποιείται από τις οργανώσεις ή τα άτομα γενικά, όταν γίνονται τέτοιου τύπου ενέργειες είναι η εξής: βάζεις τη βόμβα στο στόχο σου και τηλεφωνείς σε μια εφημερίδα. Εγώ συγκεκριμένα, παίρνω τηλέφωνο την “Ελευθεροτυπία” και λέω: Σε μισή ώρα θα σκάσει βόμβα εκεί. Ό,τι ακριβώς λένε τα στοιχεία: Σε μισή ώρα θα σκάσει στο υπουργείο Ανάπτυξης βόμβα, για το ζήτημα της TVX και του Στρυμονικού. Με την έννοια αυτή, όπως αποδείχτηκε από την πράξη κι όχι υποθετικά, η αστυνομία πήγε εκεί· πρώτα η ’μεση Δράση έκλεισε την περιοχή γύρω-γύρω σε ακτίνα 200 μέτρων -όπως λέει ο πυροτεχνουργός-, έτσι ώστε να μην περνάει κανένας πεζός και κανένα αμάξι. Και περίμενε να σκάσει η βόμβα. Όπως έχουν πει οι κύριοι, περίμεναν να εκπνεύσει ο χρόνος ασφαλείας, δηλαδή, ΤΟ ΜΙΣΑΩΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΘΕΣΕΙ ΕΓΩ! Είτε έσκαγε, είτε δεν έσκαγε η βόμβα, ουσιαστικά δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Αν έσκαγε, μόνο υλικές ζημιές θα είχαμε. Ουσιαστικά δηλαδή από την πρόθεση που είχα, αυτό θα γινόταν. Αντικειμενικά, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει λάθος τυχαία, ούτε -αν εκρηγνυόταν ο μηχανισμός- να εκραγεί πιο πριν ή πιο μετά.

Κι επειδή ακριβώς το μήνυμα ήταν πολιτικό και συμβολικό, δεν είχα σκοπό να κάνω μεγάλες υλικές ζημιές· γι αυτό έβαλα λίγη ποσότητα. Και είχα τη δυνατότητα να βάλω και πέντε και εφτά και δέκα κιλά… Δεν έβαλα όμως. Εφόσον βρέθηκαν και πράγματα στο σπίτι μου, είχα τη δυνατότητα να κάνω μεγάλη ζημιά, υλική πάντα! Και πάλι δεν την έκανα. Αν μπορούσα δηλαδή να κατεδαφίσω ολόκληρο το υπουργείο χωρίς να σκοτωθεί κανένας, δεν θα είχα καμία αντίρρηση να το κάνω. Ένα άχρηστο κτίριο είναι και αυτό για το λαό και την κοινωνία. Για το μόνο που έχω μετανιώσει, όπως είπα, είναι γι αυτό το τεχνικό λάθος.

Θέλω να πω προκαταβολικά και κάτι άλλο τώρα. Την ενέργεια την έκανα μόνος μου, δεν υπήρχε κανένας άλλος. Βέβαια το μήνυμα έλεγε “Αναρχικοί Αντάρτες Πόλης”. Αυτό δεν έχει να κάνει όμως με το ότι υπήρχαν άλλα πρόσωπα, εκτός από μένα. Ήταν μια έκφραση που απλώς υποδήλωνε το χώρο από τον οποίο προέρχομαι εγώ. Δε θα έβαζα φυσικά την υπογραφή μου “Νίκος Μαζιώτης”, και δε θα έλεγα στην εφημερίδα ότι έβαλα τη βόμβα εκεί. Θα έλεγα, “Αναρχικοί”. Αυτό. Για να ξεκαθαρίσουμε, δηλαδή, ότι για την ενέργεια την πρωτοβουλία την πήρα μόνος μου. Ούτε ομάδα υπήρχε, ούτε οργάνωση, ούτε τίποτα. Και από τα αποδεικτικά στοιχεία πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρχε οργάνωση, ή ότι εγώ θα εφοδίαζα τους τάδε, την τάδε ομάδα ή οργάνωση. Ήμουν μόνος μου και τα πράγματα ήταν ατομικά.

*

Θέλω να αναφερθώ τώρα πιο εκτεταμένα σε αυτό που λέω αλληλεγγύη. Τα κίνητρα δηλαδή τα οποία είχα. Τι σημαίνει αυτή η αλληλεγγύη.

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι κοινωνικοποιήθηκαν, ότι δημιουργήθηκε η ανθρώπινη κοινωνία πάνω σε τρία βασικά συστατικά: την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα, την αλληλοβοήθεια. Πάνω σε αυτά λοιπόν βασίζεται η ανθρώπινη ελευθερία. Όταν θίγεις ένα επιμέρους κομμάτι της ανθρώπινης ελευθερίας, είναι σα να θίγεις το σύνολο.

Όποια κοινωνική ομάδα, σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, κάνει έναν αγώνα -είτε λέγονται μαθητές, είτε λέγονται αγρότες, είτε πολίτες τοπικών κοινωνιών, είτε εργαζόμενοι-, για μένα και για τους αναρχικούς έχει τεράστια σημασία.

Δεν έχει σχέση με το αν εγώ είμαι εργαζόμενος και ταυτίζω τα συμφέροντά μου με τα συμφέροντα αυτής της τάξης. Αν κάποιος ζητάει παραπάνω μισθό, αν έχει κάποιο συντεχνιακό αίτημα, δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Για μένα, αλληλεγγύη σημαίνει ανεπιφύλακτη αποδοχή και υποστήριξη, με οποιοδήποτε μέσο, του δικαιώματος που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι να μπορούν να καθορίζουν τη ζωή τους όπως θέλουν, και όχι να αποφασίζουν κάποιοι άλλοι ερήμην τους, όπως το Κράτος και το Κεφάλαιο.

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, σε αυτό τον αγώνα του Στρυμονικού, αλλά και σε κάθε κοινωνικό αγώνα, για μένα μετράει πιο πολύ ότι είναι αγώνες που οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν τις τύχες τους μοναχοί τους. Και να μην αποφασίζει ο κάθε αστυνομικός διευθυντής, ο κάθε κρατικός αξιωματούχος, ο κάθε καπιταλιστής τι θα κάνουν. Δευτερεύουσα σημασία έχει για μένα αν το θέλουν ή δεν το θέλουν το εργοστάσιο, αν είναι περιβαλλοντική η αιχμή του αγώνα. Σημασία έχει ότι δε θέλουν το εργοστάσιο, επειδή δε γουστάρουν κάτι που τους επιβάλλουν με τη βία.

*

Όσον αφορά στο θέμα της πολιτικής βίας τώρα. Από την αρχή πήγε να παρουσιαστεί μια ιστορία “αποκρουστικών εγκληματιών”, “τρομοκρατών”, οι οποίοι “βάζουν στα τυφλά βόμβες”. Κάτι το οποίο δεν ισχύει.

Εάν τρομοκρατία θεωρητικά είναι η βία κατά πολιτών και άμαχου πληθυσμού, ε, αυτό ισχύει αποκλειστικά και μόνο για το Κράτος. Μόνο το Κράτος επιτίθεται ενάντια σε πολίτες, γι αυτό υπάρχουν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, τα ΜΑΤ, τα ΕΚΑΜ, ο στρατός, οι ειδικές δυνάμεις… Μηχανισμοί οι οποίοι κλέβουνε και το λαό. Χρηματοδοτούνε δηλαδή επαγγελματίες οπλοφόρους, αστυνομικούς. Δεν εκπαιδεύονται για να σημαδεύουν στόχους; Για να τα χρησιμοποιούν τα ‘χουν τα όπλα οι άνθρωποι. Δεν εξοπλίζονται τα ΜΑΤ με χημικά αέρια; Για να τα ρίχνουν πού; Στους πολίτες. Στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις. Οπότε βία εναντίον των πολιτών χρησιμοποιεί μόνο το Κράτος. Εγώ δε χρησιμοποίησα καμία βία εναντίον πολίτη.

Θα πω συγκεκριμένα τι σημαίνει τρομοκρατία.

Tρομοκρατία είναι όταν χτυπιούνται οι καταλήψεις, οι διαδηλώσεις, οι απεργίες. Όταν τα ΜΑΤ χτύπησαν τους συνταξιούχους πριν 4-5 χρόνια στο Μέγαρο Μαξίμου. Όταν ο Μελίστας σκότωσε τον Καλτεζά. Όταν σκοτώθηκαν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου από τα ΜΑΤ, στις 16 Νοεμβρίου 1980, στην πορεία του Πολυτεχνείου. Κι αν θυμάμαι καλά, δε σκοτώθηκαν από σφαίρες, σκοτώθηκαν από το ξύλο. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Κασίμης. Αλλά θα αναφερθώ πιο συγκεκριμένα σε αυτή την ιστορία.

Μια ομάδα επαναστατών, τότε, είχε προσπαθήσει να πυρπολήσει το γερμανικό εργοστάσιο της AEG, στον ’γιο Ιωάννη Ρέντη. Ήταν μια πράξη αλληλεγγύης κι αυτή. Δεν ξέρω αν τη γνωρίζετε, θα σας την πω εγώ όμως. Τότε, το ’77, κάποιοι αντάρτες της RAF, της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, είχαν πεθάνει μέσα στα λευκά κελιά του Σταμχάιμ, στη Στουτγάρδη, της Δυτικής Γερμανίας. Τα λευκά κελιά από μόνα τους είναι τρομοκρατία. Οι φυλακές ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ. Και τότε κάποιοι Έλληνες επαναστάτες, ως ένδειξη αλληλεγγύης στη RAF, αλλά και ως αντίδραση στη δολοφονία των ανταρτών στις φυλακές της Στουτγάρδης, είχαν πάει να πυρπολήσουν το εργοστάσιο της AEG. Σε αυτή την απόπειρα, που ήταν ανεπιτυχής, κάποιος σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε ο Χρήστος ο Κασίμης από τους δύο αστυνομικούς, φρουρούς του εργοστασίου, τον Πλέσσα και το Στεργίου. Και μάλιστα, απ’ ό,τι έχω διαβάσει, δεν τον σκότωσαν επειδή απειλήθηκε η ζωή τους. Τον σκότωσαν πισώπλατα, με μια σφαίρα στην πλάτη.

Τρομοκρατία είναι όταν μπαίνουν στο Χημείο ειδικές αστυνομικές δυνάμεις το ’85 και χτυπούν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Τρομοκρατία είναι όταν δολοφονείται ο Τεμπονέρας στην Πάτρα. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Τσουτσουβής το ’85. Αλλά κι αυτή η περίπτωση έχει κάτι ιδιαίτερο και θέλω να την τονίσω. Για το Χρήστο Τσουτσουβή ισχύει η φράση του Θουκυδίδη – του αρχαίου ιστορικού που κατέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου -, ότι “ο θάνατος στη μάχη είναι τίτλος τιμής και συνοδεύεται από τις επευφημίες των πολιτών”. Σκοτώθηκε μεν από τους αστυνομικούς, αλλά πήρε και δυο-τρεις μαζί του. Για μένα, ήταν ένας πολεμιστής, ένας μαχητής. Πιστεύω ότι η κοινωνία χρειάζεται κι άλλους τέτοιους.

Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώνονται πολίτες σε απλές εξακριβώσεις στοιχείων. Θα αναφέρω κι εδώ μερικά παραδείγματα. Θα αναφέρω το Χρήστο Μουράτη, ένα Τσιγγάνο στη Λιβαδειά, ο οποίος πυροβολήθηκε σε μπλόκο της Τροχαίας τον Οκτώβριο του 1996. ’οπλος πολίτης… Αυτό είναι ένα έγκλημα. Αλλά η δικαιοσύνη δεν έκανε τίποτα, τι να κάνει; Απλώς το επιβράβευσε.

Το 1997, ο Ηλίας Μέξης, περνώντας από το τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, πυροβολήθηκε από τον φρουρό του τμήματος, τον Τσαγκράκο.

Ο Θόδωρος Γιάκας σκοτώθηκε, στις 10 Γενάρη του ’94, από τον αστυνομικό του τμήματος Μοσχάτου, Λαγογιάννη. Έχει έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα κι αυτή η περίπτωση. ’οπλος πολίτης. Σε εξακρίβωση στοιχείων. Τον σταμάτησαν, αλλά εκείνος έτρεξε και τον πυροβόλησαν. Είπαν πάλι ότι του βρήκαν μαχαίρι κι άλλες τέτοιες μπούρδες… Απ’ ό,τι ξέρω γι αυτή την περίπτωση, πυροβολήθηκε αρχικά τρεις φορές. Και οι τρεις πιθανότατα ήταν θανατηφόρες. Κι ενώ ο Γιάκας ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, τον πυροβόλησε ο Λαγογιάννης άλλες δύο φορές και του φόρεσε και χειροπέδες! Ξέρετε τι έκανε η δικαιοσύνη γι αυτό; Τον καταδίκασε 12 χρόνια με αναστολή. Γι αυτό λέω ότι η δικαιοσύνη σας είναι δικαιοσύνη με εισαγωγικά.

Τρομοκρατία είναι όταν τον Πομάκο Αλή Γιουμφράζ από τα Βριλήσσια τον συνέλαβαν μεθυσμένο και μετά βρέθηκε νεκρός στο κρατητήριο. Είπαν ότι δήθεν πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Όταν το Γενάρη του ’91, θυμάμαι, κάποιος Τούρκος πολιτικός πρόσφυγας, ο Σουλεϊμάν Ακιάρ, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης είπε ότι είχε κάποιο καρδιακό πρόβλημα. Αλλά από την ιατροδικαστική εξέταση βρέθηκε ότι ήταν μελανιασμένος παντού.

Τρομοκρατία είναι κι αυτό το ίδιο το δικαστήριο εδώ. Κάθε δίκη αγωνιστή, κάθε δίκη επαναστάτη είναι τρομοκρατία, ένα μήνυμα εκφοβισμού προς την κοινωνία. Το είπα και χθες στις δηλώσεις μου, όταν με καλέσατε να πω αν αποδέχομαι τις κατηγορίες. Θα το επαναλάβω. Επειδή η δίωξη είναι πολιτική, το μήνυμα είναι σαφέστατο: οποιοσδήποτε αγωνίζεται εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου θα ποινικοποιείται, θα εγκληματοποιείται, θα βαφτίζεται τρομοκράτης. Οποιαδήποτε αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε κοινωνικό αγώνα, το ίδιο: θα ποινικοποιείται και θα συντρίβεται. Αυτό είναι το μήνυμα αυτής της δίκης. Και με αυτή την έννοια είναι τρομοκρατία. Τρομοκρατία προς εμένα, τρομοκρατία προς τους αναρχικούς, τρομοκρατία προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, οι οποίοι λαμβάνουν κι αυτοί ανάλογα μηνύματα αυτό τον καιρό, γιατί έχουν παρόμοιες δίκες σε σχέση με τις κινητοποιήσεις τους. Αυτά είναι τρομοκρατία. Δεν είναι τρομοκρατία που έβαλα μια βόμβα σαν πράξη αλληλεγγύης. Γιατί κανένας πολίτης δε θίχτηκε απ’ αυτή την πράξη.

Πολλές φορές, ειδικά τα ΜΜΕ, πιο πολύ κι απ’ τους αστυνομικούς καμιά φορά, σε κάθε ενέργεια που γίνεται, για παράδειγμα σε ενέργειες με γκαζάκια, προβάλλουν την άποψη ότι “παραλίγο να είχαμε θύματα, παραλίγο το ένα, παραλίγο το άλλο”. Ποτέ όμως δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο πραγματικά. Όλα αυτά βέβαια γίνονται για τη δημιουργία εντυπώσεων, για να εμπεδωθεί η κοινωνική συναίνεση, για να υπάρξει καταστολή. Για να καταδικαστώ εγώ, για παράδειγμα, σε βαριά ποινή. “Βρήκαμε και κάποιον που έκανε το λάθος, άφησε το αποτύπωμά του, τον πιάσαμε· είπε κιόλας ότι το έκανε αυτός; Ε, θα τον γαμήσουμε τώρα”! Μιλάω λίγο λαϊκά…

*

Θέλω να αναφερθώ λίγο στον αγώνα του Στρυμονικού. Παρόλο που δεν έχω πάει ποτέ εκεί, θα σας δώσω κάποια ιστορικά στοιχεία. Τα μεταλλεία που έχει αγοράσει η πολυεθνική TVX Gold υπάρχουν από το 1927· τα είχε ο Μποδοσάκης. Σε αυτά τα μεταλλεία, όπου γίνονταν αμέτρητα εργατικά ατυχήματα και πολλοί μεταλλωρύχοι πάθαιναν πνευμονοκονίαση, είχε γίνει μια μεγάλη αιματηρή απεργία το 1977. Η απεργία ήταν για αύξηση μισθών, για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για μέτρα ασφαλείας στις στοές. Και τότε είχαν κατέβει αύρες και τότε είχαν γίνει συλλήψεις και είχαν υπάρξει καταδίκες, και τότε είχε εφαρμοστεί τρομοκρατία στην περιοχή.

Κάποια στιγμή, χαρακτηρίζεται κι αυτή η εταιρεία “προβληματική”, όπως γίνεται και με πολλές άλλες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το κράτος μέσω της ΜΕΤΒΑ, σχεδιάζει την εγκατάσταση μεταλλουργίας χρυσού. Το ’92 περνά ως “προβληματική” στα χέρια του κράτους και αυτό πουλά τα μεταλλεία στην TVX το Δεκέμβρη του ’95. Όμως οι κάτοικοι των χωριών του Στρυμονικού δεν την ήθελαν την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Εβδομήντα χρόνια μεταλλευτικής δραστηριότητας, είχαν προκαλέσει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Αυτός ο αγώνας έχει τεράστια σημασία, και αποδείχθηκε ότι έχει τεράστια σημασία. Για διεθνείς λόγους.

Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τις αρχές του ’96. Οι κάτοικοι μπλόκαραν την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, έστησαν φυλάκια απ’ όπου επιτηρούσαν τα μεταλλεία για να μην περάσει κανένα φορτηγό της επιχείρησης και να μην αρχίσουν οι γεωτρήσεις. Με αυτές τις πρακτικές, με τα μπλόκα και τα φυλάκια, οι κάτοικοι δήλωναν: “Εδώ είμαστε. Δεν περνάτε”!

Έτσι ανάγκασαν την εταιρεία να αναστείλει προσωρινά τις δραστηριότητές της. Στις 21 Οκτώβρη ’96, η TVX στέλνει τελεσίγραφο στο ελληνικό κράτος και το υπουργείο Ανάπτυξης, λέγοντας ότι “αν δεν αρχίσουν άμεσα οι εργασίες, εμείς φεύγουμε”. Η επένδυσή τους, που είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση που έγινε στη χώρα, 65 δις, θα έφευγε από την Ελλάδα.

Όταν έγιναν τα πρώτα επεισόδια, στις 17 Οκτωβρίου, και κατάφεραν οι κάτοικοι να απωθήσουν με τη βία τους αστυνομικούς από την περιοχή, ο Ιάσων Στράτος, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, δήλωνε ότι “τα επεισόδια αυτά τραυματίζουν το κύρος της χώρας στο εξωτερικό”. Και είχε δίκιο, γιατί “δεν μπορεί δυο χιλιάδες βλάχοι” -βλάχοι για μένα δεν είναι, έτσι τους βλέπουν ο υπουργός, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, έτσι πιστεύω μιλάνε γενικά οι επαγγελματίες πολιτικοί και τα κόμματα για τον απλό λαό- “δεν μπορεί λοιπόν δυο χιλιάδες άνθρωποι τώρα, να μας χαλάνε τις επενδύσεις μας και να μην μπορεί να έρθει μια καναδική εταιρεία, μια οποιαδήποτε ξένη εταιρεία να επενδύσει· πρέπει τέλος πάντων να κοπεί αυτή η αντίδραση”.

Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο αγώνας δεν είχε πια έναν περιορισμένο τοπικό χαρακτήρα. Είχε διεθνείς προεκτάσεις, γιατί θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο: “Αν δεν μπορούμε να κάνουμε μια επένδυση στη Χαλκιδική, οπουδήποτε βρεθεί ένας ξένος επενδυτής, δε θα μπορεί να κάνει την επένδυσή του. ’μα ο λαός εξεγείρεται και δε θέλει αυτά που θέλει το κράτος, πάει η οικονομία, τελείωσε”.

Ένα χρόνο μετά, ξαναεπιχειρείται να αρχίσουν οι εργασίες για την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Τον Ιούλη του ’97, οι κάτοικοι καταστρέφουν ένα γεωτρύπανο του Ι.Γ.Μ.Ε. και συγκρούονται με την αστυνομία. Το Νοέμβρη, συγκεντρώνονται και κάνουν πορεία προς τα μεταλλεία. Όμως, ήδη από μερικούς μήνες πιο πριν -από το Σεπτέμβρη του ’97 αν θυμάμαι καλά-, το κράτος, προβλέποντας ότι οι αντιδράσεις του κόσμου θα οξυνθούν, είχε στείλει εκατοντάδες αστυνομικούς από τη Θεσσαλονίκη. Είχε στείλει ΜΑΤ από την Αθήνα, είχε στείλει ΕΚΑΜ, αύρες, που όπως είπα είχαν να εμφανιστούν από το 1980 στους δρόμους για την καταστολή των διαδηλώσεων. Ένας στρατός κατοχής είχε εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Ξέρανε οι αστυνομικοί ότι πάλι θα γίνονταν επεισόδια, οπότε έπρεπε να έχουν έτοιμη μια στρατιωτική δύναμη για να καταστείλουν τους κατοίκους. Όπως κι έγινε. Βέβαια μερικώς έγινε, γιατί πάλι στρατιωτικά δεν τα κατάφεραν. Έγιναν τα επεισόδια στις 9 Νοεμβρίου και όπως είπα και προηγουμένως καταστράφηκαν περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, κάηκε γεωτρύπανο της εταιρείας, και έγινε το αντάρτικο αυτό, όπου πέσανε και κάποιοι πυροβολισμοί για εκφοβισμό.

Όπως είπα και πριν, εμπνεύστηκα πάρα πολύ απ’ αυτά τα γεγονότα για να βάλω τη βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό λοιπόν, θέλω να επαναλάβω ότι δεν είχε απλά τοπικό χαρακτήρα αυτός ο αγώνας. Τον είχε ξεπεράσει πια.

Για μας τους αναρχικούς, οι κοινωνικοί αγώνες και η αλληλεγγύη ξεπερνάνε και τα εθνικά όρια. Για μένα δηλαδή και για τους συντρόφους μου, έχουν τεράστια σημασία αγώνες που γίνονται και έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους.

Τεράστια σημασία έχει για μένα το αντάρτικο των Ζαπατίστας που έχει ξεκινήσει στην Τσιάπας από το 1994. Είναι άλλος ένας αγώνας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος γίνεται με όπλα, με μάσκες.., ένας πόλεμος κανονικός. Εντάσσεται στην πολιτική βία και δεν είμαι ενάντια σε αυτό. Ποτέ δεν έχω δηλώσει ότι είμαι ενάντια και ούτε θέλω να το παίξω καλό παιδί.

Τεράστια σημασία έχει για μένα και το κίνημα των Βραζιλιάνων αγροτών που είναι ακτήμονες και καταλαμβάνουν τη γη των τσιφλικάδων για να την καλλιεργήσουν συλλογικά.

Μεγάλη σημασία έχει για μένα και το κίνημα των ανέργων στη Γαλλία, που έκαναν καταλήψεις σε γραφεία ευρέσεως εργασίας και συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, το χειμώνα του ’97-’98.

Σημασία έχει και κάτι που έγινε στην Τουρκία ανάλογο με την TVX και το Στρυμονικό. Μια παρόμοια επένδυση προσπάθησε να κάνει μια άλλη εταιρεία, μια πολυεθνική κοινοπραξία, η EUROGOLD, στην Πέργαμο. Κι έχει σημασία αυτό που θα πω τώρα. Πιο συγκεκριμένα, αν θυμάμαι καλά, στο χωριό Οβαντσίκ της Περγάμου. Το ίδιο πράγμα ακριβώς. Επένδυση μεταλλουργίας χρυσού. Οι κάτοικοι της περιοχής, οι Τούρκοι αγρότες, με τους ίδιους ακριβώς τρόπους που οι κάτοικοι του Στρυμονικού έχουν αποτρέψει μέχρι στιγμής την εγκατάσταση της μεταλλουργίας, έχουν ματαιώσει την επένδυση της EUROGOLD. Με μπλόκα στο δρόμο Σμύρνης-Κωνσταντινούπολης, με συγκρούσεις με τις δυνάμεις της στρατοχωροφυλακής. Και επίσης, κατά σύμπτωση, πάλι κάποιος έβαλε μια βόμβα στα γραφεία της επενδύτριας εταιρείας στη Σμύρνη. Σαν εμένα δηλαδή.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, όλες αυτές οι πρακτικές είναι μέρος των κοινωνικών αγώνων, γίνονται παντού. Και για μας, όχι μόνο δεν είναι εγκλήματα, αλλά τίτλος τιμής. Είμαστε περήφανοι γι αυτές τις πρακτικές.

Για το εργοστάσιο της Περγάμου μάλιστα, υποκριτικά, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το ΥΠΕΧΩΔΕ και το υπουργείο Αιγαίου έλεγαν ότι, άμα γίνει αυτό το εργοστάσιο στην Πέργαμο, θα μολυνθεί το Αιγαίο. Δεν έλεγαν όμως το ίδιο και για τον Στρυμονικό κόλπο. Δηλαδή να μη γίνει εργοστάσιο στην Τουρκία, αλλά να γίνει στην Ελλάδα! Κι εδώ φαίνεται η υποκρισία του ελληνικού κράτους, των Μέσων, των πολιτικών.

*

Δεν πιστεύω ότι στην πραγματικότητα με δικάζετε για “τρομοκράτη”. Δεν πιστεύω ότι με δικάζετε για το ότι “είχα σκοπό να βλάψω ανθρώπινες ζωές”. Αυτό είναι πρόσχημα και προκάλυμμα. Στην πραγματικότητα, με δικάζετε γι αυτά που έχω πει μέχρι τώρα. Γι αυτό που είμαι. Για το ότι είμαι αναρχικός, για το ότι πιστεύω αυτά ή ακόμα και για το παρελθόν μου. Γιατί όλα αυτά είναι επιβαρυντικά στοιχεία: “ε, αφού ήσουν στο Πολυτεχνείο, αφού ήσουν στην ΑΣΟΕΕ, αφού ήσουν αρνητής στράτευσης και ήσουν κι εκεί και αλλού…” Δεν έχω πρότερο έντιμο βίο.., για σας βέβαια, γιατί για μένα είμαι πολύ έντιμος άνθρωπος. Δε με δικάζετε στην πραγματικότητα γιατί υποτίθεται ότι θα έβλαπτα ανθρώπους.

Στην ουσία, το κράτος έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται για τους πολίτες. Ίσα-ίσα, όταν είναι να εμπεδωθεί η κυριαρχία του, το κράτος αφαιρεί ανθρώπινες ζωές, όπως είπα στα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ουσία, το κράτος το μόνο που θέλει είναι να διατηρήσει ένα μονοπώλιο, το μονοπώλιο ότι “μόνο εμείς, μόνο εγώ, το Κράτος, μπορώ να αφαιρώ ανθρώπινες ζωές”. Μόνο τα κρατικά όργανα, οι ένστολοι αστυνομικοί, οι ασφαλίτες, τα ΜΑΤ ή τα ΕΚΑΜ μπορούν να αφαιρούν ανθρώπινες ζωές. Οποιοσδήποτε άλλος το κάνει, είναι εγκληματίας. Όταν όμως το κάνει το κράτος, μένει στο απυρόβλητο.

Όποτε έχουν σκοτωθεί πολίτες, η δικαιοσύνη έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς της αστυνομίας. Όχι επειδή τους πίστευε, αλλά για λόγους συμφέροντος. Έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς ότι τάχα “εξοστρακίστηκε η σφαίρα”, ότι τάχα “εκπυρσοκρότησε το όπλο του αστυνομικού”, ότι τάχα “ο αστυνομικός βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα”, ότι τάχα… Ένα σωρό τάχα. Αλλά στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα παραδείγματα που είπα, και θα αναφέρω κι άλλα πιο συγκεκριμένα, είναι στυγνές δολοφονίες. Ελάχιστοι αστυνομικοί έχουν βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου και όλοι είναι έξω και περήφανοι. Περήφανοι!

Ειπώθηκε και προηγουμένως από κάποιον μάρτυρα για την περίπτωση Παναγούλη – και είναι όντως πραγματικότητα- ότι την απόπειρα φόνου του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη, ο ελληνικός λαός την είχε επικροτήσει. Απόπειρα δολοφονίας έγινε. Ε, και; Ποιον πήγε να σκοτώσει; Έναν δικτάτορα!

Εύλογα μπορεί να μου αντιπαρατεθεί το επιχείρημα ότι τότε ήταν στρατιωτική δικτατορία. E, αν αυτό το μέσο πολιτικής βίας δικαιολογείτο να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πολιτικής πίεσης στα χρόνια της δικτατορίας, τώρα έχουμε “κοινοβουλευτική δημοκρατία”. Έχουμε “ελευθερίες” και “δικαιώματα”! Ε, δεν νομίζω ότι είναι έτσι… Με όλα όσα είπα, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν δικαιώματα. Στα χαρτιά μπορεί να υπάρχουν, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα.

Θα αναφέρω περιπτώσεις από τη μεταπολιτευτική ιστορία, την εποχή της υποτιθέμενης δημοκρατίας -δημοκρατίας με χίλια εισαγωγικά λέω εγώ-, όπου πάλι άνθρωποι σκοτώθηκαν σε κοινωνικούς αγώνες. Και πάλι αποδείχτηκε ότι δεν ορίζει κανένας λαός την τύχη του επειδή άλλαξε το πολίτευμα το ’74. Συγκεκριμένα παραδείγματα: Πρώτες ταραχές είχαν γίνει, αν θυμάμαι καλά, τον Ιούλη του 1975. Και το Μάη του 1976 επίσης για μια ακόμη φορά εμφανίστηκαν οι αύρες στην Αθήνα. Ο τότε υπουργός Απασχόλησης της κυβέρνησης Καραμανλή, ο Λάσκαρης, είχε βγάλει εκείνο το νόμο, τον 330, τον αντεργατικό και αντιαπεργιακό. Στις 25 Μάη του ’76 είχε πραγματοποιηθεί πανεργατικό συλλαλητήριο. Είχαν γίνει και τότε συγκρούσεις, είχε γίνει επίθεση στα γραφεία της “Βραδυνής”…, πάλι μολότοφ, φωτιές… Τότε, μια αύρα της αστυνομίας, ενώ καταδίωκε διαδηλωτές, είχε σκοτώσει μια μικροπωλήτρια, την 67χρονη Αναστασία Τσιβίκα. Κανείς δε βρέθηκε σε κανένα εδώλιο κατηγορουμένου.

Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε νομοσχέδια που περνιούνται χωρίς να ζητηθεί η γνώμη κανενός. Για παράδειγμα, το 1990 έγινε η αναθεώρηση της συμφωνίας για τη συνέχιση της λειτουργίας των αμερικάνικων βάσεων στην Ελλάδα. Ο λαός των Χανίων δεν το δέχτηκε αυτό. Τον Ιούνιο του 1990 έκανε διαδήλωση, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, και ως αντίδραση συγκρούστηκε με την αστυνομία και πυρπόλησε τη Νομαρχία Χανίων.

Το 1991, αν θυμάμαι καλά, οι αγρότες του Νομού Ηρακλείου πυρπόλησαν τη Νομαρχία Ηρακλείου. Όπως βλέπετε, η πολιτική βία εξασκείται απ’ όλους. Απ’ όλη την κοινωνία και απ’ όλα τα κοινωνικά κομμάτια και τις τάξεις. Απ’ όποιον θίγεται.

Κι αυτό που επιδιώκει το Κράτος είναι να χτυπάει τον καθένα μόνο του. Θα έχετε ακούσει τη φράση που λέει ο νυν πρωθυπουργός, ο Σημίτης, για “κοινωνικό αυτοματισμό”, κάθε φορά που ξεσπούν κοινωνικές αντιδράσεις. Για να παρουσιάσει αυτές τις κοινωνικές αντιδράσεις, τα μπλόκα που στήνονται, τις καταλήψεις που γίνονται, όλες αυτές οι ενέργειες, να τις παρουσιάσει σαν να έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας. Πράγμα που είναι ψέμα. Απλά είναι η τακτική του “διαίρει και βασίλευε”. Δηλαδή “να σπείρουμε τη διχόνοια, να σπάσουμε την αλληλεγγύη”. Γιατί έχει τεράστια σημασία η αλληλεγγύη. Γιατί ο καθένας μόνος του χτυπιέται πιο εύκολα.

Όταν γίνεται μια απεργία και δε βρίσκει αλληλεγγύη, χτυπιέται πιο εύκολα. Μιλάνε για μια “μειοψηφία”. Αυτό είναι το επιχείρημα του κράτους, ότι είναι μια “μειοψηφία συντεχνιακή, με οπισθοδρομικά συμφέροντα που στρέφονται ενάντια στον εκσυγχρονισμό την ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις” και όλες αυτές τις μπούρδες. Ε, δεν υπάρχει κοινωνικό κομμάτι ή κοινωνική ομάδα που να μην έχει έρθει σε σύγκρουση με το κράτος, ειδικά τη δεκαετία του ’90, που να μην έχει χτυπηθεί μόνο του, κι όπου να μην έχει προβληθεί το επιχείρημα ότι “μια μειοψηφία είστε”, ότι “ο αγώνας σας έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας”.

Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό έγινε. Με τους εργαζόμενους των “προβληματικών” που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91, με τους μαθητές που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91 και τελευταία το ’98-’99. Με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ το ’92 αυτό έγινε, με τα αγροτικά μπλόκα το ’95 και το ’96, με τις κινητοποιήσεις των καθηγητών ενάντια στην κατάργηση της επετηρίδας και ενάντια στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Και φυσικά με τους κατοίκους του Στρυμονικού.

Ουσιαστικά, αυτό είναι που χτυπιέται: η αλληλεγγύη. Και αυτό χτυπιέται και στη δική μου δίκη· απροκάλυπτα. Το κράτος θέλει να χτυπάει τον καθένα μόνο του, γιατί άμα τους βρίσκει όλους μαζί είναι πιο δύσκολα τα πράγματα.

Και βέβαια, δε φτάνει μόνο η αστυνομική βία για την καταστολή. Τελικά έχω καταλήξει, για να επανέλθω σε αυτό που έλεγα, πως η διαφορά της δικτατορίας με την κοινοβουλευτική δημοκρατία -ή μάλλον καπιταλιστική ολιγαρχία είναι η ονομασία που ταιριάζει καλύτερα-, είναι ότι η μεν στρατιωτική δικτατορία επιβάλλεται κυρίως με την ωμή βία, η δε δημοκρατία -σε εισαγωγικά- επιβάλλεται περισσότερο με το διανοητικό έλεγχο των πολιτών, με όπλο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με την εξαπάτηση. Γιατί δεν πιστεύω ότι με το να ψηφίζει τους αφέντες του ο λαός κάθε τέσσερα χρόνια σημαίνει ότι έχει την ελευθερία του. Τους ψηφίζει, αλλά όταν δεν κάνουν αυτά που λένε, δε μπορεί να τους βγάλει απ’ την πλάτη του.

Στην αρχαία Αθήνα δε γινόταν αυτό. Στην αρχαία Αθήνα, ο οποιοσδήποτε μπορούσε να μιλήσει στην εκκλησία του δήμου. Οποιοσδήποτε έλεγε τη γνώμη του, όσο ταπεινή θέση κι αν είχε. Και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανακληθεί οποιοσδήποτε κατείχε ένα αξίωμα.

Αλλά η δημοκρατία έχει επίσης αποδείξει ότι, όπου δε φτάνει η εξαπάτηση και ο διανοητικός έλεγχος των πολιτών, δεν έχει κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει και την αστυνομοκρατία και την αστυνομική βία και να σκοτώσει και να βασανίσει και να τρομοκρατήσει.

Εντέλει, δε δικάζομαι επειδή έβαλα μια βόμβα, ούτε γιατί κατείχα τρία όπλα και δέκα κιλά δυναμίτη. Στο κάτω-κάτω, ο στρατός και η αστυνομία έχουν πολύ περισσότερα όπλα από εμένα και τα χρησιμοποιούν. Δε συγκρίνεται το ένα με το άλλο.

Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι σε όποια ποινή κι αν με καταδικάσετε, που θα με καταδικάσετε, δεν πρόκειται να μετανιώσω για τίποτα. Θα παραμείνω αυτό που είμαι. Μπορώ να πω μάλιστα ότι η φυλακή είναι πάντα για τον επαναστάτη ένα σχολείο. Δοκιμάζεται η ψυχική του αντοχή, οι ιδέες του. Κι άμα ξεπεράσει αυτή τη δοκιμασία, γίνεται δυνατότερος και πιστεύει πιο πολύ σε αυτά για τα οποία βρέθηκε στη φυλακή. Δεν έχω να πω τίποτα παραπέρα.

*

Πρόεδρος: Να μην είναι οι κάμερες στραμμένες προς την έδρα!

Εισαγγελέας: Στην αρχή της απολογίας σας είπατε ότι τα όπλα τα είχατε για πόλεμο. Δε βλέπετε κάποια αντίφαση όταν λέτε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές;

Ξεκαθάρισα ότι καμία δραστηριότητά μου δε στρέφεται εναντίον πολιτών. Το ξεκαθάρισα αυτό. Ποια είναι η αντίφαση που μου λέτε;

Εισαγγελέας: Εσείς είπατε ότι τα όπλα είναι για πόλεμο.

Ναι. Όχι για πολίτες όμως. Για τους ταξικούς μου εχθρούς. Ξεκαθάρισα για μένα ποιά είναι τα ερίφια και ποιά είναι τα πρόβατα.

Κοιτάξτε, εγώ δεν είπα ποτέ ότι είμαι ανθρωπιστής έτσι γενικά και αόριστα. Ούτε και φιλάνθρωπος, γιατί είναι ξεφτιλισμένες έννοιες αυτές. Σε ό,τι έχω γράψει -αν έχετε διαβάσει- και σε ό,τι έχω πει, έχω ξεκαθαρίσει ποιοι είναι οι φίλοι μου και ποιοι είναι οι εχθροί μου. Όχι προσωπικά, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο. Ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί φίλοι μου και ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί εχθροί μου. Και στο κείμενο της ανάληψης ευθύνης, αλλά και στην απολογία μου, είπα ότι άλλο είναι η κοινωνία και άλλο το Κράτος.

Θα συνεχίσω, για να γίνω πιο σαφής και στους ενόρκους. Απ’ τη μια έβαλα το Κράτος, τους κρατικούς αξιωματούχους, την αστυνομία, το στρατό, τα σώματα ασφαλείας, τους καπιταλιστές, κι απ’ την άλλη έβαλα τους υπόλοιπους: τους εργαζόμενους, τους αγρότες, τους μαθητές, όλη την κοινωνία, την πλειοψηφία δηλαδή του λαού, τους καταπιεσμένους.

Εισαγγελέας: Μιλήσατε για δικαιοσύνη εντός εισαγωγικών. Τι παράπονο έχετε εσείς από τη δικαιοσύνη;

Είμαι δεκαοχτώ μήνες φυλακή. Εγώ προσωπικά έχω κάνει δεκαοχτώ μήνες στη φυλακή και άλλους εφτά σε στρατιωτικές φυλακές. Απλά και κοντινά παραδείγματα. Τι άλλο θέλετε; Για μένα προσωπικά, δε μιλάτε;

Οι νόμοι αυτοί είναι για να συμφέρουν εσάς. Απ’ αυτούς βγάζετε το ψωμί σας. Η δουλειά σας είναι να φυλακίζετε πολίτες. Και αντιπαρέβαλα το επιχείρημα ότι αστυνομικοί έχουν σκοτώσει, αλλά δεν έχουν μπει φυλακή. Αντιπαρέβαλα το επιχείρημα, τι δουλειά είναι αυτή η δικαιοσύνη που λέτε. Ότι υπάρχουν τελικά δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν είναι θέμα τι γράφει ο νόμος και ο ποινικός κώδικας, αλλά τι γίνεται στην πράξη. Όπως και στο θέμα της τρομοκρατίας.

Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ θεωρούν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση, ενώ τον UCK όχι. Και ενώ στην αρχή τον θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση, μετά δεν τον θεωρούσαν, γιατί τους βόλευε στα σχέδιά τους. Έτσι; Οι ΗΠΑ δε θεωρούσαν τους Κόντρας τρομοκράτες, όταν πήγαιναν να μπουν στη Νικαράγουα, αλλά θεωρούσαν τρομοκράτες όλα τα αριστερά επαναστατικά κινήματα και αντάρτικα.

Εισαγγελέας : Θέλω να αναφερθώ τώρα και στον κίνδυνο που λέτε. Δεν ξέρατε ότι μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο η βόμβα;

Αν ήξερα ότι θα δημιουργούσε κίνδυνο; Ήξερα ότι ΔΕΝ θα δημιουργούσε. Ακριβώς αυτή είναι η στερεότυπη διαδικασία, το να παίρνεις τηλέφωνο προειδοποιητικά στην εφημερίδα κι αυτή μετά να ειδοποιεί την αστυνομία και να αποκλείεται η περιοχή. Εφόσον αποκλείστηκε η περιοχή και εφόσον οι κύριοι πυροτεχνουργοί είπαν ότι στα 200 μέτρα ήταν ασφαλής ο αποκλεισμός, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Για υλικές ζημιές, σας έχω πει…

*

Θέλω να συμπληρώσω γενικά, αυτό που έλεγα και στον εισαγγελέα πριν, για την τρομοκρατία σε διεθνές επίπεδο. Ότι στην πραγματικότητα παγκόσμιος χωροφύλακας και τρομοκράτης είναι οι ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή, ως η μοναδική υπερδύναμη. Ουσιαστικά δηλαδή, είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και σύμφωνα με την αντίληψη τη δική μας, ως αναρχικοί, το Κράτος, τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις είναι αντικοινωνικοί, τρομοκρατικοί μηχανισμοί, εφόσον έχουν οργανωμένους στρατούς, αστυνομίες, βασανιστές μισθοφόρους.

Και θέλω να συμπληρώσω αυτό που έλεγα πάνω στα δύο μέτρα και σταθμά. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ εξοπλίζουν, χρηματοδοτούν ή υποκινούν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο. Και στην Ελλάδα επίσης. Στη Λατινική Αμερική, τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Περού… Αυτό είναι Τρομοκρατία. Τρομοκρατία είναι να εξοπλίζεις δικτάτορες, να εξοπλίζεις τα τάγματα θανάτου στην Αργεντινή ή τη Βολιβία για να σκοτώνουν αριστερούς, πολίτες, επαναστάτες. Αυτοί που εξοπλίζουν τάγματα θανάτου για να βασανίζουν, αυτοί είναι τρομοκράτες. Τρομοκρατία είναι όταν βομβαρδίζουν τη Γιουγκοσλαβία επί δεκάδες ημέρες και σκοτώνουν πολίτες.

Συγνώμη, κύριε εισαγγελέα, αλλά οι ΗΠΑ λένε ποιος είναι τρομοκράτης και ποιος δεν είναι. Αυτές βγάζουν επίσημες οδηγίες από το State Department και κάνουν παραινέσεις στην Ελλάδα για το ποιος είναι τρομοκράτης. Αυτό τον καιρό πιέζουν το ελληνικό κράτος να φτιάξει αντιτρομοκρατικό νόμο, να φτιάξει ένα μοντέλο νόμου που να ποινικοποιεί τους αγωνιστές, να φτιάξει νόμους πιο δρακόντειους απ’ αυτούς που υπάρχουν. Ακόμα και η σύλληψη του Οτσαλάν και η καταδίκη του αυτό δείχνει. Αυτά είναι Τρομοκρατία.

Τρομοκράτες δεν είναι οι επαναστάτες, ούτε οι αγωνιστές. Τρομοκράτες είναι τα ίδια τα κράτη. Και με αυτή την κατηγορία, με αυτό το στιγματισμό, όλα τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εγκληματοποιήσουν στο εσωτερικό των χωρών τους τούς κοινωνικούς επαναστάτες και τους αγωνιστές. Τον εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Στην ουσία και εμένα το Κράτος, η δικαιοσύνη και η αστυνομία σαν τέτοιο εχθρό με βλέπουν. Σαν εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Με βάση το διαχωρισμό που έκανα προηγουμένως. Έτσι το βλέπει και το κράτος. Ότι εγώ είμαι εσωτερικός εχθρός του. Αυτό διακυβεύεται σε αυτή τη δίκη.

Εισαγγελέας: Τι έχεις να αντιπαραθέσεις σε αυτό που υπάρχει;

Την κοινωνική επανάσταση. Με όποιο μέσο κι αν χρειαστεί.

Έχει αποδειχτεί γενικότερα, επειδή κατέχω και την ελληνική και τη διεθνή κοινωνική και πολιτική ιστορία, ότι ποτέ δεν έγιναν αλλαγές, ποτέ δεν πήγε η ανθρωπότητα προς την πρόοδο -πρόοδο όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ- ούτε με παρακάλια, ούτε με προσευχές, ούτε με τα λόγια μόνο.

Είχα πει μάλιστα και στο κείμενο ανάληψης της ευθύνης που είχε δημοσιευτεί στην “Ελευθεροτυπία”, τότε που είπα ότι εγώ έβαλα τη βόμβα, ότι η κοινωνική αυτή ελίτ, οι μανδαρίνοι του κεφαλαίου, οι γραφειοκράτες, όλοι αυτοί οι άχρηστοι και παρασιτικοί -οι οποίοι πρέπει να εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας-, ποτέ δεν πρόκειται να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους με το διάλογο και με την πειθώ. Εγώ δε θέλω να κάνω διάλογο, γιατί δεν γίνεται διάλογος με τέτοιους…

Ήθελα να προσθέσω κάτι. Επειδή πάλι έχω διαβάσει αρκετά, στα Ιουλιανά του ’65, είχε βγει ένας συντηρητικός βουλευτής της ΕΡΕ και είχε πει γι αυτούς που βγήκαν στο δρόμο και τα έσπασαν, τότε που σκοτώθηκε ο Πέτρουλας, ότι “δημοκρατία δεν είναι η ερυθρά αλητεία, είμαστε εμείς, που είμαστε στο κοινοβούλιο”, δηλαδή οι βουλευτές που τα παίρνουνε και χοντρά.

Εγώ θα το αντιγυρίσω αυτό. Λαϊκή κυριαρχία, κύριοι δικαστές, είναι όταν πέφτουν μολότοφ, πέτρες στην αστυνομία, όταν καίγονται κρατικά αμάξια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα με τα πολυτελή καταστήματα… Έτσι αντιδράει ο λαός. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι έτσι αντιδράει ο λαός.

Αυτή είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όταν ο Μαζιώτης πάει και βάζει βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης για αλληλεγγύη στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Αυτή είναι η πραγματική λαϊκή κυριαρχία και όχι αυτό που λέει το Σύνταγμα….

*

Ξέχασα να μνημονεύσω κάποιους αγωνιστές που έχουν δολοφονηθεί.

Είναι ο Χριστόφορος Μαρίνος που δολοφονήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, μέσα στο πλοίο Πήγασος, τον Ιούλη του 1996.

Ο Μιχάλης Πρέκας που δολοφονήθηκε από ΕΚΑΜίτες τον Οκτώβριο του 1987 στην Καλογρέζα.

Και ο Τσιρώνης που δολοφονήθηκε στη Ν. Σμύρνη το 1978.

*

Επίσης, θέλω να προσθέσω κάτι πάνω σε αυτό που είπε ο κύριος εισαγγελέας χθες στην αγόρευσή του, για το θέμα του ανθρωπισμού.

Θα αναφέρω ένα περιστατικό που έγινε στο εξωτερικό, για να αποδειχθεί τελικά ποιοι είναι ανθρωπιστές και ποιοι όχι, ποιοι είναι στην πραγματικότητα εγκληματίες.

Οι αντάρτες Τουπάκ Αμάρου είχαν μπει στην ιαπωνική πρεσβεία στο Περού, το Δεκέμβρη του 1996. Είχαν πιάσει περισσότερους από εκατό ομήρους, όχι απλούς πολίτες. Είχαν πιάσει πρέσβεις και διπλωμάτες πολλών κρατών, Ιάπωνες επιχειρηματίες και αξιωματούχους του περουβιανού καθεστώτος -που κάθε άλλο παρά δημοκρατικό είναι. Ζητούσαν την απελευθέρωση των συναγωνιστών τους, του αρχηγού της οργάνωσης και άλλων συντρόφων τους οι οποίοι βρίσκονται φυλακισμένοι σε υπόγεια κελιά.

Όχι μόνο δεν πείραξαν κανέναν, αλλά τους απελευθέρωσαν σχεδόν όλους -για να πούμε ποιοι είναι πραγματικά οι ανθρωπιστές. Αντίθετα, οι περουβιανές ειδικές δυνάμεις, μετά από ατέρμονες ψυχοφθόρες διαπραγματεύσεις, μπήκαν μέσα στην πρεσβεία και τους εκτέλεσαν όλους εν ψυχρώ. Για να ξέρουμε, δηλαδή, ποιοι είναι οι εγκληματίες και ποιοι οι ανθρωπιστές -εντός εισαγωγικών, γιατί δε μου αρέσει αυτός ο όρος και γι αυτό δεν τον πολυχρησιμοποιώ.

Θέλω επίσης να αναφέρω κάποια γεγονότα που έγιναν εδώ, στην Ελλάδα. Θέλω να πω για τον Χάρη Τεμπερεκίδη, ο οποίος δεν ήταν πολιτικός αγωνιστής, αλλά για μένα ήταν ένας ποινικός εξεγερμένος. Κρατήθηκε για χρόνια στις φυλακές. Πέθανε κι αυτός με το όπλο στο χέρι, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε τη ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Αχαϊας. Παρ’ όλο που έπεσε ζωντανός στα χέρια της αστυνομίας, δεν κατέδωσε κανέναν. Είχε συμμετάσχει σε εξεγέρσεις, όπως αυτή που έγινε το 1987 στις φυλακές της Κέρκυρας για την κατάργηση αυτού του κολαστηρίου.

Και μια άλλη περίπτωση -για να πούμε πάλι περί εγκλημάτων-, αυτή του Σορίν Ματέι. Όταν ο Ματέι είχε πιάσει όμηρο αστυνομικό, η αστυνομία δεν έκανε καμιά κίνηση για να τον συλλάβει. Τον άφησε ελεύθερο. Όταν ο Ματέι έπιασε για ομήρους πολίτες, η αστυνομία έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τους πολίτες. Και για να τονώσει το κύρος της, εισέβαλε στο σπίτι που είχε καταφύγει ο Ματέι, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί μια κοπέλα. Στην πραγματικότητα, οι εγκληματίες ήταν κυρίως οι ίδιοι οι αστυνομικοί και τα ΕΚΑΜ, παρά ο Σορίν Ματέι. Όπως εγκληματίας ήταν και ο διευθυντής του νοσοκομείου της Νίκαιας, ο Αλεξίου, ο οποίος διέταξε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο του Αγίου Παύλου όπου πέθανε είτε από τα χτυπήματα των αστυνομικών είτε από τα φάρμακα.

Αυτά για το ποιος είναι εγκληματίας…

7 Ιουλίου 1999

dikhmaziwth

.

.

.

Αναδημοσίευση από: http://rioters.espivblogs.net/

Κατερίνα Γώγου – Συνέλευση

Κατερίνα Γώγου – Συνέλευση
ø

Που λες, γυρίζω ξυπόλυτη σ’έναν κόσμο
που θέλω ν’αλλάξω, αφήνοντας
ματωμένα χνάρια στο πέρασμά μου.
Χάνω δυνάμεις αργά και σταθερά
και σήμερα Τρίτη , ώρα 5 ξανα νυχτώνει.
Οι δικλείδες ασφαλίας στο μυαλό μου
λασκάρισαν, άστα. Νομίζω πως είμαι ακόμα 8 χρονών
και ταξιδεύω με τη σκούνα στην Τήνο
για το θαύμα.
.
.
Ορθογώνια σίδερα, μπετά και φλοκάτες
κλείνουν στεγανά ανθρώπους που φοβούνται
να ελπίσουν και κλείνονται στους καμπινέδες
και κλαίνε. Πρέπει ν’αντέξω.
.
.
Κι αυτά που θέλεις να πεις κάθεσαι και τα μετράς
λέξη-λέξη, και φτάνεις ωχρός
κι αποφασισμένος στη συνέλευση
περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία,
και φτάνεις σου λέω αδερφέ μου,
κι οι ευκαιρίες τέλος – χάνεις την ψυχραιμία
κι ακούς τον εαυτό σου να ουρλιάζει:
 .
Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε!
– και όλοι σε κοιτάνε, όπως κοιτάνε
στα γουέστερν, το καπέλο του καουμπόι
που δεν πέφτει με τίποτα, και συ τρακαρισμένος
να προσπαθείς να το βγάλεις ξέροντας πως ποτέ
δεν αγόρασες καπέλο κι έπειτα να σκύβεις
και να κοιτάς ντροπιασμένος τις μύτες των παπουτσιών σου
χαμένος στην αποτρόπαιη μοναξιά
της γενικής συνέλευσης.
.
.
Έτσι που λες. Έστω κι ένας…

Νίκος Ρωμανός «Η πολεμική της αξιοπρέπειας»

«Και κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο προσωπικά.

‘Όπως ο δήμιος… πότιζα εγώ τα ρόδα της συμπόνιας μες στον ύπνο τους εγώ, ένας άρρωστος εκ πεποιθήσεως, ένας ιδιοφυής της δυστυχίας (που τίναξα κάποτε τα μυαλά μου για μία ωραιότερη εποχή) κι ίσως τα δάκρυα μας πηγαίνουν πιο μακρία από τα όνειρα.

Καθώς βράδιαζε έπρεπε να ξαναβρίσκω όλη μου την αθωότητα για να μπορούνε τα άστρα να ‘ναι εκεί στην ώρα τους.

Και συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με τον φόβο ή την τύψη μα πιο πολύ με τ’ όνειρο»

Τάσος Λειβαδίτης

.

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να ρίξει γέφυρες επικοινωνίας με όλους τους συντρόφους που διατηρούν το στοίχημα της καταστροφής ανοιχτό, να δώσει ζωή στις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου που μέσα από αυτές τις γραμμές ταξιδεύουν και συναντιούνται με ανθρώπους που όπως και εγώ πιστεύουνε πως μονάχα μέσα από συνεχή αγώνα μπορούμε να κερδίσουμε πίσω την ζωή μας με τους δικούς μας όρους.

Έναν συνεχή αγώνα που εκδηλώνεται με χίλιους διαφορετικούς τρόπους που κατευθύνονται σε έναν σκοπό.

Με οργισμένες φωνές και συγκρούσεις στις διαδηλώσεις, με μολύβι και χαρτί πάνω στα οποία αποτυπώνονται επικίνδυνες σκέψεις, με συζητήσεις και εκμυστηρεύσεις με τις οποίες χτίζονται συντροφικές σχέσεις ζωής, με όπλα, με βόμβες και με φωτιά που εκδικούνται έναν ολόκληρο κόσμο που μας έριξε στο κενό.

Ένα απελπισμένο ταξίδι ελευθερίας με συνοδοιπόρους το πείσμα και την «τρέλα» όλων εκείνων που αποφάσισαν να ρισκάρουν και να βαδίσουν ενάντια στις πιθανότητες πολεμώντας την ίδια τους την μοίρα.

Σε αυτό το ταξίδι, η ατομικότητα είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο οικοδομείται η απελευθερωτική πάλη, όντας η πνευματική βάση με την οποία συλλογικοποιούνται οι ανατρεπτικές διαθέσεις πρέπει να απορρίψει λογικές αυθεντίας και να αφεθεί στην καταιγίδα των μεγάλων εσωτερικών αλλαγών που εξωτερικεύονται μέσω της εξέλιξης στην πράξη.

Γνωρίζοντας πως είμαστε μολυσμένοι από τα κατάλοιπα ενός άρρωστου κόσμου οι εσωτερικές συγκρούσεις που διεξάγονται στην ξέφρενη πορεία της ζωής μας είναι μάχες ενάντια στην καθημερινή αλλοτρίωση που δεχόμαστε ζώντας μέσα σε εχθρικά περιβάλλοντα. Η απέχθεια για τις συμβάσεις που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε για να επιβιώσουμε, ο προβληματισμός για τα αδιέξοδα που παραμονεύουν, ο πόλεμος ενάντια στον φόβο, η σκληρή παραδοχή ότι ο κόσμος του αγώνα δεν είναι τελικά τόσο «καθαρός» όσο θέλει να φαίνεται.

Γιατί οι αναρχικοί δεν είναι ούτε στρατιώτες που θυσιάζονται για ένα σκοπό, ούτε θεματοφύλακες μίας δήθεν υποκειμενικής αλήθειας που επιβάλλεται ως η μόνη αντικειμενική. Μακριά από μένα το επαναστατικό μάρκετινγκ και το προφίλ του πιο σκληρού, του πιο «κακού», του ποιος είναι ποιο επαναστάτης.

.

«Μερικά σχόλια σχετικά με τις νέες διώξεις…»

Πριν κάποιο καιρό μου ήρθε κλήση για να παραστώ στους ιεροεξεταστές Μόκα- Νικόπουλο ώστε να απολογηθώ για μια νέα υπόθεση με βάση τα ευρήματα από τα σπίτια που εισβάλανε οι μπάτσοι μετά την σύλληψη μας.

Η υπόθεση αυτή αφορά την συμμετοχή μας σε εμπρησμούς και ληστείες τραπεζών με βάση «ταυτοποιημένα» DNA και δήθεν αναγνωρίσεις τραπεζικών υπαλλήλων.

Όσον αφορά εμένα δεν κατηγορούμαι για κάποια από τις ληστείες τραπεζών παρά μόνο για εμπρηστικές επιθέσεις από την FAI- Φωτιές στον Ορίζοντα, FAI- Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα, Πύρινες Σκιές και την Μαχόμενη Μειοψηφία.

Ταυτόχρονα με βάση ένα αποτύπωμα μου σε ένα μπουκάλι μπύρας στο σπίτι παραγωγής νέων διώξεων στο Χαλάνδρι σχηματίζεται νέα δικογραφία για μένα και προφυλακίζομαι (αφού δεν εμφανίστηκα στους ανακριτές για να απολογηθώ) για 4η φορά (*) για τις τρεις βομβιστικές επιθέσεις της Σ.Π.Φ. (Κατσέλη, Χυνοφώτης, Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης).

Το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια έχει εγκαινιάσει μια νέα κατασταλτική τακτική εναντίων των αναρχικών αιχμαλώτων. Τεμαχίζει τις εκάστοτε υποθέσεις σχηματίζοντας διαρκώς νέες δικογραφίες με στόχο να εξασφαλίσει όσες περισσότερες και μεγαλύτερες καταδίκες μπορεί από την κάθε υπόθεση ώστε να παρατείνει στο μέγιστο τον χρόνο παραμονής μας στην φυλακή. Άλλωστε την στιγμή που μιλάμε κρατούμαστε με τριπλές, τετραπλές έως και εξαπλές προφυλακίσεις. Έτσι από την μια εφαρμόζεται στην πράξη η πολύχρονη φυλάκιση χωρίς δίκη ξεπερνώντας τα νομικά εμπόδια του πρόσφατου παρελθόντος και από την άλλη προετοιμάζεται η ποινική εξόντωση μας με δεκάδες χρόνια φυλακής από την κάθε υπόθεση.

Ακριβώς πάνω σε αυτό το γεγονός, δηλαδή στην σκλήρυνση της ποινικής καταστολής έχει ιδιαίτερη σημασία να επιμείνουμε στις αντιδικαστικές πρακτικές μας αποφεύγοντας την παγίδα της επίκλησης των δικαιωμάτων μας και των νομικών μας υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος.

Όπως συμβαίνει και με κάθε αναρχική δράση έτσι και τώρα η αξία της επιλογής συγκρούεται με τις συνέπειες ανοίγοντας αντιθεσμικά ρήγματα στην κοινωνική μηχανή. Με σημαντική εξαίρεση όταν προκύπτουν πιθανότητες άμεσης απελευθέρωσης όπου η στρατηγική της άμεσης εξαπάτησης του εχθρού υπερβαίνει την πολιτική ήττα μιας μακροχρόνιας πολιτικής ηττοπάθειας.

Το κράτος βλέπει ότι παρά την αιχμαλωσία μας δεν είμαστε διατεθειμένοι να υψώσουμε λευκή σημαία, ούτε να στρογγυλέψουμε τις προθέσεις μας και συνεχίζουμε να στηρίζουμε και να προωθούμε την βίαιη επίθεση εναντίων του μέσα και έξω από τα τείχη, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Με βάση αυτή μας την απόφαση λοιπόν συνεχίζει την κατασταλτική του επίθεση τροποποιώντας τα μέσα που χρησιμοποιεί. Από το κυνήγι της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και των μπάτσων, στις συνεχείς αντιτρομοκρατικές διώξεις, τις χιλιάδες σελίδες δικογραφιών, τα ειδικά δικαστήρια και προσεχώς τις ειδικές συνθήκες κράτησης. Από την αστυνομική στην αναβαθμισμένη ποινική καταστολή.

Η καταστολή του κράτους, δηλαδή η επιλογή του να σπείρει τον φόβο με κάθε πιθανό τρόπο κερδίζει έδαφος μονάχα όταν βρεθεί αντιμέτωπη με την απάθεια και την παραίτηση. Αυτές είναι οι επιλογές των θρασύδειλων και ηλίθιων σύμμαχων του εξουσιαστικού συμπλέγματος που επιβραβεύονται.

Για αυτό και η καπιταλιστική κοινωνία θρέφει με τις αιμοβόρες αξίες της ανθρώπους ανίκανους, άπληστους και υποκριτές πνιγμένους στην σύγχυση και την εξατομίκευση του σύγχρονου κόσμου.
Ακριβώς για αυτό αντιτάσσουμε την όξυνση του αγώνα μέσα στον οποίο γεννιούνται ελεύθερα συναισθήματα και ανθρώπινες σχέσεις απαλλαγμένες (στο βαθμό του εφικτού) από την κυρίαρχη κουλτούρα.

Έτσι πιστεύω ότι ακόμα και σαν αιχμάλωτοι δεν πρέπει να σταματάμε να παράγουμε επιθετικό αναρχικό λόγο, να απαξιώνουμε τις δικαστικές παρωδίες, να επικοινωνούμε τις σκέψεις μας προωθώντας την αναρχική αλληλεγγύη που εκφράζεται από τους συντρόφους εκτός των τειχών. Η καταστολή θα νικήσει μονάχα αν παραιτηθούμε από την μάχη εναντίων του εξουσιαστικού συμπλέγματος.

Εξάλλου δεν αναζητούμε οδό διακριτικής απεμπλοκής από τον πόλεμο εναντίων της εξουσίας, αν επιθυμούσαμε κάτι τέτοιο το μόνο σίγουρο είναι ότι το κράτος ευχαρίστως θα μας την προσέφερε αποβλέποντας στον «σωφρονισμό» μας. Το μόνο το οποίο αναζητούμε είναι δρόμοι διαφυγής από το σημείο της εκάστοτε μάχης. Για να συνεχίσουμε ανυποχώρητα τον αγώνα εναντίων του κοινωνικού συστήματος.

Πέρα από τα πολιτικά συμπεράσματα του καθενός το μόνο σίγουρο είναι ότι όσοι σύντροφοι επιθυμούν να εμπλακούν ενεργά στον αναρχικό αγώνα, πρέπει να μελετήσουν τα λάθη που γίνονται και να βρεθούν ένα βήμα μπροστά από τον εχθρό, σχεδιάζοντας με μεγάλη προσοχή και υπομονή τις επόμενες κινήσεις τους. Να αποφεύγουν όσο το δυνατόν τις βιαστικές κινήσεις χωρίς όμως να οδηγούνται στην αδράνεια. Γιατί όσοι βρεθούν στην κοιλιά του Λεβιάθαν και επιθυμήσουν να παραμείνουν αμετακίνητοι στις αξίες τους θα πρέπει να φτύσουν αίμα για να τον αναγκάσουν να ανοίξει το στόμα του. Το βέβαιο είναι ότι η εποχή της κρατικής ανοχής τελείωσε.

.

«Ανάληψη ευθύνης- Μιλώντας με πράξεις…»

Επιστρέφοντας στο ειδικό ζήτημα του κειμένου, σχετικά με τις νέες διώξεις και την κλήση για απολογία. Η στάση μου προς τους ανακριτές ήταν, είναι και θα είναι ίδια και απαράλλακτη. Αρνούμαι να ανοίξω διάλογο με την δικαστική μαφία, αρνούμαι να απολογηθώ στους δήμιους μου. Μια στάση που φτύνει κατάμουτρα την εξουσία των κουστουμιών τους και επιμένει πως ο αγώνας μέσα από τα δεσμά της αιχμαλωσίας συνεχίζεται.

Η καταστολή τους θα βρίσκει για πάντα εμπόδιο τις επαναστατημένες συνειδήσεις μας, η εξέγερση μας θα νικήσει τον φόβο, το χάος και η αναρχία είναι αναπόφευκτα.

Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη για την συμμετοχή μου στις αναρχικές εμπρηστικές ομάδες FAI-Φωτιές στον Ορίζοντα, FAI- Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα και Μαχόμενη Μειοψηφία. Στόχος των συγκεκριμένων αναρχικών ομάδων ήταν να συνεισφέρουν στην διάχυση της επαναστατικής βίας και να αναδείξουν ότι μπορεί να υπάρξει δράση ακόμα και με τα πιο απλά και προσβάσιμα στον καθένα μέσα. Αρκεί να υπάρχει θέληση και διάθεση να επιτεθείς εναντίων των καταπιεστών σου.

Η ανάληψη ευθύνης είναι για μένα ένας τρόπος να συνεχίζω να μιλάω με πράξεις μέσα από τα δεσμά της αιχμαλωσίας, να υπερασπιστώ την αναρχική εμπρηστική δράση ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολύμορφου αγώνα, να δώσω ξανά ζωή σε κείμενα που γράφτηκαν μέσα σε χώρους που καταζητούνταν από την έννομη τάξη, μαζί με όμορφα σχέδια και πολλές ελπίδες. Κείμενα που για μένα κουβαλάνε ένα κομμάτι του εαυτού μου από την διαδρομή μου στην αναρχική παρανομία και που θεωρώ ότι αξίζει να τα υπερασπιστώ πολιτικά στην παρούσα συνθήκη.

Εκτός όμως από αυτό η επιλογή της ανάληψης ευθύνης έχει και ορισμένους πολιτικούς στόχους ιδιαίτερης σημασίας.

Αρχικά έχει στόχο να υψώσει ένα τείχος προστασίας γύρω από συντρόφους και αγαπημένα πρόσωπα εμποδίζοντας την εκδικητική εξάπλωση των διώξεων για συμμετοχή στις παραπάνω ομάδες με το πρόσχημα ότι η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη πράγμα που είδη έχει γίνει σε ένα βαθμό καθώς πολλοί σύντροφοι μου συμπεριλαμβάνονται ως κατηγορούμενοι για συμμετοχή σε αυτές τις ομάδες.
Συγκεκριμένα λοιπόν πέρα από την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου αναλαμβάνω και την ποινική ευθύνη για τις εμπρηστικές επιθέσεις με βάση τις οποίες έχει σχηματιστεί δικογραφία, στην δημοτική αστυνομία της Κυψέλης, στην επενδυτική εταιρία Trastor και στο σπίτι του πρώην Υπουργού Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας Γιάννο Παπαντωνίου.

Με μια απλή μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας είναι φανερό ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν από ένα μόνο άτομο.

Τόσο τα βίντεο όσο και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων σε κάθε μια από τις υποθέσεις αναφέρονται σε ένα άτομο που ήμουν εγώ πράγμα που αποδεικνύει και τον ισχυρισμό μου. Όπως λοιπόν αναλαμβάνω την ευθύνη για τις παραπάνω επιθέσεις ξεκαθαρίζω ότι δεν συμμετείχα στο εμπρησμό του αμαξοστασίου της ΕΘΕΛ ούτε στις εμπρηστικές επιθέσεις που πραγμάτωσαν οι Πύρινες Σκιές.

Ο λόγος που δημόσια τοποθετούμαι πάνω σε αυτό είναι γιατί πιστεύω ότι έχει σημασία να αναδείξω τον τρόπο που οι αστυνομικές αρχές χρησιμοποιούν την νέα καταστολή μέσω του DNA για να ενοχοποιήσουν συντρόφους αιχμάλωτους και μη δημιουργώντας μια βιομηχανία διώξεων που βασίζεται στην αυθεντία της επιστημονικοφανούς αντικειμενικότητας του DNA. Είναι προφανές ότι η δημόσια άρνηση μου καμία σχέση δεν έχει με το να αποφύγω τις ποινικές ευθύνες καθώς γίνεται ταυτόχρονα με την ανάληψη ευθύνης για επιθέσεις εναντίων της κυριαρχίας.

Στόχος μου είναι να δημιουργηθεί μια καθαρή παρακαταθήκη, ώστε να καταδειχθεί ο τρόπους που οι μπάτσοι φυτεύουν τον μαγικό επιστημονικό τους σπόρο για να καταδιώξουν αναρχικούς αρκεί η αστυνομία να γνωρίζει την ταυτότητα τους και να θέλει να τους στοχοποιήσει. Με τρανταχτά παραδείγματα την καταδίκη των συντρόφων Τάσο Θεοφίλου και Μπάμπη Τσιλιανίδη, αλλά και την δίωξη εναντίων του καταζητούμενου συντρόφου Νίκου Μαζιώτη για μια ληστεία τράπεζας.

Τέλος απαντώντας εκ των προτέρων σε μια πιθανή κριτική που διαφωνεί με την ανάληψη ευθύνης θεωρώντας ότι παίζεις το παιχνίδι των μπάτσων μπαίνοντας στην διαδικασία να απαντάς για κάθε δίωξη, έχω να πω ότι ένας από τους λόγους της ανάληψης ευθύνης είναι ακριβώς αυτός να χτυπήσω τις πραγματικά κατασκευασμένες διώξεις αναλαμβάνοντας παράλληλα την ευθύνη για τις ενέργειες που μου αναλογούν και που προτίθεμαι να υπερασπιστώ.

.

«Για τις δράσεις που γίνανε…»

Η δράση της FAI-Φωτιές στον Ορίζοντα ξεκίνησε με σαμποτάζ σε γραμμές του τραμ σε αλληλεγγύη στις τότε απεργίες πείνας που διεξαγόντουσαν εκείνη την περίοδο στις φυλακές και συνεχίστηκε με εμπρηστικές επιθέσεις σε κρατικούς και καπιταλιστικούς στόχους πάντα σε αλληλεγγύη με τους αιχμάλωτους αναρχικούς.

Η δράση της FAI-Μονάδα Φωτιά στα Κάτεργα αφορά μια απόπειρα εμπρησμού σε επενδυτική εταιρία που πραγματοποιήθηκε ως μια ελάχιστη απάντηση για την απομόνωση που είχε επιβληθεί στον αναρχικό Σωκράτη Τζίφκα επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί κατά την σωματική έρευνα στις φυλακές Διαβατών.

Η δράση της Μαχόμενης Μειοψηφίας στόχευε αποκλειστικά την ατομική ιδιοκτησία εχθρών της ελευθερίας. Στόχος μου ήταν να αναδείξω ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται μόνο στις αναπαραστάσεις της κυριαρχίας αλλά έχει και όνομα και διεύθυνση, χτυπώντας ανθρώπους που με τις επιλογές τους βρίσκονται στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης και αναδεικνύοντας πως με απλά και προσβάσιμα μέσα μπορείς να επιστρέψεις ένα κομμάτι του τρόμου που δεχόμαστε πίσω στα σπίτια τους. Η Μαχόμενη Μειοψηφία στόχευσε εναντίoν σπιτιών και οχημάτων πολιτικών (Μαρία Καλτσά, Γιάννος Παπαντωνίου), δημοσιογράφων, σε συνεργασία με τα συντρόφια από τους κύκλους παραβατικών, (Γιώργος Οικονομέας, Πέτρος Καρσιώτης, Αντώνης Λιάρος, Χρήστος Κώνστας, Αντώνης Σκυλάκος) και ενός φασίστα που συμμετείχε σε πογκρόμ εναντίων μεταναστών. Οι φωτιές που άναβε πάντα βρισκόταν σε συνενοχή με όλους τους αιχμάλωτους αναρχικούς θέλοντας να λιώσει τον πάγο του εγκλεισμού και να ζεστάνει τις καρδιές τους.

Όπως είναι λογικό οι αναλήψεις ευθύνης αντικατοπτρίζουν και ένα κομμάτι των αντιλήψεων μου και της πορείας τους προς νέα μονοπάτια της ανατρεπτικής σκέψης. Πιστεύω ότι η δράση των συγκεκριμένων εμπρηστικών ομάδων συνέβαλε στην αδιάκοπη πορεία της αναρχικής εξέγερσης. Οι εμπρηστικές επιθέσεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα γιατί είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν από νέους συντρόφους, διατηρούν την φωτιά των εμπόλεμων εχθροπραξιών αναμμένη και συμβάλουν στην διάχυση της αναρχικής βίας. Τοποθετούν το δικό τους λιθαράκι στην εδραίωση του αναρχικού αντάρτικου πόλης και προκαλούν αναταραχή στην εύρυθμη λειτουργία του συστήματος.

Φυσικά οι εμπρησμοί πρέπει να γίνονται σε πολιτική συγγένεια με όλες τις εκφάνσεις τις αναρχικής βίας (βομβιστικές επιθέσεις, πολιτικές εκτελέσεις, βίαιες μαζικές συγκρούσεις, καταδρομικές εξορμήσεις), ώστε να δημιουργούν ένα κοινό μέτωπο δράσης ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο που το μόνο όριο που θέτει στον εαυτό του δεν είναι άλλο από την ολική καταστροφή του υπάρχοντος.

Η εξέγερση μου ενάντια στο διαρκές έγκλημα του εξουσιαστικού πολιτισμού πάνω στις ζωές μας, δεν ξεκίνησε ούτε περιορίστηκε στην δραστηριότητα των παραπάνω εμπρηστικών ομάδων. Η στασιμότητα είναι καταδικασμένη να πεθάνει από τον κόσμο της ταχύτητας. Εξέλιξη σημαίνει κριτική σκέψη, ιδεολογική απαγκίστρωση από όλα τα δόγματα, συνεχή δράση, πειραματισμό, δημιουργία και καταστροφή.

Η μόνη δέσμευση γύρω από την οποία ξετυλίγεται η πιο απόλυτη απόφαση δεν είναι άλλη από τον αγώνα για την αναρχική επανάσταση μέχρι την αυγή της δικής μας εποχής, μέχρι το τέλος.
Κλείνοντας το κομμάτι που αφορά την ανάληψη ευθύνης έχει σημασία να αναφερθώ και στο λάθος που έκανα να αφήσω το στικάκι στο σπίτι που διέμενα και να μην το καταστρέψω έγκαιρα. Πιστεύοντας με αφέλεια ότι δεν θα γίνει άμεσα ή στραβή και αναβάλλοντας για αύριο κάτι που μπορούσα να κάνω άμεσα.

Αυτή είναι η δική μου τοποθέτηση γύρω από τον νέο κύκλο διώξεων εναντίων μας. «Oι αγώνες για απελευθέρωση είναι διαφορετικοί δρόμοι, που συγκλίνουν σε μια μάχη. Μια φωτιά ζεστών συναισθημάτων καίει στο στομάχι. Στην καταναγκαστική κινητικότητα αυτής της εποχής, που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, το πλέγμα της καταστολής-καταπίεσης γίνεται αδυσώπητα πυκνό. Αλλά τα όπλα τους, οι θεραπείες τους είναι ακριβώς ο φόβος.» (Adriano Antonacci) «Σκόρπιες σκέψεις γύρω από το εμπόλεμο σήμερα…»

Κλείνοντας το κείμενο θα ήθελα να σχολιάσω κάποια πράγματα γύρω από την τρέχουσα συγκυρία. Ψάχνω λοιπόν λέξεις που να περιγράφουν εύστοχα τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του τερατουργήματος. Ολοκληρωτικός κοινωνικός έλεγχος σωμάτων και μυαλών, οικονομική κρίση, τεχνοεπιστημονική πανούκλα, αστυνομικές και στρατιωτικές επεμβάσεις, συγκρούσεις γεωπολιτικών συμφερόντων, διπλωματικά επεισόδια, γενικευμένη αναταραχή, ωμή βία, διάχυτη σύγχυση, μαζικός αποπροσανατολισμός.

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή του ιστορικού γίγνεσθαι, πολλές αναλύσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αναδιαρθρώνεται και θωρακίζεται σε όλα τα επίπεδα καθώς και για την τάση του καπιταλισμού να εξαπλώσει την στρατιωτικοποιήση του πέρα από τα εκμεταλλευόμενα εδάφη του τρίτου κόσμου στο εσωτερικό των μητροπόλεων απαντώντας έτσι στην πολιτική αστάθεια που εξαπλώνεται ραγδαία.

Πέρα από τις διαφορετικές λέξεις και την απόκλιση ορισμένων σκεπτικών υπάρχει μια σύγκλιση αντιλήψεων για την κρισιμότητα των καιρών μας. Το πρόβλημα είναι ότι έστω και έτσι αδυνατούμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και στις προκλήσεις της εποχής και παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε αντιλήψεις που τροφοδοτούν τον κύκλο της αδράνειας και της εσωστρέφειας.

Προσωπικά πιστεύω ότι είναι αναγκαία η οργάνωση μας μέσα από την δημιουργία δικτύων και μετώπων δράσης που θα συντονίζονται στην βάση ελάχιστων πολιτικών συμφωνιών προκρίνοντας καμπάνιες πολύμορφης δράσης ενάντια στις αιχμές της σύγχρονης τυραννίας και απαντώντας ανάλογα στις κατασταλτικές επιθέσεις. Καταργώντας την γραφειοκρατία της κεντρικής οργάνωσης οπλίζουμε τις πρωτοβουλίες μας και συσπειρωνόμαστε ή δημιουργούμε μέτωπα δράσης όπου κρίνουμε ότι υπάρχει αναγκαιότητα. Είτε αφορά ζητήματα της επικαιρότητας (π.χ. φυλακές τύπου Γ) είτε θεματικές του ευρύτερου αναρχικού αγώνα (π.χ. αντιφασισμός).

Στην προσπάθεια να σπάσει ο κύκλος της αυτοαναφορικότητας πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε όλες τις πυρκαγιές που ανάβουν εναντίων του πολιτισμού, από μαχητικές διαδηλώσεις, συνελεύσεις και συγκρούσεις μέχρι ένοπλες επιθέσεις, μια επαναστατική απόπειρα για την εξάπλωση της μαχητικής αναρχίας. Γιατί αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν και από την στιγμή που στόχος μας δεν είναι άλλος από την ολομέτωπη επίθεση στο σύστημα, όλες οι προσπάθειες που γίνονται ανεξαρτήτως πολιτικής τάσης πρέπει να συνδέονται κάτω από το όραμα της απόλυτης ελευθέριας.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την κριτική μας στα γεγονότα, απλώς επιβεβαιώνει ότι όταν η κριτική συνδυάζεται μέσω δυναμικών παρεμβάσεων έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα γιατί στοχεύει στην διάχυση της επαναστατικής σκέψης σε εκείνους που αποκλίνουν από τα κυρίαρχα δόγματα και αναζητούν τρόπους σύγκρουσης με το υπάρχον.

Θέτοντας έτσι την προοπτική της σύνδεσης των επιθυμιών μας κάτω από ενώσεις ελεύθερων ατομικοτήτων που συλλογικοποιούνται κατευθυνόμενοι προς τους χαοτικούς δρόμους της δημιουργικής καταστροφής.

Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να συγκρουστούμε πολιτικά με τις υστερικές αντιδράσεις της ρεφορμιστικής πτέρυγας του αναρχικού κινήματος που τρέχει να υπογράψει πιστοποιητικά νομιμότητας στο κράτος. Θυμίζοντας τον πολιτικό ανταγωνισμό της πιο έντονης καταδίκης από τα βουλευτικά κόμματα έπειτα από κάθε ένοπλη επαναστατική ενέργεια. Είδαμε να γράφονται από «αναρχικά» στέκια φράσεις όπως τρομοκράτες και δολοφόνοι αναπαράγοντας την γλώσσα και τα επιχειρήματα της κυριαρχίας. Όπως φαίνεται δεν τρομοκρατείτε μόνο η κυριαρχία αλλά και η ρεφορμιστική πτέρυγα του αναρχικού κινήματος που φοβάται μήπως μπάσουν νερά τα μαγαζάκια της. Φαίνεται ότι όλοι αυτοί προτιμούν τον ρόλο του αιώνιου θύματος, ένας πολιτικός μαζοχισμός που ερεθίζεται με το να βγάζει φωτογραφίες χτυπημένα πρόσωπα και μαχαιρωμένα κορμιά από τις επιθέσεις των φασιστών και των μπάτσων.

Για να τελειώνουμε, πολύμορφος αγώνας σημαίνει αγώνας με όλα τα μέσα τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο, όποιος δεν σοκάρεται από τις χιλιάδες αυτοκτονίες του οικονομικού πολέμου σε καιρό «ειρήνης», από τους πνιγμένους μετανάστες στα θαλάσσια σύνορα, από τα διαμελισμένα κορμιά ανθρώπων στους επεκτατικούς πολέμους των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων, από τα ζώα που γδέρνονται ζωντανά μέσα στις πολυεθνικές βιομηχανίες, από την δολοφονική βία της αστυνομίας, από κάθε τι που γίνεται μέσα σε αυτό το σύστημα, και σοκάρεται πχ με τα πτώματα δυο φασιστών- πρόβλημα του. Η επανάσταση είναι συνεχής πόλεμος για μια αδούλωτη ζωή που παρά τις όποιες προσωρινές οπισθοχωρήσεις δεν σταματάει να μάχεται και να ανοίγει περάσματα για τις μικρές και μεγάλες εφόδους μας. Δεν είναι ευχάριστοι περίπατοι και φιλοσοφικές συζητήσεις υπό την επήρεια αλκοόλ για να καλοπιάσουμε ένα αόρατο φάντασμα που ονομάζεται καπιταλιστική κοινωνία. Εξάλλου μαθητευόμενοι μάγοι της πολιτικής εξαπάτησης υπάρχουν πολλοί, πιο επιδέξιοι και με περισσότερα δώρα.

Η παραπάνω τοποθέτηση έχει και σαν στόχο να αναδείξει ότι το δίπολο μεταξύ νέας και παλιάς αναρχίας είναι ψευδές και το μοναδικό πραγματικό επίκαιρο ερώτημα είναι ή με τους επαναστάτες που μάχονται ή με τους πολιτικάντηδες της συνθηκολόγησης.

Η αναρχία λοιπόν που μάχεται διαχωρίζεται από αυτό τον εκφυλισμό και μεταφέρει την οργή της σε κάθε γωνιά του κόσμου. Την οργή που εκφράζεται με τις αποφασισμένες φωνές σε μια διαδήλωση αλληλεγγύης, με την φωτιά που κατακαεί τους ναούς του χρήματος και τα σύμβολα του πλούτου, με τις προσωπικές επιθέσεις στους κρατικούς αξιωματούχους και τα ένστολα σκυλιά τους, με τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του ένας εκρηκτικός μηχανισμός που ανατινάχτηκε στα επιτελεία της καθεστηκυίας τάξης.

Συνεχίζουμε όλοι μαζί, ελεύθεροι, καταζητούμενοι και αιχμάλωτοι τον αγώνα για την καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Σινιάλα αλληλεγγύης, εξέγερσης και αγάπης

• Σε όλους τους συντρόφους και φίλους του Δικτύου Αγωνιστών Κρατούμενων.
• Στους Ιταλούς αναρχικούς εν’ όψει της βδομάδας διεθνούς αλληλεγγύης (16-24 Μαΐου)
• Στον αναρχικό μαχητή Claudio Lavazza, στην Μόνικα Καμπαλέρο και τον Φρανσίσκο Σολάρ.
• Στα συντρόφια από την υπόθεση Σεκιούριτ και στην Ταμάρα Σολ.
• Στον αμετανόητο σαμποτέρ Μάρκο Κάμενιτς.
• Σε κάθε φυλακισμένο αναρχικό σε κάθε γωνία του κόσμου που άθελα μου ξεχνώ να αναφέρω.
Με το μυαλό μου δίπλα σε όλους τους καταζητούμενους αναρχικούς.
Δύναμη σε όσους οπλίζουν της αρνήσεις τους ενάντια στο σύστημα.
Τιμή για πάντα στον Sebastian Oversluij που έπεσε μαχόμενος κατά την διάρκεια ληστείας σε τράπεζα.
Τιμή για πάντα σε όλους τους νεκρούς του επαναστατικού πολέμου.
Ζήτω η Αναρχία!

Υ.Γ) «Εκείνο που δεν έχω είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα μυστικό στην τράπεζα. Εκείνο που δεν έχω είναι τα πιστόλια σου, για να κατακτήσω τον ουρανό, για να κερδίσω τον ήλιο. Εκείνο που δεν έχω είναι να την βγάλω καθαρή. Εκείνο που δεν έχω είναι αυτό που δεν μου λείπει. Εκείνο που δεν έχω είναι τα λόγια σου για να κερδίσω τον ουρανό, για να κατακτήσω τον ήλιο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα ρολόι που να πηγαίνει μπροστά, για να πηγαίνω γρηγορότερα από τον χρόνο και να είμαι σε κάποια απόσταση. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα σκουριασμένο τραίνο, για να με μεταφέρει πίσω εκεί που ξεκίνησα. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα χρυσό δόντι. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα ωραίο δείπνο. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα μεγάλο λιβάδι για να τρέξω πιο γρήγορα από την μελαγχολία. Εκείνο που δεν έχω είναι τα χέρια μου στο σώμα σου. Εκείνο που δεν έχω είναι μια διεύθυνση στην τσέπη. Εκείνο που δεν έχω είσαι εσύ με το μέρος μου. Εκείνο που δεν έχω είναι να σε ξεγελάσω στο παιχνίδι. Εκείνο που δεν έχω είναι ένα άσπρο πουκάμισο. Εκείνο που δεν έχω είναι να την βγάλω καθαρή. Εκείνο που δεν έχω είναι τα πιστόλια σου για να κατακτήσω τον ουρανό, για να κερδίσω τον ήλιο. Εκείνο που έχω είναι…» ( Fabrizio de André «εκείνο που δεν έχω»)
Αφιερωμένο στον Ιταλό αναρχικό Adriano Antonacci ο οποίος κατηγορείται για εμπρηστικές επιθέσεις ενάντια στην τεχνοεπιστήμη και τον βιασμό της φύσης και θα δικαστεί μέσω τηλεδιάσκεψης σε λίγο καιρό.

.

Μάιος 2014
Νίκος Ρωμανός

.

.

Σημειώσεις:

(*) 1η προφυλάκιση για την διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης.
2η προφυλάκιση για την υπόθεση των σπιτιών του Βόλου και της Καλλιθέας.
3η προφυλάκιση για τις εμπρηστικές επιθέσεις και τα ευρήματα από τις εισβολές των μπάτσων στα σπίτια που είχαμε στην παρανομία.
4η προφυλάκιση για τρεις βομβιστικές επιθέσεις της Σ.Π.Φ με βάση ένα αποτύπωμα σε ένα μπουκάλι μπύρας στο Χαλάνδρι.

To καρναβάλι: Μια αναρχική γιορτή.

<κείμενο δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος της ασύμμετρης απειλής>

riots

«Το γέλιο είναι μια αντίδραση ενάντια στην αυστηρότητα. Γελούσαμε και κοροϊδεύαμε τα πάντα. Κοροϊδεύαμε τους εαυτούς μας, όπως κοροϊδεύαμε τους καλοχορτασμένους και τους ψευτοειρηνοποιούς. Παίρναμε το γέλιο μας στα σοβαρά. Το γέλιο ήταν η μόνη εγγύηση της σοβαρότητας με την οποία, στο ταξίδι μας προς την ανακάλυψη του εαυτού μας, εξασκούσαμε την αντιτέχνη» – Hans Richter

.

1)
Το καρναβάλι την εποχή της φεουδαρχικής Δύσης, είχε ανατρεπτικό χαρακτήρα. Η μεγάλη του ακμή συμπέφτει με την ανάπτυξη των πόλεων, της αυτονομίας τους και της νεοσχηματισμένης αστικής τάξης, η οποία το χρησιμοποιεί στον πολιτιστικό της αγώνα εναντίον της φεουδαρχικής και εκκλησιαστικής ιδεολογίας. Το καρναβάλι είναι για την αστική τάξη ότι η επιστήμη, το θέατρο, ο τύπος: όπλα ενάντια στη φεουδαρχία. Με την εγκαθίδρυσή της, τα τρία τελευταία γίνονται εργαλεία για την διατήρηση της θέσης της και της αύξησης της δύναμής της, ενώ το καρναβάλι, απλά απονευρώνεται και χάνει την επαναστατικότητα και τη λαϊκότητά του. Ο κόσμος που συμμετέχει σ’ αυτό, πλέον είναι διαχωρισμένος από την οργάνωσή του, την οποία αναλαμβάνουν κρατικοί φορείς. Το μόνο που μένει ίδιο είναι η μεταμφίεση και η μέθη. Η επαναστατικότητα του καρναβαλιού, όμως, τελικά δεν εξαφανίστηκε. Δραπέτευσε και μεταμορφώθηκε! Αποκομμένη πια απ’ το καρναβάλι, η καρναβαλική επαναστατικότητα, μπόλιασε στις οδομαχίες και βρήκε έδαφος να επιβιώσει και να αναπτυχθεί.

2)
Η ανανέωση της ζωής που γιορτάζεται στα καρναβάλια της υπαίθρου, δίνει τη θέση της στη γιορτή της επανοικειοποίησης της στις οδομαχίες. Το ανάμα της φωτιάς και το κάψιμο του ανδρείκελου, αντικαθίσταται από τον εμπρησμό εχθρικών προς τη ζωή στόχων. Οι αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, τα σκατολογικά τραγούδια και η αθυροστομία, αντικαθίστανται απ’ τις φαλλοκεντρικές χειρονομίες (την επίδειξη των γενετικών οργάνων προς τα όργανα της τάξης), τα σκατολογικά συνθήματα και την αθυροστομία. Η μεταμφίεση αντικαθίσταται με το «κουκούλωμα». Το κράτημα της μαγκούρας για ξυλοφόρτωμα, από το κράτημα του ροπάλου ή του λοστού για ξυλοφόρτωμα, σπάσιμο κλπ Η εκτόξευση αντικειμένων, απ’ την εκτόξευση πετρών. Ο θόρυβος των κουδουνιών από το θόρυβο της σπασμένης μολότοφ. Η κριτική και η αμφισβήτηση της εξουσίας στο καρναβάλι, αντικαθίσταται από την ευθεία επίθεση σ’ αυτήν.
Για τη λογική του καρναβαλιού, όπως και για τη λογική των οδομαχιών, καμιά αξία δεν είναι ιερή και ακλόνητη. Κανένα γεγονός δε θεωρείται αρκετά τραγικό, ιερό ή επίσημο για να μην μπορεί να γίνει αντικείμενο γελοιοποίησης και χλεύης. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το «τίποτα δεν είναι ιερό, τα πάντα επιτρέπονται».
Το καρναβάλι, όπως και οι οδομαχίες, είναι πρόσκαιρη διακοπή του επίσημου συστήματος των απαγορεύσεων και των ιεραρχικών φραγμών. Είναι ένας ανάποδος κόσμος που κρατάει κάποιες μέρες, στην περίπτωση του καρναβαλιού, και κάποιες ώρες ή λεπτά, στην περίπτωση των οδομαχιών.

3)
Το καρναβάλι, εκτός από «ανάποδος κόσμος», είναι κι ένας κόσμος που τα αντίθετα ενώνονται, όπως η ζωή κι ο θάνατος, τα γηρατειά κι η νιότη, το “πάνω” και το “κάτω”, η γυναίκα και ο άνδρας. Γεγονός που αποκρυσταλλώνεται σε διάφορες φιγούρες του καρναβαλιού, όπως οι αρλεκίνοι, που είναι μισοί άντρες και μισοί γυναίκες ή ο μασκαράς του σλοβένικου καρναβαλιού, που είναι γριά και νέος ταυτόχρονα. Οι οδομαχίες, επίσης, χαρακτηρίζονται από την ένωση των αντιθέτων: της κατάφασης και της άρνησης, της θέσης και της αντίθεσης, της άμυνας και της επίθεσης, της αγάπης για την ελευθερία και του κινδύνου για ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό της.

.

Ex Negativo
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 2007

ΠΗΓΗ: http://exnegativo.blogspot.gr/

Η δολοφονία του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη (ΜΠΑΤΣΟΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ)

.
Λίγο πριν μπεί η δεκαετία του ’80, το ανεξάρτητο κράτος που ο ιατρός Τσιρώνης είχε κηρύξει στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο έπεφτε μετά από έφοδο της αστυνομίας. Ο ιατρός βρέθηκε νεκρός. Αυτοκτονία, είπαν… Δολοφονημένος, κατήγγειλε η οικογενειά του. Η καραμανλική μεταπολίτευση έπνιξε τις ουτοπίες. Μετά από λίγα χρόνια, ο Κοσκωτάς θα αναλάμβανε δράση (το ’82, με την εξαγορά της Γραμμής). Ο Λεωνίδας Χρηστάκης έγραψε δύο φορές στο περιοδικό του, το Ιδεοδρόμιο, για τη ζωή και τις συνθήκες του θανάτου του Βασίλη Τσιρώνη. Αναδημοσιεύονται εδώ τα δύο του άρθρα μαζί με την περιγραφή της περίφημης αεροπειρατείας της οικογένειας Τσιρώνη στα χρόνια της Χούντας από τον “Ιό” της Ελευθεροτυπίας, και τη δήλωση της Αναστασίας Παύλου, της τότε μαθήτριας που οι εφημερίδες της εποχής παρουσίαζαν ως “απαχθείσα” από τό Ουδετερόφιλο Ελληνικό Μέτωπο του Βασίλη Τσιρώνη.

front

Ένα μικρό χρονικό…

30 Νοέμβρη 1977: Συνεχίζεται η πολιορκία του σπιτιού του γιατρού Τσιρώνη. ΜΑΤ και ελεύθεροι σκοπευτές αποκλείουν την περιοχή όταν ο Τσιρώνης πυροβολεί εναντίον του πληρώματος περιπολικού που πάει να τον συλλάβει.

5 Φλεβάρη 1978: Ανεξάρτητο κράτος κηρύσσει το σπίτι του ο γιατρός Τσιρώνης.

11 Ιούλη 1978: Αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη στις 4 το πρωί, με δικαστική απόφαση και παρουσία εισαγγελέα. Ο διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από το σπίτι του γιατρού, ενώ ρόλο επόπτη στην οργάνωση της επιχείρησης έχει παίξει ο ίδιος ο υπουργός δημόσιας τάξης Μπάλκος. Ο γιατρός Τσιρώνης «αυτοκτονεί». Η επιχείρηση «επιτυγχάνει».

12 Ιούλη 1978: Συλλαμβάνονται 2 άτομα μέλη της οργάνωσης του γιατρού Τσιρώνη. Είναι οι Γ. Σκάνδαλης 26 χρόνων και Δ. Νικολούλης 21 χρόνων.

13 Ιούλη 1978: 1000 περίπου άτομα με συνθήματα κατά της αστυνομίας και του κράτους, κηδεύουν το γιατρό Τσιρώνη.

Από το βιβλίο
«αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται, δεν εξαγοράζονται, δεν  δικαιώθηκαν»,
της Αυτόνομης Πρωτοβουλίας Πολιτών

OEM

Άρθρο του Λεωνίδα Χρηστάκη από το ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ (Ι)

Το παρακάτω άρθρο με τον τίτλο: «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΟΡΓΗ»
δημοσιεύτηκε στη σελίδα 5, του Ιδεοδρόμιου Νο 31, 23 Ιούλη 1979,
με αφορμή την πρώτη χρονιά του «θανάτου»
του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη, όπου αποκαλύπτονται πολλά…

Θα μου πείτε και μένα ότι είμαι όψιμος αγανακτησίας που θυμήθηκα τον Τσιρώνη, ακριβώς στην επέτειο της περσινής δολοφονίας του, αλλά βέβαια αν θέλετε να μοιραστούμε την ευθύνη, αυτή είναι ένα προς έξι χιλιάδες (αναγνώστες) επαναλαμβανόμενη επί είκοσι φορές, δηλ. όσα τεύχη βγήκανε απ’ το νούμερο 9 και πέρα – μέχρι σήμερα.

Κανένα γράμμα, καμιά φράση, καμιά διαμαρτυρία, κανένα οργισμένο σχόλιο συμπάθειας δεν ήρθε εδώ στο ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ για την υπόθεση Τσιρώνη. Φαίνεται ότι «η κοινή γνώμη», αφού «έφαγε» μια για πάντα το θέμα του Τσιρώνη, κατάπιε μαζί και όλους τους οργισμένους και μαχητικούς αγωνιστές που τον επισκέπτονταν και βγάζανε φωτογραφίες μαζί του, αγόραζαν το μπλε βιβλιαράκι και όταν δεν το βρίσκαν το φωτοτυπούσαν, περνούσαν έξω από το σπίτι του – δήθεν περαστικοί – για ν’ ακούσουν την εκπομπή του και τέλος στην κηδεία του ορκιζόντουσαν με τη γροθιά ψηλά… εκδίκηση (το τελευταίο ισχύει για τους αριστεριστές).

Εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς που και στο σπίτι του πήγα τρεις βδομάδες πριν τη δολοφονία και φωτογραφίες έβγαλα μαζί του και μαγνητοφωνημένη συνέντευξη του πήρα και σε τρία διαφορετικά ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΑ έγραψα «πύρινα» άρθρα και στην κηδεία δεν πήγα και καμιά γροθιά εκδίκησης δεν σήκωσα, όταν μάλιστα δολοφονήθηκε… παραθέριζα στο Λέχαιο Κορινθίας.

Ο Τσιρώνης ο ίδιος πίστευε και θα το πίστευε ακόμα αν ζούσε, ότι «στο αρχείο της συνείδησης του λαού καταγράφονται οι πολιτικές δολοφονίες που κάποια μέρα ξεσπάνε ενάντια στο κράτος».

Πίστευε και σε πολλά άλλα μαρξιστικογενή ιδεολογικά εκτρώματα. Όμως αυτό δεν ήταν η αιτία του θανάτου του από αστυνομικό όπλο.

Την αιτία του θανάτου του την ξέρουμε όλοι, αλλά κανείς δεν κουνιέται να την πει ανοιχτά. Η ενέργεια που τον οδήγησε στο θάνατο κάτω απ’ την αστυνομική βία ήτανε μία και μοναδική. Όταν από μια πλήξη πια στον πρώτο καιρό της αυτοεξορίας του μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα αποφάσισε ο Βασίλης Τσιρώνης να μιλήσει πιο ανοικτά για τον εκδότη Χρήστο Λαμπράκη και τους κωλοπετσωμένους μπράβους του δημοσιογράφους, από εκείνη τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η αστυνομία, το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα εκτελεστικά εισαγγελικά του όργανα έπαιξαν το ρόλο εκτελεστού, σπρωγμένου από τις γνωστές «αόρατες δυνάμεις» (όπως έλεγε μέχρι χτες το ΚΚΕ) του κατεστημένου ελληνικού τύπου.

Τα πιο αδύνατα εκδοτικά συγκροτήματα που είχαν και στο παρελθόν τους μια «αντιστασιακή δράση» επεσήμαναν με μασημένες κουβέντες τον «θρίαμβο» του συγκροτήματος Λαμπράκη που κατόρθωσε να ενεργοποιήσει τη δικαστική μηχανή, να δημιουργήσει τις παραμονές της εισβολής στο σπίτι του Τσιρώνη εκείνες τις γνωστές συσκέψεις, όπου αποφασίστηκε η «διακοπή του ενοχλητικού».

Το ότι ο Τσιρώνης ήτανε ένας… μόνος κάου-μπόυ, αυτό φάνηκε από το μετέπειτα ανεμοσκόρπισμα. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, οι υπουργοί του, οι οπαδοί του («λίγοι αλλά εκλεκτοί», μου έλεγε) και άλλοι θεωρητικοί, ανεμοσκορπίστηκαν χωρίς ούτε ένα… πολιτικό μνημόσυνο να κάνουν σ’ ένα θέατρο.

Ο Βασίλης Τσιρώνης το ήξερε αυτό, μου είχε παρουσιάσει την πιο ζοφερή εικόνα για τους συνεργάτες του.

Ο Μαθιουδάκης, μου έλεγε, έσπασε, το Σκανδάλη φοβάμαι. Όχι μη σπάσει, φοβάμαι για το ρομαντισμό του. Για τους άλλους αφήνω συνέχεια ερωτηματικά. Οι εξελίξεις θα το δείξουνε.

Ο θεωρητικός του Νίκος Βάληνδας, γραβατώθηκε και γυρίζει σαν χαμένο παρτάλι. Όταν μάλιστα στο τεύχος Νο 15 του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ του Νοέμβρη του 78 δημοσίευσα το άρθρο του που μου είχε δώσει ο Τσιρώνης «σχετικά με την ξενολακέδικη αριστερά και τα σημερινά ρετάλια», ο Βάληνδας άρχισε να λέει φανταστικά παραμύθια σε τρίτους, χωρίς να τολμήσει καν να έρθει απ’ το γραφείο του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ.

Λέγοντας για τον αντιστασιακό δευτερεύοντα τύπο, εννοούσα τα «ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ», την «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», καθώς και μερικές φυλλάδες του αριστερίστικου κατεστημένου τύπου, που συνεχώς… «εκ της κόνεώς του αναγεννάται». (… τέσσερις μέρες μετά την εκτέλεση του Τσιρώνη ο νεόκοπος δημοσιογράφος Νίκος Πλατής, εργαζόμενος στο δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη και παίρνοντας εντολή απ’ τον ίδιο τον Λαμπράκη να κάνει ένα θέμα υπέρ του Τσιρώνη στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, αυτό το περιοδικό της ιδεολογικής μαστουροποίησης του ελληνικού λαού, μ’ έπαιρνε μανιωδώς στο τηλέφωνο για να με βρει και να του δώσω πληροφορίες για τον Τσιρώνη. Η απάντησή μου ήταν γαμοσταυρίδι ακατάσχετο).

Το κομμάτι στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ έγινε από τον Πλατή με μια ευκαιριακή άλλη δημοσιογράφο και ο κόσμος έμεινε κατάπληκτος για την ακέραιη στάση του συγκροτήματος Λαμπράκη απέναντι στο έγκλημα.

Οι μήνες ήλθαν και παρήλθαν, μερικά μελαγχολικά συνθήματα στους τοίχους όπως

ΚΑΣΙΜΗ ΤΣΙΡΩΝΗ  – ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ…

Οι περαστικοί μέσα απ’ τα αυτοκίνητα ρίχνουν μια ματιά στα συνθήματα, αισθάνονται ότι αυτοί δεν θα δολοφονηθούν ποτέ τόσο άμεσα από το κράτος, μόνο καμιά φορά κανένας συνταξιούχος αστυνόμος του Ταμείου θα τους χτυπήσει την πόρτα, κραδαίνοντας κανένα ξεχασμένο φόρο…

…μελαγχολία.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ διέκοψε με πολύ εύσχημο τρόπο την αναδημοσίευση των κειμένων από το Μπλε βιβλιαράκι του Τσιρώνη. Οι εισβολείς των ΜΑΤ ξεθάρρεψαν, πάψαν να φοβούνται τυχόν κυρώσεις. Ένας μάλιστα εισαγγελέας έβγαλε και πόρισμα ότι όλα γίναν νόμιμα στην εισβολή κατά της οικίας του Τσιρώνη, ορισμένοι γιατροί – δήμαρχοι Ν. Ιωνίας που λέγαν ότι η κοιλιά του Τσιρώνη ήταν τρύπια από σφαίρες, ηρέμησαν κι αυτοί – ίσως τώρα να έχουν εφιάλτη την κοιλιά του Τσιρώνη – ….. Η υπόθεση Γιάννη Σερίφη κατασκέπασε την υπόθεση Τσιρώνη. Βγήκε ο Σερίφης έξω και οι Κασίμηδες και οι Τσιρώνηδες μπήκαν στο αρχείο. Μερικοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δημοκόπησαν, μερικοί καθηγητές του Πανεπιστημίου κούνησαν απελπιστικά το κεφάλι τους, ένας μάλιστα το κουνάει γιατί έχει πάρκινσον… ώσπου φτάσαμε την Κυριακή 17-18 Ιουνίου 1979, όπου άλλος καθηγητής του Ποινικού δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ν.Κ.Ανδρουλάκης, σε μια κρίση βιασύνης, μεταθέτοντας κατά ένα περίπου μήνα πριν την επέτειο του τραγικού θανάτου του άκακου αρχηγού ενός ιδιωτικού κράτους, ξεσπαθώνει εναντίον των μηχανισμών συντριβής σε δύο άρθρα του. Είκοσι μέρες αργότερα οι εφημερίδες στα ψηλά καλούν το λαό για το ετήσιο μνημόσυνο που διοργανώνει η οικογένειά του στον τάφο του Τσιρώνη (σύνολο 50 άνθρωποι παραβρέθηκαν) και ο Γιώργος Βότσης, ένας δημοσιογράφος έχει γίνει το κάρφος της κομμουνιστοφοβίας, κάνει μια επιφυλλίδα με τίτλο «Οι «ενοχλητικοί» εξοντώνονται ανυπεράσπιστοι».

Πριν λίγο καιρό ο πατέρας του Γιάννη Σκανδάλη πεθαίνει από συγκοπή έξω από τις φυλακές Κέρκυρας σε μια προσπάθεια να δει τον βασανισμένο γιο του από τους δεσμοφύλακες, ακριβώς γι’ αυτό το παιδί που φοβότανε ο Βασίλης Τσιρώνης ότι θα την πλήρωνε σαν εξιλαστήριο θύμα, γιατί με το να τον κρατάνε μέσα επιβεβαιώνουν ότι ο Τσιρώνης δεν ήταν ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ, αλλά είχε και… οπαδούς.

Τ’ άλλα όλα τα ξέρετε, είναι περιττό να αναμασάμε κάθε χρόνο τα ίδια. Το κατεστημένο πια κόμμα (ένα είναι το κόμμα) ξέχασε τις δικές του, του παρελθόντος, δολοφονίες και σήμερα ταυτίζεται με πάσης λογής ασφαλίτες, μη αναφέροντας στα έντυπά του παρά μόνο τα «εγκλήματα» που το αφορούν. Οι δολοφονημένοι για το κόμμα είναι μόνο οι οργανωμένοι στο κόμμα. Οι άλλοι όλοι είναι απλώς δολοφονημένοι. Δεν αποκλείεται σε μερικά χρόνια κάποιος φωτισμένος ινστρούχτορας του ΚΚΕ ν’ ανακαλύψει στα χειρόγραφα του Τσιρώνη μικρομαρξιστικά σπέρματα και να τον βγάλουν κι αυτόν ήρωα για κατανάλωση μνημοσύνων, φεστιβάλ, λόγων, φωτογραφιών και ότι άλλο μπορεί να σκεφτεί η άκαμπτη νοοτροπία ενός γραφειοκρατικού κόμματος.

Όσοι από σας που διαβάζετε αυτό το άρθρο έχετε το Γαλάζιο βιβλίο του Τσιρώνη, μη το φυλάτε σαν αρχείο ή σαν πολύτιμο αντικείμενο ενός δολοφονημένου, δίνετέ το για ανάγνωση, φωτοτυπήστε το σε πολλά αντίτυπα, ώσπου και άλλοι να καταλάβουν ότι αγώνας δεν σημαίνει μόνο ένταξη στα κόμματα, σημαίνει και προσωπική παρόρμηση που μπορεί να φτάσει στους περιορισμένους τοίχους ενός διαμερίσματος από μπετόν στο Παλιά Φάληρο.

Φαίνεται ότι τελείωσε μια για πάντα η εποχή που κυνήγαγαν τους ληστές επάνω στα βουνά και στις σπηλιές. Το παράδειγμα του Τσιρώνη μας δείχνει ότι όταν θες ν’ αντισταθείς αυτό μπορείς να το κάνεις μέσα σ’ ένα διαμέρισμα τριών δωματίων και κουζίνας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ

α3--α

Άρθρο του Λεωνίδα Χρηστάκη από το ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ (ΙΙ)

Κλείσανε τέσσερα χρόνια – στις 11 Ιούλη 1982 – που οι «νέοι κομμάντος» της αστυνομίας – νέοι τότε – σχεδιάσανε και εκτελέσανε την επιχείρηση εναντίον του σπιτιού του Βασίλη Τσιρώνη με τελικό αποτέλεσμα την υποχρεωτική «αυτοκτονία» του…

Ο Βασίλης Τσιρώνης γεννήθηκε στις 15 του αύγουστου του 1929 στην Αθήνα από Μικρασιατική οικογένεια. Δεκαεπτά ετών μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πολύ καλή σειρά ανάμεσα στους 1300 υποψήφιους του 1947, παρά την επιθυμία του πατέρα του  – αλλά και όλης της οικογένειας – που προτιμούσαν να μπει στη Σχολή Ευελπίδων, για αξιωματικός καριέρας. (Σημειώσατε ότι ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός).

ΔΕΝ υπηρέτησε στο στρατό επιστρατεύοντας – όπως έγραφε ο ίδιος – όλη την πονηριά του. Το 1958 σαν γιατρός του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στους εξόριστους του Αϊ Στράτη κάνει μια μεγάλη ανθρωπιστική δουλειά σώζοντας τη ζωή εκατοντάδων πολιτικών κρατουμένων – εξόριστων, ενώ παράλληλα δίνει στη δημοσιότητα – κυρίως στον ξένο τύπο – συντριπτικές αποκαλύψεις σχετικά με την «δουλειά» που γινόταν τότε στα Καραμανλικά στρατόπεδα, ονομάζοντάς τη «έγκλημα ανθρωποκτονίας».

Στις 12 Δεκέμβρη του 1962 ιδρύει το ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΣΜΕΥΤΩΝ που η δραστηριότητά του σε κείνη την ανώμαλη περίοδο είναι μάλλον συμβολική και ανθρωπιστική παρά κομματική, και αργότερα – μέσα στη χούντα – το 1969 σε ηλικία 40 χρόνων κάνει τη γνωστή αεροπειρατεία του υποχρεώνοντας το αεροπλάνο να τον πάει μαζί με την οικογένειά του στην ονομαζόμενη τότε «Κόκκινη» Αλβανία. Από την Αλβανία πηγαίνει στη Σουηδία όπου κατέφευγαν τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί φυγάδες και μετονομάζει το κόμμα του σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα) και αργότερα το μετονομάζει σε Ο.Ε.Μ. αρχικά του πασίγνωστου Ουδετερόφιλου Ελλαδικού Μετώπου. Προηγουμένως όμως ήταν γνωστός στους κομματικούς κύκλους και στην αστυνομία από μια απεργία πείνας που είχε κάνει επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και που είχε κρατήσει 50 μέρες που ζητούσε τον άμεσο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων από τη Ρωσία και μερικά δευτερεύοντα αιτήματα. Στη Σουηδία, το 1973, καταδικάζεται από εμβόλιμο σουηδικό δικαστήριο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις που δεν συντάσσονται μ’ αυτές των διαφόρων «αντιστασιακών» και κλείνεται μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’74 στις σουηδικές φυλακές, ενώ οι πολιτικοί έλληνες εξόριστοι της Σουηδίας κάνουν τα πάντα για να τον κρατούν μέσα. Συνολικά έχει καθίσει φυλακή πεντέμισι χρόνια από το 1949 μέχρι το 1974. Έχει υπηρετήσει ως γιατρός του Ερυθρού Σταυρού και μετά τη μεταπολίτευση δραστηριοποιεί το Ο.Ε.Μ. όπου μέχρι τις εκλογές του 1977 ρίχνει το σύνθημα της αποχής με λευκή ψήφο και οι κάλπες φανερώνουν της Β’ εκλογικής περιφέρειας Αθηνών το μαγικό αποτέλεσμα 251.000 λευκών ψηφοδελτίων που τις διεκδικεί ο Βασίλης Τσιρώνης και το Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο. Μια βδομάδα μετά τις εκλογές και αμέσως μετά από μια επίσημη ανακοίνωσή του ότι αυτές οι 251.000 λευκών ψήφων του ανήκουν επιχειρείται μια σύλληψή του ανακινούμενη από μια παλιά χουντική καταδίκη του σχετική με την αεροπειρατεία του. Ο Βασίλης Τσιρώνης αντιστέκεται στη σύλληψη αυτή διότι θεωρεί τελείως σκόπιμη και άδικη χρησιμοποιώντας στην εξωτερική πόρτα της πολυκατοικίας του, στην οδό Άρεως 35 στο Παλ. Φάληρο ένοπλη βία και αντίσταση, τραυματίζοντας επιπόλαια τον επι κεφαλής αξιωματικό της υπηρεσίας που θα εκτελούσε την σύλληψη μαζί με τον δικαστικό υπάλληλο. Από τον Δεκέμβρη 1977 μέχρι το βράδυ της 11ης Ιουλίου του 1978 βρίσκεται κλεισμένος – ταμπουρωμένος με την οικογένειά του μέσα στο σπίτι του όπου καθημερινά έκανε κάθε απόγευμα 7 ως 8 μια εκπομπή του ΟΕΜ μιλώντας με πολύ δυνατά μεγάφωνα στο λαό αναπτύσσοντας τις ιδέες του σχολιάζοντας την επικαιρότητα, αναφερόμενος στις ραδιουργίες και τις προστυχιές του ημερήσιου και περιοδικού τύπου.

Ο Τσιρώνης ήταν παντρεμένος, τα παιδιά του είναι σήμερα 22 και 27 ετών τα αγόρια και το κοριτσάκι του 11 ετών. Στις 11 Ιούλη 1978 αποφασίζεται από την Πολιτεία η βιαία είσοδος στο σπίτι του από τις Μονάδες Ειδικής Αποστολής (Μ.Ε.Α.) όπου αφού καταστρέφουν ολοκληρωτικά το διαμέρισμά του εισέρχονται μέσα σ’ αυτό και τον υποχρεώνουν σε αυτοκτονία.

Θα έλεγε κανείς ότι η υπόθεση Τσιρώνη έχει ξεχαστεί γιατί όταν ο τελευταίος αντιστασιακός, όταν ο τελευταίος φοιτητής του 1-1-4 διαμαρτύρεται γιατί τον «σπρώξανε» στο Πανεπιστήμιο και… σήμερα ζητάει δικαίωση και οφίτσια, τότε η υπόθεση Τσιρώνη θα έπρεπε να αναβιώσει, σε μια εποχή μάλιστα που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «ψοφάει» για τέτοιες αναβιώσεις. Υποτίθεται ότι της δίνεται η ευκαιρία να εκκαθαρίσει «παλιούς λογαριασμούς» και να τελειώνει μια για πάντα με τα φθαρμένα πρόσωπα, είτε αυτά είναι αστυνομικοί είτε δικαστικοί ή άλλοι εκτελεστικοί λειτουργοί.

Το άλλο θέμα είναι οι ανεπαρκείς ενδείξεις ότι ο Τσιρώνης αυτοκτόνησε. Όταν μάλιστα υποθέσεις σαν αυτή του Τσαρουχά αναμοχλεύονται, που είναι τόσο σκοτεινές, ενώ εδώ έχουμε μια καθαρή και πολύ πρόσφατη επέμβαση που καταλήγει στο θάνατο ενός ανθρώπου όπως ο Τσιρώνης, άνετα θα μπορεί να σκεφτεί ο καθένας ότι η υπόθεση είναι ανάγκη για ορισμένους να κλείσεις οριστικά.

Από την άλλη μεριά υπάρχει κι ένα ποσοστό ευθύνης σε ορισμένες μερίδες του τύπου σχετικά με το ποιοι εξώθησαν τη δικαστική και την αστυνομική εξουσία να σχεδιάσει και να εκτελέσει με τους νέους «κομμάντος» της αστυνομίας τη νυχτερινή έφοδο στο σπίτι – ταμπούρι του γιατρού Τσιρώνη.

Η επιχείρηση που κατέληξε σε αιματηρή επιδρομή και στο θάνατο του Τσιρώνη έγινε το βράδυ της 11ης Ιούλη του ’78. Μερικές μέρες πριν στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 7 Ιούλη γραφόταν σαν ερωτηματικό για το «ζήτημα Τσιρώνη ότι υπονομεύεται η έννοια του κράτους από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, στην περιοχή του Παλ. Φαλήρου ελεύθερος σκοπευτής. Ονόμασε το διαμέρισμά του Κράτος, έχει προσβάλλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά ο «πυροβολητής με την μπέρτα» έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο».

Την ίδια μέρα ο Υπουργός Δημοσίας Τάξης με επιστολή του προς το ΒΗΜΑ έλεγε ότι «παραδέχομαι τα περιστατικά που αναφέρετε κι ότι για να εκλείψει αυτή η καταφανής παρανομία χρειάζομαι άδεια του Εισαγγελέα και τέτοια μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί…» Το Σάββατο δημοσιεύτηκε αυτή η επιστολή (δηλαδή την επομένη) και λίγες ώρες αργότερα ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ανταπαντάει γραπτά στον Υπουργό Δημοσίας Τάξης αποκαλύπτοντας ότι «όχι μόνο μία αλλά πολλές φορές ζητήθηκε από την αστυνομία να εκτελέσει τα εντάλματα που υπάρχουν σε βάρος του «πιστολέρο» του Παλ. Φαλήρου και έχει από καιρό εγγράφως διαπιστώσει την απορία του για την διωκτική απραξία των οργάνων της τάξεως και ότι όχι μόνο δεν ζητήθηκε από την αστυνομία εισαγγελική συνδρομή αλλά κι όταν εγγράφως της προτάθηκε η συνδρομή αυτή δεν έγινε δεκτή».

Όλα τα παραπάνω βαρύνουν προφανώς τον τότε Υπουργό Δημοσίας Τάξης τον κ. Μπάλκο, ο οποίος φυσικά ισχυριζόταν μετά ότι για να μπορέσει η αστυνομία να κάνει μια τέτοια επιδρομή χρειαζόταν η πίεση της «κοινής γνώμης» που του την έδωσε ουσιαστικά το δημοσίευμα του ΒΗΜΑΤΟΣ της Παρασκευής 7 Ιούλη 1978.

Όμως γιατί το ΒΗΜΑ αποφάσισε να φτιάξει ένα τέτοιο «πράσινο» φως στον κ. Μπάλκο. Όπως είναι γνωστό το δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη με την ειδησεογραφία του είχε κατασπαράξει αρκετές φορές τον Βασίλη Τσιρώνη και το ΟΕΜ. Δεν παραδεχότανε – ακόμα ούτε σαν ουτοπία – ότι οι 251.000 λευκές ψήφοι θα μπορούσαν ν’ ανήκουν έστω και εν ποσοστοίς στον Βασίλη Τσιρώνη. Από την εποχή της αεροπειρατείας κι όταν ακόμη ο Τσιρώνης βρισκόταν στις φυλακές της Σουηδίας οι λεκανοκάθιστοι δημοσιογράφοι του ΒΗΜΑΤΟΣ και των ΝΕΩΝ υπακούοντας στα κελεύσματα των «αντιστασιακών» καταρράκωναν με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα την υπόληψη και τους αγώνες του Βασίλη Τσιρώνη. Ο ίδιος μάλιστα ο Χρήστος Λαμπράκης σχολιογραφούσε υποστηρίζοντας τα κομματόσκυλα της αντίστασης προφανώς για να καλύψει τις χουντικές πομπές του ζώντας – στη χούντα – κάτω από την επίβλεψη της ΕΣΑ σε παραθαλάσσια μαγευτικά ξενοδοχεία του Φαλήρου ή σε παλαιά αρχοντικά της Πλάκας (δεν θέλω ν’ αναφέρω το όνομα του τελευταίου στοιχείου σε ποιον ανήκει).

Απ’ την πλευρά του ο Τσιρώνης θιγμένος όχι μόνο πολιτικά αλλά και σαν πρόσωπο όταν απέκτησε κάποια δύναμη νόμιμη ή παράνομη εξακόντιζε εναντίον του κυρίου Χρήστου Λαμπράκη και του δημοσιογραφικού συγκροτήματός του μύδρους με ντοκουμέντα που έσπαζαν κοκάλα. Εάν δεχτούμε λοιπόν ότι η αστυνομία με τον Υπουργό της προσπαθούσε ν’ αποσοβήσει την υπόθεση φυγοποινίας και φυγοδικίας του Τσιρώνη απομονώνοντάς μερικά τετράγωνα το Παλ. Φάληρο ή προσπαθώντας να τον «φάει» με ελεύθερους σκοπευτές από τις γύρω πολυκατοικίες και γιαπιά – ο ίδιος ο Τσιρώνης μου έδειξε και τα είδα με τα μάτια μου σφαίρες και τρύπες από πυροβολισμούς απ’ τη διαγωνίως απέναντι ανεγειρόμενη πολυκατοικία όπως ακόμα δεκάδες μυστικούς και χαφιέδες που καραδοκούσαν στα πέριξ της οδού Άρεως 35 και που πυροβολούσαν τα χωνιά του μεγαφώνου για να σταματήσουν τις εκπομπές – δεν μπορεί να κάνει αλλιώς όταν δημοσιεύματα σαν αυτά της Παρασκευής του ΒΗΜΑΤΟΣ τον αναγκάζουν να δώσει την εντολή επιδρομής.

Από την άλλη μεριά ο Τσιρώνης, πολιτικά σκεπτόμενος και θέλοντας να εξασφαλίσει τα νότα του και τη θέση του δημιουργούσε μια αγκιτάτσια και πολλές φορές και έμπρακτη δράση πετώντας ο ίδιος βόμβες μολότωφ και βάζοντας φωτιά είτε στα γραφεία του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Λαμπράκη στον Πειραιά είτε στα γραφεία του αντιπολιτευόμενου κόμματος του ΠΑΣΟΚ που το δημοσιογραφικό συγκρότημα αναφανδόν υποστήριζε.

Πολύ λογικά μάλιστα – σχεδόν πολιτικά – στην «ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΕΡΕΥΝΑ ΠΡΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗ ΑΥΤΟΨΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΝ» που κάνει την επομένη τα χαράματα και ώρα 4 το πρωί ο αστυνόμος Β’ Αντωνόπουλος Ιωάννης, της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών, γράφει στη σελίδα 5 ότι «εντός του ερμαρίου αναυρέθησαν 1ον χειρόγραφον σημείωμα με διευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ περιοχών Αθηνών και προαστείων…». Το γεγονός ότι μεταξύ των δεκάδων πραγμάτων που ανευρέθησαν στο σπίτι του Τσιρώνη και τα οποία η έκθεσις μετά σχολαστικότητας αναφέρει, πρώτο μνημονεύεται το χειρόγραφο σημείωμα με διευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ και των γραφείων του, δείχνει την σπουδή της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας να οδηγήσουν την υπόθεση στην πολιτική πρόκληση και όχι στην κοινωνική ή δικαστική ή τέλος πάντων μια άλλη παρανομία που τυχόν διέπραττε έγκλειστος στο σπίτι του ο Βασίλης Τσιρώνης.

Για την ίδια την πράξη του Τσιρώνη η ίδια η Εισαγγελία αποφεύγοντας κάθε σχόλιο παραθέτει στην 1η σελίδα την Εκθέσεως τις εκκρεμότητες που είχε ο πολίτης Βασίλειος Κ. Τσιρώνης απέναντι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και κατά περίεργο τρόπο, ενώ έχει 5 περιπτώσεις «παρανομίας» οι περιπτώσεις αυτές δεν αξιολογούνται χρονολογικά για να μην φανεί ότι οι τρεις απ’ αυτές τις πέντε είναι πριν απ’ τη χούντα ενώ οι δύο είναι η… «Βιαία προσαγωγή του για Ανάκριση στον Κο Ανακριτή». Και καταλήγει ότι… «Έχοντες βασίμους πληροφορίας ότι ο καταδιωκόμενος προς εκτέλεσιν των άνω αποφάσεων κρύπτεται εντός της ιδιωτικής του κατοικίας…» (βλέπε την δημοσίευση ολοκλήρου της Εκθέσεως…).

Στη σελίδα 3 της δημοσιευόμενης Εκθέσεως αναφέρεται ότι ο Τσιρώνης πυροβόλησε τουλάχιστον τρεις κατά των ετοιμαζομένων να εισέλθουν ανδρών της ενόπλου δυνάμεως… πλείονες εκ των ανδρών τούτων ων η ταυτότης θα διαπιστωθεί εκ της εξετάσεως των όπλων των, εις συγκέντρωσιν των οποίων προέβημεν, έρριψαν τέσσαρις τουλάχιστον πυροβολισμούς κατά τον έναντι της θύρας χώρων προς εκφοβισμόν του καταδιωκόμενου όστις πάντως δεν ήταν ορατός…» Τα αποτελέσματα – εάν αυτά έγιναν – ώστε να διαπιστωθεί ποιοι και από ποια όπλα έριξαν τις σφαίρες εναντίων του Τσιρώνη δεν ήρθαν ποτέ στην δημοσιότητα, παρά το γεγονός ότι ορισμένη μερίδα του Αθηναϊκού τύπου εξέφρασε την αμφιβολία ότι πρόκειται περί «αυτοκτονίας».

Στη σελίδα 4, που δημοσιεύεται αυτούσια και φωτογραφικά γράφει ότι… «δεν ηδυνήθημεν να αντιληφθώμεν εάν ούτος αυτοεπυροβολήθη. Εικάζεται ότι τούτο συνέβη διότι κατ’ εκείνην την στιγμήν δεν ηκούσθει πυροβολισμός έξωθεν…» Σε συνδυασμό πάντοτε ότι ο ιατροδικαστής κ. Γιαμαρέλος δεν αναφέρει τίποτα περί «αυτοκτονίας» στο πόρισμα που συνέταξε μετά την νεκροτομή, συν την καταγγελία του Γιατρού Γεωργίου Γρηγοριάδη, Δημάρχου Νέου Ηρακλείου Αττικής, που γράφει ότι «πεποίθησή μου είναι ότι ο Τσιρώνης δεν αυτοκτόνησε και αυτό πηγάζει και τεκμηριώνεται από τα εξής γεγονότα: ότι 1ον η είσοδος του βλήματος της σφαίρας είναι τρία με τέσσερα εκατοστά πάνω από το αυτί, κι ότι η τρύπα στον τοίχο είναι σε άσχετο σημείο και προέρχεται από άλλο πυροβολισμό και ότι ο κ. Γιαμαρέλος είναι κατηγορηματικός ότι ο Τσιρώνης πυροβολήθηκε εξ επαφής (χωρίς ν’ αναφέρει ότι αυτοκτόνησε) δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι ναι μεν πυροβολήθηκε εξ επαφής αλλά είναι εξακριβωμένο ότι βρισκόταν πολύ κοντά στην μπαλκονόπορτα κι όταν δε μου φαίνεται καθόλου δύσκολο να πέρασε ένα οπλισμένο χέρι ανάμεσα απ’ το τσεκουρωμένο ρολό και να πυροβόλησε – έστω και για εκφοβισμό – και η σφαίρα να βρήκε το κεφάλι του Τσιρώνη.», με τα παραπάνω λοιπόν που αναλυτικά μπορείτε να τα διαβάσετε στις εφημερίδες ΑΥΓΗ και ΒΗΜΑ της εποχής εκείνης – διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει σαφής αυτοκτονία και ότι η υπόθεση έκλεισε άρον – άρον για να μην ξανανοίξει ποτέ, ήδη τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του.

Σ’ ότι αφορά την «πολιτική» του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και τη στάση των «οπαδών» του στο θέμα της «υποχρεωτικής αυτοκτονίας» ή και του ερωτήματος «δολοφονίας» του γιατρού Τσιρώνη αυτή είναι γνωστή για την σκόπιμη λήθη της παρά το γεγονός ότι ο Τσιρώνης τους εξυπηρέτησε όταν αυτοί – οι οπαδοί – ήταν εξόριστοι στον Αϊ Στράτη.

Σ’ ότι αφορά το «κόμμα Αρχών» του ΠΑΣΟΚ κι επειδή αυτό (το κόμμα) είναι γενάτο από αντιστασιακούς και ένα-ενατεσσερίτες και επειδή ο Βασίλης Τσιρώνης αντιστεκόταν στην κομματικοποίηση της αντίστασης, του ΠΑΣΟΚ που είναι σήμερα στην Εξουσία, δεν εννοεί να θέσει σε διαθεσιμότητα όλους εκείνους που ενήργησαν με αυτόν τον απάνθρωπο τρόπο οδηγώντας έναν άνθρωπο στη λύση «θανάτου» μέσα στο σπίτι του. Τέσσερα χρόνια μετά και σχεδόν ένας χρόνος με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ζητάμε να γίνουν ανακρίσεις και να διαπιστωθεί με ποιο τρόπο «βγήκε απ’ τη μέση» ο γιατρός Τσιρώνης και να απομακρυνθούν και να τιμωρηθούν όσοι παρανόμησαν, αναγκάζοντας έναν άνθρωπο – σαν τον Τσιρώνη – να φτάσει στα έσχατα όρια μιας παρανομίας, του αυτοεγκλεισμού, της μεταβολής της οικογενειακής του Εστίας σε «ταμπούρι», και… του θανάτου του , για τον οποίο διατηρούμε βάσιμες αμφιβολίες πέρι του ότι πρόκειται για αυτοκτονία.

 ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ 8/7/1982

tsironis--α

11 ΙΟΥΛΗ 1979

Συμπληρώθηκε σήμερα χρόνος από την ημέρα που ο Ελληνικός λαός έχανε κάτω από την απάνθρωπη κρατική Καραμανλική βία έναν μεγάλο οδηγητή και εγγυητή της λευτεριάς του, τον σπάνιο γιατρό Τσιρώνη.

Συγκεντρωθήκαμε στον τάφο του για να τιμήσουμε τη μνήμη εκείνου που στάθηκε ορθός 20 ολάκερα χρόνια στην πρωτοπορία , την αιχμή του αγώνα, εθελοντής, στο πλευρό του λαού, πρώτος στο λόγο και στην πράξη, γνώστης του τιμήματος του αγώνα του, και που έπεσε ορθός σώζοντας την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού και διεκδικώντας την ευημερία του.

Λέμε το γιατρό Τσιρώνη: Οδηγητή, αγωνιστή, επαναστάτη. Οδηγητή γιατί κατάφερνε διαρκώς να επαληθεύει τη θεωρητική θεμελίωση της πολιτικής γραμμής του με την πρακτική του αγώνα του, που άγγιζε βαθιά, εξέφραζε και οδηγούσε σε κατακτήσεις πολιτικής συνείδησης το λαό. Αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια του Τσιρώνη ήταν που έβαζε σε πανικό συναγερμού ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό κάθε φορά που ένα τεράστιο πανό, αντάξιο των πολιτικά διαμορφωμένων κοινωνικών απαιτήσεων στήνονταν μπροστά στο Πανεπιστήμιο, το Σύνταγμα ή την Ομόνοια, όταν ξαφνικά εμφανίζονταν σε πλατείες ή σταθμούς οι γνωστές περιζήτητες στο λαό εφημερίδες του ΟΕΜ, ή έπεφταν οι προκηρύξεις μέρα μεσημέρι και γράφονταν ΟΕΜικά καθοδηγητικά συνθήματα στους τοίχους.

Έτσι στην πράξη, η αλήθεια του οδηγητή γίνεται αλήθεια του αγωνιστή και του επαναστάτη, που κατορθώνει, ξεπερνώντας τον κηρυγμένο ολομέτωπο αποκλεισμό ενάντια στην πολιτική της γραμμής του για προτεραιότητα στην Εθνική Ανεξαρτησία της πατρίδας, να μας οδηγήσει μπροστά σ’ ένα είδος επανάστασης της πιο ειρηνικής και άρα πιο επικίνδυνης στα μάτια των εχθρών του, που περπατούσε στους δρόμους της Αθήνας, που συντελούνταν στις ψυχές των ανθρώπων, που επαληθεύονταν στις κάλπες του ’77 (250.000 ψηφοφόροι των λευκών επαναστατικών δελτίων) και εξακολουθεί να θερμαίνει τις ψυχές σήμερα, σπίθα λευτεριάς, σκυτάλη του ασταμάτητου, τίμιου και παντοδύναμου αγώνα.

Η ποσοτική λοιπόν συσσώρευση έφερε την ποιοτική αλλαγή του αγώνα του Τσιρώνη. Νομοτελειακά Μαρξιστικά θέλετε Λενινιστικά μέσα στο ’77 δημιουργήθηκε μια νέα πολιτική πραγματικότητα που δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί απ’ το ιμπεριαλιστικό κατεστημένο με τον συνηθισμένο τρόπο, τις φυλακές, τις εξορίες, τις σκευωρίες κ.λ.π. πάντα.

Έμπαινε λοιπόν γι’ αυτούς οξύ το δίλημμα της πολιτικής: Να αναγνωρίσουν τον Τσιρώνη ή να τον σκοτώσουν. Και προτίμησαν το δεύτερο αγνοώντας την πραγματικότητα ή το νόμο της λογικής. Επειδή όμως καλά ξέρουν πως κανένας δεν μπορεί να παραβαίνει ατιμωρητί το νόμο της λογικής, έπρεπε να δημιουργήσουν «ασπίδα κάλυψης» στα εγκληματικά τους σχέδια.

Αποδύθηκαν στη συνέχεια σ’ ένα είδος ξέφρενης συκοφαντικής εκστρατείας απ’ τον τύπο και την τηλεόραση κατά τη διάρκεια της οκτάμηνης πολιορκίας του σκοπεύοντας σε κάποια ψυχολογική διεργασία αποθάρρυνσης του ελληνικού λαού που επηρέαζε ο Τσιρώνης και ταυτόχρονα στην πολιτική απομόνωσή του, χωρίς όμως να το κατορθώνουν, και στρουθοκαμηλίζοντας για τον τελικό τους σκοπό που είναι και η δολοφονία του Τσιρώνη, σπεύδουν ωμά στυγνά και αδίστακτα το «σχέδιό» τους.

Το να αναγνωρίσουν πάλι τον Τσιρώνη, αποδεδειγμένα εκλεγμένο ηγέτη, σήμαινε να προβούν σε παραχωρήσεις υπέρ του λαού και δεν φαινόνταν διόλου διατεθειμένοι για κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα πρόθεσή τους ήταν να εντείνουν ακόμα περισσότερο τη φτώχεια του. Άλλωστε εδώ βρίσκεται και το κλειδί της δολοφονίας του Τσιρώνη και κάθε γνήσιου λαϊκού ηγέτη ή ηγετικής προσωπικότητας σαν τον Σαράφη, το Λαμπράκη ή τον Παναγούλη.

Και εκεί λοιπόν που ένα «τροχαίο» ή «ένας Κοτζαμάνης» δεν χωρούσε, επιστρατεύτηκε ο ποινικός νόμος, κοντά στο νόμο των λαϊκών δικαίων, ο από μηχανής θεός του ιμπεριαλισμού και έδωσε τη λύση που ήθελαν στο ακανθώδες πολιτικό δίλημμα για αναγνώριση του Βασίλη Τσιρώνη με τη δολοφονία του Τσιρώνη.

Η υπόθεση παραμένει ανοικτή και καταγγέλλουμε ακόμη:

Ο Κώστας Τσιρώνης που κινδύνεψε από τις σφαίρες των κρανοφόρων καθώς διασταυρώνονταν πάνω απ’ το κεφάλι του τα χαράματα στις 11 του Ιούλη ’78 στην Άρεως 35, υπέστη προ 4μήνου δολοφονική απόπειρα από άγνωστο δολοφόνο στο σπίτι του στην Περούτζια της Ιταλίας ενώ διάβαζε στο δωμάτιό του και του κατάφερε μαχαιριά βάθους 20 εκατ. Απ’ την αριστερή πλευρά προς την κοιλιακή χώρα που λίγο έλειψε ν’ αποβεί θανατηφόρα, εάν δεν προλάβαινε ο αδελφός του (δυο λεπτά μετά τον τραυματισμό) να τον μεταφέρει στο επείγον χειρουργείο εγκαίρως.

Απόπειρα συγκάλυψης του χαρακτήρα της δολοφονικής απόπειρας κατά του Τσιρώνη έγινε απ’ τον Ιταλικό τύπο. Ενώ ο Κώστας Τσιρώνης χαροπάλευε στο επείγον χειρουργείο η τοπική RATIONE κρυφά και πάνοπλοι για να εφαρμόσουν στο σκοτάδι το πιο βρώμικο, ύπουλο και βάρβαρο εγκληματικό σχέδιο που θα μπορούσε να διανοηθεί μόνο ένας χίτλερ στην Ελλάδα.

Το μπλόκο άρχισε σε ακτίνα γύρω απ’ το σπίτι του Τσιρώνη πάνω από πέντε τετράγωνα. Λαός δεν μπορούσε να σπεύσει στου Τσιρώνη. Περισσότεροι από 500 αστυνομικούς εμπόδιζαν το λαό με προτεταμένα περίστροφα να βγαίνει απ’ τα σπίτια του ώσπου να ολοκληρωθεί {…}

{…} της Περούτζια έγραφε πώς ο Τσιρώνης μαχαιρώθηκε «για μια ωραία Ελληνίδα.

Η προκαταβολικά σερβιρισθείσα – ποιος ξέρει από ποιους – πληροφορία στην εφημερίδα βόλευε ασφαλώς εκείνους που ασφαλώς ενέχονταν στην παρ’ ολίγο δολοφονία του γιου του Τσιρώνη.

Μετά τις ανακρίσεις ακολούθησαν άλλα δημοσιεύματα κατά τα οποία η υπόθεση δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Κώστα Τσιρώνη έπαιρνε πολιτική τροπή και χαρακτηρίζονταν ασύστατη η «πρώτη πληροφορία», αλλά σε ότι αφορούσε την ανακάλυψη του φονιά και των συνεργατών του καμιά πρόοδος.

Συγκινητική υπήρξε η συμπαράσταση στον Κώστα Τσιρώνη των Ελλήνων φοιτητών της Ιταλίας ακόμα και ξένων που ξενύχτησαν αλληλοδιάδοχα δίπλα στο κρεβάτι του. Τους ευχαριστούμε καθώς και τους καλούς μας φίλους απ’ εδώ, που ενεργά συμπαραστάθηκαν στην οικογένεια ν’ αντιμετωπίσει αυτή τη μεγάλη δοκιμασία που της προκάλεσε πρόσθετα ο ιμπεριαλισμός.

Μετά τον σοβαρό τραυματισμό του Κώστα Τσιρώνη δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στοχεύουν πλέον την οικογένεια Τσιρώνη.

Οι αριστερές αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις οφείλουν να συσπειρώνονται και να οργανώνουν την άμυνά τους.

Είναι κοινή συνείδηση πως οι αριστερές μάζες στη βάση τους είναι ενωμένες και το ιμπεριαλιστικό κατεστημένο χτυπάει στη βάση, χτυπάει το λαό, ακόμα κι όταν σφάζει έναν γιατρό Τσιρώνη.

Σήμερα το αίμα έτρεξε στο δικό μου σπίτι δυο φορές.

Αύριο θα τρέξει στο δικό σου άνθρωπε, έλληνα πολίτη.

Την πιο μεγάλη έκκληση που έχω να κάνω είναι για ένωση. Ένωση της αριστεράς.

Ενότητα στον αγώνα της αν δεν θέλει να δικαστεί απ’ τον Ελληνικό λαό γιατί εγκλημάτησε σε βάρος του, όσο και ο ιμπεριαλισμός.

Βαρβάρα Τσιρώνη
Παναγιώτης Τσιρώνης
Κώστας Τσιρώνης

βασιλης-τσιρωνης-α

Εφτά χρόνια απ’ την εισβολή στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη

Το Βήμα, ο Μπάλκος και τα ΜΕΑ

(Από το 29ο τεύχος του Σχολιαστή, Αύγουστος 1985)

tsironis5--α

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 Ιουλίου 1978, πριν από εφτά χρόνια δηλαδή, βλέπει το φως της δημοσιότητας ένα πρωτοσέλιδο σχόλιο του ΒΗΜΑΤΟΣ, με τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;»

«Υπάρχουν φορές που στον απλό πολίτη δημιουργείται ένα απλό ερώτημα: από το σημερινό ελληνικό Κράτος λείπει η σοβαρότητα ή το αίσθημα ευθύνης;… Ο περιβόητος «γιατρός» του Παλαιού Φαλήρου δεν αρκείται στο ότι ίδρυσε κάποιο «κράτος» και μένει εκεί (δηλαδή στο διαμέρισμά του) παρά το γεγονός ότι εκκρεμούν σε βάρος του εντάλματα». Το σχόλιο, που σημειωτέων είναι ανυπόγραφο, συνεχίζει λέγοντας ότι «αυτό που δεν κάνει η αστυνομία, κάποια στιγμή μπορεί να το κάνουν κάποιοι κάτοικοι της πολυκατοικίας όπου εδρεύει ο «γιατρός Τσιρώνης». Να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στους αδρανούντες…» Και το σχόλιο τελείωνε ως εξής: «Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους».

Βέβαια το Κράτος υπάρχει. Και το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αυτοί που συνήθως το επικαλούνται, ίσως γιατί το ζουν από μέσα. Την επομένη, 8 Ιουλίου, ο Α. Μπάλκος, υπουργός Δημόσιας Τάξης της Ν.Δ., στέλνει επιστολή που δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη και όπου ο περιβόητος υπουργός πληροφορεί το ΒΗΜΑ ότι «το θέμα Τσιρώνη απασχολεί από μακρού το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Προκειμένου όμως η Αστυνομική Αρχή να προβεί στην είσοδο στο διαμέρισμα του Τσιρώνη και στη σύλληψή του χρειάζεται, όπως είναι γνωστό, άδεια και παρουσία του αρμόδιου εισαγγελέα. Τέτοια όμως άδεια δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής».

Το ΒΗΜΑ ικανοποιημένο στρέφεται αλλού: «ο αρμόδιος εισαγγελέας που δε δίνει την άδεια, τι λέει;»

Την επομένη, 9 Ιουλίου, ο αρμόδιος εισαγγελέας Εφετών Παν. Κανέλλος με επιστολή του κάνει σαφές τελειώνοντας το εξής: «Καθίσταται φανερό εκ των ανωτέρω ότι όχι μόνο δεν ηρνήθημεν να «παράσχωμεν άδειαν» δια την σύλληψιν του περί ου πρόκειται, αλλά αντιθέτως εξ’ αρχης παραγγείλαμεν την εκτέλεσίς των και εγνωρίσαμεν εις την ως άνω Αστυνομική Διεύθυνσιν ότι είμεθα έτοιμοι να παράσχομεν οιανδήποτε, ως ο νόμος ορίζει, συνδρομήν και δη εκπρόσωπον της δικαστικής εξουσίας, δια την ενέργειαν των περαιτέρω νομίμων».

Την Τρίτη 11 του μηνός το ΒΗΜΑ επανέρχεται με κύριο πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο και διαπιστώνει ότι «χειρότερο κι από το ίδιο το γεγονός της διωκτικής απραξίας της αστυνομίας είναι η ατμόσφαιρα ανυπαρξίας του κράτους που δημιουργείται».

tsironis3--α

Την ίδια μέρα, 28 κομμάντος της Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών με επικεφαλής τον Μ. Γεωργακάκη και με σχέδιο που εκπονήθηκε στο Υπουργείο Δημ. Τάξης, θα πραγματοποιήσουν την έφοδο στο διαμέρισμα του Τσιρώνη που θα καταλήξει στο θάνατό του. Ο γιατρός, οχυρωμένος σ’ ένα δωμάτιο του διαμερίσματός του, ενώ οι Διμοιρίτες χτυπάνε με ρόπαλα τα κάγκελα του μπαλκονιού και πετάνε δακρυγόνα μέσα στο δωμάτιο, αρνείται να παραδοθεί. Το πρώτο μέρος της οικογένειας Τσιρώνη που βγαίνει από το δωμάτιο είναι η μικρή κόρη του, 8 χρονών τότε, μη μπορώντας να αναπνεύσει. Ακολούθησαν οι δυο γιοί του, ενώ η γυναίκα του έμεινε μέχρι τέλους μαζί του φωνάζοντας «οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του».

Η κυβέρνηση Καραμανλή δυο μέρες μετά ήταν αρκετά αποκαλυπτική. Ο Τσιρώνης με τις «αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν συνεχής απειλή και διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες. Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε πολιτικής αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα στην επικίνδυνη δράση του Τσιρώνη».

Πραγματικά: κόμματα, που άφησαν ακάλυπτο τον Τσιρώνη, δίνοντας το δικαίωμα στη Ν.Δ. να μοιράζεται μαζί τους την ευθύνη για τη δολοφονία του. Τύπος, που προετοίμασε τη συναίνεση σ’ αυτήν την απροκάλυπτη και ωμή κατασταλτική ενέργεια του Κράτους.

Το ΒΗΜΑ είναι χαρακτηριστικό, όχι το μόνο.

Όσοι δεν έχετε δει τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», η υπόθεση Τσιρώνη πρέπει να σας είναι ένας παραπάνω λόγος για να την επιδιώξετε στα θερινά σινεμά.

Χ.Β

 α2

Η Ντακότα της Ελευθερίας Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την προσωρινή αποφυλάκισή του, όταν ο γιατρός Τσιρώνης έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο διαφυγής – του ίδιου και της οικογένειάς του – από την Ελλάδα των συνταγματαρχών. Ηταν βέβαιος ότι οι διώξεις θα συνεχίζονταν και εν πάση περιπτώσει τα περιθώρια αντιδικτατορικής δράσης στην Ελλάδα δεν φαίνονταν να διευρύνονται. Επέλεξε την 16η Αυγούστου 1969, μέρα ούτως ή άλλως ομαδικών θερινών αποδράσεων των κατοίκων των Αθηνών, και την πτήση της Ολυμπιακής για Αγρίνιο, από το οποίο καταγόταν, για να αποφύγει τις υποψίες του καθεστώτος. Η ίδια πτήση είχε τελικό προορισμό τα Ιωάννινα και επομένως το αεροπλάνο (μια Ντακότα) θα διέθετε καύσιμα για ακόμα μακρύτερα. Στις 11 το πρωί της κρίσιμης μέρας, η οικογένεια Τσιρώνη εξοπλισμένη με δυο πιστόλια και δυο μαχαίρια καταλαμβάνει τις τέσσερις πρώτες θέσεις πίσω από το πιλοτήριο. Ο γιατρός ήταν αποφασισμένος να κυριεύσει το σκάφος, να το οδηγήσει στην Αλβανία και από ‘κει να φύγει για τη Σουηδία απ’ όπου σκόπευε να συνεχίσει τον αγώνα κατά της χούντας. Τότε δεν υπήρχαν έλεγχοι στα δρομολόγια του εσωτερικού και η εταιρεία δεν προκαθόριζε καν το πού θα κάτσει ο κάθε επιβάτης. Κυβερνήτης ήταν ο Γιώργος Τζώρτζης, συγκυβερνήτης ο Μιλτιάδης Χατζηγιαννάκης, συνοδός η Ρίλα Παπασπύρου και ο καιρός αίθριος και πολύ ζεστός.

“Η πτήση διαρκούσε περίπου μια ώρα ως το Αγρίνιο και άλλα σαρανταπέντε λεπτά μέχρι τα Γιάννενα” μας εξηγεί η κ. Παπασπύρου. “Ηταν, αν θυμάμαι καλά, η 7η πτήση μου. Ημουν 19 χρονών και όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που μετά τους γνωστούς καφέδες και τις πορτοκαλάδες που προσέφερα στους 25 επιβάτες, διαπίστωσα ότι οι τέσσερις πρώτοι έλειπαν απ’ τις θέσεις τους και η πόρτα του κόκπιτ ήταν κλειστή. Και δεν άνοιγε, παρότι χτύπησα και δοκίμασα να την σπρώξω. Αυτό ήταν περίεργο, διότι μπορεί τότε πολύς κόσμος να μπαινόβγαινε στο πιλοτήριο χωρίς ειδική συνεννόηση με το πλήρωμα, αλλά η πόρτα έμενε ανοιχτή”. Σ’ αυτό τον τύπο αεροσκάφους δεν υπήρχε σύστημα ενδοσυνεννόησης των πιλότων με την αεροσυνοδό. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. “Αρχισαν οι πρώτοι ψίθυροι και τα σχόλια. Κάποιοι έλεγαν ειρωνικά ότι ενδεχομένως να έχει φρακάρει η πόρτα λόγω του συνωστισμού στο πιλοτήριο. Γιατί πραγματικά το DC-3 ήταν ένα πολύ στενόχωρο σκάφος. Ο χρόνος κυλούσε και η πόρτα δεν άνοιγε. Οταν αφήσαμε πίσω μας το Αγρίνιο, χωρίς ο κυβερνήτης να ανακοινώσει τίποτα από τα μεγάφωνα, ανέλαβα να καθησυχάσω όσο γινόταν τους ανθρώπους λέγοντάς τους για κάποιο τεχνικό πρόβλημα του αεροδρομίου”.

Η αεροσυνοδός και ορισμένοι επιβάτες χτυπούν και σπρώχνουν έντονα την πόρτα. Ο Τσιρώνης αποφασίζει να απαντήσει: “Σκάστε και καθίστε”, διατάζει. Η ανησυχία γίνεται φόβος και αγωνία. “Ακούγονται διάφορες υποθέσεις. Επικρατεί το σενάριο της αεροπειρατείας, ότι ο επιβάτης που είναι μέσα είναι κάποιος ποινικός που απειλεί, ίσως και να έχει ήδη σκοτώσει τον πιλότο. Προσπαθώ να διασκεδάσω την κατάσταση. Τους λέω ότι τα καύσιμα φτάνουν ως την Ιταλία , ότι το σκάφος δεν είναι ακυβέρνητο”, θυμάται η κ. Παπασπύρου.

Η Ντακότα περνά και τα Γιάννενα, η αγωνία φουντώνει. Οταν λίγο αργότερα εμφανίζονται τα αλβανικά Μιγκ να στριφογυρίζουν δίπλα στο αεροπλάνο, η νεαρή αεροσυνοδός δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα. Επικρατεί πανικός. Κάποτε ακούγεται η φωνή του Γ. Τζώρτζη από τα μεγάφωνα: “Θα επιχειρήσουμε αναγκαστική προσγείωση”. Η κ. Παπασπύρου μοιράζει τα μαξιλαράκια και δένεται και αυτή στη θέση της. “Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει απότομα και η προσγείωση ήταν πράγματι ανώμαλη. Δεν υπήρχε κανονικός διάδρομος. Είχαμε προσγειωθεί σε κάποιο εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην Αυλώνα”.

Μόλις το αεροπλάνο σταμάτησε, εμφανίστηκε ο Τσιρώνης με το παραμπέλουμ ψηλά, λέγοντας ότι στο όνομα της δημοκρατίας, της λευτεριάς και του ανθρωπισμού κατέλαβε το αεροπλάνο. Μια γιαγιά στα τελευταία καθίσματα δεν είχε καταλάβει απολύτως τίποτα: “Φτάσαμε επιτέλους κόρη μου”, έλεγε ανακουφισμένη στην αεροσυνοδό. Είδαν μερικά τζιπ, ο γιατρός πήδηξε στο έδαφος μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια και ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής αλβανούς αξιωματικούς. Ενας επιβάτης, μουσικός στο επάγγελμα, λιποθύμησε. “Τον κατεβάσαμε στον ίσκιο κάτω απ’ το φτερό και του έδωσα σταγόνες ‘Τονοτίλ’. Συνήλθε και όλοι μαζί περιμέναμε την εξέλιξη της περιπέτειας. Ο Τσιρώνης κουβέντιαζε με τους Αλβανούς μακριά μας. Το κλίμα μεταξύ των υπολοίπων ήταν βαρύ. Υπήρχε φόβος και απόσταση. Την τύχη μας την είχαμε εμπιστευτεί στον Γ. Τζώρτζη. Σχεδόν τρεις ώρες μετά κατέφθασε μια Μερσέντες 600 για την οικογένεια Τσιρώνη και ένα προπολεμικό λεωφορειάκι για μας”.

Ολοι μεταφέρθηκαν σε ένα πανδοχείο που είχε ετοιμαστεί ειδικά για τους ασυνήθιστους επισκέπτες. “Ηταν ένα όμορφο νεοκλασικό που μύριζε χλωρίνη. Τα δωμάτια λιτά με στρατιωτικές κουβέρτες”. Εκεί μόνο κατάφερε η αεροσυνοδός να συνεννοηθεί με τον κυβερνήτη και να μοιραστούν και τα δικά τους προβλήματα. “Ο Τζώρτζης μου είπε ότι στην Αθήνα δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε. Προσπαθούσε να πείσει τον Τσιρώνη να αποφύγει την Αλβανία, χώρα που ως γνωστόν δεν είχε σχέσεις με την Ελλάδα. Ηταν και ο ίδιος, ο κυβερνήτης, χαρακτηρισμένος από τη χούντα. Είχε επιστρέψει στην Ολυμπιακή ύστερα από ένα διάστημα που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα για πολιτικούς λόγους και ανησυχούσε μήπως στην Ελλάδα τον θεωρήσουν συνεργάτη του Τσιρώνη ή ακόμα και των Αλβανών. Αλλά και εγώ άρχισα να έχω ανάλογους φόβους. Επτά μήνες περίμενα να εργαστώ στην Ολυμπιακή, αν και είχα περάσει το διαγωνισμό, επειδή ο πατέρας μου ήταν μακρονησιώτης και δεν μου έδιναν το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων.” Πριν όμως από τις ελληνικές υπηρεσίες, το πλήρωμα όφειλε να αντιμετωπίσει και τις αλβανικές. “Δεν κατάλαβα αν τους έπεισα τελικά ότι δεν είμαι κατάσκοπος. Τελειώνοντας με την ανάκριση, και ως την ώρα του δείπνου που είχε προαναγγελθεί, πήρα ένα από τα ποδήλατα της αυλής του πανδοχείου για να δω και την πόλη. Είχαν χαλαρώσει τα πράγματα, άλλα όχι και για ποδηλατάδα. Σε δέκα λεπτά με μάζεψαν και με γύρισαν πίσω.” Ομως η ευχάριστη έκπληξη για όλους ήρθε στο τραπέζι. Επιβάτες και πλήρωμα έμαθαν από επίσημα χείλη ότι την επομένη μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα με καύσιμα της αλβανικής κυβέρνησης. Η οικογένεια Τσιρώνη ήταν κι αυτή χαρούμενη, αφού εξασφάλισε ό,τι επιθυμούσε. “Ηταν απολύτως κινηματογραφικό”, αφηγείται η κ. Παπασπύρου. “Ενα μακρύ τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντηλο. Κόκκινο κρασί, καλομαγειρεμένο κοτόπουλο, οι κομισάριοι από τα Τίρανα, οι τοπικές αρχές, οι ‘αεροπειρατές’, το πλήρωμα, οι κατάκοποι επιβάτες, οι μουσικοί και το παραδοσιακό χορευτικό συγκρότημα. Κάποιοι από μας χόρεψαν και τσάμικο. Ο Τσιρώνης μας ευχαρίστησε. Μιλούσε ακατάπαυστα για τις περιπέτειές του και για τη χούντα αποκλειστικά με τους επισήμους. Μετά το γλέντι μας ξενάγησαν στην πόλη”.

Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου, πλήρωμα και επιβάτες έφτασαν μέσω Κέρκυρας στο Ελληνικό. Στην υποδοχή ο αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας Αγαθαγγέλου, εκ μέρους του Παπαδόπουλου. “Εκφωνήθηκαν λογίδρια για το ενδιαφέρον που έδειξε η ‘Εθνική Κυβέρνησις’ ώστε να φτάσουμε ασφαλείς στην ‘αγκαλιά της πατρίδας’ και βεβαίως καταδικάστηκε ο ‘εγκληματίας’ Τσιρώνης”. Δεν δόθηκε έκταση στο γεγονός. Η δημοσιότητα δεν συνέφερε ούτε την δικτατορία ούτε την εταιρεία. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ωνάσης, η κεφαλή τότε της Ολυμπιακής, καθησύχασε το πλήρωμα. Δεν είχε την παραμικρή υποψία εναντίον τους και θα τους κάλυπτε στην πορεία των ανακρίσεων.

Η οικογένεια Τσιρώνη περιπλανήθηκε και ταλαιπωρήθηκε στη Σουηδία, επέστρεψε μετά την πτώση των πραξικοπηματιών και αντιμετώπισε σειρά άλλων κατηγοριών, ώσπου ο ανυπότακτος γιατρός οδηγήθηκε στα άκρα και ταμπουρώθηκε στο διαμέρισμά του στο Παλαιό Φάληρο. Στις 11 Ιουλίου 1978, εικοσιοκτώ κομάντος με επικεφαλής τον Μ. Γεωργακάκη, εκτελώντας σχέδιο που εκπονήθηκε στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης του Μπάλκου, εκπορθούν το “ανεξάρτητο κράτος του” -όπως πιεστικά το ζητούσε ο πάντοτε ανυπόμονος και υπερβολικός Τύπος- και τελειώνουν μια για πάντα με τον ρομαντικό γιατρό. “Ο Τσιρώνης με τις αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες (…) Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα”, έλεγε η πομπώδης ανακοίνωση της κυβέρνησης Καραμανλή, προσπαθώντας να δικαιολογήσει το φόνο.

Η δήλωση της Αναστασίας Παύλου, της τότε μαθήτριας που οι εφημερίδες της εποχής παρουσίαζαν ως “απαχθείσα” από τό Ουδετερόφιλο Ελληνικό Μέτωπο του Βασίλη Τσιρώνη.

ScreenShot039-α

Κάποιες σελίδες απο το Γαλάζιο Βιβλίο του Τσιρώνη:

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_002--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_003--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_004--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_005--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_006--α

THE_CYAN_BOOK_OF_TSIRONIS_Page_007--α

α1--α

Θα βρείτε ολόκληρο το βιβλίο εδώ στο blog του Ζειδωρον:

http://zeidwron.wordpress.com/2010/12/04/%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B7/

ΠΗΓΕΣ:

Β Ρ Α Χ Ο Κ Η Π Ο Σ

L I F O

Παναγιώτης Λιβερέτος. Ηγήθηκε της εξέγερσης στο ελληνικό Ποτέμκιν (Aeolian Wind), διώχθηκε και αυτοπυρπολήθηκε στην ταράτσα του σπιτιού του το 1977.

.

«Και τη στιγμή που η δομή, η ύπαρξη της εξουσίας των εκμεταλλευτών στηρίζεται καθαρά πάνω στη βία δεν αναγνωρίζουν σε μας ούτε τη στοιχειώδη αυτοάμυνα. Θέλουν να μας επιβάλουν έναν τρόπο ύπαρξης που αν τον δεχτούμε πιστεύω ότι δεν θα έχουμε κανένα δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι. Στη συνέχεια, όποιος αμφισβητεί αυτό το καλούπι κινδυνεύει να βρεθεί στη φυλακή. Χειρότερο πάντως από τη γυμνή βία της εξουσίας είναι η προπαγάνδα της, η ψυχολογική βία, αυτή που θέλει να σε πείσει εσένα τον ίδιο ότι είσαι κατηγορούμενος».

Παναγιώτης Λιβερέτος

.

.

Στις 29 Γενάρη του 1977, στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο, το πλήρωμα του φορτηγού πλοίου M/V AEOLIAN WIND κήρυξε το πλοίο κοινωνική περιουσία των εργαζομένων. Οι ναυτικοί που συμμετέχουν στην εξέγερση παίρνουν τον έλεγχο του πλοίου, αρνούνται την εξουσία του πλοιάρχου και των αρχών, αναλαμβάνουν την διαχείριση της τροφοδοσίας τους και αρχίζουν να αυτοοργανώνονται. Κατεβάζουν την ελληνική σημαία που, ποδοπατημένη και κουρελιασμένη περιέρχεται στα χέρια του πλοιάρχου και στις 31 Γενάρη υψώνουν πανό με το οποίο μετονομάζουν το πλοίο σε M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΪΝΧΟΦ.

Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος που πήραν μέρος στην κατάληψη ναυτολογήθηκαν στον Πειραιά. Το πλοίο, παρά το ότι είχε τα κύρια χαρακτηριστικά του “σκυλοπνίχτη”, πήρε το ο.κ. του λιμεναρχείου Πειραιά και απέπλευσε με μόνη φροντίδα το να λειτουργήσουν οι μηχανές του.

Όμως οι συνθήκες διαβίωσης σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού (Πειραιάς-Ταραγκόνα-Λάγος-Σάντος-Ρίο ντε Τζανέιρο) μέχρι τη Βραζιλία διατηρήθηκαν στο επίπεδο της εξαθλίωσης, ξεκινώντας από τις τροφές και φτάνοντας στο νερό και την καθαριότητα.

Η εξέγερση του πληρώματος αντιμετωπίστηκε με τη βίαιη επίθεση της στρατιωτικής αστυνομίας της Βραζιλιανής χούντας ενάντια στους εξεγερμένους. Μία επίθεση που πραγματοποιήθηκε μετά από την άδεια που δόθηκε από το κράτος της Ελλάδας μέσω του προξένου Ευστρατίου Δούκα. Για μια ολόκληρη νύχτα τα επίλεκτα σώματα βίας του Βραζιλιανού κράτους επιτίθενται στους εξεγερμένους. Οι εξεγερμένοι ναυτικοί αιχμαλωτίζονται την 1η Φλεβάρη 1977 και οδηγούνται στα κρατητήρια της Federal Police όπου για έξη ολόκληρες μέρες ανακρίνονται και βασανίζονται από τα κρατικά κτήνη.

Στις 7 Φλεβάρη οι κρατούμενοι αρχίζουν απεργία πείνας.

Παρά τους πολλαπλούς εκβιασμούς και απειλές σε βάρος των κρατουμένων ο πρόξενος αναγκάζεται να υποχωρήσει αποδεχόμενος να τους στείλει στην Ελλάδα. Τότε μόνο (στις 10 Φλεβάρη 1977) οι αιχμάλωτοι διακόπτουν την απεργία πείνας.

Από τις 11 Φλεβάρη ο β’ μηχανικός Παναγιώτης Λιβερέτος δυσπιστώντας απέναντι στις προθέσεις των αρχών, προετοιμάζει σχέδιο για την απόδραση του προς την κατεύθυνση των απελευθερωμένων περιοχών της Βραζιλίας, προς τους μπαντονέρος.

Αλλά, στις 12 Φλεβάρη, οι συλληφθέντες της εξέγερσης, οδηγούνται στο αεροδρόμιο για να αναχωρήσουν στην Ελλάδα.

Ο Λιβερέτος μετά από τις στάσεις στη Μαδρίτη και τη Γενεύη παραμένει μία νύκτα στην πόλη και από κεί πηγαίνει στην Γερμανία. Αργότερα επιστρέφει στην Ελλάδα.

Η εξέγερση στο Aeolian Wind αποτελεί συστατικό του συνολικότερου κοινωνικού αγώνα.

Οι 14 ναυτικοί οι οποίοι συμμετείχαν στην εξέγερση παραπέμφθηκαν σε δίκη.

.

.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, η παρουσία και η συμμετοχή του οποίου σημάδεψε αυτήν την εξέγερση, γεννήθηκε το 1947 στην Κεφαλονιά από μια φτωχή οικογένεια. Φοιτά στην Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στην Κεφαλονιά και οργανώνεται στη «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη».

Στο στρατό αρνείται να συμμετάσχει στην πατριωτική παρέλαση της 21ης και γι’ αυτό το λόγο καταδικάζεται σε τρίμηνη φυλάκιση. Κλείνεται στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης.

Έρχεται σε επαφή με τις αναρχικές απόψεις και πρακτικές τον Ιούλιο του 1976, μέσω της «Επιτροπής για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε».

Μια ομάδα μελών της επιτροπής αυτής, συγκροτημένη πάνω στη βάση μιας κατ’ εξοχήν νομικίστικης υπεράσπισης και κατα συνέπεια τρομοκρατημένη μπροστά στις δραστηριότητες που αναπτύσσονταν (διαδηλώσεις, κλείσιμο της οδού Πατησίων, επίθεση στους φασίστες στα Εξάρχεια, σύγκρουση με τα ΜΑΤ), υπέσκαψε με πλήρη συνείδηση την ίδια την ύπαρξη της Επιτροπής. Με μια σειρά αθέμιτων και ανεπίτρεπτων ενεργειών που κορυφώθηκαν με την αυθαίρετη συνέντευξη τύπου, όπου εν ονόματι της και ενάντια σ’ όλες τις αποφάσεις «καταδικάζεται» η πρακτική του Ρόλφ Πόλε, επήλθε η αυτοδιάλυση της Επιτροπής.

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, θα συνεχίσει να συμμετάσχει στις πενιχρές πλέον δραστηριότητες της «Ομάδας για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε», η οποία οργανώνει την τελευταία συγκέντρωση στα Προπύλαια.

Ο Λιβερέτος, πριν μπαρκάρει στο Aeolian Wind επεδίωκε την έκδοση μιας αναρχικής ναυτεργατικής εφημερίδας.

Έχοντας επιστρέψει πλέον στην Ελλάδα (Φλεβάρης του 1977), συμμετέχει στις δύο οργανωτικές συναντήσεις των «ομάδων αναρχικών εργαζομένων» για την «Πρωτομαγιά Ενάντια στη Μισθωτή Εργασία» και στα επεισόδια με στόχο την εκτροπή της «Πρώτης Εθνικής Ενωτικής πρωτομαγιάς».

Σχετικά με τα γεγονότα το «Βήμα» έγραψε στις 3 Μαΐου 1977:

«Τα επεισόδια τα δημιούργησε μια εκατοντάδα αναρχικών, που κατηγορούσαν τα κόμματα, και ειδικά την αριστερά, σαν… εκμεταλλευτές του λαού – για να μην επαναλάβουμε εδώ τη χυδαία λέξη που χρησιμοποιούσαν στις προκηρύξεις τους. (Σημ. ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ: Η ακριβής διατύπωση ήταν κόμματα νταβάδες της εργατιάς»). Η κυβέρνηση δια του κ. υπουργού Εργασίας και με τη σύμφωνη γνώμη του κ. υπουργού δημοσίας Τάξεως, μίλησε για «εξτρεμιστές της αριστεράς» κάνοντας μάλιστα αναφορά σε συγκεκριμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μαοϊκών αποχρώσεων. Αλλά, στην πραγματικότητα, τα μέλη των οργανώσεων αυτών, ήταν εκείνα που πριν από την αστυνομία, (υπογράμμιση του «Βήματος») πριν ακόμη εμφανισθούν στο χώρο των επεισοδίων τα ειδικά σώματα για τη διάλυση των, επετέθησαν (υπογράμμιση του «Βήματος») κατά των αναρχικών και τους απώθησαν από το χώρο του πολυτεχνείου».

Στις 4 Μαΐου 1977, σε συνέντευξη του στην «Καθημερινή» ο Χρ. Μπίστης, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΕΚΚΕ ομολογεί απροκάλυπτα ότι: « (Οι αναρχικοί) υποχώρησαν στη Στουρνάρα. Εκεί προσπάθησαν να στήσουν οδοφράγματα και να κάψουν ιδιωτικά αυτοκίνητα. Τους επιτεθήκαμε και εμποδίσαμε την πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Θέλω να τονίσω, ότι, όλες οι ενέργειες των «αναρχικών» ήταν άσκοπες και αδικαιολόγητες. Στις 1 και 30 το μεσημέρι σταμάτησαν όλα και διαλυθήκαμε ήσυχα».

Στις 8 Μαΐου 1977, στη δίκη για τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς, ο σκηνοθέτης Θ.Μαραγκός με εντολή της ηγεσίας της Μαρξιστικής Λενινιστικής οργάνωσης ΕΚΚΕ, καταθέτει ότι είναι αποφασισμένος να συμβάλει στην αποκάλυψη της ταυτότητας και στη σύλληψη των προβοκατόρων, προσφέροντας στη δικαιοσύνη το φίλμ που κινηματογράφησε όπου «φαίνεται καθαρά (με ακάλυπτο πρόσωπο) κάποιος «αναρχικός», που πετά εναντίον του Μπλοκ του ΕΚΚΕ στο Πολυτεχνείο, μια βόμβα Μολότωφ και οι αστυνομικοί που τον βλέπουν αδρανούν» («Νέα», 9 Μαΐου 1977).

Το πρόσωπο, για το οποίο γίνεται η αναφορά αυτή, δεν είναι άλλος από τον Παναγιώτη Λιβερέτο.

Οι απανταχού Μαρξιστές και οι κάθε λογής κομμουνιστές, δεν χάνουν ευκαιρία να εκδηλώνουν το μίσος τους απέναντι στους αγωνιζόμενους ανθρώπους, εκτοξεύοντας λασπολογίες και καταφεύγοντας σε χαφιεδολογίες. Στρέφονται μάλιστα με ιδιαίτερη μανία εναντίον εκείνων των ανθρώπων, που τους έχουν γνωρίσει πολύ καλά «από κοντά», «από τα μέσα» κι «από τα έξω».

Ο Παναγιώτης Λιβερέτος, ήταν ένας από αυτούς που ήξερε πολύ καλά αυτούς τους άσπονδους εχθρούς της Ελευθερίας και τους πολέμησε χωρίς δισταγμό.

Δεν είναι τυχαίο πώς το κράτος δίστασε πρωτόδικα να επιβάλει ποινές στους εξεγερμένους του Aeolian Wind που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της στάσης. Στη συνέχεια μετά από έφεση του υπουργού Ναυτιλίας Παπαδόγγονα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς καταδικάζονται σε στέρηση του ναυτικού τους φυλλαδίου από 12 έως 30 μήνες. Φυσικά, στο Λιβερέτο επιβάλλεται η μεγαλύτερη ποινή (30μήνες στέρηση).

Ό,τι δε μπόρεσε να πετύχει με άμεσο τρόπο το κράτος, ήρθαν τα συνήθη υποστυλώματα του να διεκπεραιώσουν.

Στις 10 Μαΐου 1977 γίνεται η δίκη με κατηγορούμενο τον Λιβερέτο για ξυλοδαρμό του Μαρξιστή δικηγόρου των εφοπλιστών Παναγιώτη Βρεττού. Ο ξυλοδαρμός έγινε στις 21 Μάρτη 1977 μετά την έξοδο του Βρεττού από το δικαστήριο.

Σ’ αυτή τη δίκη είναι παρόντα έξι μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ο δε αντιπρόεδρος Κυρ. Ρεσβάνης, που είχε ορισθεί από το Δ.Σ. σαν υπερασπιστής του Βρεττού, διάβασε απόφαση του Δ.Σ., με την οποία ζητούσε την «παραδειγματική τιμωρία του Παν. Λιβερέτου». Ας σημειωθεί πως το Δ.Σ. του Δικηγορικού αυτού Συλλόγου αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από μέλη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή «δι’ απρόκλητον και εν ψυχρώ επίθεσιν» και οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη διάρκεια της φυλάκισης του, κάνει 15 μέρες απεργία πείνας. Στο Εφετείο που γίνεται στις 29 Ιουλίου 1977, ο Βρεττός έρχεται σε συμβιβασμό και ο Λιβερέτος αποφυλακίζεται από τον Κορυδαλλό.

Στις 22 Αυγούστου 1977, στις 4 το πρωί, ο Παναγιώτης Λιβερέτος αυτοπυρπολείται στην ταράτσα του σπιτιού του στο Μπραχάμι σε ηλικία 30 ετών.

Οι εχθροί της ελευθερίας, δεν τον άφησαν ήσυχο, ούτε και στο τάφο του. Προσπάθησαν, με διάφορα δημοσιεύματα να τον ταπεινώσουν. Όμως οι αγωνιστές της ελευθερίας, με την ανιδιοτέλεια που τους διακατέχει, αποδείχνουν πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν την ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν τον αυτοσεβασμό τους.

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του αναρχικού Παναγιώτη Λιβερέτου, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε.

Να μην ξεχνάμε τον αγωνιστή, αλλά και τους κοινωνικούς αγώνες, στους οποίους η παρουσία του ήταν καταλυτική.

.

.

Αναδημοσίευση από “ΕΞΕΓΕΡΣΗ #10″ (1997)

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Παναγιώτη Λιβερέτο μπορούν να βρεθούν στο έντυπο ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ #11-Παναγιώτης Λιβερέτος -Η  ζωή και ο θάνατος ενός Αναρχικού.

Διευκρίνηση από Π.ΑΝ.Κ: Ο Παναγιώτης Λιβερέτος σπούδασε στην Βαλλιάνειο Επαγγελματική Σχολή Ληξουρίου και όχι στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων στο Αργοστόλι όπως λανθασμένα έγραψαν οι σύντροφοι της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ. Στην συνέχεια παρακολούθησε κάποια μαθήματα στην σχολή εμπορικού ναυτικού στο Αργοστόλι.

Αύγουστος 1916. Η Σέριφος ζει το δικό της “σύντομο καλοκαίρι αναρχίας”

serifos-caving-4.jpg

Στο μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου υπάρχουν εγκαταλειμμένα τα απομεινάρια των
μεταλλείων: στοές, βαγονέτα και κομμάτια της γέφυρας φόρτωση

.
Οι Γρόμαν, η  εξέγερση των μεταλλωρύχων  και ο ηγέτης της

.

Πρώιμα ελληνικά σοβιέτ ή απλώς μία εξέγερση απελπισμένων;

Ακόμη και για απεργία που υποκινήθηκε από την Αντάντ (1) για να πληγεί η τροφοδοσία του Γερμανικού στρατού μίλησαν κάποιοι. Δύσκολες πλέον οι κατηγορηματικές απαντήσεις μιας και γνωρίζουμε μόνο το σκελετό των γεγονότων, κυρίως την αρχή και το τέλος τους. Ο μήνας της απεργίας, που σίγουρα είχε χαρακτηριστικά εξέγερσης του νησιού, καλύπτεται από αντιφατικές πληροφορίες και δημοσιεύσεις. Έτσι ηπραγματικότητα και οι μύθοι θα μπερδεύονται στην προφορική παράδοση που συντηρούν με τις διηγήσεις τους οι γέροντες στα καφενεία της Σερίφου και η απεργία των μεταλλωρύχων θα παραμένει μια άγνωστη και αδικημένη σελίδα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Οι μόνες γραπτές πηγές είναι το ημιτελές βιβλίο του ηγέτη της απεργίας Κ. Σπέρα: “Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου”(*), και τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής που μάζεψε σε μία έκδοση η Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων, με επιμέλεια του Ν. Σκόνη (**). Συστηματική έρευνα έχει κάνει ο φιλόλογος Λίνος Κόττης, που επιμελήθηκε και προλογίζει την έκδοση του βιβλίου του Σπέρα. Παραμένει και μια σεμνή τελετή μεταξύ “συγγενών και φίλων” στο χώρο της μάχης κάθε Αύγουστο, για να παραξενεύει τους ευτυχείς λουόμενους. Μία ιδιωτική εταιρεία, με το αζημίωτο βέβαια,  διοργανώνει περιήγηση στις στοές που καταλήγει σε γειτονικό κόλπο, και αυτά είναι το όλον…
Όμως μια απεργία με νεκρούς, και χωροφύλακες λιθοβολισμένους
και πεταγμένους στη θάλασσα, κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη και ένα αιώνα μετά.

.
Η δυναστεία Γρόμαν

H σύγχρονη εκμετάλλευση των πλούσιων μεταλλευμάτων του νησιού έγινε αποδοτική και κερδοφόρα για τον ίδιο, το 1885 από τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν. Φάτσα ο μεταλλειολόγος από αυτές που ευδοκιμούν μέχρι σήμερα στη χώρα μας και καταχωρούνται στον ασαφή κωδικό λαμόγια. Βέβαια απλά ακολούθησε κλασσικούς νόμους της καπιταλιστικής αγοράς και πλούτισε  με μηδέν κεφάλαιο με τον εξής απλό τρόπο:

Ίδρυσε μια μικρή εταιρία και τη συνένωσε με τη φαληρισμένη “Σέριφος Σπηλιαζέζα” που είχε ήδη εγκαταστάσεις εξόρυξης στη Σέριφο. Απαλλοτρίωσε γη με μόνο αντάλλαγμα το μεροκάματο στους ιδιοκτήτες και με ένα συμβολικό ποσό προς το ελληνικό κράτος εμπορευόταν τον πλούτο του νησιού. Για την άγονη Σέριφο που ποτέ δεν ήταν νησί ψαράδων ή ναυτικών, ο Γερμανός ήταν μια κάποια λύσις-και όχι μόνο για αυτή. Από τα γύρω νησιά και την Πελοπόννησο έφταναν αναζητώντας δουλειά και το νησί των 2.000 κατοίκων στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασε τις 4.000 το 1910. Ο Γερμανός , που είχε να λέει πως εκτός από δουλειά πρόσφερε και μόρφωση (τα χαλάσματα της Γραμονίου (2) σχολής υπάρχουν ακόμη) και περίθαλψη, ήταν ουσιαστικά ένα είδος διοίκησης.

Για το αν ήταν δουλειά ή δουλεία, ας τα πει καλύτερα ένας παθών. Στην έκδοση της Ο.Μ.Ε. για την απεργία δημοσιεύτηκε η περιγραφή των συνθηκών απ’ τον παλαίμαχο μεταλλωρύχο Γ. Λιβάνιο, όπως την άκουσε από παλιότερους.
.

“Οι συνθήκες για τους μεταλλωρύχους την εποχή εκείνη ήταν βάρβαρες, απάνθρωπες. Δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο, με το χάραμα της ημέρας έπρεπε να βρίσκονται στην είσοδο της κάθε στοάς και με τη δύση του ηλίου να σχολάνε. Τον ήλιο τον βλέπανε μόνο κάθε Κυριακή και όλα αυτά για ένα μεροκάματο που έφτανε ίσα – ίσα για να ζουν”

.
εργάτες στα μεταλλεία Σερίφου το 1906

 .

Επειδή όμως για κάθε κακό υπάρχουν πάντα και χειρότερα, αυτά ήρθαν αργότερα με το Γρόμαν το Β, τον υιό Γεώργιο, που ανέλαβε τις τύχες της εταιρείας το 1906. Εντατικοποίησε την παραγωγή περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα “ακριβά” αλλά ελλιπή μέτρα ασφαλείας-ενώ συνέχισε να αποσπά γη προσθέτοντας στις μεθόδους του μπαμπά και τη βία.  Μόνο τη διετία ’14-’16 εξήντα εργάτες βρήκαν το θάνατο στις στοές. Ο διάδοχος Γρόμαν έφτιαξε ένα δουλικό “σωματείο”, εξαγόραζε τοπικούς παράγοντες, πολιτικούς, αλλά και τη σιωπή των ενοχλητικών φωνών και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό χρησιμοποιούσε το στρατό μαγκουροφόρων υποστηρικτών του.

Η δυναστεία του Αιμίλιου Γρόμαν τελειώνει το 1963, όταν ο ομώνυμος εγγονός (αφού πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη διάρκεια του πολέμου στα Ες Ες) εγκαταλείπει την Ελλάδα για τη Ν. Αφρική επειδή τα αποθέματα έχουν λιγοστεύσει. Ο Γ. Λιβάνιος περιγράφει (στο ίδιο βιβλίο):
.

“Μας χρωστάγανε έξι – επτά μήνες μισθούς και λέγανε πως σύντομα θα μας πληρώσουν. Μέχρι τελευταία στιγμή δε μας είχαν πει τίποτα. Στις 20 Ιούλη του 1963. Μόλις το μάθαμε 300 άτομα τουλάχιστον κάναμε πορεία, με τη σημαία του συνδικάτου, απ’ τη Χώρα μέχρι το Μεγάλο Λιβάδι (3 ώρες δρόμος) στα γραφεία της εταιρίας. Ο διευθυντής που ψάχναμε να μιλήσουμε είχε φύγει με το τελευταίο βαπόρι που φόρτωσε”.

.
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα…. (είπε κάποτε ο “ξεπερασμένος”)

.

Η απεργία

Παρόλο που από το Φλεβάρη του ’11 οι μεταλλωρύχοι με νόμο έπρεπε να δουλεύουν 8ωρο, αυτοί της Σερίφου συνέχιζαν την ποντικίσια τους ζωή. Όμως οι επαναστατικές ιδέες που ταξίδευαν τότε σε όλη την Ευρώπη ξεσηκώνοντας τους εργάτες, έπιασαν λιμάνι και στη Σέριφο. Καταλύτης για τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν η ίδρυση ταξικού σωματείου (πρωτοποριακό το καταστατικό του για την εποχή) (3) τον Ιούνιο του 1916, με εμπνευστή και ψυχή του τον Κ.Σπέρα. “Με ένα μουλάρι θα γύριζε από καλύβα σε καλύβα και από στοά σε στοά…” (εφημερίδα Φως του Πειραιά 8/’16)

Στις 2 Αυγούστου του’16, μετά από ενέργειες του σωματείου (4) και δημοσιεύματα στον τύπο για τις άθλιες συνθήκες, φτάνει στη Σέριφο ειδικός υπάλληλος του υπουργείου οικονομίας-μηχανικός ονόματι Γεωργιάδης-και αφού διαπιστώνει πως η κατάσταση είναι πραγματικά χάλια τους προτρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται σε αναμονή των αποφάσεών του.

Αυτή πρέπει να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Στις 7 Αυγούστου οι εργάτες αρνούνται να φορτώσουν το πλοίο “Μαννούσι” με προορισμό τη Γλασκώβη, σύμφωνα με την εταιρεία-τη Γερμανία έλεγαν οι εργάτες. (αυτή η διχογνωμία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους θιασώτες της θεωρίας εμπλοκής της Αντάντ)

Αποφασίζουν να σταματήσουν κάθε εργασία σε στοές και έδαφος απαιτώντας 8 ώρες δουλειά, μέτρα ασφαλείας και μεγαλύτερη αμοιβή. Η εταιρεία το μόνο που δέχεται να συζητήσει είναι 8 ώρες στις στοές και τις υπόλοιπες στο έδαφος, ενώ με κάποιους από τους πιστούς στους Γρόμαν υπαλλήλους των γραφείων προσπαθεί , χωρίς επιτυχία, να συνεχίσει την παραγωγή. Τότε ο διευθυντής της Π. Βάσσος σε συνεργασία με τον πρόεδρο της κοινότητας και τον τοπικό ανθυπασπιστή χωροφυλακής έστειλαν τηλεγράφημα στο υπουργείο εσωτερικών, γράφοντας για στάση των εργατών και πυρπόληση της αποθήκης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τότε Ειρηνοδίκης Σερίφου Δ. Κοντός αρνήθηκε να το υπογράψει. Το τηλεγράφημα αυτό πάντως είναι η αφορμή να φτάσει στο νησί απόσπασμα τριάντα χωροφυλάκων από την Κέα με την εντολή να εξασφαλίσει, με κάθε τρόπο, τη φόρτωση και τον απόπλου του πλοίου. 

.

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από τη γέφυρα
φόρτωσης-θέατρο των συγκρούσεων 

.

Επικεφαλής ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου (ημιπαράφρων χαρακτηρίστηκε απο τον Σπέρα). Το πρωί της 21ης Αυγούστου ζήτησε συνάντηση με τη διοίκηση του σωματείου, με πρόσχημα τη συζήτηση μαζί τους, αλλά ο σκοπός του ήταν να τους φυλακίσει στο σταθμό χωροφυλακής πιστεύοντας πως έτσι όλα θα γίνουν ευκολότερα. Αφού διαβεβαίωσε τον Ειρηνοδίκη ότι το πολύ θα έριχναν
πυροβολισμούς στον αέρα για εκφοβισμό, κατευθύνθηκε με όλη τη δύναμη στο λιμάνι του Μεγάλου Λιβαδιού. Έδωσε 5 λεπτά προθεσμία στους συγκεντρωμένους να διαλυθούν και να φορτώσουν το πλοίο αλλά πριν καλά καλά περάσει το 5λεπτο, πυροβολεί, εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως όπως κραύγασε,και σκοτώνει το Θεμιστοκλή Κουζούπη. Διατάζει και τους χωροφύλακες να πυροβολήσουν αλλά οι πάνω από πεντακόσιοι συγκεντρωμένοι θα αντιδράσουν με πέτρες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα για να βρουν καταφύγιο στις στοές. Με την παρέμβαση και του ιερέα Γιάννη Ρώτα η σύγκρουση σταματά εκεί με τραγικό όμως απολογισμό. Τέσσερις εργάτες νεκροί και δεκάδες οι τραυματίες. Ο υπομοίραρχος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου και το πτώμα του πετάχτηκε στη θάλασσα. Άλλοι δύο από τους χωροφύλακες νεκροί και σχεδόν όλη η δύναμη τραυματισμένη και άοπλη. Μετά την απελευθέρωση της διοίκησης του σωματείου γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ηρεμήσει το οπλισμένο πλέον πλήθος και να σταματήσει το κυνηγητό των χωροφυλάκων. Κάπου εκεί εμφανίζεται για πρώτη φορά η περιβόητη γαλλική σημαία: 
.

“Αίφνης ακούω ζητωκραυγάς και εν μέσω του πλήθους βλέπω μίαν γυναίκα και εκράτη Γαλλικήν σημαίαν. Δεν έχασα καιρόν και αρπάσας εκ των χειρών της την σημαίαν εφώναζα με όλη μου τη δύναμην : εν ονόματι της Γαλλικής Δημοκρατίας κάτω τα όπλα !!”

.
Γράφει στο βιβλίο του ο Σπέρας. Αυτό το γεγονός, όπως και το τηλεγράφημα προς το Γαλλικό στόλο που ναυλοχούσε στη Μήλο, (5) απομονώθηκαν από κάποιους για να στηρίξουν εμπλοκή της Αντάντ. Καλό είναι να υπενθυμίσουμε πως μιλάμε για το 1916. Δηλαδή για μία Ελλάδα διχασμένη πολιτικά και ουσιαστικά ακυβέρνητη και για ένα πρώιμο αυθόρμητο εργατικό κίνημα που δεν είναι παράξενο πριν την Οχτωβριανή επανάσταση να βλέπει τη Γαλλία σαν προστάτιδα των καταπιεσμένων.

Τις επόμενες μέρες οι εξεγερμένοι ελέγχουν τα πάντα στο νησί.(6) Δυστυχώς οι πληροφορίες που έχουμε για αυτές είναι ελάχιστες. Υπάρχει μία επιτροπή και γίνονται συνελεύσεις των κατοίκων. Η πρώτη πάντως παρουσία επίσημης αρχής θα είναι Γαλλική. Στις 26 Αυγούστου θα φτάσει το Γαλλικό πολεμικό Henri Quatre. To πλήρωμα του θα υποστείλει τις Γαλλικές σημαίες που έχουν υψωθεί και ο κυβερνήτης του θα δηλώσει συμπαράσταση στα αιτήματα. Επιπλέον οι εξεγερμένοι έχουν την υπόσχεση πως θα έρθει Γάλλος εκπρόσωπος της εταιρείας (επίσημη έδρα των Γρόμαν ήταν η Γαλλία).

Στις αρχές Σεπτεμβρίου φτάνει και το ελληνικό πολεμικό “Αυλίς” με 250 στρατιώτες και δικαστικούς από τη Σύρο. Έτσι τελειώνει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας στη Σέριφο. Η διοίκηση του σωματείου και μερικοί ακόμα εργάτες θα φυλακισθούν στη Σύρο. Ο δρόμος όμως για την ουσιαστική κατοχύρωση του 8ώρου είχε ανοίξει.

.

Κώστας Σπέρας(1893-1943)

Ο ηγέτης της απεργίας και της εξέγερσης.

Γεννήθηκε στη Σέριφο αλλά έχοντας ναυτικό πατέρα ταξίδευε μαζί του, έμαθε αραβικά και γαλλικά και ενστερνίστηκε στην εφηβική του ηλικία αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα έγινε μέλος της ομάδας του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) που συμμετέχει στο Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών. Δούλευε κυρίως σαν “τσιγαράς” και ήταν μέλος της διοίκησης του εργατικού κέντρου Πειραιά. Το Μάρτιο του ’14 βρίσκεται στην Καβάλα στη μεγάλη καπνεργατική απεργία όπου θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί για πρώτη φορά. Το 1915 θα γυρίσει στην πατρίδα του τη Σέριφο ή καλεσμένος από τους συμπατριώτες του ή απεσταλμένος της σοσιαλιστικής ομάδας. Σε κάθε περίπτωση ο σκοπός του είναι η οργάνωση ταξικού σωματείου. Συμμετέχει στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918, διαγράφεται το ’20, αλλά παραμένει στην 3η διεθνή. Υποστηρίζει την παρουσία της ΓΣΕΕ σαν πολιτική οργάνωση των εργατών, όμως διαγράφεται και από αυτή το ’26 ομόφωνα (7).

Από το 1921 εκδίδει την εφημερίδα “νέα ζωή” με τον Φανουράκη και συμμετέχει στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα που θα διαλύσει η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Από το ’30 εργάζεται στους σιδηροδρόμους και την ίδια περίοδο γράφει ένα βιβλίο για το εργατικό κίνημα, που δεν θα εκδοθεί ποτέ αφού ο Λ. Στρατής-κατηγορήθηκε από τον Σπέρα για υπεξαίρεση του ταμείου των σιδηροδρομικών -άρπαξε από την κόρη του τις ιδιόχειρες σημειώσεις. Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας φυλακίζεται για τελευταία φορά στις φυλακές Σκοπέλου, από όπου αποφυλακίζεται σχεδόν ημιθανής λίγο πριν την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου. Αποσύρεται πλέον από κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα, ζώντας στο Μεταξουργείο με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες. Το Σεπτέμβριο του 1943 όμως δολοφονείται από την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) στη Μάνδρα, δια χειρός Χ. Μούντριχα (καπετάν Ορέστης-απλή συνωνυμία με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ). “πιάσαμε το κάθαρμα τον Σπέρα” θριαμβολογεί ο παράνομος Ριζοσπάστης τον Οκτώβρη του ’43 για να μην έχουμε αμφιβολίες.

Το ΚΚΕ δεν περιορίστηκε στην φυσική του εξόντωση. Από το ’24 είχε ξεκινήσει μία συστηματική προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης του. Στην αρχή προσπάθησε να τον παρουσιάσει σαν όργανο των συμφερόντων της Αντάντ (8) και επειδή ο 1ος παγκόσμιος κάποτε τελείωσε, το παιγνίδι χόντρυνε. Ο Σπέρας κατηγορήθηκε σαν τυχοδιώκτης στην καλύτερη περίπτωση, αλλά και όργανο της εργοδοσίας, συνεργάτης της αστυνομίας (9) και των κατακτητών αργότερα. Επισήμως η δολοφονία του “δικαιολογήθηκε” με τα αρχεία του ΕΔΕΣ που εμφάνιζαν τον Σπέρα συνεργάτη του! Σήμερα θα ήταν μάλλον εύκολο για το ΚΚΕ να ζητήσει μία ακόμη συγνώμη επικαλούμενο την τραχύτητα της εποχής αλλά φευ! Μια αναζήτηση στο δίκτυο θα σας εμφανίσει απίστευτες κατηγορίες να έρπουν για ένα άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του με αγώνες και φυλακίστηκε πάνω από 100 φορές. 

.
“Working class hero” για  soundtrack . To αριστούργημα του John Lennon σε μία όμορφη διασκευή από τους “Noir Desir”.

.

πηγές

(*) Η απεργία της Σερίφου ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21ης Αυγούστου 1916 εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου” (του Κ. Σπέρα)

(**) H αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου (του Ν. Σκόνη έκδοση της Ο.Μ.Ε)

 (1) Αντάντ:  από το γαλλικό Entente που σημαίνει συμφωνία. Με τη λέξη αυτή χαρακτηρίστηκαν διάφορες διπλωματικές συμφωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση αφορά την “Τριπλή Συνεννόηση” του Α Παγκοσμίου ανάμεσα σε Αγγλία-Ρωσία-Γαλλία. Ήταν η αντίπαλη παράταξη στη Τριπλή Συμμαχία.

(2) Η “Γραμόνιος σχολή” ήταν ένα σχολείο για τα παιδιά των εργατών και ένα βραδινό για όσους εργάτες ήθελαν να παρακολουθήσουν. Με διευθυντή τον Σιφνιό υμνητή των Γρόμαν Ανδρόνικο, ήταν ένας καλοστημένος μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης.

(3) Το καταστατικό ήταν πρωτοποριακό για την εποχή. Χαρακτηριστικά στους σκοπούς διαβάζουμε: “Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτες όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, δια την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικών σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του”.

(4) Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από έγγραφο του σωματείου προς το υπουργείο οικονομίας: “… εις το βασίλειον , Σερίφου αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 – 12″. Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (…) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε”.

(5) “Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(6) “Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ.. δημόσια ιδρύματα”.(από το βιβλίο του Σπέρα).

(7) “Το Γ’ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπ’ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα δια την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε δι’ ανατάσεως των χειρών όλων.Ομόφωνα.”

(8) “Η πολιτική καθοδήγηση όμως της απεργίας αυτής ήταν όχι μόνο λειψή αλλά, κατά τη γνώμη μας, και ύποπτη. Με την επίκληση της προστασίας των δυνάμεων της Αντάντ, ο Σπέρας, που καθοδήγησε την εξέγερση, προσπάθησε, πρακτικά, να θέσει το εργατικό κίνημα του νησιού, στο πλευρό, αν όχι στην υπηρεσία, του ενός από τους δύο ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που έσερναν τους λαούς στο σφαγείο του Α` Παγκοσμίου Πολέμου, της μιας από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης.”

                                                                                     Ριζοσπάστης 13 Αυγούστου 2003

(9) “Αργότερα ο Κώστας Σπέρας έγινε όργανο της Αστυνομίας. Ο Παπαναστασίου όμως ήταν όργανο μυστικό από το 1918, από τότε που μπήκε στο κόμμα.”

(Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμος Εʼ 1900-1924, σελίδα 614)

.

.

.

Π Η Γ Η
.

.