Αντι-εξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

bibliodiadromes_2h41.jpg

.

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
..

bibliodiadromes_241«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 24, Απρίλιος 2004

.

.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/pDmmS-6BY

Ο Κάνιγκ στην Κάνιγγος (Με τη ματιά του Βασίλη Ραφαηλίδη)

RAFAILIDIS1a

.

Το 1823, τρίτο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης, όλα παν καλά στην Ελλάδα. Ο Δράμαλης έχει κατατροπωθεί, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου είχε αίσιον πέρας, η Αθήνα έχει απελευθερωθεί και η κυβέρνηση του Ναυπλίου παραμένει αξιοπρεπής προς το παρόν: Το πρώτο δάνειο δεν έχει έρθει ακόμα, ώστε ν’ αρχίσει ο σκοτωμός.

Αυτή τη σημαδιακή χρονιά για την ύπαρξη μας ως κράτους συμβαίνει ένα συγκλονιστικό γεγονός, αλλά εκτός Ελλάδος, στην Αγγλία. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Τζωρτζ Κάνιγκ κάνει μια θεαματική στροφή και απαγκιστρώνεται απ’ την ανθελληνική πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας.

Την 25η Μαρτίου 1823, ακριβώς δυο χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, ο Κάνινγκ γνωστοποιεί στον κόσμο όλο πως αναγνωρίζει επίσημα το δικαίωμα των εμπολέμων Ελλήνων να αποκλείουν με τα πλοία τους τις τουρκικές ακτές. Κάτι τέτοιο το Διεθνές Δίκαιο της εποχής το αναγνώριζε μόνο σε αναγνωρισμένα κράτη, και συνεπώς η πράξη του Κάνιγκ ήταν μια έμμεση μεν, σαφέστατη δε αναγνώριση της κυβέρνησης των αγωνιζομένων Ελλήνων, και άρα του ελληνικού κράτους πριν καν αυτό υπάρξει. Κατά κάποιον τρόπο, και με σύγχρονη ορολογία, ήταν η αναγνώριση μιας επαναστατικής κυβερνήσεως, μιας «κυβερνήσεως του βουνού», για να θυμηθούμε άλλες εποχές.

Και σα μην έφτανε αυτή η τόσο θεαματική και τόσο ξαφνική στροφή της αγγλικής πολιτικής υπέρ των Ελλήνων, την 30ή Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1823) όμιλος Άγγλων τραπεζιτών χορηγεί στη μαχόμενη Ελλάδα δάνειο ύψους 800.000 στερλινών για τις άμεσες ανάγκες των επαναστατών. Αν σκεφτεί κανείς πώς γίνεται και δίνουν οι κεφαλαιούχοι τα λεφτά τους με πολύ υψηλό τόκο μεν, αλλά χωρίς να είναι καθόλου βέβαιοι πως θα τα πάρουν πίσω αφού όλα παίζονται ακόμα στην Ελλάδα, προκύπτει η εύλογη απορία: Μα, τι διάολο, τρελάθηκαν οι πάντα πραχτικοί και συμφεροντολόγοι Άγγλοι; Καθόλου δεν τρελάθηκαν. Απλώς ασκούν σοβαρή γεωπολιτική στρατηγική στο Αιγαίο και γενικότερα στη Μεσόγειο.

Ήξεραν πως οι Έλληνες είναι θαλασσινός λαός, ήξεραν πως οι Τούρκοι δε σκαμπάζουν τίποτα από θάλασσα και πόνταραν στους Έλληνες, που θα μπορούσαν θαυμάσια να γίνουν εν καιρώ οι χωροφύλακες των Άγγλων και στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Ο ιδιοφυής Τζωρτζ Κάνιγκ έκανε διάνα. Η Ελλάδα προσδέθηκε στους Άγγλους, και στη συνέχεια στους διαδόχους τους στη Μεσόγειο Αμερικανούς, πριν καν υπάρξει ως ελεύθερο κράτος! Αυτό θα πει μακρόπνοη εξωτερική πολιτική, κύριοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, που αν και τσιράκια των Άγγλων δε διδαχτήκατε τίποτα.

Πάντως, τώρα καταλαβαίνετε καλύτερα γιατί αφιερώσαμε στον Κάνιγκ μια πλατεία, έναν δρόμο και έναν ανδριάντα στημένο στην πλατεία Κάνιγκος. Χρωστάμε την ύπαρξη μας ως κράτος στον Κάνιγκ. Αλλά και τους εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης, κι αυτούς στον Κάνιγκ τους χρωστάμε. Εκείνο το δάνειο, το πρώτο από μια ατέλειωτη σειρά δανείων, έκανε τους Έλληνες να πέσουν με τα μούτρα στο ψητό και να σφάζονται μεταξύ τους για το ποιος θ’ αρπάξει το μεγαλύτερο κομμάτι. Όντως μεγάλος πολιτικός ο Κάνιγκ! Είναι να μην του στήσεις το άγαλμα στην πλατεία Κάνιγκος;

Βασίλης Ραφαηλίδης

.

[ΙΣΤΟΡΙΑ (κωμικοτραγική) του ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993, σελ. 11-12]

.

ΠΗΓΗ: http://atexnos.gr/