Error 404, words not found

tumblr_otys34PhAS1uiucnso1

.

Ας υποθέσουμε πως υπάρχει ένας όμορφος πίνακας, που δεν απεικονίζει κάτι συγκεκριμένο. Μια αφηρημένη τέχνη που δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα, η που τέλος πάντων δεν σου φέρνει εσένα προσωπικά στο μυαλό κάποιο συγκεκριμένο γεγονός, κάποιο βίωμα, η έστω κάποια άλλη ανάμνηση. Ο ίδιος ο πίνακας δε, δεν προδίδει κάποια ανάλογη θεματική στην οποία μπορεί να βασίζεται, όμως παρόλα αυτά σου πηδάει άγρια τον εγκέφαλο. Ασελγεί σε εκείνο το μηνίγγι του εγκεφάλου σου, που κατοικεί το ελάχιστο γούστο σου προς την “τέχνη”, επειδή απλά και μόνο συγκεκριμένα χρώματα η σχήματα έτυχε να βρίσκονται στη κατάλληλη σειρά και την τέλεια μορφή, πάνω σε έναν καμβά, απο έναν άγνωστο άνθρωπο που είχε εντελώς διαφορετικές προθέσεις, απο το να σου πηδήξει εσένα τον εγκέφαλο….

Πως το περιγράφεις αυτό σε έναν άλλο άνθρωπο;

.

tumblr_otys34PhAS1uiucnso1_1280

Advertisements

Τζον Στάινμπεκ – Τα σταφύλια της οργής (1939)

dorothea-lange-migrant-mother-series-41

(Αφιερωμένο στους εξεγερμένους της Γαλλίας)

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, “Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

.

“ Η Καλιφόρνια ήταν πρωτύτερα του Μεξικού και η γης της των Μεξικανών˙ και μια ορδή κουρελιάρηδες και έξαλλοι Αμερικανοί χίμηξαν πάνω της. Και ήταν τόσο πεινασμένοι για ένα κομμάτι γης, που πήραν τη γης, σφετερίστηκαν προνόμια, κατάργησαν προνόμια, φοβέρισαν και τρομοκράτησαν οι πεινασμένοι και έξαλλοι εκείνοι άνθρωποι˙ και φύλαγαν με τα ντουφέκια τη χώρα που είχαν σφετεριστεί.”

“…Μην ανεβάζεις την εμπιστοσύνη σου ψηλά ως τα πουλιά και δεν θα σέρνεσαι κατόπι μαζί με τα σκουλήκια.”

“…Είναι μια χώρα λεύτερη.
Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος , σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πληρώσεις τη λευτεριά σου.”

“…Ο Κέϊσι είπε: Έχω γυρίσει τον τόπο. Όλοι ρωτούν το ίδιο. Που θα φτάσουμε; Κατά τη γνώμη μου, δε θα φτάσουμε ποτέ μας πουθενά. Πάντα σε πορεία. Θα βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε πορεία. Γιατί δεν κάθονται να το σκεφτούν οι άνθρωποι; Τώρα έχουμε ξεσηκωμό…
Απ’ τον κατατρεγμό έρχονται οι άνθρωποι σε απελπισία και επαναστατούν.”

“…είχα βαλθεί με όλα μου τα δυνατά να πολεμήσω το διάβολο, γιατί φανταζόμουν πως ο διάβολος ήταν ο εχθρός.
Μα κάτι πολύ χειρότερο απ’ το διάβολο κρατάει στα νύχια του τον τόπο, και δε θα τον παρατήσει αν δεν κοπεί κομματάκια κομματάκια.”

“…..Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μ’ όλο πουν θα υπάρχουν ακόμα οι βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι μια απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.”

“…Το πρόσεξα όπου κι αν σταθήκαμε. Πεινάνε οι άνθρωποι για κρέας και λαρδί, και όταν το βρούνε δεν τους θρέφει. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο την πείνα ζητούσαν προσευχές….Μα δε φελάνε πια οι προσευχές.
Οι προσευχές δεν προμηθέψανε ποτέ λαρδί και κρέας. Για το κρέας και το λαρδί χρειάζονται γουρούνια.(……)
Οι άνθρωποι ζητάνε να ζήσουν μια ζωή πρεπούμενη και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Και σαν γεράσουν πια, να κάθονται στην πόρτα τους και ν’ αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα. Και όσο είναι νέοι, να χορεύουν, να τραγουδούν και να πλαγιάζουν μαζί. Θέλουν να τρώνε, να μεθούν και να δουλεύουν.”

.

.

“…Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν. Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά, και τα σπυριά της πελλάγρας διογκώνονταν στα πλευρά τους. Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.”

“…Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”  

“…Στην ερημιά για νάβρει την ψυχή του πήγε, μα εκεί ανακάλυψε πως δεν έχει δική του ψυχή. Λέει πως έχει ένα κομματάκι από μια μεγάλη, από μια θεόρατη ψυχή. Λέει πως δε φελλά η ερημιά, γιατί το κομματάκι αυτό η ψυχή του είναι τίποτα, εξόν αν βρίσκεται μαζί με την υπόλοιπη και νά’ ναι μια ολάκερη ψυχή.”

“…Καμιά δουλειά…Δίχως δουλειά, ούτε λεπτά ούτε φαΐ.
Ένας άνθρωπος που’ χει ένα ζευγάρι άλογα, που τα ζεύει στο αλέτρι κι έπειτα για το αλώνισμα, δεν του περνά ποτέ απ’ το νου πως πρέπει να τα αφήσει να ψοφήσουν της πείνας όσο καιρό σταματά η δουλειά.
Εκείνα είναι άλογα-εμείς είμαστε άνθρωποι.”

.

Τζον Στάινμπεκ(1902-1968) – Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

.

(Κι η Αμερική μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους ομοίους μου και για τους ομοίους σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.)

Τα σκατά, Αντονέν Αρτώ

1948 ivry copy

.

Για να υπάρξεις είναι αρκετό να αφεθείς να είσαι,
αλλά για να ζήσεις πρέπει να είσαι κάποιος,
πρέπει να έχεις ένα ΚΟΚΑΛΟ,
να μη φοβάσαι να δείξεις το κόκκαλο,
και να διακινδυνεύσεις να χάσεις τη σάρκα.

Ο άνθρωπος από πάντα αγαπούσε περισσότερο τη σάρκα από τη γη των οστών.
Και τότε δεν υπήρχε παρά γη και ξυλεία από κόκαλα,
και αναγκάστηκε να κερδίσει τη σάρκα του,
δεν υπήρχε παρά σίδερο και φωτιά
κι από σκατά ούτε ίχνος,
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε μήπως χάσει τα σκατά
ή μάλλον πεθύμησε τα σκατά
και γι’ αυτά θυσίασε το αίμα.

Για να έχει τα σκατά, τη σάρκα με λίγα λόγια,
και σιδερικά από κόκαλα
και όπου δεν είχε να κερδίσει το είναι
αλλά είχε μόνο να χάσει τη ζωή.
O reche modo
to edire
di za
tau dari
do padera coco
Εκεί ο άνθρωπος έκανε πίσω και το έβαλε στα πόδια.

Τότε τα θηρία τον έφαγαν.

Δεν υπήρξε βία, προσφέρθηκε μόνος του στο θηριώδες γεύμα.

Το βρήκε του γούστου του,
έμαθε κι αυτός να παριστάνει το θηρίο,
και να τρώει το ποντίκι με λεπτότητα.

Και από πού προέρχεται αυτή η ταπεινή αισχρότητα;
Από το ότι ο κόσμος δε μορφοποιήθηκε ακόμα
ή από το ότι ο κόσμος δεν έχει παρά μια μίζερη
ιδέα για το σύμπαν
και θέλει να την κρατήσει αιώνια,

προέρχεται από το ότι ο άνθρωπος μιαν ωραία μέρα
όρισε την ιδέα του κόσμου.
Δύο δρόμοι του προσφέρονταν:
κείνος του άπειρου εκτός,κείνος του έσχατου εντός.

Και διάλεξε το έσχατο εντός,
όπου δεν έχει παρά να συντρίβει το ποντίκι,
τη γλώσσα, τον πρωκτό, ή τη βάλανο.
Και ο θεός, ο θεός ο ίδιος κατάστρεψε την κίνηση.

Ο θεός λοιπόν είναι ένα είναι;

Αν είναι, είναι σκατά.
Αν δεν είναι ένα είναι, δεν είναι.
Δεν είναι λοιπόν,
αλλά δεν είναι με τον ίδιο τρόπο που το κενό προχωρά
με όλες του τις μορφές,
από τις οποίες η πιο τέλεια απεικόνισή του
είναι η παρέλαση μιας αμέτρητης στρατιάς
από μουνόψειρες.

Είστε τρελός κύριε Αρτώ,
και η Θεία Λειτουργία;

Εγώ ανυμνούμαι τη βάφτιση και τη λειτουργία.
Δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη που,
στο ερωτικό επίπεδο,
να είναι πιο βλαβερή από την κάθοδο
του αυτονομαζόμενου Ιησού Χριστού
στις άγιες τράπεζες.

Είναι δύσκολο να με πιστέψουν
και βλέπω ήδη το κοινό να σηκώνει τους ώμους του
αλλά ο λεγάμενος Χριστός
είναι εκείνος που μπροστά στο θέαμα
της μουνόψειρας του θεού
δέχτηκε να ζήσει χωρίς σώμα,
ενώ μια στρατιά από ανθρώπους,
αποκαθηλωμένοι από ένα σταυρό
όπου ο θεός από καιρό πίστευε πως τους είχε καρφωμένους,
επαναστάτησε,
και πάνοπλη από σίδερο,
από φωτιά και από κόκαλα,
προχωράει βρίζοντας τον Αόρατο
για να ξεμπερδέψει μια για πάντα

με την ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ..

.

*Από το βιβλίο “Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του θεού”, Εκδόσεις “Αιγόκερως”, 1989 (β’ έκδοση) σελ. 24-27. Μετάφραση: Λυδία Κουβάτσου

.

013-antonin-artaud-theredlist

.

ΠΗΓΗ: https://tokoskino.wordpress.com/2013/07/12/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC/

Παιχνίδια της γλώσσας – Δημήτρης Σολδάτος

slide_434806_5680992_free

Στην Ωραία Κοιμωμένη
που αν με ονειρευόταν
δεν θα την ξύπναγα ποτέ

.
Τ
ι περιμένεις να διαβάσεις σ’ ένα ποίημα;
Πες μου κι εγώ θα το γράψω
Μαγειρεύω καλά τις λέξεις όταν πεινάνε οι πράξεις
Δοκίμασε και θα δεις πόσο τυφλή είσαι στις γεύσεις
Η λέξη ΘΑΛΑΣΣΑ παραδείγματος χάριν
Κοίτα πόσο αλάτι κουβαλάει μέσα της
Για να μην σαπίζει το γαλάζιο
Και να νοστιμίζουν τα ναυάγια
Η λέξη ΕΡΩΤΑΣ εμπεριέχει πάντοτε μιαν απορία
Την προτιμώ απ’ την βεβαιότητα πως δεν μ’ αγαπάς
Απορία όμως σημαίνει και φτώχεια
Ποτέ δεν την εμπλούτισα που σ’ αγαπώ
Είδες πόσα παιχνίδια μπορεί να παίξει η γλώσσα;
.
Θέλεις να παίξουμε;
Θέλεις να κάνω εγώ το ρήμα
Κι εσύ να με κλείνεις μέσα στην αγκαλιά σου;
Δεν πειράζει που το «κλίνεις» γράφεται αλλιώς
Έτσι κι αλλιώς αν θέλουμε ν’ αγκαλιαστούμε
Πρέπει να υποπέσουμε σε λάθη
Έλα άνοιξε τα χέρια σου (σαν παρένθεση)
Κι εγώ θα κάνω σύμπτυξη στην λογική μου για να χωρέσω
«Για να χωρέσω»
Σαν να λέμε «για να ’χω» μια θέση «έσω»
Δηλαδή μέσα σου
Κι εκείνο το «ρ» που παρεμβάλλεται
Ανάμεσα στο «για να ’χω» και στο «έσω» τι θα το κάνουμε;
Αχ! Είδες;
Πάντα κάτι παρεμβάλλεται ανάμεσα σε σένα και σε μένα
Και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε
.
Γι’ αυτό σου λέω
Άσε μ’ ανάμεσα στην ποίηση και στην ζωή
«Άσε μ’ ανάμεσα»
Για κοίτα!
Αυτή η φράση διαβάζεται κι ανάποδα
Σαν να υπονοεί πως καμιά φορά δεν ξέρουμε
Ποια είν’ η αρχή και ποιο το τέλος
Ούτε πού τελειώνει η ποίηση
Και πού αρχινά η ζωή
.
Ποίηση
Ζωή
Για δες!
Μόνο ένα γράμμα έχουνε κοινό
Αν το βρεις
Ίσως να καταλάβεις γιατί και στα δύο γνώρισα την ήττα
.
Για κοίτα πόσο άδειες είναι οι λέξεις όταν γεμίζουν από έρωτα!
.
.
Από το “Nobel λόγω ατεχνίας”

 

(ευχαριστώ πολύ την Βαλέριανα που μου το έμαθε!)

Αντώνης Δωριάδης – Σε αυτόν που τοποθετεί τις βόμβες στην πατρίδα μου

 

018_1_12

.

Αδερφέ μου
απόψε θα ξενυχτήσω παρακαλώντας τον τρελό θεό μου
μες απ’ τους καπνούς των τσιγάρων και τις άδειες
μποτίλιες
να μου στείλει για να σου πώ το πιο ερωτικό μου τραγούδι που ποτέ για καμμιά γυναίκα δεν είπα
γιατί καμιά γυναίκα ποτέ δεν ερωτεύτηκα περισότερο
απ’ τις δυο παλάμες σου, αδερφέ μου
στ’ ορκίζομαι
καμιά Άνοιξη, καμιά Ανατολή
κανένας ποιητής στους αιώνες
καμιά ηδονή δε με συνάρπασε τόσο
όσο τούτη η έκρηξη απ΄ τα χέρια σου
που σα μια απερίγραπτη εκσπερμάτωση
με συγκλόνισε όλον

 

ω, κι ο Ιησούς θα ζήλευε τις άγιες θαυματουργές σου
παλάμες

 

Καταστρέφω απο σήμερα όλα
τα άχρηστα βιβλία που μου ΄χαν επιβάλλει
όλους τους δίσκους μουσικής και ξένων γλωσσών
ξεχνάω κάθε φιλοσοφία και ηθική που μου δίδαξαν
κι έρχομαι πλάι σου
ταπεινός μαθητής υπηρέτης των προσταγών σου
ξαναμαθαίνοντας όλα τα πράγματα απο την Αρχή:

 

Την προέλευση του φωτός
Την ανάλυση των χρωμάτων
Την καταγωγή του ψωμιού
Του φιλιού
Της δικαιοσύνης.

 

Θα είναι μια πορεία κοπιαστκή αυτή που θα κάνουμε,
το ξέρω,
θα χαθούμε πολλές φορές ταξιδεύοντας
στον αστρικό μας κόσμο
μα η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
δεν κατακτιέται
παρά μόνο
θυσιάζοντας
τη σαρκα
το αίμα
την ψυχή
το είναι μας.

 

Γι αυτό εγώ
θαυμάζω περισσότερο
ΕΣΕΝΑ
που τοποθέτησες τούτη τη βόμβα
απο τον άλλο
που πάτησε
τη σελήνη
γιατί
είναι ευκολότερο
να κατακτήσεις
ένα πλανήτη
απο
την
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΟΥ

 

Και οφείλω να σου το πω, αδερφέ μου
δεν περιμένουμε ΚΑΜΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ
απο πουθενά
πουθενά
πουθ
ε
ν
α ….

 

ΜΟΝΟΙ
ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ

 

η Ελευθερία
είναι υπόθεσή μας
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ
όπως τα παπούτσια
τα γάντια
η οδοντοβουρτσά μας.

 

Ετσι λοιπόν
εγώ
μετά απο κάθε έκρηξη
θα πλένω τα χέρια σου με τριανταφυλλόνερο
απο τα δάκρυα των βασανισμένων
σαν ένα σκυλί θα σε κοιτάζω στα μάτια
και με το νεύμα σου μόνο θα καταλαβαίνω
γιατί εσύ, αδερφέ μου
δεν είσαι μαθημένος σε άχρηστα λόγια
μήτε σε συνθήματα πονηρά
γιατί
ΕΣΥ
ξέρεις
πως ΟΤΑΝ ΣΕ ΕΧΟΥΝΕ ΠΙΑΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΙΜΟ
είναι
τουλάχιστον
ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΟ
για να μην πω
ΑΝΑΔΡΟ
ή
ΠΡΟΔΟΤΙΚΟ
να συνδιαλέγεσαι με τους ΔΗΜΙΟΥΣ ΣΟΥ
γιατί
ΕΣΥ
ΞΕΡΕΙΣ
πως ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
καμια γλώσσα περισσότερο αποτελεσματική
απο αυτή
των ΕΚΡΗΞΕΩΝ
να, γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί ΣΟΥ.
Κι άλλες βόμβες λοιπόν
κι άλλες ακόμα
παντού
Στις καρέκλες που κάθονται
Στο πιάτο που τρώνε
Στο ποτήρι που πίνουν νερό
Στο κρεβάτι καθώς κοιμούνται
Στα αμαρτωλά τους σεντόνια
Γεμάτα ακαθαρσίες και σπέρματα
Και αίματα παρθένων παιδιών
Ως μες στο κεφάλι τους
Που σαν ένα αραχνιασμένο παλαιοπωλείο
Να τιναχτεί στον αέρα.

 

Θα τις γεμίσω
εγώ ο ίδιος
ξεριζώνοντας
τα νύχια
τα νεύρα
τα νεφρά
τα πλεμόνια μου
συπληρώνοντάς τες με την εκρηχτική ύλη
του πνεύματος μου
που σαν μια ακατάπαυστη αιμορραγία
με πλημμύρισε όλον
απο Μίσος
Οργή
και
Εκδίκηση.

 

Κι άλλες βόμβες λοιπόν
Ν’ανθίσει τούτος ο τόπος σαν ένα Ανοιξιάτικο
περιβόλι
Σαν μια ανυπέρβλητη νύχτα ερωτική του Μαγιού
Γιατί μια τέτοια νύχτα θα διαλέξουμε, αδερφέ μου
Βαδίζοντας αργά
κοπιαστικά
υπομονετικά
ώσπου να φτάσουμε ως τη ΜΗΤΡΑ
ΕΚΕΙ
Θα τοποθετήσουμε την πιο υπέχοχη βόμβα μας
Που σαν ένας ασύγκριτος μοναδικός ΦΑΛΛΟΣ
Θα εκτοξεύσει
Το σπέρμα
της ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γιατί
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Είναι
Πάνω απο όλα
Η ΣΥΝΟΥΣΙΑ
Του καταπιεσμένου
Που
Μες απ’ τα δάκρυα
Και τα αίματα
Θα γεννήσει
Σαν ένα τραγούδι κυκλώπειο
Την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

 

Για μια τέτοια Επανάσταση θέλω να σου μιλήσω σήμερα, αδερφέ μου
Για μια επανάσταση που με καμμιά προηγούμενη δε συγκρίνεται :

 

στρατός παντοδύναμος απ’ όλους Αυτούς όσους χάθηκαν άδικα μες τις μάχες της καθημερινότητας Αυτούς με τα μεγάλα μάτια των φυλακισμένων και τα ακρωτηριασμένα μέλη των βασανισμένων Όσοι εξοντώθηκαν στους σφαγιασμούς των ονείρων και θυσιάστηκαν στους τόπους των εργασιών Όσοι έζησαν μια ζωή με το σιδερένιο αστέρι του καταδικασμένου στο στήθος Όλοι οι εξευτελισμένοι απο την ανέχεια και οι απαγχονισμένοι απ’ την απελπισία Όσοι οι προδομένοι και όσοι οι νικημένοι Όσοι περιμένουν τρέμοντας άγρυπνοι ένα χτύπο στην πόρτα απο το Δήμιο με την όψη Αστυνομικού Ιδιοκτήτη ή Δικαστή Όσοι πνίγηκαν απο τις φτυσιές και συντρίφτηκαν απο το αδίστακτο δίκαιο της Κοιλιάς Όσων οι όρχεις θρυμματίστηκαν και τα αιδοία των κοριτσιών πολτοποιήθηκαν απο το σιδερένιο πέλμα της Τυφλής Εξουσίας

 

Πιασμένοι χέρι με χέρι στην κεντρική μεγάλη Πλατεία
Το ρύζι βροχή και τα κουφέτα βουνό
Για τους αιώνιους Γάμους της αποκαταστημένης
Δικαιοσύνης

 

Τότε κι οι Δειλοί οι Πονηροί οι Προδότες κι οι Ψεύτες άλλο δρόμο σωτηρίας μη έχοντας στους υπονόμους θα
κρυφτούν στους βόθρους και στα σκουπίδια και σε έντομα βρωμερά θα μεταμορφωθούν σε ποντικούς και σκουλίκια

 

και με ανθρώπινη λαλιά για τα άνομα έργα τους θα απολογηθούν Και τόση θα είναι η ντροπή τους και το βάρος του δάκρυου που οι πολυκατοικίες θα σκύψουν απο ντροπή στα υπόγεια Και στρατώνες αίθουσες παλατιών τράπεζες υπουργεία και δημόσια μέγαρα θα καταρρεύσουν απο φόβο Και έλεος θα ζητήσουν και συγνώμη απο τους τόπους βασανισμών εξορίες εργοστάσια τάφους και αζήτητα πτώματα στα νεκροτομεία Και θα αποφλοιωθούν όλοι οι τοίχοι

 

που πάνω τους χαράχτηκαν γράμματα και συνθήματα σαν αυτά : ΕΙΡΗΝΗ – ΑΓΑΠΗ – ΨΩΜΙ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Κι όπου έτρεξε αίμα σταγόνα σταγόνα θα περισυλλεχτεί και με σεβασμό και κατάνυξη πάνω σε φύλλα καθάριου χρυσού θα εναποτεθεί κι όλες οι πράξεις θα ξαναζυγιστούν μια μια μες στα διάπλατα μάτια του μικρού παιδιού Κι η πληρωμή θα δοθεί επί Δικαίων κι Αδίκων Ενώ τα τυπογραφεία νυχτοήμερα θα εργάζονται κι όγκοι τόννοι το χαρτί και σαν άμμος

 

της θάλασσας τα τυπογραφικά στοιχεία για να αποδοθεί όλο το Δίκαιο σε αυτούς που το στερήθηκαν αιώνες.

 

Κι η ιστορία θα ξαναγραφτεί
απο το Άλφα
ως το Ωμέγα.

 

Και τότε θα μπορούμε να εισέλθουμε στην Ακρόπολη
αδερφέ μου
Και μέσα της να φυλάξουμε σαν αιώνιες Διαθήκες
Τη βόμβα σου
Δίπλα στα ματωμένα όνειρα ολων Αυτών
ΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΤΩΝ ΑΜΕΤΡΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΠΟΥ ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΝΥΨΗΛΕΣ
ΣΚΑΛΩΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ……

 

Στους Αιώνες των Αιώνων

 

Παρίσι 1969
ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΩΡΙΑΔΗΣ

.

 

.

newego_LARGE_t_1101_54339952

Ηλίας Πετρόπουλος, από το “Ποτέ και Τίποτα”

exofyllo

.

Σκέβρωσα από το γράψιμο
και απ’ την αβάσταχτη μελαγχολία
που με καταδιώκει από το ’44
Στα δεκάχρονα από το θάνατό σου
αλησμόνητε Άρη Αλεξάνδρου
σηκώθηκα και πήγα στο Thiais
το μακρινό παριζιάνικο νεκροταφείο
για να προσκυνήσω τον τάφο σου,
Άρη, αξέχαστε φίλε
και δεν είδα μήτε φυλλαράκι
πάνω στην πλάκα που σκεπάζει το φέρετρό σου
γιατί κανείς
κανείς δεν θυμήθηκε την μαύρη ημερομηνία.
Και τώρα πια, αυτά τα κωλόπαιδα
οι φοιτητές μας
δεν ξέρουν ούτε το όνομά σου
ούτε τα βιβλία σου.
Άρη μου, ποιοι σ’ έχουν μισήσει πιο πολύ:
οι κομμουνιστές ή η μπουρζουαρζία;

(Ηλίας Πετρόπουλος, Ποτέ και Τίποτα)

.

exofyllo

Ø

Νικόλας Άσιμος – Θέλεις να πατάς σταθερά

40-1me-syrma-4

.

Θέλεις να πατάς σταθερά

Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας μη με νομίζει κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
υπάρχουν μόνο στιγμές
συμπαντικές στιγμές

Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα
μωρό μου εκείνο το πρωινό
δίπλα στην σκάλα, πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια πλευρά πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμο.

.

-Νικόλας Άσιμος-

.