Για το σύντροφο Mauricio Morales

111 (1)

.

“Από το 2009, η 22α Μαίου δε θα είναι ποτέ ξανά μια κανονική μέρα, δε μπορεί να είναι μια κανονική μέρα γι’αυτούς που έχουν κηρύξει μόνιμο πόλεμο στο σύστημα, δε μπορεί να είναι μια κανονική μέρα για εκείνους που νιώθουν κοντά σ’εκείνον που έδωσε στη ζωή του μια έκφραση με την ίδια επίθεση, την ίδια ακατάβλητη αντίθεση: στον MAURICIO MORALES DUARTE, στον Punki Mauri• ο οποίος –όπως και ο καθένας που διαπράττει επιθέσεις ενάντια στην εξουσία- ήξερε τη μοίρα που βρίσκετε κρυμμένη σ’αυτό, ότι δηλαδή εδώ υπάρχουν δύο συγκεκριμένοι τρόποι: Θάνατος ή Φυλακή. Και το δέχτηκε όπως είναι, το αναπόδραστο, χωρίς να χαμηλώσει τη θωριά του, χωρίς αμφιβολία, χωρίς πολλά λόγια. Με τον ίδιο τρόπο που κουβαλάμε τη ψυχή μας βαμμένη ολάκερη με τις αρχές μας.”

Πυρήνας Εικονοκλαστικών Ατομικοτήτων, ”Bruno Fillipi”/FAI-IRF

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Μαίου, ο αναρχικός μαχητής Mauricio Morales πέφτει νεκρός, όταν ενεργοποιήται πρόωρα η βόμβα που μεταφέρει στο σακίδιο του, την οποία σκόπευε να τοποθετήσει σε σχολή δεσμοφυλάκων, στη Χιλή. Ανακούφιση για τον εχθρό, ευχαριστημένος που ακόμα ένας λύκος βρίσκει το θάνατο. Μα δε λογάριασε καλά. Τις εβδομάδες που ακολουθούν το θάνατό του, γίνονται δεκάδες επιθέσεις σε Χιλή, Μεξικό, Περού, Ισημερινό, Ελλάδα και αλλού από πυρήνες της FAI, υπενθυμίζοντας στην κυριαρχία ότι οι αγέλες μας είναι ανεξάντλητες και πως θα εκδικούνται πάντα τους νεκρούς τους.

Η φωτιά του Mauri και των άλλων νεκρών αδελφών μας δε θα σβήσει ποτέ. Θα καίει μέσα σε κάθε κείμενο, σε κάθε προκήρυξη, σε κάθε γράμμα αιχμαλώτου, σε κάθε μολότοφ, σε κάθε βόμβα, σε κάθε σφαίρα των αναρχικών της πράξης, των μηδενιστών, των εξεγερμένων. Θα καίει μέχρι να τυλιχθεί στις φλόγες κάθε πτυχή αυτού του σάπιου κόσμου. Μέχρι το θάνατο της Εξουσίας, της Κοινωνίας και του Πολιτισμού. Δε θρηνούμε λοιπόν, δεν αναδιπλωνόμαστε, ούτε και μυξοκλαίμε για την αγριότητα της κρατικής καταστολής. Έχουμε πόλεμο και περνάμε στην επίθεση. Μέχρι το τέλος.

.

actividad-mauri2

.

«Οπλιστείτε και γίνετε βίαιοι, όμορφα βίαιοι, μέχρι όλα να ανατιναχτούν. Γιατί να θυμάστε ότι οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια εναντίον των προωθητών της ανισότητας, είναι απολύτως δικαιολογημένη μέσα στους αιώνες ατελείωτης βίας που έχουμε δεχθεί απ’ αυτούς. Οπλιστείτε και πολεμήστε τη κρατική τρομοκρατία–κάψτε, συνωμοτήστε, σαμποτάρετε, και να είστε βίαιοι, όμορφα βίαιοι, φυσικά βίαιοι, ηθελημένα βίαιοι»

Mauricio Morales

.

Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη Διάχυση του Αρνητικού

.

ΠΗΓΗ: https://theparabellum.squat.gr/

– Πριν απο δύο μέρες η ΣΠΦ έβγαλε κείμενο με τίτλο “Κείμενο για καταλήψεις από ΣΠΦ-Πυρήνα Αντάρτικου Πόλης” και το αφιέρωσαν στην μνήμη του Μαουρίσιο… –

 

Φτου ξελευθερία

DSC_20160423_122044_499

Μπορεί να τον ερωτεύτηκα στο “ζήτω η αναρχία κουφάλες” όμως για την αγάπη και τον τεράστιο σεβασμό προς το πρόσωπό του, είναι αποκλειστικά υπεύθυνη και μόνο αυτή η ροχάλα… Στο 0:42 :
.

.

Ø

ο Ζιζεκ, για την ουτοπία

3886097370_126ba3ed0d_o

Ένα απόσπασμα από κάποια ομιλία του Σλαβόι Ζιζέκ στην Αργεντινή, παρμένη από το ντοκυμαντέρ ‘Zizek’. 

.

Σκεφτείτε πόσο παράξενη είναι η σημερινή κατάσταση: τριάντα με σαράντα χρόνια πριν συζητούσαμε ακόμα πως θα είναι το μέλλον του πλανήτη: κομμουνισμός, φασισμός, καπιταλισμός, η τι άλλο; Σήμερα κανείς δεν συζητά καν αυτά τα θέματα. Όλοι αποδεχόμαστε σιωπηλά ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός ήρθε για να μείνει. Από την άλλη, έχουμε μια εμμονή με τις κοσμικές καταστροφές, με το ότι η ζωή στον πλανήτη μπορεί να εξαφανιστεί από έναν ιό, έναν αστεροειδή, και λοιπά. Το παράδοξο είναι λοιπόν ότι μας είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος κάθε ζωής στον πλανήτη παρά μια μικρότερου μεγέθους ριζοσπαστική αλλαγή του καπιταλισμού. Πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να επανεφεύρουμε την ουτοπία, αλλά με ποια έννοια; Υπάρχουν δυο πλασματικές έννοιες της ουτοπίας: η μια η παλιά έννοια του να φανταζόμαστε μια ιδανική κοινωνία που ξέρουμε ότι ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί. Η άλλη είναι η καπιταλιστική ουτοπία, με την έννοια των νέων και διεστραμμένων επιθυμιών, οι οποίες όχι μόνο σου επιτρέπεται αλλά σου ζητάται να πραγματοποιήσεις. Η πραγματική ουτοπία υπάρχει όταν η κατάσταση είναι τόσο χωρίς θέμα, χωρίς τρόπο να λυθεί μέσα στις συντεταγμένες του νοητού, που καθαρά από ένστικτο επιβίωσης πρέπει να εφεύρουμε ένα νέο χώρο. Η ουτοπία δεν είναι ένα είδος ελεύθερης φαντασίας, η ουτοπία είναι ζήτημα της πιο επείγουσας εσωτερικής ανάγκης. Αναγκάζεσαι να την φανταστείς διότι είναι η μόνη έξοδος. Και αυτό χρειαζόμαστε σήμερα.

.

ΠΗΓΗ: http://www.spina-nel-cuore.blogspot.gr/2008/01/blog-post_21.html

Αναλαμβάνω την ευθύνη, βάζεις τη βενζίνη;

IMG35992

.

«σε ό,τι αφορά την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία στο Κερατσίνι την αναλαμβάνουμε, αλλά ποινική ευθύνη δεν υπάρχει»
-Ν. Μιχαλολιάκος, πρόεδρος της Χρυσής Αυγής, μία μέρα πριν την επέτειο δύο χρόνων απο την δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

.

Εκτελέστε κάθε νεοναζιστικό σκουπίδι, ξυλοφορτώστε κάθε εξουσιαστικό παραπέτασμα, καταστήστε ανίκανο κάθε μισάνθρωπο που γνωρίζετε.

Στείλτε στην εντατική πατριώτες, ρίξτε σε κώμα εθνικιστές, ανοίξτε φασιστικά κεφάλια, εξασκηθείτε στην ανατομία ζωτικών οργάνων πάνω σε κουφάρια κρατικών σκυλιών, βάλτε βόμβες, προκαλέστε δολιοφθορές, διαδώστε ψεύτικες ειδήσεις, θρυμματίστε με βαριοπούλα πόδια πολιτικών, κωλυσιεργείστε και παραιτηθείτε απ’τη δουλειά, σαμποτάρετε ακυρωτικά μηχανήματα, ανατινάξτε τράπεζες, λερώστε καθαρούς τοίχους, αντιμιλήστε σε ματσό τύπους, ελέγξτε ελεγκτές και κατόπιν χτυπήστε τους, παραμορφώστε κάθε πατριαρχική μουτσούνα, βανδαλίστε κάθε καπιταλιστικό είδωλο και πυρπολείστε οτι συμβολίζει το κράτος.

Ισοπεδώστε κάθε σύνορο και κάθε εξουσιαστική σχέση, ληστέψτε, βάλτε φωτιά σε κάδους, βιαιοπραγήστε και χλευάστε κομματόσκυλα, τουμπάρετε κομματικά περίπτερα, συνωμοτήστε, καταστρέψτε, ξεφτιλίστε συνεργεία τηλεοπτικών σταθμών, βεβηλώστε εκκλησίες, ξηλώστε κάμερες ασφαλείας, φτύστε γέρους και γριές που δυσανασχετούν με τους μετανάστες, απαλλοτριώστε και κατόπιν μοιράστε, σπάστε και ξεσπάστε, γίνετε όλοι οι λόγοι εκείνοι ώστε η σαπίλα του υπάρχοντος και η μικροαστίλα, να περάσουν στο πάνθεον της ιστορίας.

Όσο για την ευθύνη, απλά δεν υπάρχει. Στον κοινωνικό βοθρολυμένα οπου νεοναζί για λόγους τακτικής και image αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον χαμό αθώων ανθρώπων, την ευθύνη φέρει αποκλειστικά και μόνο όποιος σωπαίνει η κλείνει τα αφτιά του, αλλα και όποιος συμβιβάζεται χτίζοντας την ασφάλεια του πανω στην υποταγή και την απάθεια.

Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ…

.

“δεν είχαμε σκοπό να πάμε τόσο βαθιά
μα κάποιος από μας στο δρόμο πέταξε τη λέξη φωτιά, τη λέξη φωτιά”

.

-Άλφα Στερητικό

Έρως ανίκατε μπάχαλαν

1415297800957_wps_57_BRUSSELS_BELGIUM_NOVEMBER

Ο έρωτας πνίγεται εκεί που κυριαρχεί η υποταγή και εκεί που η κανονικότητα ασφυκτιά, ο ίδιος ανασαίνει..

.

Ισως να γελάσεις, όμως θα ήθελα να γνωριστούμε πάνω στο σώμα ενός φασίστα…! Ναι, τη στιγμή μιας ενέδρας…και εκεί, πανω στο κουφάρι του, να ακουμπήσει το κράνος μου με το παλούκι σου, σαν δυο παλάμες που πλέκονται τα δάκτυλα

Να κοιταχτούμε κάτω από τις κουκούλες βαθιά μέσα στα μάτια επιβεβαιώνοντας έτσι για μια φορά ακόμη τον θείο Αλβέρτο, σταματώντας τον χρόνο για όση ώρα τα βλέμματα μας θα παραμένουν ευθυγραμμισμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν μία επίγεια έκλειψη ηλίου
Είναι η στιγμή που η ύλη μας θα γίνει άπειρη, όσοι και οι ηλίθιοι…όμως τι σημασία μπορεί να εχουν όλα αυτά, αφού κάθε φορά που κοιτιόμαστε, τα πάντα γύρω είναι ψεύτικα…και μόνο εμείς αληθινοί…;

Κι όταν βρούμε τη δύναμη να ξεκολλήσουμε τα βλέμματα, θα είμαστε ακόμη μέρος εκείνου του “μαγικού” τοκετού…πού γεννάει ελευθερία μεσα απ’τη διαδικασία της αφαίρεσης ζωής ενός φασίστα. Κάπου ανάμεσα σε μαινόμενους συντρόφους και ξώφαλτσα κλωτσομπουνίδια…εμείς να αγνοήσουμε τους πάντες και αφού πιαστούμε ο ένας απ’τον άλλο να πέσουμε στο πάτωμα και να κυλήσουμε παρέα με τον χρόνο…

Να πέσουμε στο πάτωμα και να παλέψουμε το ίδιο ΒΙΑΙΑ όπως πιο πρίν που λιντσάραμε εκείνο το μισανθρωπικό σκουπίδι. Να χτυπάμε ο ένας τον άλλο με καύλα, να στριφογυρνάμε στην άσφαλτο νευρικά, με το ίδιο άσβεστο ΜΙΣΟΣ που όμως ξέρουμε καλά και οι δυο πως σε εκείνη την περίπτωση θα πηγάζει απο ΕΡΩΤΑ

Έτσι, χωρίς να μπορεί κανείς απο τους γύρω μας να διακρίνει αν τσακωνόμαστε η όχι. Εμείς εκεί να παραμένουμε στο πάτωμα καμπουριασμένοι, ατσούμπαλοι και άγαρμποι. Μια άμορφη μάζα απο κρέας, δυο πρωτόγονοι με παντελή έλλειψη στυλδύο ζώα που απλά ικανοποιούν τα αρχέγονα ένστικτά τους…εκεί λοιπόν εμείς να κάνουμε έρωτα…δίπλα στον νεκρό φασίστα!

Άλφα Στερητικό

1907507_10206956058401020_8216808594124445696_n

Bruno Filippi

Bruno Filippi

.

Ποιος ήταν ο Brunno Filippi;

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του Bruno Filippi. Γεννήθηκε το 1900 στο Λιβόρνο και μετακόμισε μικρός με την οικογένειά του στο Μιλάνο. Το 1915 ήταν ήδη γνωστός στις αστυνομικές αρχές σαν «επικίνδυνο και ταραχοποιό στοιχείο» και συνελήφθη σε μια, από τις συχνές τότε, αντιμιλιταριστική διαδήλωση αναρχικών, ενώ χάρις σ ένα θερμό όπλο – δίχως σφαίρες – που βρέθηκε στην κατοχή του φυλακίστηκε για 4 χρόνια. Το 1919 κι ενώ στα πλαίσια της “Κόκκινης διετίας” (biennio rosso) κοινωνικές εξεγέρσεις ξέσπαγαν σ όλη τη χώρα, στο Μιλάνο οι βίαιες συμπλοκές με την πάνοπλη αστυνομία ήταν καθημερινή πραγματικότητα των εξεγερμένων. Ο Filippi ήταν ανάμεσά τους. Το ίδιο καλοκαίρι μαζί μ’ άλλους αναρχικούς πέρασαν στην αντεπίθεση. Μια βόμβα τους εξερράγη στο δικαστικό μέγαρο της πόλης, μια άλλη στο σπίτι του πανίσχυρου καπιταλιστή Giovanni Breda, στον οποίο προηγουμένως είχαν επιτεθεί κατά πρόσωπο με θειικό οξύ. Οι βομβιστικές επιθέσεις συνεχίστηκαν σε σύμβολα και υπηρέτες της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου (σπίτια κρατικών αξιωματούχων, λέσχες επιχειρηματιών, αστυνομία…). Στις 7 Σεπτέμβρη του 1919 ο 19χρονος Bruno διαρρηγνύει την «Λέσχη των Ευγενών», στρατηγείο των πλουσιότερων ιταλών καπιταλιστών, κουβαλώντας μια βόμβα. Δυστυχώς, η βόμβα εξερράγη νωρίτερα σκοτώνοντας τον νεαρό αναρχικό. Έγραφε σκοτεινά και κυνικά ποιήματα ή πεζά, τακτικά στο περιοδικό Iconoclasta, όπως και ο Renzo Novatore, απ όπου και προέρχονται τα παρόντα αποσπάσματα.

«Επαναστάτες, σας επιστρέφω την ερώτηση: να ζει κανείς ή να μη ζει; Μέχρι σήμερα ονειρευόσασταν τον αλτρουισμό, τη θυσία για την ανθρωπότητα, για την πρόοδο, το μέλλον- η «αναρχική» ηθική της θυσίας σας δεν είναι παρά η χριστιανική αυταπάρνηση και η πατριωτική δουλικότητα μεταλλαγμένες καθώς βολεύει τον τόσο εξεγερμένο λήθαργό σας…»

«Καθηγητάδες, επιστήμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, η ικανότητά σας δεν αξίζει μία μπροστά μου. Δεν είστε παρά μια αντανάκλαση της ζωής, είμαι η ουσία της. Και βέβαια νιώθετε πόνο. Και οι δικές σας καρδιές σπαράζουν πλέον, αντικρύζοντας τα περισπούδαστα θεωρητικά οικοδομήματα που υψώσατε γύρω σας να καταρρέουν. Κι ακόμα πασχίζετε να τα υπερασπιστείτε από μίσος για κάθε τι νέο. Για κάθε νιότη. Και καλά κάνετε. Στο κάτω-κάτω είστε γεννημένοι να σέρνεστε. Εγώ προτιμώ να πετώ. Χάρισμά σας οι βάλτοι, προτιμώ τις κορυφές. Δική σας η ισότητα στη σκλαβιά, για μένα η αδούλωτη ύπαρξη. Και να στε σίγουροι, πως αν η ζωή είναι θέμα επικράτησης του ισχυρότερου, θα μαι εγώ αυτός. Και την δική μου ζωή θα την πάρω με την βία, όπως με την βία θα κλέψω την ευημερία και την ευτυχία μου.

«Σήμερα ήταν που περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι σκιές με κυκλώσαν… Να που βρήκα λοιπόν κι εγώ έναν θεό όπως όλοι οι άλλοι. Μόνο που αυτός ο θεός δεν είναι παρά ο εαυτός μου! (λογοπαίγνιο με τις ιταλικές λέξεις: Dio=θεός και Ιο=εγώ)»

«Ο πόλεμος πια τέλειωσε. Όμως είμαι ακόμα φυλακισμένος. Κι ας περιπλανιέμαι πάνω κάτω στις ηλιόλουστες λεωφόρους μ ένα γαμημένο όπλο στα χέρια. Οι διαταγές των ανωτέρων αντηχούν ακόμα στο κεφάλι μου κι είμαι έτοιμος, αποκτηνωμένος, να υπακούσω. -και την μητέρα; -και τα παιδιά; -και τί σε νοιάζει; Δικά σου είναι;- Μα όχι, τώρα είμαι κάτι άλλο. Τώρα είμαι ο «ένδοξος στρατιώτης». Ώ, μάνα Γη, αυτό το παιδί σου δεν θα φυτέψει άλλους τάφους στο σώμα σου τραγουδώντας κάτω απ τον ήλιο. Κι όταν έρθω κοντά σου, κάνε να φυτρώσει μια ταπεινή βιολέτα στο κεφάλι μου…»

«Δεν θέλουμε καμία σχέση μ αυτούς που από τις αναπαυτικές πολυθρόνες τους θα αποκηρύξουν την βίαια αντεπίθεση στους καπιταλιστές που προστατεύονται από τα δολοφονικά όπλα της αστυνομίας ενώ οι μεταλλωρύχοι απεργοί πεθαίνουν της πείνας. Μήπως δεν είναι για τους καπιταλιστές που πεθαίναμε για 4 χρόνια στον πόλεμο; Μήπως δεν ευθύνονται αυτοί για τους 507.193 νεκρούς του πολέμου; Μήπως δεν σκότωσε ακόμα 54 ανθρώπους η αστυνομία τους τον τελευταίο μήνα; Μήπως δεν είναι αυτοί που μας στερούν το φαΐ εκβιάζοντας μας με εκμετάλλευση ή πείνα; Ακούω κάποιους να ωρύονται: μα είναι απαραίτητο να παράγουμε! Ένας εργάτης αυτοκτόνησε αυτές τις μέρες εξαιτίας ενός ελλείμματος στην παραγωγή. Το μόνο που παράγουμε είναι οι αλυσίδες μας. Οι μόνοι εγκληματίες είναι τα αφεντικά μας!»

«…Γράμματα, τέχνες, επιστήμη, η μόλυνση του θανάτου, αυτής της τερατώδους εισβολής αναγεννά τα πάντα. Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι παρά μια γόνιμη σήψη που ανατέλλει, μολύνει τα πάντα πριν τα καταπιεί ολοκληρωτικά. Η ανθρωπότητα αρέσκεται να θαυμάζει τον εαυτό της. Μιλά για ιδανικά, για πρόοδο κι αγνοεί την ίδια την μόλυνσή της. η άβυσσος έχει ανοίξει πια για τα καλά και βουτάμε μέσα τραγουδώντας, ουρλιάζοντας, σκοτώνοντας, για τους θεούς, τις πατρίδες, τον θανατηφόρο πολιτισμό και τον πολιτισμένο θάνατό της.

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

.

Ιl me faut vivre ma vie (“Πρέπει να ζήσω τη ζωή μου”, από τη γνωστή «απολογία» του Γάλλου ιλλεγκαλιστή Ζιλ Μπονό)

«Δεν πιστεύω στο δίκαιο. Η ζωή, μια συνισταμένη ανεξέλεγκτων δυνάμεων, άγνωστων κι απερίγραπτων, απορρίπτει την ανθρώπινη επινόηση της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη γεννήθηκε τη στιγμή που χάσαμε τον έλεγχο πάνω στη ζωή μας. Πράγματι, η ανθρωπότητα αρχικά δεν είχε ανάγκη το δίκαιο. Ζούσε ελεύθερη κι αυτό ήταν όλο. Σήμερα, αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες δίκαια: χάνεται έτσι και η παραμικρή υπόσταση δικαίου. Ξέρω ότι ζω κι ότι επιθυμώ να ζήσω. Είναι δύσκολο να πραγματώσω αυτήν την επιθυμία μου, σ έναν κόσμο που ο καθένας θέλει ότι κι εγώ. Η απομονωμένη κατάφασή μου είναι το πιο σοβαρό έγκλημα. Οι νόμοι και η ηθική, συναγωνιζόμενοι με υποτιμούν και με καθυποτάσσουν. Ο καλός Χριστούλης θριαμβεύει. Είμαστε ελεύθεροι να προσευχόμαστε, να παρακαλάμε, να καταριόμαστε αλλά όχι να τολμάμε. Η δειλία, που καλλιέργησε ο χριστιανισμός και η ακόλουθη ηθική έχουν πάντα μια καλή δικαιολογία για την χαμέρπεια, την φτώχεια και την αυταπάρνηση. Αλλά η θέληση για ζωή επιθυμεί μονάχα την ελεύθερη ανάπτυξή της. Ο χριστιανός κοιτάζει καλά γύρω του, και κρυμμένος απ τα αδιάκριτα βλέμματα, τρέμοντας, διαπράττει μια αμαρτία. Επιθυμία: αμαρτία! Αγάπη: αμαρτία! Αυτή είναι η διαστροφή του. Η τόσο περιφρονημένη πόρνη, εξιλέωση της ένοχης ντροπής του κόσμου, είναι τόσο ειλικρινής: προσφέρεται σ όποιον πληρώνει χωρίς ψευδαισθήσεις. Η ευυπόληπτη και ταπεινή κοινωνία απ την άλλη, γαγγραινιασμένη σ όλο της το κορμί δεν χορταίνει να με περιορίζει, να μ εξευτελίζει για το καλό μου. Με σκοτώνει αργά – αργά. Δεν δέχομαι το δίκιο της. Δίκαιο είναι ότι μου στερεί. Πόσο ζηλεύω τον ωραίο.

Ø

.

Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο «Το σκοτεινό γέλιο ενός επαναστάτη: τα γραπτά του Μπρούνο Φιλίππι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μαύρη Διεθνής, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς/FAI-IRF:

.

Bruno Filippi – Η Ομοσπονδία του Πόνου

Καλώ να μαζευτούν όλοι οι σπασμοί της γης. Οποιοσδήποτε έχει ένα κρυφό σκουλήκι που τον ροκανίζει, οποιοσδήποτε βυθίζεται στο πένθος για το Ιδανικό, οποιοσδήποτε χαμογελά στην παρακμή της ψυχής, μπορεί να έρθει. Εγώ χρειάζομαι ο πόνος μου να γίνει μία πλημμύρα, μια καταιγίδα, θέλω να ακούσω την κραυγή του πόνου, το βογγητό της απόγνωσης.
Γιατί υπάρχει γέλιο σε αυτόν τον κόσμο και εγώ δεν μπορώ ν’ ακούσω το γέλιο. Αλυσοδεμένα αδέρφια, βασανισμένοι σύντροφοι, η μάχη είναι κοντά. Σύντομα θα εξαπολύσουμε την επίθεσή μας μεθυσμένοι από εκδίκηση, ο εχθρός θα τραφεί σε φυγή γιατί η Ομοσπονδία του Πόνου είναι τρομερή.

Από την ημέρα που γεννήθηκα κουβαλάω ένα βαρύ φορτίο. Οι ώμοι μου είναι κυρτοί και τα μάτια μου βαθουλωμένα. Το σκουλήκι ροκανίζει και ροκανίζει, με έχει καταστρέψει.
Αρκετά, για όνομα του Θεού! Κουράστηκα.
Πετάω το φορτίο και σταματάω, είχα αρκετό στη ζωή μου. Δεν μπόρεσα να ζήσω, αλλά θα ξέρω πώς να πάρω την εκδίκησή μου. Θα κράζω σε κάποιο πεζοδρόμιο με την τελική βλασφημία στα χείλη και την τελική σπίθα μίσους στο μάτι.

Πόσο μισώ…! Τα βρωμερά πλακόστρωτα της πόλης αναβλύζουν όλη την οσμή των υπονόμων. Με έχει δηλητηριάσει. Κάποτε ήμουν τόσο δυνατός!
Γελούσα ακόμα τότε… Τότε… Πρέπει στ’ αλήθεια να κραυγάσω το τι έγινε, πρέπει στ’ αλήθεια να ξεγυμνώσω τον εαυτό μου σε εσάς;
Αλλά ηλίθιοι, είναι η συνηθισμένη ιστορία!
Αγαπάς, ελπίζεις, δουλεύεις, πράττεις και μετά έρχεται η αηδία, το τίποτα, η απόγνωση.

Μια μέρα με οδήγησαν στον πόλεμο. Εγώ ονειρεύομουνα, ήμουν ακόμα παιδί. Η πρώτη ριπή του πολυβόλου κροτάλισε σκληρά τα νεύρα μου, άνοιξα τα μάτια μου, είδα αίμα, τίποτα άλλο.
Θυμάμαι μια τεράστια φλόγα, μια συνεχόμενη βροντή… νεκροί, νεκροί… και αυτή η μπόχα των πτωμάτων…

Δεν καταλαβαίνω πως αυτή η απαίσια γεύση αυτής της δυσωδίας παρέμεινε στο λαιμό μου. Φαίνεται λες και είμαι σ’ ένα τεράστιο νεκροταφείο… σταυροί, φέρετρα και δυσωδία. Η κοινωνία βρωμάει πτώματα.

Τα αυτιά μου πονούν φριχτά. Το κανόνι το έκανε αυτό. Το βροντερό θηρίο έκανε γρατζουνιές στο καημένο μυαλό μου.
ακούω πάντα μια κραυγή από μακριά, παρόμοια με τα αναφιλητά ενός απελπισμένου γίγαντα. Αλλά ποιος είναι αυτός που κλαίει στον κόσμο;

Ο πόλεμος έχει ξανά – αφυπνίσει μέσα μου το ζώο. Τα σαγόνια μου συστέλλονται σπασμωδικά, η όρασή μου διευρύνεται και τα χέρια μου θέλουν να σφίξουν, να αρπάξουν…
Όταν κοιτάζω κάποιον αιφνιδιάζομαι από μία παράξενη επιθυμία να τον κομματιάσω. Γατί θέλω να σκοτώσω και να κομματιάσω κάποιον; Δεν υπάρχουν πια γερμανοί τώρα, ποιόν πρέπει να σκοτώσω λοιπόν;

Θα είμαι μάλλον τρελός. Αλλά η παραφροσύνη μου είναι η πιο τρομερή λογική. Βλέπω πιο μακριά, νιώθω τη ζωή πιο έντονα.
Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά το σίγουρο είναι ότι υποφέρω πάρα πολύ, πολύ περισσότερο από ό,τι πριν.
Πριν; Να σκεφτείς πως πριν ήμουν ένα παιδί

Αλλά γίνεται αυτό; Βλέπω τις μαργαρίτες να μεγαλώνουν ειρηνικά, τα χελιδόνια έρχονται και φεύγουν μέσα από τους δρόμους του ουρανού. Αφήστε με να ζήσω λοιπόν! Και εγώ είμαι μία μαργαρίτα και ένα χελιδόνι. Και εμένα μ’ αρέσει η δροσιά και το ανοιχτό γαλάζιο.
Αλλά αντί γι’ αυτό… δεμένος με χειροπέδες, πιτσιλισμένος με λάσπη, πεινασμένος. Χωρίς αγάπη, χωρίς ελευθερία.

tumblr_mhpomx3Lu71s03x0vo1_500

Και έτσι είναι, αφού έτσι το θέλετε. Με μεταμορφώσατε σε λύκο και λύκος θα παραμείνω. Αλλά μέχρι τώρα έχω γρατζουνίσει μόνο το στήθος μου, αύριο θα θέλω άλλο αίμα. Μην παρακαλέσετε για έλεος τότε. Στο μυαλό μου έχετε γράψει: Μακελειό. Και μακελειό θα είναι.
Ίσως η ανθρωπότητα να είναι βρώμικη. Χρειάζεται να καθαριστεί και γι’ αυτό το μπάνιο θα χρειαστεί αίμα.
Ποιος ξέρει, μετά την κάθαρση και την καταστροφή… Ίσως τότε γίνουμε σαν τις μαργαρίτες και τα χελιδόνια. Πόσο όμορφο θα ήταν.

Γι’ αυτό, οι ψυχές που πενθείτε στον κόσμο, σας καλώ να συγκεντρωθείτε.
Η σημαία ήδη κυματίζει.
Είναι μαύρη, στέκεται πένθιμα. Εμπρός λοιπόν, άγριοι Προμηθείς. Η κραυγή της εκδίκησης είναι μουσική γλυκιά και αγαπημένη.
Σήμερα πρέπει να σκοτώσουμε, να σκοτώσουμε… αύριο θα είμαστε μαργαρίτες…
Εμπρός, Ομοσπονδία του Πόνου!

.

Bruno Filippi – Ένα κεφάλαιο που έχει κλείσει

Το θλιβερό καθήκον του συντάκτη της νεκρολογίας είναι δικό μου. Είναι θλιβερό να γράφεις μια σελίδα με μια καρδιά που ρωτάει: και μετά τι; Μα είμαστε αφοσιωμένοι στον αγώνα: ή στο να επιτύχουμε την εξαφάνισή μας. Είναι αναπόφευκτο, κι έτσι ένας από μας αναπόφευκτα χάνεται.

Χμ! Και πώς θα κραυγάσουν οι μωροί: ξεροκέφαλε αναρχικέ! Ποιος μπορεί να κατανοήσει τη θύελλα που βρυχάται στο μυαλό μας; Ποιος μπορεί ν’ αντιληφθεί την πείνα μας για χαρά, για ζωή; Ποιος μπορεί να καταλάβει την ήττα μας που πηγάζει από ανθρώπινη δειλία;

Είμαστε μόνοι μας. Δε βρήκαμε τη συντροφιά των απόκοτων έτοιμη να συμμετάσχει στον αγώνα για την κατάκτηση της ζωής.

Γι’ αυτό, ηττηθήκαμε.

Και ένας από μας έχει χαθεί. Ο άλλος παραμένει με το βλέμμα του στυλωμένο στον ορίζοντα. Δεν μπορεί, δεν πρέπει ν’ αναχωρήσει. Αυτό είναι το πεπρωμένο μας. Θα βρούμε συντρόφους;

Αλλιώς, καθένας από μας με τον τρόπο του θα εξαφανιστεί, σιωπηλώς ή ταραχωδώς, από τη σκηνή του κόσμου.

Ένα κεφάλαιο έχει κλείσει.

Ένα κεφάλαιο αγώνα, ελπίδων, ψευδαισθήσεων. Το τέλος όμως δεν έχει έρθει. Καθώς αυτές οι παράξενες, ασυνήθιστες ζωές φτάνουν στο τέλος τους, θα φτάσουμε στο σημείο ν’ αντιληφθούμε πως θα ήταν καλύτερα αν δεν είχαν ποτέ γεννηθεί.

Κι αυτό είναι όλο κι όλο που ήταν να λεχθεί.

(Καλοκαίρι του 1918)

.

ΠΗΓΕΣ: 

http://rioters.espivblogs.net/2009/08/22/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-bruno-filippi/

http://negrarosanr.blogspot.gr/2014/01/bruno-filippi.html

http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/06/19/bruno-filippi-livorno-1900-milano-1919-a-closed-chapter/

Ο τάφοι σας αυθαίρετοι η μή θα είναι σίγουρα ομαδικοί…

Untitled-1

.

Το lifestyle έχασε την αίγλη του. Εδώ και καιρό το προνόμιο της μαγείας ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο μαγικό ραβδάκι της ανάθεσης αλλά και το πανίσχυρο εκείνο ξόρκι που ονομάζεται “εξουσία“. Γιατί μπορεί το lifestyle απο μηδενικό να σε κάνει νούμερο, όμως η ανάθεση και η εξουσιαστική μαρμίτα με το μέλι κατάφεραν να μετατρέψουν τη “Villa Amalias” σε “Κένταυρο” και απο “χώρο ελευθερίας έκφρασης και έναν πολιτικό χώρο κέντρο αντίστασης” (που όποτε οι συνθήκες του αγώνα το απαιτούσαν μεταμορφωνόταν με αστραπιαία αντανακλαστικά, σε αντιφασιστικό κάστρο)… σε ένα “επ ουδενί κοινωνικό κέντρο” παρα μόνο ενα “αυθαίρετο κτήριο παράνομο τελεσίδικα κατεδαφιστέο μέσα σε δάσος κατειλημμένο απο αργόσχολους ψευτοεπαναστατες“…

Φυσικά μπροστά σ’αυτή την ολική μεταμόρφωση μικρή σημασία έχει αν είσαι μηδενικό η όχι. Αφενός γιατί κάποιοι μηδενίζοντας στη ζωή τους, ίσα ίσα που έμαθαν και να μετράνε, αφετέρου γιατί εχουμε να κάνουμε με εξισώσεις που δεν απαρτίζονται απο αριθμούς…αλλά εξισώσεις που αποτελούνται απο “νούμερα“… Τιποτένια υποκείμενα που αποσκοπούν μονο σε ενα αποτέλεσμα και δεν είναι άλλο απο οσο το δυνατών μεγαλύτερο εξουσιαστικό άθροισμα.
Γιατί όπως και να το κάνεις άλλο πράγμα οι αριθμοί και άλλο πράγμα τα “νούμερα“, νούμερα που σκάρωναν προεκλογικά παιχνίδια αποπατώντας και εκμηδενίζοντας τα μέχρι χθες “ιδανικά” τους και που πάνω στις αξίες τους χτίσανε την τωρινή τους αίγλη, την υπεροψία και την αλαζονεία.

Τέλος όσον αφορά για το τι ήταν πραγματικά η Villa, η ο Κένταυρος, αυτό και αν δεν εχει σημασία να το αναλύσουμε…

Εστίες ανομίας η μή, κοινωνική χώροι η οχι, απλώς αυθαίρετα κτήρια η προεικονίσεις απο ένα μακρινό ελεύθερο μέλλον…γι’αυτούς που διψούν για δύναμη και εξουσία και που όπως αποδείχτηκε είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για το εύκολο κέρδος ενός αέρα κοπανιστού που αβίαστα σε θέτει ισχυρό έναντι των άλλων, είναι ηταν και θα είναι απλώς άψυχα τσιμέντα και ντουβάρια, που κατέλειξαν σε μπάζα. (αυτό το τελευταίο και κυριολεκτικά και μεταφορικά)
Ενώ για τους ασυμβίβαστους τους ανήσυχους και τους αμοραλιστές, τους αντιρρησίες συνείδησης τους απροσάρμοστους και τους συνωμότες ενάντια στο κράτος, τους μόνιμα ερωτευμένους με τη ζωη για τους επαναστάτες και τους εξεγερμένους, ήταν είναι και θα παραμείνουν για πάντα ιδέες και παν απ’ όλα ΖΩΝΤΑΝΕΣ.

Η Κατερίνα Γώγου έλεγε “Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος” και αυτός είναι ένας παρα πολύ σημαντικός λόγος για μη να μας τρομάζει τίποτα, αφού οι ιδέες είναι ΑΛΕΞΙΣΦΑΙΡΕΣ. Η Villa Amalias ήταν και θα παραμένει κατάληψη για πάντα, ενώ το Κατελλημένο Κοινωνικό Κέντρο Κένταυρος μέσα απο το σύντομο αλλά εφιαλτικό για τους εξουσιαστές ταξίδι του, θα συνεχίσει να μας οδηγεί για πάντα και να μας εμπνέει για δέκα, εκατό χιλιάδες καταλήψεις.

Το μόνο ορθολογιστικά βέβαιο για όλες τις πλευρές είναι πως οι πέτρες κάποια στιγμή θα επιστρέψουν στα κεφάλια αυτών που τις ιδέες μετέτρεψαν σε μπάζα, η γιατί όχι μπορεί και να κοσμήσουν τους τάφους των ίδιων, που αυθαίρετοι η μη θα είναι σίγουρα ομαδικοί.

Άλφα Στερητικό

Η “απολογία” του Νίκου Μαζιώτη ενώπιον του μικτού ορκωτού κακουργοδικείου της Αθήνας, το 1999

Nikos-Maziotis-570 copy

.

.

Καταρχήν, εγώ δε θέλω να το παίξω καλό παιδί εδώ που αναγκάστηκα να έρθω. Δε θα απολογηθώ, γιατί δε θεωρώ τον εαυτό μου εγκληματία. Είμαι επαναστάτης. Δεν έχω να μετανιώσω για τίποτα. Είμαι περήφανος γι αυτό που έκανα. Για το μόνο που έχω να μετανιώσω είναι για το τεχνικό λάθος που έγινε και δεν εξερράγη η βόμβα, στην οποία μετά βρέθηκε το αποτύπωμα και κατέληξα εδώ που κατέληξα. Είναι το μόνο για το οποίο έχω να μετανιώσω. Και για κάτι άλλο έχω να μετανιώσω: τα πράγματα δεν έπρεπε να ήταν στο σπίτι μου, έπρεπε να ήταν αλλού.

Πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι, παρόλο που είστε δικαστές και κάθεστε πιο ψηλά από μένα, πολλές φορές οι επαναστάτες, κι εγώ συγκεκριμένα, σας έχω κρίνει πολύ πριν με κρίνετε εσείς. Είμαστε σε αντίθετα στρατόπεδα, εχθρικά στρατόπεδα.

Οι επαναστάτες, η επαναστατική δικαιοσύνη -επειδή δεν πιστεύω ότι αυτό το δικαστήριο είναι δικαιοσύνη, είναι δικαιοσύνη με πολλά εισαγωγικά- οι επαναστάτες λοιπόν, πολλές φορές κρίνουν πολύ πιο ανελέητα τους εχθρούς τους, όταν έχουν την ευκαιρία να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Θα ξεκινήσω από πολλά χρόνια πριν. Εδώ δεν έχουμε να δικάσουμε κανένα έγκλημα δικό μου. Αντίθετα, θα πούμε για εγκλήματα, αλλά όχι δικά μου. Θα πούμε για εγκλήματα του Κράτους, των μηχανισμών, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας…

Πρώτη φορά που μπορώ να πω ότι πολιτικοποιήθηκα ήταν όταν έλαβα μέρος σε μια διαδήλωση το 1985. Ήταν 17 Νοεμβρίου. Tότε ήμουν δεκατεσσάρων- δεκαπέντε χρονών, και κάποιος αστυνομικός, ο κύριος Μελίστας, είχε σκοτώσει έναν δεκαπεντάχρονο, τον Μιχάλη Καλτεζά. Φόνος! Δεν είχα λάβει μέρος στα επεισόδια εκείνης της νύχτας. Το ίδιο βράδυ έγινε κατάληψη του Χημείου και μπήκαν ειδικές αστυνομικές δυνάμεις και έβγαλαν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Την επομένη έγινε κατάληψη του Πολυτεχνείου από πέντε χιλιάδες άτομα – αν θυμάμαι καλά, ήμουνα και μικρός τότε, δεν είχα καλές πληροφορίες. Οι καταλήψεις αυτές έγιναν ακριβώς σαν αντίδραση για το φόνο του Καλτεζά από τον αστυνομικό Μελίστα. Η δικαιοσύνη, πέντε χρόνια αργότερα, το Γενάρη του ’90, τον αθώωσε τον Μελίστα.

Ήθελα να πω με αυτό ότι στην ουσία εσείς είστε ηθικοί αυτουργοί εγκλημάτων, για μένα τουλάχιστον. Γι αυτό έβαλα χίλια εισαγωγικά στη λέξη δικαιοσύνη.

Τότε, το Γενάρη-Φλεβάρη του ’90 είχα λάβει κι εγώ μέρος στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, που είχε γίνει ως αντίδραση στην αθώωση του Μελίστα για το φόνο του Καλτεζά. Είχαν γίνει επεισόδια, καταστροφές, είχαν σπαστεί μαγαζιά, είχαν πέσει πέτρες, μολότοφ… Στα γεγονότα αυτά συμμετείχα κι εγώ. Από τότε και μετά μπορούσα να πω συνειδητοποιημένα ότι είμαι αναρχικός.

Κι όταν λέω αναρχικός, εννοώ ότι είμαι εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου. Ότι σκοπός μας είναι η ανατροπή του Κράτους και του καπιταλιστικού καθεστώτος. Θέλουμε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς ιεραρχία και χωρίς κυριαρχία.

Το μεγαλύτερο ψέμα όλων των εποχών είναι ότι το Κράτος είναι η κοινωνία. Απ’ ό,τι θυμάμαι και ο Νίτσε το είπε αυτό, ότι το Κράτος λέει ψέματα, ψεύδεται.

Είμαστε αυτοί που εναντιωνόμαστε στο διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, είμαστε ενάντια στο διαχωρισμό σε αυτούς που διατάζουν κι αυτούς που εκτελούν διαταγές. Αυτή η εξουσιαστική δομή διαπερνά την κοινωνία και αυτή τη δομή θέλουμε να την καταστρέψουμε. Είτε με ειρηνικά είτε και με βίαια μέσα, ακόμα και με τα όπλα· δεν έχω κανένα πρόβλημα πάνω σε αυτό.

Θα διαψεύσω τον αδερφό μου, που είπε πριν από λίγο ότι “δεν τα ήθελε τα όπλα για πόλεμο αυτός”. Για πόλεμο ήταν. Μπορεί όντως να κάθονταν κι εκεί που ήταν. Τα όπλα όμως είναι όπλα πολέμου, δεν τα έχεις για να τα κρατάς στο σπίτι, αλλά μπορεί και να τα κρατούσα έτσι όπως ήταν. Αλλά είναι όντως όπλα πολέμου, και πόλεμο κάνω… Και η βόμβα στο υπουργείο ήταν πράξη πολέμου.

*

Από το ’90 μέχρι σήμερα έχω καταδικαστεί μερικές φορές για τη δράση μου, για πολλαπλές μορφές δράσης.

Έχω καταδικαστεί για άρνηση στράτευσης. Όχι γιατί είχα πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, το έχω επαναλάβει και στο στρατοδικείο αυτό. Άλλωστε το γεγονός ότι αυτή τη φορά είχα όπλα σημαίνει ότι δεν έχω πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, και δεν είμαι καθόλου ειρηνιστής. Γιατί επίσης, ούτε η κοινωνία είναι ειρηνική, ούτε το Κράτος είναι ειρηνικό. Εφόσον λοιπόν δέχομαι βία, θα απαντήσω με βία.

Έχω περάσει εφτά μήνες σε στρατιωτικές φυλακές, έχω καταδικαστεί για ανυποταξία και λιποταξία. Τη δεύτερη φορά βγήκα μετά από 51 ημέρες απεργία πείνας.

Έχω συλληφθεί το ’94 στην κατάληψη της ΑΣΟΕΕ μαζί με 51 άλλους συντρόφους μου, όταν έκαναν απεργία πείνας ο Γιώργος Μπαλάφας και ο Οδυσσέας Καμπούρης. Ήταν και αυτή, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ, μια πράξη αλληλεγγύης. Σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαμε ούτε να συγκεντρωθούμε πουθενά, ούτε να διαδηλώσουμε, είχαμε αποφασίσει να καταλάβουμε ένα πανεπιστήμιο και να το χρησιμοποιήσουμε ως εστία αντιπληροφόρησης, για την υπόθεση του Γιώργου Μπαλάφα και του Οδυσσέα Καμπούρη, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι.

Το ’95 με συνέλαβαν μαζί με άλλους πεντακόσιους στην εξέγερση του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο. Η κατάληψη εκείνη είχε γίνει γιατί υπήρχαν διάφοροι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές – ο Κώστας Καλαρέμας, ο Οδυσσέας Καμπούρης, ο Γιώργος Μπαλάφας που είχε ξανασυλληφθεί, ο Σπύρος Δαπέργολας, κάποιοι διαδηλωτές από τη Θεσσαλονίκη που είχαν συλληφθεί όταν χτυπήθηκε μια πορεία στις 14 Νοέμβρη, ο Χριστόφορος Μαρίνος-, και γιατί είχε γίνει εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού. Γι αυτό καταδικάστηκα σε ένα χρόνο μαζί με πολλούς άλλους συντρόφους μου. Για όλες αυτές τις πράξεις, και εγώ και οι σύντροφοί μου, αναλάβαμε στο ακέραιο τις ευθύνες μας.

Σε όλη λοιπόν τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, από τότε που μπορώ να πω ότι λέγομαι αναρχικός, έχω χρησιμοποιήσει διάφορους τρόπους δράσης. Έχω γράψει κι έχω μοιράσει προκηρύξεις, έχω κάνει αφισοκολλήσεις, έχω συμμετάσχει σε καταλήψεις, είτε βίαιες είτε ειρηνικές. Για παράδειγμα, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ δεν είχε κανένα βίαιο στοιχείο, κι όμως μπήκαν τα ΕΚΑΜ και τα ΜΑΤ και μας έβγαλαν. Μπήκαν μάλιστα κουκουλοφόροι των ΕΚΑΜ με κόφτη για να κόψουν τις αλυσίδες.

Στο Πολυτεχνείο δεν το παίξαμε καλά παιδιά, χωρίς όμως να αποδεχθούμε τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Είπαμε γιατί μπήκαμε μέσα. Εγώ μάλιστα μετά από καιρό, στο στρατοδικείο που έγινε το ’98, πήρα ευθύνη και για τη σημαία· είπα ότι εγώ την έκαψα. Τη θεωρώ σύμβολο εχθρικής δύναμης. Στον καθένα που βλέπω την ελληνική σημαία βλέπω τον εχθρό μου, γιατί τη φοράνε οι αστυνομικοί, τη φοράνε οι στρατιωτικοί… Είναι το σύμβολο του εχθρού.

*

Σκοπός δικός μας, στα πλαίσια αυτού του αγώνα του αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού, είναι να συνδεθούμε με διάφορους κοινωνικούς αγώνες. Σκοπός μας επίσης είναι, μπαίνοντας σε αυτούς τους αγώνες, να προσπαθούμε να φτάσουμε τα πράγματα στα άκρα, δηλαδή να οξύνουμε τις συγκρούσεις αυτών των κοινωνικών κομματιών με το Κράτος και την αστυνομία. Να ωθήσουμε τους αγωνιζόμενους ανθρώπους να ξεπεράσουν τα θεσμικά πλαίσια, τα συνδικάτα, τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, όλους αυτούς τους χειραγωγούς, που για μας είναι εχθροί της ανθρώπινης ελευθερίας. Πολλοί σύντροφοί μου, με τις μικρές τους δυνάμεις, έχουν εμπλακεί σε πολλούς αγώνες. Θα σας τους πω συγκεκριμένα.

Το 1989, σε έναν αγώνα περιβαλλοντικού χαρακτήρα πάλι, στην Αραβησσό Γιαννιτσών, οι κάτοικοι δεν ήθελαν να εκμεταλλευτεί τις πηγές τους ο Οργανισμός Ύδρευσης της Θεσσαλονίκης για να υδρεύσει τη Θεσσαλονίκη. Είχαν συγκρουστεί τότε με την αστυνομία και τα ΜΑΤ, είχαν κάψει αντλίες νερού, είχαν ανάψει φωτιές, είχαν στήσει οδοφράγματα… Και κάποιοι σύντροφοί μας από τη Θεσσαλονίκη είχαν συμμετάσχει σε αυτό τον αγώνα, και είχαν συλληφθεί μάλιστα.

Το 1990, άρχισε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα (αυτή η επίθεση που παγκόσμια είχε αρχίσει από το ’80 με τις κυβερνήσεις Ρήγκαν-Θάτσερ) η οποία συνίσταται στην αποβιομηχάνιση, την απόλυση εργαζομένων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, δηλαδή το “κόψιμο” μισθών, συντάξεων, ιατρικής περίθαλψης… Αυτή η επίθεση, ενώ στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική γινόταν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην Ελλάδα ξεκίνησε από το 1990.

Το πρώτο σχέδιο ήταν οι “προβληματικές” επιχειρήσεις. Κι εδώ το 1990-91 είχαν γίνει καταλήψεις σε πολλά εργοστάσια της χώρας, στο Μαντούδι, στο Λαύριο, στην Πάτρα. Πάλι κάποιοι σύντροφοί μας, με τις μικρές τους δυνάμεις, ήταν και εκεί. Συγκεκριμένα, στο Μαντούδι και στην Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Πάτρα.

Μετά έχουμε το μαθητικό κίνημα του ’90-’91, το οποίο ήταν μεγαλειώδες κίνημα, κατά τη γνώμη μου. Κατάφερε να ανατρέψει το νόμο του τότε υπουργού Παιδείας, του Κοντογιαννόπουλου, που παραιτήθηκε μάλιστα. Η τότε κυβέρνηση της Δεξιάς, στην προσπάθειά της να καταστείλει το κίνημα, έβαλε παρακρατικούς να σπάσουν τις καταλήψεις, με αποτέλεσμα το φόνο του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα. ’λλο ένα έγκλημα του κράτους.

Εδώ θα μετρήσουμε εγκλήματα του κράτους, κανένα έγκλημα δικό μου.

Σαν απάντηση στη δολοφονία του Τεμπονέρα είχε γίνει μια διαδήλωση χιλιάδων ατόμων. Συμμετείχαμε κι εμείς, που οξύναμε τα πράγματα. Έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία, καταλήφθηκε πάλι το Πολυτεχνείο για δυο μέρες. Φωτιές, οδοφράγματα, σπασίματα… Μάλιστα έγινε κι άλλο έγκλημα εκείνες τις μέρες, στις 10 Γενάρη του ’91. Επάνω στις συγκρούσεις, τα ΜΑΤ πυρπόλησαν με δακρυγόνα το κτίριο του Κ. Μαρούση, το πολυκατάστημα στην Πανεπιστημίου. Τέσσερις πολίτες απανθρακώθηκαν. Και γι αυτό το έγκλημα κανένας δεν πλήρωσε, καμία δικαιοσύνη δεν είπε τίποτα. Το “κουκούλωσαν”.

Ένα χρόνο μετά, σύντροφοί μου -εγώ δεν ήμουνα προσωπικά, αλλά δεν έχει σημασία- συμμετέχουν στις συμπλοκές στο αμαξοστάσιο του Βοτανικού, το καλοκαίρι του 1992, όταν η κυβέρνηση θέλησε να ιδιωτικοποιήσει την ΕΑΣ. Και έγιναν συγκρούσεις μαζί με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ. Και τότε κάποιοι υπάλληλοι της ΕΑΣ είχαν φυλακιστεί για δολιοφθορά, σαμποτάζ… Έσπαγαν τα λεωφορεία των ΣΕΠιτών, των ρουφιάνων ιδιοκτητών που είχαν αγοράσει τα λεωφορεία. Κι εκεί, με τις μικρές τους δυνάμεις, οι αναρχικοί ήταν παρόντες.

Πριν αναφερθώ στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού, θέλω να πω τα τελευταία παραδείγματα με τους καθηγητές πέρυσι και με το πρόσφατο μαθητικό κίνημα, το χειμώνα του ’98-’99. Κι εκεί ήμασταν παρόντες. Ένας σύντροφος που κατέθεσε χτες, ο Βασίλης Ευαγγελίδης, προσπάθησε να μιλήσει γι αυτό. Είχε συλληφθεί στις συμπλοκές που έγιναν το Γενάρη του ’99, στο μαθητικό συλλαλητήριο.

Γενικά, όπου υπάρχουν ταραχές, όπου υπάρχουν συγκρούσεις, θέλουμε να είμαστε μέσα. Να εκτρέπουμε τα πράγματα. Για μας, δεν είναι έγκλημα αυτό. Στην ουσία, οι ταραχές είναι η “λαϊκή κυριαρχία” που λένε οι επαγγελματίες πολιτικοί. Εκεί εκφράζεται η ελευθερία…

*

Ας πάμε τώρα και στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Πολύ πριν εγώ βάλω τη βόμβα, άλλοι σύντροφοι είχαν πάει στα χωριά, είχαν μιλήσει με τους κατοίκους, είχαν βγάλει μπροσούρα για την εξέγερση, για τα επεισόδια τον Οκτώβρη του 1996. Πιο συγκεκριμένα όμως στον αγώνα του Στρυμονικού θα αναφερθώ λίγο πιο μετά. Πρώτα θέλω να μιλήσω για την ενέργεια αυτή καθεαυτή.

Εμπνεύστηκα, για να πω την αλήθεια, να βάλω αυτή τη βόμβα για τον εξής λόγο: Επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι είχαν ξεπεράσει τα όρια, από μόνοι τους. Αν ήταν ένας αγώνας μέσα στα θεσμικά πλαίσια, έτσι όπως προσπαθούν να κρατούν περιορισμένους τους αγώνες τα συνδικάτα και οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, αν περιοριζόταν δηλαδή σε μια διαμαρτυρία χλιαρή, ακίνδυνη, ανώδυνη, ίσως και να μην έκανα τίποτα.

Αλλά οι σύντροφοι εκεί πάνω – που δεν είναι βέβαια αναρχικοί αλλά δεν με ενδιαφέρει εμένα αυτό, πολίτες είναι που θέλουν κι αυτοί την ελευθερία τους – είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Είχαν συγκρουστεί τρεις φορές με την αστυνομία – μία στις 17 Οκτώβρη του ’96, μια στις 25 Ιούλη του ’97 και μια στις 9 Νοέμβρη του ’97 -, είχαν κάψει περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, είχαν κάψει γεωτρύπανα της TVX, είχαν μπει μέσα στα μεταλλεία στην Ολυμπιάδα και είχαν καταστρέψει μέρος των εγκαταστάσεων. Κάποιοι έκαναν κι ένα είδος αντάρτικου. Tα βράδια έβγαιναν με κυνηγετικές καραμπίνες και πυροβολούσαν στον αέρα για εκφοβισμό των αστυνομικών. Και λέω, πολύ μάγκες είναι αυτοί· μας έχουν ξεπεράσει κι εμάς δηλαδή.

Και ακολούθησε καταστολή, ειδικά το ’97, όταν κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος στην περιοχή. Ο αστυνομικός διευθυντής Χαλκιδικής έβγαλε διάταγμα με το οποίο απαγορεύονταν οι διαδηλώσεις, οι συναθροίσεις. Είχαν πάει ΕΚΑΜ επάνω, είχαν πάει και αστυνομικές αύρες, για πρώτη φορά μετά το 1980. Και τις είχαν στείλει τώρα εκεί, στα χωριά της Χαλκιδικής. Και λέω, κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς, εδώ στην Αθήνα. Δεν μπορεί να δέχονται καταστολή οι άλλοι εκεί πάνω κι εμείς να καθόμαστε…

Το υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης, στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου και Μιχαλακοπούλου, ήταν ένα από τα κέντρα αυτής της ιστορίας. Ο αγώνας του Στρυμονικού ήταν ένας αγώνας ενάντια στην “ανάπτυξη”, τον “εκσυγχρονισμό”, όλες αυτές τις μπούρδες που λένε. Πίσω από αυτές τις εκφράσεις, κρύβονται τα κέρδη των πολυεθνικών, τα κέρδη και των “δικών μας” καπιταλιστών, των Ελλήνων, τα κέρδη των κρατικών αξιωματούχων, του ελληνικού κράτους, των γραφειοκρατών, αυτών που παίρνουν τις μίζες, των τεχνικών εταιρειών… Όλων αυτών. Καμία σχέση δεν έχει η “ανάπτυξη” και ο “εκσυγχρονισμός” που λένε με την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Καμία σχέση.

Οπότε έβαλα κι εγώ μια βόμβα. Ο σκοπός ήταν αυτός που είχα πει και στην ανάληψη ευθύνης. Στο κείμενο του Φεβρουαρίου του ’98 λέω: Η τοποθέτηση του μηχανισμού σκοπό είχε την αποστολή ενός διπλού πολιτικού μηνύματος. Τα πάντα είναι πολιτικά. Ακόμη κι όταν χρησιμοποιείς τέτοια μέσα, πολιτικά είναι τα μηνύματα. Κι ο πόλεμος ο ίδιος είναι ένα μέσο πολιτικής πίεσης. Και σε αυτή την περίπτωση, ένα πολιτικό μέσο ήταν κι αυτό, μια πολιτική πρακτική. Μήνυμα καταρχήν προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, ότι “μάγκες, δεν είστε μόνοι σας, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που μπορεί να βρίσκονται 600 χιλιόμετρα μακριά από εσάς, αλλά που ενδιαφέρονται”. Όχι για προσωπικούς λόγους… Εγώ δεν ξέρω κανέναν από κει προσωπικά. ’λλοι σύντροφοί μου ξέρουν. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Δε θίχτηκε το δικό μου το σπίτι στο φινάλε, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

Απλά η αρχή μου και γενικά η αρχή των αναρχικών, και άλλων επαναστατών μη-αναρχικών, είναι η εξής: η κοινωνική ελευθερία είναι μία και αδιαίρετη. Όπου λοιπόν θίγεται ένα επιμέρους κομμάτι της ελευθερίας, στην ουσία είναι σα να θίγεται στο σύνολό της. ’ρα, εφόσον θίγονται οι ελευθερίες αυτών, θίγονται και οι δικές μου. Ο πόλεμος ο δικός τους θα είναι και δικός μου, σε μια περιοχή που ο “κυρίαρχος λαός” -μια έκφραση που πάλι χρησιμοποιούνε οι επαγγελματίες πολιτικοί- δε θέλει αυτό που θέλουνε το κράτος και το κεφάλαιο, τη μεταλλουργία χρυσού της TVX.

Από την άλλη έχω πει ότι, εντάξει, κάποιες ζημιές θα γίνονταν -εν γνώσει μου. Ναι, είχα πρόθεση να κάνω υλικές ζημιές. Δηλαδή τι υλικές ζημιές; Στη τζαμαρία, στο συγκεκριμένο σημείο, τι υλικές ζημιές; Ή στην αποθήκη έξω από την οποία τοποθέτησα το μηχανισμό; Κατ’ εμέ, οι ζημιές θα ήταν ελάχιστες. Αλλά ακόμα κι αν ήταν μεγαλύτερες από ελάχιστες, δεν παίζει για μένα κανένα ρόλο. Γιατί η ελευθερία δε συγκρίνεται με τις υλικές ζημιές μιας τζαμαρίας, ενός κρατικού αυτοκινήτου ή μιας κρατικής ιδιοκτησίας. Για μένα, το υπουργείο δεν είναι εγκατάσταση κοινής ωφέλειας, όπως λένε οι κατηγορίες. Κρατικής ωφέλειας ναι, κοινωνικής ωφέλειας όχι.

Ουσιαστικά όμως, ακόμη κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός, εγώ το μήνυμά μου το έστειλα. Βέβαια πιάστηκα, γιατί έκανα αυτό το τεχνικό λάθος κι άφησα ένα αποτύπωμα. Ακόμη όμως κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός και δεν έγιναν καθόλου υλικές ζημιές, το μήνυμα το έστειλα. Και το λάβατε και εσείς και το κράτος, αλλά και οι κάτοικοι του Στρυμονικού. Ξέρω πως λένε ότι είμαι δικός τους άνθρωπος, χωρίς να με έχουν δει ποτέ, κι ας μην με γνώριζαν ποτέ. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα απ’ αυτό. Και φυσικά, το επαναλαμβάνω, δε μετανιώνω καθόλου.

*

Θα αναφερθώ λίγο στα τεχνικά. Ακριβώς επειδή είμαι κοινωνικός επαναστάτης και στην ουσία όταν λες ότι είσαι κοινωνικός επαναστάτης, είναι σαν να μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Όχι σαν δηλαδή. Μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Εφόσον έχω αυτή την αρχή λοιπόν, δε θα μπορούσα να βλάψω κανέναν πολίτη. Θα μπορούσα να βλάψω αστυνομικό. Αυτούς τους θεωρώ εχθρούς μου. Κι εσείς είστε εχθροί μου. Σας διαχωρίζω δηλαδή. Κάνω σαφέστατο ταξικό διαχωρισμό. Απ’ τη μια έχουμε αυτούς, απ’ την άλλη τους άλλους. Παρόλ’ αυτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχα καμία πρόθεση να βλάψω ούτε τον κύριο αστυνομικό φρουρό του υπουργείου, ούτε κανέναν άλλο· πόσο μάλλον πολίτη.

Η διαδικασία που χρησιμοποιείται από τις οργανώσεις ή τα άτομα γενικά, όταν γίνονται τέτοιου τύπου ενέργειες είναι η εξής: βάζεις τη βόμβα στο στόχο σου και τηλεφωνείς σε μια εφημερίδα. Εγώ συγκεκριμένα, παίρνω τηλέφωνο την “Ελευθεροτυπία” και λέω: Σε μισή ώρα θα σκάσει βόμβα εκεί. Ό,τι ακριβώς λένε τα στοιχεία: Σε μισή ώρα θα σκάσει στο υπουργείο Ανάπτυξης βόμβα, για το ζήτημα της TVX και του Στρυμονικού. Με την έννοια αυτή, όπως αποδείχτηκε από την πράξη κι όχι υποθετικά, η αστυνομία πήγε εκεί· πρώτα η ’μεση Δράση έκλεισε την περιοχή γύρω-γύρω σε ακτίνα 200 μέτρων -όπως λέει ο πυροτεχνουργός-, έτσι ώστε να μην περνάει κανένας πεζός και κανένα αμάξι. Και περίμενε να σκάσει η βόμβα. Όπως έχουν πει οι κύριοι, περίμεναν να εκπνεύσει ο χρόνος ασφαλείας, δηλαδή, ΤΟ ΜΙΣΑΩΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΘΕΣΕΙ ΕΓΩ! Είτε έσκαγε, είτε δεν έσκαγε η βόμβα, ουσιαστικά δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Αν έσκαγε, μόνο υλικές ζημιές θα είχαμε. Ουσιαστικά δηλαδή από την πρόθεση που είχα, αυτό θα γινόταν. Αντικειμενικά, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει λάθος τυχαία, ούτε -αν εκρηγνυόταν ο μηχανισμός- να εκραγεί πιο πριν ή πιο μετά.

Κι επειδή ακριβώς το μήνυμα ήταν πολιτικό και συμβολικό, δεν είχα σκοπό να κάνω μεγάλες υλικές ζημιές· γι αυτό έβαλα λίγη ποσότητα. Και είχα τη δυνατότητα να βάλω και πέντε και εφτά και δέκα κιλά… Δεν έβαλα όμως. Εφόσον βρέθηκαν και πράγματα στο σπίτι μου, είχα τη δυνατότητα να κάνω μεγάλη ζημιά, υλική πάντα! Και πάλι δεν την έκανα. Αν μπορούσα δηλαδή να κατεδαφίσω ολόκληρο το υπουργείο χωρίς να σκοτωθεί κανένας, δεν θα είχα καμία αντίρρηση να το κάνω. Ένα άχρηστο κτίριο είναι και αυτό για το λαό και την κοινωνία. Για το μόνο που έχω μετανιώσει, όπως είπα, είναι γι αυτό το τεχνικό λάθος.

Θέλω να πω προκαταβολικά και κάτι άλλο τώρα. Την ενέργεια την έκανα μόνος μου, δεν υπήρχε κανένας άλλος. Βέβαια το μήνυμα έλεγε “Αναρχικοί Αντάρτες Πόλης”. Αυτό δεν έχει να κάνει όμως με το ότι υπήρχαν άλλα πρόσωπα, εκτός από μένα. Ήταν μια έκφραση που απλώς υποδήλωνε το χώρο από τον οποίο προέρχομαι εγώ. Δε θα έβαζα φυσικά την υπογραφή μου “Νίκος Μαζιώτης”, και δε θα έλεγα στην εφημερίδα ότι έβαλα τη βόμβα εκεί. Θα έλεγα, “Αναρχικοί”. Αυτό. Για να ξεκαθαρίσουμε, δηλαδή, ότι για την ενέργεια την πρωτοβουλία την πήρα μόνος μου. Ούτε ομάδα υπήρχε, ούτε οργάνωση, ούτε τίποτα. Και από τα αποδεικτικά στοιχεία πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρχε οργάνωση, ή ότι εγώ θα εφοδίαζα τους τάδε, την τάδε ομάδα ή οργάνωση. Ήμουν μόνος μου και τα πράγματα ήταν ατομικά.

*

Θέλω να αναφερθώ τώρα πιο εκτεταμένα σε αυτό που λέω αλληλεγγύη. Τα κίνητρα δηλαδή τα οποία είχα. Τι σημαίνει αυτή η αλληλεγγύη.

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι κοινωνικοποιήθηκαν, ότι δημιουργήθηκε η ανθρώπινη κοινωνία πάνω σε τρία βασικά συστατικά: την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα, την αλληλοβοήθεια. Πάνω σε αυτά λοιπόν βασίζεται η ανθρώπινη ελευθερία. Όταν θίγεις ένα επιμέρους κομμάτι της ανθρώπινης ελευθερίας, είναι σα να θίγεις το σύνολο.

Όποια κοινωνική ομάδα, σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, κάνει έναν αγώνα -είτε λέγονται μαθητές, είτε λέγονται αγρότες, είτε πολίτες τοπικών κοινωνιών, είτε εργαζόμενοι-, για μένα και για τους αναρχικούς έχει τεράστια σημασία.

Δεν έχει σχέση με το αν εγώ είμαι εργαζόμενος και ταυτίζω τα συμφέροντά μου με τα συμφέροντα αυτής της τάξης. Αν κάποιος ζητάει παραπάνω μισθό, αν έχει κάποιο συντεχνιακό αίτημα, δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Για μένα, αλληλεγγύη σημαίνει ανεπιφύλακτη αποδοχή και υποστήριξη, με οποιοδήποτε μέσο, του δικαιώματος που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι να μπορούν να καθορίζουν τη ζωή τους όπως θέλουν, και όχι να αποφασίζουν κάποιοι άλλοι ερήμην τους, όπως το Κράτος και το Κεφάλαιο.

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, σε αυτό τον αγώνα του Στρυμονικού, αλλά και σε κάθε κοινωνικό αγώνα, για μένα μετράει πιο πολύ ότι είναι αγώνες που οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν τις τύχες τους μοναχοί τους. Και να μην αποφασίζει ο κάθε αστυνομικός διευθυντής, ο κάθε κρατικός αξιωματούχος, ο κάθε καπιταλιστής τι θα κάνουν. Δευτερεύουσα σημασία έχει για μένα αν το θέλουν ή δεν το θέλουν το εργοστάσιο, αν είναι περιβαλλοντική η αιχμή του αγώνα. Σημασία έχει ότι δε θέλουν το εργοστάσιο, επειδή δε γουστάρουν κάτι που τους επιβάλλουν με τη βία.

*

Όσον αφορά στο θέμα της πολιτικής βίας τώρα. Από την αρχή πήγε να παρουσιαστεί μια ιστορία “αποκρουστικών εγκληματιών”, “τρομοκρατών”, οι οποίοι “βάζουν στα τυφλά βόμβες”. Κάτι το οποίο δεν ισχύει.

Εάν τρομοκρατία θεωρητικά είναι η βία κατά πολιτών και άμαχου πληθυσμού, ε, αυτό ισχύει αποκλειστικά και μόνο για το Κράτος. Μόνο το Κράτος επιτίθεται ενάντια σε πολίτες, γι αυτό υπάρχουν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, τα ΜΑΤ, τα ΕΚΑΜ, ο στρατός, οι ειδικές δυνάμεις… Μηχανισμοί οι οποίοι κλέβουνε και το λαό. Χρηματοδοτούνε δηλαδή επαγγελματίες οπλοφόρους, αστυνομικούς. Δεν εκπαιδεύονται για να σημαδεύουν στόχους; Για να τα χρησιμοποιούν τα ‘χουν τα όπλα οι άνθρωποι. Δεν εξοπλίζονται τα ΜΑΤ με χημικά αέρια; Για να τα ρίχνουν πού; Στους πολίτες. Στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις. Οπότε βία εναντίον των πολιτών χρησιμοποιεί μόνο το Κράτος. Εγώ δε χρησιμοποίησα καμία βία εναντίον πολίτη.

Θα πω συγκεκριμένα τι σημαίνει τρομοκρατία.

Tρομοκρατία είναι όταν χτυπιούνται οι καταλήψεις, οι διαδηλώσεις, οι απεργίες. Όταν τα ΜΑΤ χτύπησαν τους συνταξιούχους πριν 4-5 χρόνια στο Μέγαρο Μαξίμου. Όταν ο Μελίστας σκότωσε τον Καλτεζά. Όταν σκοτώθηκαν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου από τα ΜΑΤ, στις 16 Νοεμβρίου 1980, στην πορεία του Πολυτεχνείου. Κι αν θυμάμαι καλά, δε σκοτώθηκαν από σφαίρες, σκοτώθηκαν από το ξύλο. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Κασίμης. Αλλά θα αναφερθώ πιο συγκεκριμένα σε αυτή την ιστορία.

Μια ομάδα επαναστατών, τότε, είχε προσπαθήσει να πυρπολήσει το γερμανικό εργοστάσιο της AEG, στον ’γιο Ιωάννη Ρέντη. Ήταν μια πράξη αλληλεγγύης κι αυτή. Δεν ξέρω αν τη γνωρίζετε, θα σας την πω εγώ όμως. Τότε, το ’77, κάποιοι αντάρτες της RAF, της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, είχαν πεθάνει μέσα στα λευκά κελιά του Σταμχάιμ, στη Στουτγάρδη, της Δυτικής Γερμανίας. Τα λευκά κελιά από μόνα τους είναι τρομοκρατία. Οι φυλακές ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ. Και τότε κάποιοι Έλληνες επαναστάτες, ως ένδειξη αλληλεγγύης στη RAF, αλλά και ως αντίδραση στη δολοφονία των ανταρτών στις φυλακές της Στουτγάρδης, είχαν πάει να πυρπολήσουν το εργοστάσιο της AEG. Σε αυτή την απόπειρα, που ήταν ανεπιτυχής, κάποιος σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε ο Χρήστος ο Κασίμης από τους δύο αστυνομικούς, φρουρούς του εργοστασίου, τον Πλέσσα και το Στεργίου. Και μάλιστα, απ’ ό,τι έχω διαβάσει, δεν τον σκότωσαν επειδή απειλήθηκε η ζωή τους. Τον σκότωσαν πισώπλατα, με μια σφαίρα στην πλάτη.

Τρομοκρατία είναι όταν μπαίνουν στο Χημείο ειδικές αστυνομικές δυνάμεις το ’85 και χτυπούν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Τρομοκρατία είναι όταν δολοφονείται ο Τεμπονέρας στην Πάτρα. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Τσουτσουβής το ’85. Αλλά κι αυτή η περίπτωση έχει κάτι ιδιαίτερο και θέλω να την τονίσω. Για το Χρήστο Τσουτσουβή ισχύει η φράση του Θουκυδίδη – του αρχαίου ιστορικού που κατέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου -, ότι “ο θάνατος στη μάχη είναι τίτλος τιμής και συνοδεύεται από τις επευφημίες των πολιτών”. Σκοτώθηκε μεν από τους αστυνομικούς, αλλά πήρε και δυο-τρεις μαζί του. Για μένα, ήταν ένας πολεμιστής, ένας μαχητής. Πιστεύω ότι η κοινωνία χρειάζεται κι άλλους τέτοιους.

Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώνονται πολίτες σε απλές εξακριβώσεις στοιχείων. Θα αναφέρω κι εδώ μερικά παραδείγματα. Θα αναφέρω το Χρήστο Μουράτη, ένα Τσιγγάνο στη Λιβαδειά, ο οποίος πυροβολήθηκε σε μπλόκο της Τροχαίας τον Οκτώβριο του 1996. ’οπλος πολίτης… Αυτό είναι ένα έγκλημα. Αλλά η δικαιοσύνη δεν έκανε τίποτα, τι να κάνει; Απλώς το επιβράβευσε.

Το 1997, ο Ηλίας Μέξης, περνώντας από το τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, πυροβολήθηκε από τον φρουρό του τμήματος, τον Τσαγκράκο.

Ο Θόδωρος Γιάκας σκοτώθηκε, στις 10 Γενάρη του ’94, από τον αστυνομικό του τμήματος Μοσχάτου, Λαγογιάννη. Έχει έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα κι αυτή η περίπτωση. ’οπλος πολίτης. Σε εξακρίβωση στοιχείων. Τον σταμάτησαν, αλλά εκείνος έτρεξε και τον πυροβόλησαν. Είπαν πάλι ότι του βρήκαν μαχαίρι κι άλλες τέτοιες μπούρδες… Απ’ ό,τι ξέρω γι αυτή την περίπτωση, πυροβολήθηκε αρχικά τρεις φορές. Και οι τρεις πιθανότατα ήταν θανατηφόρες. Κι ενώ ο Γιάκας ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, τον πυροβόλησε ο Λαγογιάννης άλλες δύο φορές και του φόρεσε και χειροπέδες! Ξέρετε τι έκανε η δικαιοσύνη γι αυτό; Τον καταδίκασε 12 χρόνια με αναστολή. Γι αυτό λέω ότι η δικαιοσύνη σας είναι δικαιοσύνη με εισαγωγικά.

Τρομοκρατία είναι όταν τον Πομάκο Αλή Γιουμφράζ από τα Βριλήσσια τον συνέλαβαν μεθυσμένο και μετά βρέθηκε νεκρός στο κρατητήριο. Είπαν ότι δήθεν πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Όταν το Γενάρη του ’91, θυμάμαι, κάποιος Τούρκος πολιτικός πρόσφυγας, ο Σουλεϊμάν Ακιάρ, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης είπε ότι είχε κάποιο καρδιακό πρόβλημα. Αλλά από την ιατροδικαστική εξέταση βρέθηκε ότι ήταν μελανιασμένος παντού.

Τρομοκρατία είναι κι αυτό το ίδιο το δικαστήριο εδώ. Κάθε δίκη αγωνιστή, κάθε δίκη επαναστάτη είναι τρομοκρατία, ένα μήνυμα εκφοβισμού προς την κοινωνία. Το είπα και χθες στις δηλώσεις μου, όταν με καλέσατε να πω αν αποδέχομαι τις κατηγορίες. Θα το επαναλάβω. Επειδή η δίωξη είναι πολιτική, το μήνυμα είναι σαφέστατο: οποιοσδήποτε αγωνίζεται εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου θα ποινικοποιείται, θα εγκληματοποιείται, θα βαφτίζεται τρομοκράτης. Οποιαδήποτε αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε κοινωνικό αγώνα, το ίδιο: θα ποινικοποιείται και θα συντρίβεται. Αυτό είναι το μήνυμα αυτής της δίκης. Και με αυτή την έννοια είναι τρομοκρατία. Τρομοκρατία προς εμένα, τρομοκρατία προς τους αναρχικούς, τρομοκρατία προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, οι οποίοι λαμβάνουν κι αυτοί ανάλογα μηνύματα αυτό τον καιρό, γιατί έχουν παρόμοιες δίκες σε σχέση με τις κινητοποιήσεις τους. Αυτά είναι τρομοκρατία. Δεν είναι τρομοκρατία που έβαλα μια βόμβα σαν πράξη αλληλεγγύης. Γιατί κανένας πολίτης δε θίχτηκε απ’ αυτή την πράξη.

Πολλές φορές, ειδικά τα ΜΜΕ, πιο πολύ κι απ’ τους αστυνομικούς καμιά φορά, σε κάθε ενέργεια που γίνεται, για παράδειγμα σε ενέργειες με γκαζάκια, προβάλλουν την άποψη ότι “παραλίγο να είχαμε θύματα, παραλίγο το ένα, παραλίγο το άλλο”. Ποτέ όμως δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο πραγματικά. Όλα αυτά βέβαια γίνονται για τη δημιουργία εντυπώσεων, για να εμπεδωθεί η κοινωνική συναίνεση, για να υπάρξει καταστολή. Για να καταδικαστώ εγώ, για παράδειγμα, σε βαριά ποινή. “Βρήκαμε και κάποιον που έκανε το λάθος, άφησε το αποτύπωμά του, τον πιάσαμε· είπε κιόλας ότι το έκανε αυτός; Ε, θα τον γαμήσουμε τώρα”! Μιλάω λίγο λαϊκά…

*

Θέλω να αναφερθώ λίγο στον αγώνα του Στρυμονικού. Παρόλο που δεν έχω πάει ποτέ εκεί, θα σας δώσω κάποια ιστορικά στοιχεία. Τα μεταλλεία που έχει αγοράσει η πολυεθνική TVX Gold υπάρχουν από το 1927· τα είχε ο Μποδοσάκης. Σε αυτά τα μεταλλεία, όπου γίνονταν αμέτρητα εργατικά ατυχήματα και πολλοί μεταλλωρύχοι πάθαιναν πνευμονοκονίαση, είχε γίνει μια μεγάλη αιματηρή απεργία το 1977. Η απεργία ήταν για αύξηση μισθών, για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για μέτρα ασφαλείας στις στοές. Και τότε είχαν κατέβει αύρες και τότε είχαν γίνει συλλήψεις και είχαν υπάρξει καταδίκες, και τότε είχε εφαρμοστεί τρομοκρατία στην περιοχή.

Κάποια στιγμή, χαρακτηρίζεται κι αυτή η εταιρεία “προβληματική”, όπως γίνεται και με πολλές άλλες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το κράτος μέσω της ΜΕΤΒΑ, σχεδιάζει την εγκατάσταση μεταλλουργίας χρυσού. Το ’92 περνά ως “προβληματική” στα χέρια του κράτους και αυτό πουλά τα μεταλλεία στην TVX το Δεκέμβρη του ’95. Όμως οι κάτοικοι των χωριών του Στρυμονικού δεν την ήθελαν την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Εβδομήντα χρόνια μεταλλευτικής δραστηριότητας, είχαν προκαλέσει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Αυτός ο αγώνας έχει τεράστια σημασία, και αποδείχθηκε ότι έχει τεράστια σημασία. Για διεθνείς λόγους.

Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τις αρχές του ’96. Οι κάτοικοι μπλόκαραν την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, έστησαν φυλάκια απ’ όπου επιτηρούσαν τα μεταλλεία για να μην περάσει κανένα φορτηγό της επιχείρησης και να μην αρχίσουν οι γεωτρήσεις. Με αυτές τις πρακτικές, με τα μπλόκα και τα φυλάκια, οι κάτοικοι δήλωναν: “Εδώ είμαστε. Δεν περνάτε”!

Έτσι ανάγκασαν την εταιρεία να αναστείλει προσωρινά τις δραστηριότητές της. Στις 21 Οκτώβρη ’96, η TVX στέλνει τελεσίγραφο στο ελληνικό κράτος και το υπουργείο Ανάπτυξης, λέγοντας ότι “αν δεν αρχίσουν άμεσα οι εργασίες, εμείς φεύγουμε”. Η επένδυσή τους, που είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση που έγινε στη χώρα, 65 δις, θα έφευγε από την Ελλάδα.

Όταν έγιναν τα πρώτα επεισόδια, στις 17 Οκτωβρίου, και κατάφεραν οι κάτοικοι να απωθήσουν με τη βία τους αστυνομικούς από την περιοχή, ο Ιάσων Στράτος, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, δήλωνε ότι “τα επεισόδια αυτά τραυματίζουν το κύρος της χώρας στο εξωτερικό”. Και είχε δίκιο, γιατί “δεν μπορεί δυο χιλιάδες βλάχοι” -βλάχοι για μένα δεν είναι, έτσι τους βλέπουν ο υπουργός, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, έτσι πιστεύω μιλάνε γενικά οι επαγγελματίες πολιτικοί και τα κόμματα για τον απλό λαό- “δεν μπορεί λοιπόν δυο χιλιάδες άνθρωποι τώρα, να μας χαλάνε τις επενδύσεις μας και να μην μπορεί να έρθει μια καναδική εταιρεία, μια οποιαδήποτε ξένη εταιρεία να επενδύσει· πρέπει τέλος πάντων να κοπεί αυτή η αντίδραση”.

Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο αγώνας δεν είχε πια έναν περιορισμένο τοπικό χαρακτήρα. Είχε διεθνείς προεκτάσεις, γιατί θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο: “Αν δεν μπορούμε να κάνουμε μια επένδυση στη Χαλκιδική, οπουδήποτε βρεθεί ένας ξένος επενδυτής, δε θα μπορεί να κάνει την επένδυσή του. ’μα ο λαός εξεγείρεται και δε θέλει αυτά που θέλει το κράτος, πάει η οικονομία, τελείωσε”.

Ένα χρόνο μετά, ξαναεπιχειρείται να αρχίσουν οι εργασίες για την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Τον Ιούλη του ’97, οι κάτοικοι καταστρέφουν ένα γεωτρύπανο του Ι.Γ.Μ.Ε. και συγκρούονται με την αστυνομία. Το Νοέμβρη, συγκεντρώνονται και κάνουν πορεία προς τα μεταλλεία. Όμως, ήδη από μερικούς μήνες πιο πριν -από το Σεπτέμβρη του ’97 αν θυμάμαι καλά-, το κράτος, προβλέποντας ότι οι αντιδράσεις του κόσμου θα οξυνθούν, είχε στείλει εκατοντάδες αστυνομικούς από τη Θεσσαλονίκη. Είχε στείλει ΜΑΤ από την Αθήνα, είχε στείλει ΕΚΑΜ, αύρες, που όπως είπα είχαν να εμφανιστούν από το 1980 στους δρόμους για την καταστολή των διαδηλώσεων. Ένας στρατός κατοχής είχε εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Ξέρανε οι αστυνομικοί ότι πάλι θα γίνονταν επεισόδια, οπότε έπρεπε να έχουν έτοιμη μια στρατιωτική δύναμη για να καταστείλουν τους κατοίκους. Όπως κι έγινε. Βέβαια μερικώς έγινε, γιατί πάλι στρατιωτικά δεν τα κατάφεραν. Έγιναν τα επεισόδια στις 9 Νοεμβρίου και όπως είπα και προηγουμένως καταστράφηκαν περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, κάηκε γεωτρύπανο της εταιρείας, και έγινε το αντάρτικο αυτό, όπου πέσανε και κάποιοι πυροβολισμοί για εκφοβισμό.

Όπως είπα και πριν, εμπνεύστηκα πάρα πολύ απ’ αυτά τα γεγονότα για να βάλω τη βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό λοιπόν, θέλω να επαναλάβω ότι δεν είχε απλά τοπικό χαρακτήρα αυτός ο αγώνας. Τον είχε ξεπεράσει πια.

Για μας τους αναρχικούς, οι κοινωνικοί αγώνες και η αλληλεγγύη ξεπερνάνε και τα εθνικά όρια. Για μένα δηλαδή και για τους συντρόφους μου, έχουν τεράστια σημασία αγώνες που γίνονται και έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους.

Τεράστια σημασία έχει για μένα το αντάρτικο των Ζαπατίστας που έχει ξεκινήσει στην Τσιάπας από το 1994. Είναι άλλος ένας αγώνας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος γίνεται με όπλα, με μάσκες.., ένας πόλεμος κανονικός. Εντάσσεται στην πολιτική βία και δεν είμαι ενάντια σε αυτό. Ποτέ δεν έχω δηλώσει ότι είμαι ενάντια και ούτε θέλω να το παίξω καλό παιδί.

Τεράστια σημασία έχει για μένα και το κίνημα των Βραζιλιάνων αγροτών που είναι ακτήμονες και καταλαμβάνουν τη γη των τσιφλικάδων για να την καλλιεργήσουν συλλογικά.

Μεγάλη σημασία έχει για μένα και το κίνημα των ανέργων στη Γαλλία, που έκαναν καταλήψεις σε γραφεία ευρέσεως εργασίας και συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, το χειμώνα του ’97-’98.

Σημασία έχει και κάτι που έγινε στην Τουρκία ανάλογο με την TVX και το Στρυμονικό. Μια παρόμοια επένδυση προσπάθησε να κάνει μια άλλη εταιρεία, μια πολυεθνική κοινοπραξία, η EUROGOLD, στην Πέργαμο. Κι έχει σημασία αυτό που θα πω τώρα. Πιο συγκεκριμένα, αν θυμάμαι καλά, στο χωριό Οβαντσίκ της Περγάμου. Το ίδιο πράγμα ακριβώς. Επένδυση μεταλλουργίας χρυσού. Οι κάτοικοι της περιοχής, οι Τούρκοι αγρότες, με τους ίδιους ακριβώς τρόπους που οι κάτοικοι του Στρυμονικού έχουν αποτρέψει μέχρι στιγμής την εγκατάσταση της μεταλλουργίας, έχουν ματαιώσει την επένδυση της EUROGOLD. Με μπλόκα στο δρόμο Σμύρνης-Κωνσταντινούπολης, με συγκρούσεις με τις δυνάμεις της στρατοχωροφυλακής. Και επίσης, κατά σύμπτωση, πάλι κάποιος έβαλε μια βόμβα στα γραφεία της επενδύτριας εταιρείας στη Σμύρνη. Σαν εμένα δηλαδή.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, όλες αυτές οι πρακτικές είναι μέρος των κοινωνικών αγώνων, γίνονται παντού. Και για μας, όχι μόνο δεν είναι εγκλήματα, αλλά τίτλος τιμής. Είμαστε περήφανοι γι αυτές τις πρακτικές.

Για το εργοστάσιο της Περγάμου μάλιστα, υποκριτικά, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το ΥΠΕΧΩΔΕ και το υπουργείο Αιγαίου έλεγαν ότι, άμα γίνει αυτό το εργοστάσιο στην Πέργαμο, θα μολυνθεί το Αιγαίο. Δεν έλεγαν όμως το ίδιο και για τον Στρυμονικό κόλπο. Δηλαδή να μη γίνει εργοστάσιο στην Τουρκία, αλλά να γίνει στην Ελλάδα! Κι εδώ φαίνεται η υποκρισία του ελληνικού κράτους, των Μέσων, των πολιτικών.

*

Δεν πιστεύω ότι στην πραγματικότητα με δικάζετε για “τρομοκράτη”. Δεν πιστεύω ότι με δικάζετε για το ότι “είχα σκοπό να βλάψω ανθρώπινες ζωές”. Αυτό είναι πρόσχημα και προκάλυμμα. Στην πραγματικότητα, με δικάζετε γι αυτά που έχω πει μέχρι τώρα. Γι αυτό που είμαι. Για το ότι είμαι αναρχικός, για το ότι πιστεύω αυτά ή ακόμα και για το παρελθόν μου. Γιατί όλα αυτά είναι επιβαρυντικά στοιχεία: “ε, αφού ήσουν στο Πολυτεχνείο, αφού ήσουν στην ΑΣΟΕΕ, αφού ήσουν αρνητής στράτευσης και ήσουν κι εκεί και αλλού…” Δεν έχω πρότερο έντιμο βίο.., για σας βέβαια, γιατί για μένα είμαι πολύ έντιμος άνθρωπος. Δε με δικάζετε στην πραγματικότητα γιατί υποτίθεται ότι θα έβλαπτα ανθρώπους.

Στην ουσία, το κράτος έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται για τους πολίτες. Ίσα-ίσα, όταν είναι να εμπεδωθεί η κυριαρχία του, το κράτος αφαιρεί ανθρώπινες ζωές, όπως είπα στα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ουσία, το κράτος το μόνο που θέλει είναι να διατηρήσει ένα μονοπώλιο, το μονοπώλιο ότι “μόνο εμείς, μόνο εγώ, το Κράτος, μπορώ να αφαιρώ ανθρώπινες ζωές”. Μόνο τα κρατικά όργανα, οι ένστολοι αστυνομικοί, οι ασφαλίτες, τα ΜΑΤ ή τα ΕΚΑΜ μπορούν να αφαιρούν ανθρώπινες ζωές. Οποιοσδήποτε άλλος το κάνει, είναι εγκληματίας. Όταν όμως το κάνει το κράτος, μένει στο απυρόβλητο.

Όποτε έχουν σκοτωθεί πολίτες, η δικαιοσύνη έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς της αστυνομίας. Όχι επειδή τους πίστευε, αλλά για λόγους συμφέροντος. Έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς ότι τάχα “εξοστρακίστηκε η σφαίρα”, ότι τάχα “εκπυρσοκρότησε το όπλο του αστυνομικού”, ότι τάχα “ο αστυνομικός βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα”, ότι τάχα… Ένα σωρό τάχα. Αλλά στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα παραδείγματα που είπα, και θα αναφέρω κι άλλα πιο συγκεκριμένα, είναι στυγνές δολοφονίες. Ελάχιστοι αστυνομικοί έχουν βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου και όλοι είναι έξω και περήφανοι. Περήφανοι!

Ειπώθηκε και προηγουμένως από κάποιον μάρτυρα για την περίπτωση Παναγούλη – και είναι όντως πραγματικότητα- ότι την απόπειρα φόνου του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη, ο ελληνικός λαός την είχε επικροτήσει. Απόπειρα δολοφονίας έγινε. Ε, και; Ποιον πήγε να σκοτώσει; Έναν δικτάτορα!

Εύλογα μπορεί να μου αντιπαρατεθεί το επιχείρημα ότι τότε ήταν στρατιωτική δικτατορία. E, αν αυτό το μέσο πολιτικής βίας δικαιολογείτο να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πολιτικής πίεσης στα χρόνια της δικτατορίας, τώρα έχουμε “κοινοβουλευτική δημοκρατία”. Έχουμε “ελευθερίες” και “δικαιώματα”! Ε, δεν νομίζω ότι είναι έτσι… Με όλα όσα είπα, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν δικαιώματα. Στα χαρτιά μπορεί να υπάρχουν, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα.

Θα αναφέρω περιπτώσεις από τη μεταπολιτευτική ιστορία, την εποχή της υποτιθέμενης δημοκρατίας -δημοκρατίας με χίλια εισαγωγικά λέω εγώ-, όπου πάλι άνθρωποι σκοτώθηκαν σε κοινωνικούς αγώνες. Και πάλι αποδείχτηκε ότι δεν ορίζει κανένας λαός την τύχη του επειδή άλλαξε το πολίτευμα το ’74. Συγκεκριμένα παραδείγματα: Πρώτες ταραχές είχαν γίνει, αν θυμάμαι καλά, τον Ιούλη του 1975. Και το Μάη του 1976 επίσης για μια ακόμη φορά εμφανίστηκαν οι αύρες στην Αθήνα. Ο τότε υπουργός Απασχόλησης της κυβέρνησης Καραμανλή, ο Λάσκαρης, είχε βγάλει εκείνο το νόμο, τον 330, τον αντεργατικό και αντιαπεργιακό. Στις 25 Μάη του ’76 είχε πραγματοποιηθεί πανεργατικό συλλαλητήριο. Είχαν γίνει και τότε συγκρούσεις, είχε γίνει επίθεση στα γραφεία της “Βραδυνής”…, πάλι μολότοφ, φωτιές… Τότε, μια αύρα της αστυνομίας, ενώ καταδίωκε διαδηλωτές, είχε σκοτώσει μια μικροπωλήτρια, την 67χρονη Αναστασία Τσιβίκα. Κανείς δε βρέθηκε σε κανένα εδώλιο κατηγορουμένου.

Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε νομοσχέδια που περνιούνται χωρίς να ζητηθεί η γνώμη κανενός. Για παράδειγμα, το 1990 έγινε η αναθεώρηση της συμφωνίας για τη συνέχιση της λειτουργίας των αμερικάνικων βάσεων στην Ελλάδα. Ο λαός των Χανίων δεν το δέχτηκε αυτό. Τον Ιούνιο του 1990 έκανε διαδήλωση, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, και ως αντίδραση συγκρούστηκε με την αστυνομία και πυρπόλησε τη Νομαρχία Χανίων.

Το 1991, αν θυμάμαι καλά, οι αγρότες του Νομού Ηρακλείου πυρπόλησαν τη Νομαρχία Ηρακλείου. Όπως βλέπετε, η πολιτική βία εξασκείται απ’ όλους. Απ’ όλη την κοινωνία και απ’ όλα τα κοινωνικά κομμάτια και τις τάξεις. Απ’ όποιον θίγεται.

Κι αυτό που επιδιώκει το Κράτος είναι να χτυπάει τον καθένα μόνο του. Θα έχετε ακούσει τη φράση που λέει ο νυν πρωθυπουργός, ο Σημίτης, για “κοινωνικό αυτοματισμό”, κάθε φορά που ξεσπούν κοινωνικές αντιδράσεις. Για να παρουσιάσει αυτές τις κοινωνικές αντιδράσεις, τα μπλόκα που στήνονται, τις καταλήψεις που γίνονται, όλες αυτές οι ενέργειες, να τις παρουσιάσει σαν να έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας. Πράγμα που είναι ψέμα. Απλά είναι η τακτική του “διαίρει και βασίλευε”. Δηλαδή “να σπείρουμε τη διχόνοια, να σπάσουμε την αλληλεγγύη”. Γιατί έχει τεράστια σημασία η αλληλεγγύη. Γιατί ο καθένας μόνος του χτυπιέται πιο εύκολα.

Όταν γίνεται μια απεργία και δε βρίσκει αλληλεγγύη, χτυπιέται πιο εύκολα. Μιλάνε για μια “μειοψηφία”. Αυτό είναι το επιχείρημα του κράτους, ότι είναι μια “μειοψηφία συντεχνιακή, με οπισθοδρομικά συμφέροντα που στρέφονται ενάντια στον εκσυγχρονισμό την ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις” και όλες αυτές τις μπούρδες. Ε, δεν υπάρχει κοινωνικό κομμάτι ή κοινωνική ομάδα που να μην έχει έρθει σε σύγκρουση με το κράτος, ειδικά τη δεκαετία του ’90, που να μην έχει χτυπηθεί μόνο του, κι όπου να μην έχει προβληθεί το επιχείρημα ότι “μια μειοψηφία είστε”, ότι “ο αγώνας σας έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας”.

Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό έγινε. Με τους εργαζόμενους των “προβληματικών” που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91, με τους μαθητές που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91 και τελευταία το ’98-’99. Με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ το ’92 αυτό έγινε, με τα αγροτικά μπλόκα το ’95 και το ’96, με τις κινητοποιήσεις των καθηγητών ενάντια στην κατάργηση της επετηρίδας και ενάντια στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Και φυσικά με τους κατοίκους του Στρυμονικού.

Ουσιαστικά, αυτό είναι που χτυπιέται: η αλληλεγγύη. Και αυτό χτυπιέται και στη δική μου δίκη· απροκάλυπτα. Το κράτος θέλει να χτυπάει τον καθένα μόνο του, γιατί άμα τους βρίσκει όλους μαζί είναι πιο δύσκολα τα πράγματα.

Και βέβαια, δε φτάνει μόνο η αστυνομική βία για την καταστολή. Τελικά έχω καταλήξει, για να επανέλθω σε αυτό που έλεγα, πως η διαφορά της δικτατορίας με την κοινοβουλευτική δημοκρατία -ή μάλλον καπιταλιστική ολιγαρχία είναι η ονομασία που ταιριάζει καλύτερα-, είναι ότι η μεν στρατιωτική δικτατορία επιβάλλεται κυρίως με την ωμή βία, η δε δημοκρατία -σε εισαγωγικά- επιβάλλεται περισσότερο με το διανοητικό έλεγχο των πολιτών, με όπλο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με την εξαπάτηση. Γιατί δεν πιστεύω ότι με το να ψηφίζει τους αφέντες του ο λαός κάθε τέσσερα χρόνια σημαίνει ότι έχει την ελευθερία του. Τους ψηφίζει, αλλά όταν δεν κάνουν αυτά που λένε, δε μπορεί να τους βγάλει απ’ την πλάτη του.

Στην αρχαία Αθήνα δε γινόταν αυτό. Στην αρχαία Αθήνα, ο οποιοσδήποτε μπορούσε να μιλήσει στην εκκλησία του δήμου. Οποιοσδήποτε έλεγε τη γνώμη του, όσο ταπεινή θέση κι αν είχε. Και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανακληθεί οποιοσδήποτε κατείχε ένα αξίωμα.

Αλλά η δημοκρατία έχει επίσης αποδείξει ότι, όπου δε φτάνει η εξαπάτηση και ο διανοητικός έλεγχος των πολιτών, δεν έχει κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει και την αστυνομοκρατία και την αστυνομική βία και να σκοτώσει και να βασανίσει και να τρομοκρατήσει.

Εντέλει, δε δικάζομαι επειδή έβαλα μια βόμβα, ούτε γιατί κατείχα τρία όπλα και δέκα κιλά δυναμίτη. Στο κάτω-κάτω, ο στρατός και η αστυνομία έχουν πολύ περισσότερα όπλα από εμένα και τα χρησιμοποιούν. Δε συγκρίνεται το ένα με το άλλο.

Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι σε όποια ποινή κι αν με καταδικάσετε, που θα με καταδικάσετε, δεν πρόκειται να μετανιώσω για τίποτα. Θα παραμείνω αυτό που είμαι. Μπορώ να πω μάλιστα ότι η φυλακή είναι πάντα για τον επαναστάτη ένα σχολείο. Δοκιμάζεται η ψυχική του αντοχή, οι ιδέες του. Κι άμα ξεπεράσει αυτή τη δοκιμασία, γίνεται δυνατότερος και πιστεύει πιο πολύ σε αυτά για τα οποία βρέθηκε στη φυλακή. Δεν έχω να πω τίποτα παραπέρα.

*

Πρόεδρος: Να μην είναι οι κάμερες στραμμένες προς την έδρα!

Εισαγγελέας: Στην αρχή της απολογίας σας είπατε ότι τα όπλα τα είχατε για πόλεμο. Δε βλέπετε κάποια αντίφαση όταν λέτε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές;

Ξεκαθάρισα ότι καμία δραστηριότητά μου δε στρέφεται εναντίον πολιτών. Το ξεκαθάρισα αυτό. Ποια είναι η αντίφαση που μου λέτε;

Εισαγγελέας: Εσείς είπατε ότι τα όπλα είναι για πόλεμο.

Ναι. Όχι για πολίτες όμως. Για τους ταξικούς μου εχθρούς. Ξεκαθάρισα για μένα ποιά είναι τα ερίφια και ποιά είναι τα πρόβατα.

Κοιτάξτε, εγώ δεν είπα ποτέ ότι είμαι ανθρωπιστής έτσι γενικά και αόριστα. Ούτε και φιλάνθρωπος, γιατί είναι ξεφτιλισμένες έννοιες αυτές. Σε ό,τι έχω γράψει -αν έχετε διαβάσει- και σε ό,τι έχω πει, έχω ξεκαθαρίσει ποιοι είναι οι φίλοι μου και ποιοι είναι οι εχθροί μου. Όχι προσωπικά, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο. Ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί φίλοι μου και ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί εχθροί μου. Και στο κείμενο της ανάληψης ευθύνης, αλλά και στην απολογία μου, είπα ότι άλλο είναι η κοινωνία και άλλο το Κράτος.

Θα συνεχίσω, για να γίνω πιο σαφής και στους ενόρκους. Απ’ τη μια έβαλα το Κράτος, τους κρατικούς αξιωματούχους, την αστυνομία, το στρατό, τα σώματα ασφαλείας, τους καπιταλιστές, κι απ’ την άλλη έβαλα τους υπόλοιπους: τους εργαζόμενους, τους αγρότες, τους μαθητές, όλη την κοινωνία, την πλειοψηφία δηλαδή του λαού, τους καταπιεσμένους.

Εισαγγελέας: Μιλήσατε για δικαιοσύνη εντός εισαγωγικών. Τι παράπονο έχετε εσείς από τη δικαιοσύνη;

Είμαι δεκαοχτώ μήνες φυλακή. Εγώ προσωπικά έχω κάνει δεκαοχτώ μήνες στη φυλακή και άλλους εφτά σε στρατιωτικές φυλακές. Απλά και κοντινά παραδείγματα. Τι άλλο θέλετε; Για μένα προσωπικά, δε μιλάτε;

Οι νόμοι αυτοί είναι για να συμφέρουν εσάς. Απ’ αυτούς βγάζετε το ψωμί σας. Η δουλειά σας είναι να φυλακίζετε πολίτες. Και αντιπαρέβαλα το επιχείρημα ότι αστυνομικοί έχουν σκοτώσει, αλλά δεν έχουν μπει φυλακή. Αντιπαρέβαλα το επιχείρημα, τι δουλειά είναι αυτή η δικαιοσύνη που λέτε. Ότι υπάρχουν τελικά δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν είναι θέμα τι γράφει ο νόμος και ο ποινικός κώδικας, αλλά τι γίνεται στην πράξη. Όπως και στο θέμα της τρομοκρατίας.

Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ θεωρούν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση, ενώ τον UCK όχι. Και ενώ στην αρχή τον θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση, μετά δεν τον θεωρούσαν, γιατί τους βόλευε στα σχέδιά τους. Έτσι; Οι ΗΠΑ δε θεωρούσαν τους Κόντρας τρομοκράτες, όταν πήγαιναν να μπουν στη Νικαράγουα, αλλά θεωρούσαν τρομοκράτες όλα τα αριστερά επαναστατικά κινήματα και αντάρτικα.

Εισαγγελέας : Θέλω να αναφερθώ τώρα και στον κίνδυνο που λέτε. Δεν ξέρατε ότι μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο η βόμβα;

Αν ήξερα ότι θα δημιουργούσε κίνδυνο; Ήξερα ότι ΔΕΝ θα δημιουργούσε. Ακριβώς αυτή είναι η στερεότυπη διαδικασία, το να παίρνεις τηλέφωνο προειδοποιητικά στην εφημερίδα κι αυτή μετά να ειδοποιεί την αστυνομία και να αποκλείεται η περιοχή. Εφόσον αποκλείστηκε η περιοχή και εφόσον οι κύριοι πυροτεχνουργοί είπαν ότι στα 200 μέτρα ήταν ασφαλής ο αποκλεισμός, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Για υλικές ζημιές, σας έχω πει…

*

Θέλω να συμπληρώσω γενικά, αυτό που έλεγα και στον εισαγγελέα πριν, για την τρομοκρατία σε διεθνές επίπεδο. Ότι στην πραγματικότητα παγκόσμιος χωροφύλακας και τρομοκράτης είναι οι ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή, ως η μοναδική υπερδύναμη. Ουσιαστικά δηλαδή, είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και σύμφωνα με την αντίληψη τη δική μας, ως αναρχικοί, το Κράτος, τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις είναι αντικοινωνικοί, τρομοκρατικοί μηχανισμοί, εφόσον έχουν οργανωμένους στρατούς, αστυνομίες, βασανιστές μισθοφόρους.

Και θέλω να συμπληρώσω αυτό που έλεγα πάνω στα δύο μέτρα και σταθμά. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ εξοπλίζουν, χρηματοδοτούν ή υποκινούν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο. Και στην Ελλάδα επίσης. Στη Λατινική Αμερική, τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Περού… Αυτό είναι Τρομοκρατία. Τρομοκρατία είναι να εξοπλίζεις δικτάτορες, να εξοπλίζεις τα τάγματα θανάτου στην Αργεντινή ή τη Βολιβία για να σκοτώνουν αριστερούς, πολίτες, επαναστάτες. Αυτοί που εξοπλίζουν τάγματα θανάτου για να βασανίζουν, αυτοί είναι τρομοκράτες. Τρομοκρατία είναι όταν βομβαρδίζουν τη Γιουγκοσλαβία επί δεκάδες ημέρες και σκοτώνουν πολίτες.

Συγνώμη, κύριε εισαγγελέα, αλλά οι ΗΠΑ λένε ποιος είναι τρομοκράτης και ποιος δεν είναι. Αυτές βγάζουν επίσημες οδηγίες από το State Department και κάνουν παραινέσεις στην Ελλάδα για το ποιος είναι τρομοκράτης. Αυτό τον καιρό πιέζουν το ελληνικό κράτος να φτιάξει αντιτρομοκρατικό νόμο, να φτιάξει ένα μοντέλο νόμου που να ποινικοποιεί τους αγωνιστές, να φτιάξει νόμους πιο δρακόντειους απ’ αυτούς που υπάρχουν. Ακόμα και η σύλληψη του Οτσαλάν και η καταδίκη του αυτό δείχνει. Αυτά είναι Τρομοκρατία.

Τρομοκράτες δεν είναι οι επαναστάτες, ούτε οι αγωνιστές. Τρομοκράτες είναι τα ίδια τα κράτη. Και με αυτή την κατηγορία, με αυτό το στιγματισμό, όλα τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εγκληματοποιήσουν στο εσωτερικό των χωρών τους τούς κοινωνικούς επαναστάτες και τους αγωνιστές. Τον εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Στην ουσία και εμένα το Κράτος, η δικαιοσύνη και η αστυνομία σαν τέτοιο εχθρό με βλέπουν. Σαν εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Με βάση το διαχωρισμό που έκανα προηγουμένως. Έτσι το βλέπει και το κράτος. Ότι εγώ είμαι εσωτερικός εχθρός του. Αυτό διακυβεύεται σε αυτή τη δίκη.

Εισαγγελέας: Τι έχεις να αντιπαραθέσεις σε αυτό που υπάρχει;

Την κοινωνική επανάσταση. Με όποιο μέσο κι αν χρειαστεί.

Έχει αποδειχτεί γενικότερα, επειδή κατέχω και την ελληνική και τη διεθνή κοινωνική και πολιτική ιστορία, ότι ποτέ δεν έγιναν αλλαγές, ποτέ δεν πήγε η ανθρωπότητα προς την πρόοδο -πρόοδο όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ- ούτε με παρακάλια, ούτε με προσευχές, ούτε με τα λόγια μόνο.

Είχα πει μάλιστα και στο κείμενο ανάληψης της ευθύνης που είχε δημοσιευτεί στην “Ελευθεροτυπία”, τότε που είπα ότι εγώ έβαλα τη βόμβα, ότι η κοινωνική αυτή ελίτ, οι μανδαρίνοι του κεφαλαίου, οι γραφειοκράτες, όλοι αυτοί οι άχρηστοι και παρασιτικοί -οι οποίοι πρέπει να εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας-, ποτέ δεν πρόκειται να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους με το διάλογο και με την πειθώ. Εγώ δε θέλω να κάνω διάλογο, γιατί δεν γίνεται διάλογος με τέτοιους…

Ήθελα να προσθέσω κάτι. Επειδή πάλι έχω διαβάσει αρκετά, στα Ιουλιανά του ’65, είχε βγει ένας συντηρητικός βουλευτής της ΕΡΕ και είχε πει γι αυτούς που βγήκαν στο δρόμο και τα έσπασαν, τότε που σκοτώθηκε ο Πέτρουλας, ότι “δημοκρατία δεν είναι η ερυθρά αλητεία, είμαστε εμείς, που είμαστε στο κοινοβούλιο”, δηλαδή οι βουλευτές που τα παίρνουνε και χοντρά.

Εγώ θα το αντιγυρίσω αυτό. Λαϊκή κυριαρχία, κύριοι δικαστές, είναι όταν πέφτουν μολότοφ, πέτρες στην αστυνομία, όταν καίγονται κρατικά αμάξια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα με τα πολυτελή καταστήματα… Έτσι αντιδράει ο λαός. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι έτσι αντιδράει ο λαός.

Αυτή είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όταν ο Μαζιώτης πάει και βάζει βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης για αλληλεγγύη στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Αυτή είναι η πραγματική λαϊκή κυριαρχία και όχι αυτό που λέει το Σύνταγμα….

*

Ξέχασα να μνημονεύσω κάποιους αγωνιστές που έχουν δολοφονηθεί.

Είναι ο Χριστόφορος Μαρίνος που δολοφονήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, μέσα στο πλοίο Πήγασος, τον Ιούλη του 1996.

Ο Μιχάλης Πρέκας που δολοφονήθηκε από ΕΚΑΜίτες τον Οκτώβριο του 1987 στην Καλογρέζα.

Και ο Τσιρώνης που δολοφονήθηκε στη Ν. Σμύρνη το 1978.

*

Επίσης, θέλω να προσθέσω κάτι πάνω σε αυτό που είπε ο κύριος εισαγγελέας χθες στην αγόρευσή του, για το θέμα του ανθρωπισμού.

Θα αναφέρω ένα περιστατικό που έγινε στο εξωτερικό, για να αποδειχθεί τελικά ποιοι είναι ανθρωπιστές και ποιοι όχι, ποιοι είναι στην πραγματικότητα εγκληματίες.

Οι αντάρτες Τουπάκ Αμάρου είχαν μπει στην ιαπωνική πρεσβεία στο Περού, το Δεκέμβρη του 1996. Είχαν πιάσει περισσότερους από εκατό ομήρους, όχι απλούς πολίτες. Είχαν πιάσει πρέσβεις και διπλωμάτες πολλών κρατών, Ιάπωνες επιχειρηματίες και αξιωματούχους του περουβιανού καθεστώτος -που κάθε άλλο παρά δημοκρατικό είναι. Ζητούσαν την απελευθέρωση των συναγωνιστών τους, του αρχηγού της οργάνωσης και άλλων συντρόφων τους οι οποίοι βρίσκονται φυλακισμένοι σε υπόγεια κελιά.

Όχι μόνο δεν πείραξαν κανέναν, αλλά τους απελευθέρωσαν σχεδόν όλους -για να πούμε ποιοι είναι πραγματικά οι ανθρωπιστές. Αντίθετα, οι περουβιανές ειδικές δυνάμεις, μετά από ατέρμονες ψυχοφθόρες διαπραγματεύσεις, μπήκαν μέσα στην πρεσβεία και τους εκτέλεσαν όλους εν ψυχρώ. Για να ξέρουμε, δηλαδή, ποιοι είναι οι εγκληματίες και ποιοι οι ανθρωπιστές -εντός εισαγωγικών, γιατί δε μου αρέσει αυτός ο όρος και γι αυτό δεν τον πολυχρησιμοποιώ.

Θέλω επίσης να αναφέρω κάποια γεγονότα που έγιναν εδώ, στην Ελλάδα. Θέλω να πω για τον Χάρη Τεμπερεκίδη, ο οποίος δεν ήταν πολιτικός αγωνιστής, αλλά για μένα ήταν ένας ποινικός εξεγερμένος. Κρατήθηκε για χρόνια στις φυλακές. Πέθανε κι αυτός με το όπλο στο χέρι, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε τη ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Αχαϊας. Παρ’ όλο που έπεσε ζωντανός στα χέρια της αστυνομίας, δεν κατέδωσε κανέναν. Είχε συμμετάσχει σε εξεγέρσεις, όπως αυτή που έγινε το 1987 στις φυλακές της Κέρκυρας για την κατάργηση αυτού του κολαστηρίου.

Και μια άλλη περίπτωση -για να πούμε πάλι περί εγκλημάτων-, αυτή του Σορίν Ματέι. Όταν ο Ματέι είχε πιάσει όμηρο αστυνομικό, η αστυνομία δεν έκανε καμιά κίνηση για να τον συλλάβει. Τον άφησε ελεύθερο. Όταν ο Ματέι έπιασε για ομήρους πολίτες, η αστυνομία έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τους πολίτες. Και για να τονώσει το κύρος της, εισέβαλε στο σπίτι που είχε καταφύγει ο Ματέι, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί μια κοπέλα. Στην πραγματικότητα, οι εγκληματίες ήταν κυρίως οι ίδιοι οι αστυνομικοί και τα ΕΚΑΜ, παρά ο Σορίν Ματέι. Όπως εγκληματίας ήταν και ο διευθυντής του νοσοκομείου της Νίκαιας, ο Αλεξίου, ο οποίος διέταξε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο του Αγίου Παύλου όπου πέθανε είτε από τα χτυπήματα των αστυνομικών είτε από τα φάρμακα.

Αυτά για το ποιος είναι εγκληματίας…

7 Ιουλίου 1999

dikhmaziwth

.

.

.

Αναδημοσίευση από: http://rioters.espivblogs.net/

Καταστροφή και γλώσσα, του Alfredo Bonanno

pacific-electric-red-cars-awaiting-destruction1

.

.

[μεταφραση: aixmi]

(…) Η δομή της κυριαρχίας, οι όροι της σύγκρουσης και η σύνθεση της εκμεταλλευόμενης τάξης έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό ώστε μια επιχείρηση όπως «η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων» με τη μαρξιστική έννοια ή μια απελευθέρωση από τα κάτω με την αναρχική έννοια έχουν γίνει εντελώς αδιανόητες. Αυτές οι δύο προσπάθειες είναι αντιθετικές, αλλά μοιράζονται την ιδέα της κατάληψης των μέσων παραγωγής και της παράδοσής τους στα χέρια των αντιπροσώπων της εκμεταλλευόμενης τάξης που θα οργανώσει την απελευθερωμένη κοινωνία. Τότε τί απομένει;

Αυτό που απομένει είναι η καταστροφική επίθεση… και αυτό είναι ένα πολύ διφορούμενο σημείο… Τί σημαίνει καταστροφή; Τί σημαίνει να καταστρέφεις έναν πυλώνα, όταν εκατό χιλιάδες, ίσως ένα εκατομμύριο από αυτούς είναι ακόμα όρθιοι; Ποιά είναι η σημασία της;

Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτούμε για λίγο, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Καθένας από μας έχει φτιάξει μια θετική και μια αρνητική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα του. Ζούμε σε ένα πλαίσιο που λαμβάνουμε σαν πραγματικό (εκτός αν αποδεχόμαστε την ιδέα της πεταλούδας και του ονείρου), πραγματικό και θετικό, δηλαδή, αντίστοιχο με μια εποικοδομητική διάσταση προμηθευμένη με χαρακτηριστικά που εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, και που ορίζουμε την εξέλιξη αυτή σαν ιστορία. Από την ομίχλη ενός υποθετικού αρνητικού σκοταδισμού, μεσαίωνα, έχουμε φτάσει στο σύγχρονο πολιτισμό. Τώρα υπάρχει η πενικιλίνη, και οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον από την πανώλη ή ακόμη από την ελονοσία, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέρη στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από αυτά τα πράγματα.

Έτσι, μέσα μας, δίνουμε μια θετική αξία στην εποικοδομητική διάσταση, δεδομένου ότι είμαστε ένας οργανισμός (ακόμη και από βιολογική άποψη) και φοβόμαστε το θάνατο σαν την ακραία ιδέα της καταστροφής. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι μια συσσώρευση θετικών. Είμαστε μωρά, μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο δυνατοί, γινόμαστε ενήλικες, μετά ηλικιωμένοι, και μετά πεθαίνουμε. Το τελευταίο πάντα μετατίθεται στο μέλλον, αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής μας θέλουμε μόνο να αποκτήσουμε… αναγνώριση (αλλά όχι ακίνητη περιουσία, δεδομένου ότι ως αναρχικοί και επαναστάτες δεν κατέχουμε ιδιοκτησία). Αλλά αυτό δεν είναι εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Από τη στιγμή που σκεφτόμαστε την ανάπτυξη και την απόκτηση ως θετικές, θεωρούμε την ποσότητα θετική. Με άλλα λόγια, αν ξέρουμε τρεις γλώσσες, θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από κάποιον που ξέρει μόνο μία ή δύο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μια λειτουργιστική υπόθεση, μια υλιστική υπόθεση, σε όλα αυτά. Υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς αυτής διαδικασίας του 18ου αιώνα η οποία νόμιζε ότι με την επιδίωξη αυτού που είναι χρήσιμο στο επιμέρους άτομο αυξάνεται συνολικά εκείνο που είναι χρήσιμο στην ανθρωπότητα. Αυτή είναι η πιο αισχρή ιδέα που είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Τί συμβαίνει όταν θεωρούμε την ποσότητα, την καθημερινή ποσότητα, σαν την ποιότητα της ζωής μας;

Στην αγωνιώδη επιθυμία να έχουμε κάτι στην κατοχή μας, έχουμε χάσει κάτι ώστε να είμαστε κάποιοι, έχουμε χάσει την ποιότητα του να είμαστε κάποιοι, και δεν είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε αυτή την πραγματικότητά μας, αυτό το πράγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Εδώ βρίσκεται ο λόγος που φοβόμαστε την καταστροφή: Πρώτον, διότι μας θυμίζει το θάνατο. Δεύτερον, διότι μας θυμίζει την άρνηση της λειτουργικότητας. Εκείνος που καταστρέφει δεν είναι λειτουργικός σε τίποτα

Δεν είναι, στην πραγματικότητα, αλήθεια — τουλάχιστον όχι εντελώς — ότι καταστρέφοντας έναν πυλώνα προκαλείται πραγματική ζημιά στα συμφέροντα της ENEL (η ιταλική ενεργειακή εταιρία). Δεν υπάρχει εξίσωση με την οποία «ένας λιγότερος πυλώνας» ισούται με «μια μεγαλύτερη ζημιά στην ENEL.» Μια απόλυτη σχέση αυτού του είδους δεν υπάρχει, και όποιος προσπαθεί να αποδείξει μια τέτοια εξίσωση λέει ανοησίες. Γιατί λοιπόν φοβόμαστε την καταστροφή; Φοβόμαστε κάτι μέσα μας, όχι κάτι έξω από μας. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ποσότητα, την ανάπτυξη και την απόκτηση μέσω της λογικής. Μπορούμε να κατανοήσουμε την κριτική όλων αυτών μέσω της λογικής, που οδηγεί στην αδύναμη σκέψη που ανέφερα προηγουμένως, στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, κλπ. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταστροφή μέσω της λογικής, διότι το να κατανοήσουμε την ιδέα της καταστροφής στην πιο ριζοσπαστική της έννοια, καθένας από μας θα έπρεπε να έχει μια αίσθηση αποστροφής για την προσβεβλημένη αξιοπρέπειά μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της καταστροφής, ο καθένας μας θα έπρεπε να εμπλακεί σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε κάτι αν δεν είμαστε πρόθυμοι να καταστρέψουμε τον εαυτό μας τη στιγμή που καταστρέφουμε αυτό το πράγμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ιδέα της συμμετοχής στην καταστροφική πράξη. Μπορούμε να διαχωρίσουμε την άπληστη, εποικοδομητική πράξη από τον εαυτό μας και να πούμε: «Κοιτάξτε, έχω ένα σπίτι και μια βιβλιοθήκη 10.000 τόμων», αλλά δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την ιδέα της καταστροφής από τους εαυτούς μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να αναδείξουμε την άπληστη ιδέα, το σπίτι, τα βιβλία, τον πολιτισμό, την ανάπτυξη, τις τρεις γλώσσες που έχουμε μάθει, αλλά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να διευκρινίσουμε το πρόβλημα της καταστροφής. Οι λέξεις μου δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτός είναι ο λόγος που πέφτουν βροχή στα κεφάλια σας σαν να στερούνται νοήματος, διότι το να μιλάς για καταστροφή δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνον μέσω μιας άλλου είδους γλώσσας. Αυτό το άλλο είδος γλώσσας… δεν αποτελείται απλώς από λέξεις, αλλά από αυτόν τον εξαιρετικά πολύπλοκο συνδυασμό που πραγματώνεται μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η ολότητα του καθενός μας, της ανθρώπινης ύπαρξής μας, η βαθύτερη ουσία του σώματός μας και της σκέψης μας, είναι η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης, όχι μόνο το ρίσκο, αλλά επίσης η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η λαχτάρα να ζήσουμε τη ζωή μας ολοκληρωμένα, αυτό είναι μια διαφορετική γλώσσα. Και δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να ταξινομηθεί σε λέξεις…

…Η καταστροφή δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα. H καταστροφή έγκειται στο να πας σε ένα μέρος και να καταστρέψεις κάτι, αλλά η διαδικασία που μπορεί να μας επιτρέψει να πραγματοποιήσουμε αυτή την ενέργεια είναι μια διαδικασία που πρέπει να μας εμπλέξει στο σύνολό μας, ως ολοκληρωμένες ανθρώπινες υπάρξεις, όπως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ικανοί να εκφράζουν τους εαυτούς τους με πληρότητα, όχι στο διαχωρισμό που θέλει να μας διακρίνει από αυτό που έχουμε αποκτήσει, από αυτό που γνωρίζουμε, από αυτό που κατέχουμε, όχι σε αυτό το διαχωρισμό, διότι η γλώσσα των λέξεων κυριαρχεί σε αυτό τον διαχωρισμό. Και αυτή είναι μια γλώσσα που υπαγορεύεται από την ορθολογικότητα αιώνων καταπίεσης, εν ολίγοις, την Καρτεσιανή γλώσσα εκείνων που κατασκευάζουν φυλακές, βασανιστήρια, ανακρίσεις· τη γλώσσα των ιερέων, των Φραγκισκανών, των Δομηνικανών που έστειλαν τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά στην Campo di Fiori. Όμως στην καταστροφή άλλη γλώσσα επικρατεί, στην καταστροφή άλλη γλώσσα είναι απαραίτητη.

Στην καταστροφή, η γλώσσα της γενναιοδωρίας, της απογύμνωσης, η γλώσσα του μύθου, του Διονύσου, ανθεί. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της παραδοξότητας, ο θεός που έρχεται σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, που διεισδύει μέσα μας. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γυναικών, όχι των ανδρών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ιδέα της καταστροφής είναι πιο κατανοητή στις γυναίκες παρά στους άνδρες που είναι πολύ πιο φοβισμένοι από τις γυναίκες.

Γιατί η ιδέα της καταστροφής συνδέεται με το Διόνυσο, το θεό που ήρθε μέσα στη νύχτα σαν κλέφτης, ο θεός που δεν είχε μέρος λατρείας αλλά ήταν ένας ξένος παντού και παντού διείσδυε στη λατρεία άλλων θεών; Επειδή η λατρεία του Διονύσου βασίζεται κυρίως στην καταστροφή, μάλιστα, στο σκίσιμο σε κομμάτια (σπαραγμός) του εχθρού. Το θύμα είναι διαμελισμένο, συντριμμένο, σπασμένο, και αυτή είναι η αποτελεσματική σημασία της καταστροφής, στην οποία βλέπουμε τη διονυσιακή συμμετοχή στην πρωτογενή πράξη της ριζικής καταστροφής του εχθρού στη βαθύτερη ρίζα της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ποσοτική επίθεση.

Για πρώτη φορά, μπαίνουμε σε μια σειρά προβλημάτων που είναι διαφορετικά, που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή κριτική του κόμματος, του συνδικάτου, κλπ. Φυσικά, όταν μιλάμε για καταστροφή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο στο οποίο υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι η ιδέα της καταστροφής είναι εκφράσιμη μέσα από το σύνολο του προσώπου που την πραγματώνει με πράξεις, και τη στιγμή που την πραγματώνει στην πράξη, είναι μια θεωρία, η δυνατότητα να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Σε αντίθεση με την εποικοδομητική ιδέα, η οποία μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν που την πραγματοποιεί, που μπορεί έπειτα να είναι πολύ καλός στο να μιλάει για τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατασκευή, και ούτω καθεξής.

…Θέλω να γίνω πλήρως κατανοητός στο ότι δεν υπάρχει μόνο η γλώσσα των λέξεων που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά επίσης άλλες δυνατότητες για επικοινωνία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο καθένας από μας έχει τη δική του γλώσσα. Γι’ αυτό, όταν καταλάβουμε τι είναι η καταστροφή, όταν αντιληφθούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για σπάσιμο υπολογιστών, όταν γινόμαστε γνώστες του ότι αυτό είναι μόνο η παιχνιδιάρικη άποψη του προβλήματος, αλλά ότι υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μελετήσουμε, κάτι που εμπλέκει εμάς προσωπικά στις βαθύτερες ρίζες μας, και ότι αυτό έχει την αρχική του ώθηση σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναφέρεται στην πληγωμένη αξιοπρέπεια που σίγουρα γνωρίζουμε, διότι αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα είμασταν καν ένας από τους συντρόφους, τότε κατέχουμε ήδη την καταστροφική γλώσσα, μπορούμε να αρχίσουμε να γινόμαστε καταστροφικοί.

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί αηδιάζετε όταν βλέπετε ένα φασίστα; Είναι ένας άνθρωπος, όπως εσείς, όπως εγώ. Ή μάλλον, αφού οι φασίστες είναι μερικές φορές ακόμα και όμορφοι νέοι άνδρες και γυναίκες, γιατί σας κάνουν να αηδιάζετε; Γιατί η αστυνομία σας αηδιάζει; Επειδή είναι επικίνδυνοι; Γι’ αυτά που λένε; Όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι πλήρως κατανοητό. Όταν είμαι στη φυλακή, το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο άνθρωπος με τη στολή. Γι’ αυτό κλείνω την πόρτα μου ώστε να αποφύγω να τους βλέπω, να αποφύγω να τους ακούω να μιλάνε. Μπορεί να λένε ακόμα έξυπνα πράγματα (πράγμα δύσκολο από μόνο του), αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κατανοηθεί, κάτι που αηδιάζει.

Όταν μιλάμε για το πρόβλημα της καταστροφής, υπάρχει επίσης η αντίρρηση ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ του βάνδαλου που σπάει τα πάντα και του επαναστάτη που επιτίθεται ύστερα από μια ακριβή διαδικασία συλλογισμού. Το πρόβλημα παραμένει και δεν είναι εύκολα εντοπίσιμο. Μια «αντικειμενική» διαφορά μεταξύ της καταστροφικής επαναστατικής πράξης και της πράξης βανδαλισμού δεν μπορεί να καθοριστεί, δίχως να υπεισέλθουμε σε ορισμένες πολύ μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μια «αντικειμενική» διαφορά που να μας καθησυχάζει μια για πάντα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπάζοντας το βαν της αστυνομίας και καταστρέφοντας τον πυλώνα είναι επαναστατικές πράξεις από μόνες τους, ενώ μαλώνοντας στα γήπεδα είναι χουλιγκανισμός. Η γενναιοδωρία δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το πώς ένας αποφασίζει τη διάκριση μεταξύ χουλιγκανισμού και επαναστατικής πράξης. Αν ήταν, για ακόμη μια φορά η λειτουργιστική υπόθεση θα ήταν εκεί, ο στόχος που θα είχε επιτευχθεί θα καταλάμβανε εξ’ ολοκλήρου το χώρο του συλλογισμού. Αν νομίζουμε ότι με την καταστροφή ενός πυλώνα της ENEL, χτυπάμε την καρδιά του κράτους, τότε είμαστε πραγματικά χαμένοι στο διάστημα, ακόμη και αν ήταν εκατοντάδες πυλώνες. Δεν είναι η μαθηματική λογική που μετράει.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η διαφορά που υπάρχει πρέπει να αναζητηθεί στην ατομική ωριμότητα των ανθρώπων που πραγματοποιούν αυτές τις πράξεις, στο τί αισθάνονται, τί επιθυμούν, και ακόμα τί είναι ικανοί να προβάλλουν πρακτικά, μετατρέποντας το όνειρο σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο χούλιγκαν βρίσκει κανείς, και αντιτάσσεται, μια περίεργη συσσώρευση συναισθημάτων. Υπάρχει η γενναιοδωρία της πράξης, η άγνοια, η ανικανότητα του βάνδαλου να αντιληφθεί τα στοιχεία που καθορίζουν την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Αλλά υπάρχει επίσης μια αίσθηση εξέγερσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εξέγερση βρίσκεται σε προτεραιότητα, δεδομένου ότι συχνά στο χούλιγκαν, επικρατεί το ένστικτο της αγέλης. Δεν είναι, στην ουσία, αλήθεια ότι εκείνοι που μαλώνουν μεταξύ τους στα γήπεδα εξεγείρονται ατομικά. Είναι σχεδόν πάντα συνταγμένοι μέσω διαδικασιών συγκέντρωσης, χρηματοδοτούμενες από διάφορους συλλόγους, συγκεντρωμένοι μέσω των δομών της ομάδας, συμβόλων, συνθημάτων, υπολειμμάτων παλαιών ιδεολογιών, κλπ.

Ο σύντροφος που δρα επιτιθέμενος σε μια δομή του εχθρού, ενώ δεν θέλει να κάνει χρήση της ταυτότητας ενός καθαρά «αντικειμενικού» σχεδίου, ξεκινά από διαφορετικά κίνητρα, από μια πιο σύνθετη κοινωνική ωρίμανση. Αν, στην ατομική σφαίρα, ο χούλιγκαν δεν ξέρει πώς να περνάει ευχάριστα την Κυριακή, ο σύντροφος, αντίθετα, εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξή του επιτιθέμενος σε ένα στόχο. Εισερχόμενος στην καταστροφική διάσταση έρχεται σε ρήξη με την επίμονη παράδοση της ποσοτικής διάστασης, την ανάπτυξη και τη θεσμοθέτηση της ζωής που έχει συνταχθεί από άλλους. Αυτή είναι η διαφορά.

Κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της εξήγησης βρίσκεται στις συμπεριφορές που έχουν μια υποκειμενική σπουδαιότητα, δίχως τέτοιες συμπεριφορές να εγκαταλείπονται, έτσι, στον ατομισμό, στη στοιχειώδη κατάσταση των ξεχωριστών στοιχείων δίχως συνοχή μεταξύ τους. Και είναι προφανές ότι φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι είναι δυνατόν ένα μεμονωμένο κίνητρο να είναι ένα σημείο καμπής. Και φοβόμαστε διότι για εκατόν πενήντα χρόνια μας έχει επισημανθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από το άτομο, αλλά από την τάξη, από αντικειμενική ανάλυση, από την ιστορία, από τους εσωτερικούς μηχανισμούς της ιστορίας, από αυτό το πράγμα που ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός. Δεν έχουμε απελευθερωθεί ακόμα από την κληρονομιά αυτή.

1996

Σημειώσεις: Κάτω από τον τίτλο Distruzione e linguaggio, το κείμενο αυτό πάρθηκε από μια σειρά τεσσάρων αυτο-διαχειριζόμενων ομιλιών που έλαβαν χώρα στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza στη Ρώμη από της 23 Φεβρουαρίου μέχρι και της 25 Μαρτίου 1996. Η σειρά των ομιλιών είχε τίτλο «Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι». Η μεταγραφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Ιταλικά στο βιβλίο Dominio e rivolta (Κυριαρχία και Εξέγερση) από την Edizione Anarchismo, Κατάνια, Ιταλία, Δεκέμβριος 2000. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή στα Αγγλικά στο πρώτο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) θέμα του Outsiders, δημοσιευμένο από τις Vagabond Publications (Όκλαντ) τον Ιανουάριο του 2009. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί στο βιβλίο Κυριαρχία και Εξέγερση στη Μετα-Βιομηχανική Κοινωνία: Εσωκλεισμένοι και Αποκλεισμένοι από το Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών, Ιωάννινα, 2008.

ΠΗΓΗ: http://wp.me/plg1B-1es